25 February, 2018
Home / Περιβαλλον (Page 10)

Ας αρχίσουμε τη νέα χρονιά με τα λόγια του Σαίξπηρ, «life is a tale, told by an idiot, full of sound and fury, signifying nothing (Η ζωή είναι ένας μύθος γεμάτος φασαρία και μανία, χωρίς κανένα νόημα -τον οποίο αφηγείται ένας ηλίθιος). Έτσι θα απομυθοποιήσουμε τον ορθολογισμό και την σοβαρότητα με την οποία βλέπουμε τον εαυτό μας. Σ’ αυτή την αναζήτηση θα στηριχτούμε στο τριαδικό σχήμα της εγελιανής διαλεκτικής, θέση-άρνηση-σύνθεση (υπ’ αυτή την έννοια, ο κόσμος μας είναι σαιξπηρικός).

Μία από τις πιο μεγάλες αυταπάτες του ανθρώπου, αν όχι η μεγαλύτερη, είναι η βεβαιότητά του ότι δεν είναι ανόητος. Ο Αϊνστάιν άλλωστε το είπε: «Δυο πράγματα είναι άπειρα, το σύμπαν και η ανθρώπινη βλακεία, και δεν είμαι σίγουρος για το πρώτο».

Ο μοναδικός ίσως που κατάφερε να δώσει έναν πειστικό ορισμό στη βλακεία ήταν, το 1988, ο ιστορικός και οικονομολόγος Κάρλο Τσιπόλα(CIPOLLA CARLO) στο «Δοκίμιο Περί Ανθρώπινης Βλακείας»: «Βλάκας είναι αυτός που με τις ενέργειές του προκαλεί ζημιά σε κάποιον άλλο, αλλά παράλληλα δεν πετυχαίνει κάποιο πλεονέκτημα για τον εαυτό του ή ακόμα υφίσταται ζημιά και ο ίδιος».

Μεταξύ άλλων αναφέρει ότι ένας παράγοντας που γιγαντώνει τη βλακεία είναι η εξουσία. «Τα άτομα που έχουν εξουσία τείνουν να πιστεύουν ότι, ακριβώς επειδή έχουν εξουσία, είναι οι καλύτεροι, οι πιο ικανοί, οι πιο έξυπνοι, οι πιο σοφοί από όλη την ανθρωπότητα. Εξάλλου, περιστοιχίζονται από αυλικούς, οπαδούς και κερδοσκόπους, που ενισχύουν διαρκώς αυτή την ψευδαίσθηση. Με αυτό τον τρόπο όποιος βρίσκεται στην εξουσία καταλήγει να διαπράττει κατά γενική ομολογία τις μεγαλύτερες ανοησίες». Καταλήγει ότι δεν υπάρχει τρόπος να απαλλαχτούμε από την παγκόσμια βλακεία και αν και η βλακεία είναι επικίνδυνη, καταστρεπτική και πιθανόν ανίκητη, οι φορείς της είναι κοινωνικά χρήσιμοι.

Ο Διονύσης Χαριτόπουλοςστο βιβλίο του «Εγχειρίδιο Βλακείας» γράφει: «Το μέγεθος και οι αυλακώσεις του εγκεφάλου που χώρισαν τους ανθρώπους από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο χωρίζουν και τους ίδιους (με την επίδραση και του περιβάλλοντος όπου αναπτύσσονται), ανεξαρτήτως φυλής, χρώματος, φύλου, πλούτου, σπουδών, ιδεολογίας, σε δύο βασικές κατηγορίες: στους ΕΞΥΠΝΟΥΣ και στους ΒΛΑΚΕΣ. Αν και η μεταξύ τους διάκριση δεν είναι δύσκολη, όσοι ανήκουν στην πρώτη κατηγορία δεν το λένε και όσοι ανήκουν στη δεύτερη δεν το ξέρουν. Η βλακεία είναι απρόβλεπτη. ‘Εχει τόση ποικιλία εκδηλώσεων, όσοι και οι βλάκες που ο καθένας ξεχωριστά είναι μια αστείρευτη πηγή εμπνεύσεων. Με την καμπύλη του Gauss η οποία χρησιμοποιείται για την ανίχνευση διάφορων χαρακτηριστικών ενός πληθυσμού, έχουμε το λιγότερο ένα ποσοστό 25% βλακών, 25% έξυπνων και 50% μέσης νοημοσύνης. Ο ένας στους τέσσερις είναι βλάκας…

Ο βλάκας δεν χωράει στην πραγματικότητα. Δεν μπορεί να δώσει ούτε να δεχτεί εξηγήσεις για το πεπερασμένο της ύπαρξης και συνήθως αγκιστρώνεται σε κάτι που υπερβαίνει την εγκόσμια τάξη. Σε κάποιο θεό, σε μια ανώτερη δύναμη ή στο σύμπαν που συνωμοτεί για χάρη του. Η ευπιστία του ηλίθιου είναι παροιμιώδης: γοητεύεται, αναπαράγει ή εφευρίσκει ο ίδιος θρησκευτικά θαύματα, οράματα, εξωγήινα όντα, μετεμψυχώσεις, μεταλλαγμένους, λείψανα αγίων, τσαγιέρες που περιστρέφονται στο Διάστημα, προϊστορικούς γίγαντες, νεράιδες, λυκάνθρωπους, ψυχές που βουρλίζονται γύρω μας».

Υπάρχει εντούτοις και η άλλη άποψη. Στο «Περί βλακείας» του Ρόμπερτ Μούζιλ ( 1937), ο συγγραφέας επιδιώκει να δείξει ότι η βλακεία δεν είναι μια έννοια «τόσο προφανής όσο δείχνει εκ πρώτης όψεως», και πιθανόν να τη συναντήσουμε εκεί όπου νομίζουμε πως συχνάζει η ευφυΐα. Υποστηρίζει πως «χωρίς κάποιες συγκεκριμένες βλακείες ο άνθρωπος δεν θα ερχόταν καν στη ζωή». Κατά τον Μούζιλ, είναι βλακεία το να επιδεικνύεις την εξυπνάδα σου, αφού η ζωή έχει δείξει πως είναι φρονιμότερο να μην κάνεις τον έξυπνο και καταλήγει στο ότι τη βλακεία θα έπρεπε να την αναζητήσουμε ο καθένας μέσα του.

Ο Έρασμος έγραψε το «Μωρίας Εγκώμιον» όπου η μωρία δεν είναι η ηλιθιότητα ή η α-νοησία αλλά η καλώς νοούμενη φαιδρότητα, η έλλειψη σοβαρότητας. Όταν η σοβαρότητα περισσεύει, είναι η χαρά της ζωής. Χωρίς αυτήν, οι άνθρωποι δεν θα παντρεύονταν και δεν θα κάνανε παιδιά και η μεγάλη ηλικία θα ήταν ανυπόφορη. «Κάλεσε έναν σοφό σε γιορτή και θα χαλάσει την παρέα, είτε με κακοδιάθετη σιωπή είτε με εκνευριστικές διαφωνίες». Οι γυναίκες οφείλουν στην Μωρία τα φτιασιδώματά τους, αλλά σε αυτά οφείλεται η προσοχή των (επίσης μωρών) ανδρών και ο έρωτας. Ούτε οι φιλίες θα άντεχαν χωρίς αυτήν, αφού ο καθένας μας πρέπει να πείθει τον εαυτό του ότι η μωρία των φίλων του (οι ιδιοσυγκρασίες και τα ελαττώματά τους) είναι ακριβώς η αρετή τους. Ακόμα και οι θεοί χαρακτηρίζονται από την Μωρία, όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε σε κάθε εξιστόρηση των κατορθωμάτων τους. Η απόλυτη ειλικρίνεια και η αλήθεια μπορούν να γίνουν επικίνδυνες, άρα η κολακεία (χαρακτηριστικό της μωρίας) μπορεί να γίνει ακόμα και αρετή. Μια δόση αυταπάτης είναι υγιής και βοηθάει τους ανθρώπους να ξεχνούν τα ελαττώματά τους, και να κάνουν σπουδαία πράγματα με τη βοήθεια και τη συνεργασία άλλων. Άρα η μωρία προωθεί κάθε σπουδαίο πράγμα που κάνουν οι άνθρωποι».

Ο Ματάις Φαν Μπόξελ στο βιβλίο του «Η εγκυκλοπαίδεια της βλακείας» θα καταδείξει ότι «από την οπτική γωνία της φύσης, η αυτοθυσία είναι το άκρον άωτον της βλακείας… Η αυτοθυσία είναι μια παρωδία στην οποία η βλακεία προσλαμβάνει τη μορφή της ύψιστης σοφίας. Ο μαρτυρικός θάνατος είναι καθαγιασμένη βλακεία. Η υπέρβαση γίνεται κανόνας. Ως εκ τούτου ο πολιτισμός αποτελεί καρικατούρα του εαυτού του: μια μορφή βλακείας έγινε κουλτούρα, ένας παραλογισμός έγινε δεύτερη φύση». Κατ’ επέκταση, τα μνημεία που υμνούν τη θυσία των ηρώων δε θα μπορούσαν παρά να υπόκεινται στο πλαίσιο της ίδιας βλακώδους συμπεριφοράς: «Οι αψίδες θριάμβου φαίνεται ότι προσφέρουν μια φευγαλέα ματιά σε ένα ένδοξο στρατιωτικό παρελθόν, αλλά στην ουσία δεν είναι παρά βλακώδη μνημεία που προσπαθούν κατόπιν εορτής να τοποθετήσουν τις τραυματικές αγριότητες του πολέμου σε ένα βαρυσήμαντο πλαίσιο, όπως μαρτυρά η Αψίδα του Θριάμβου στο Παρίσι».

Για τον Μπόξελ «η βλακεία είναι ο ενωτικός κρίκος κάθε κοινωνίας», που σε τελική ανάλυση οφείλει να αποδεχτεί τη γύμνια του βασιλιά: «Ο μονάρχης πρέπει να κρατά για χάρη μας τα προσχήματα, εξ ου και ο λόγος που στο παραμύθι συνεχίζει ολόγυμνος να περπατά αγέρωχα. Και οι πολίτες όμως στο ρόλο του υπηκόου πρέπει να συνεργήσουν στην απάτη. Εφόσον όλοι υποκρίνονται ότι ο μονάρχης είναι ντυμένος, το έθνος παραμένει ενωμένο».

Η βλακεία κρίνεται ως απαραίτητη προϋπόθεση για να εξασφαλιστεί η κοινωνική συνοχή: «Η βλακεία που κρύβεται στη συμπεριφορά της αγέλης, στα τελετουργικά, αντιπροσωπεύεται στην τηλεόραση». Με δυο λόγια, «κοινωνία χωρίς τα θεμέλια της ηλιθιότητας δεν μπορεί να υπάρξει». Η κατάδειξη της αναγκαιότητας της βλακείας ως θεμέλιο της κοινωνίας και του πολιτισμού δεν του αρκεί. Θεωρεί επίσης ότι η βλακεία είναι το θεμέλιο της ανθρώπινης ευτυχίας: «Ας υποθέσουμε όμως ότι δεν υπήρχε βλακεία. Όλες οι λαμπρές εμπνεύσεις θα γίνονταν πραγματικότητα χωρίς κανένα εμπόδιο· όλοι θα αντιλαμβάνονταν τη βαθύτερη σημασία της ζωής· το λογικό θα ήταν προφανές και αδιαμφισβήτητο. Μαζί με τη βλακεία θα καταργούνταν η ανθρώπινη ελευθερία και η δυνατότητα επιλογής. Τα πράγματα θα έχαναν το όνομα και τη σημασία τους, επειδή όλα θα αποδεικνύονταν εξίσου πολύτιμα και ευτελή. Θα ζούσαμε σαν άγγελοι ενός αιώνια λαμπρού ουρανού λαχταρώντας μια εξέγερση· σαν πλάσματα ενός αποπνικτικού παραδείσου επιζητώντας το προπατορικό αμάρτημα».

Πολλές φορές συγχέεται η έννοια της σοβαρότητας με αυτήν της εξυπνάδας και η έννοια της αστειότητας με αυτήν της ανοησίας. Καμμία σχέση. Ο Καβάφης το έθεσε σωστά: «Tο ξέρω που για να επιτύχει κανείς στην ζωή, και για να εμπνέει σεβασμό χρειάζεται σοβαρότης. Kαι όμως με είναι δύσκολο να είμαι σοβαρός, και δεν εκτιμώ την σοβαρότητα.Aς εξηγηθώ καλλίτερα. Mε αρέσει στα σοβαρά μόνον η σοβαρότης· δηλ. 1/2 ώρα, ή μια ώρα, ή δυο ή 3 ώρες σοβαρότητα την ημέρα. Συχνά βέβαια και σχεδόν ολόκληρη μέρα σοβαρότητα. Άλλως, με αρέσουν τα χωρατά, η αστειότης, η ειρωνεία η με ευφυή λόγια, το χαμπαγκάρισμα (humbugging). Aλλά δεν κάμνει. Δυσκολεύει τες δουλειές. Διότι ως επί το πλείστον έχεις να κάμνεις με ζευζέκηδες και αμαθείς. Aυτοί δε είναι πάντοτε σοβαροί. Mούτρα, σέρια ζωωδώς· πού να αστειευθούν· αφού δεν καταλαμβάνουν. Tα σοβαρά τους μούτρα είναι αντικατοπτρισμός. Όλα τα πράγματα είναι προβλήματα και δυσκολίες για την αγραμματοσύνη τους και για την κουταμάρα τους, γι αυτό σαν βώδια και σαν πρόβατα (τα ζώα έχουν σοβαρότατες φυσιογνωμίες) είναι περιχεμένη επάνω στα χαρακτηριστικά τους η σοβαρότης. Ο αστείος άνθρωπος γενικώς περιφρονείται, τουλάχιστον δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν σημαντικά, δεν εμπνέει πολλήν πεποίθησιν. Γι’ αυτό κ’ εγώ καταγίνομαι στους πολλούς να παρουσιάζω σοβαρήν όψι. Hύρα πως μεγάλως με διευκολύνει τες υποθέσεις μου. Eσωτερικώς γελώ και αστειεύομαι πολύ.(Γ.Π. Σαββίδης, «Ανέκδοτα σημειώματα ποιητικής και ηθικής», Μικρά Καβαφικά, Β´, Ερμής, 1987)

Είναι γεγονός ότι η φύση του ανθρώπου έχει περισσότερο από τον βλάκα, παρά από τον σοφό. Ωστόσο αν δεν είχαν σημειωθεί ανωμαλίες τα τελευταία 4 δισεκατομμύρια χρόνια, εσείς και εγώ θα είμαστε ακόμα βακτηρίδια. Κάθε μετάλλαξη ή άλλη αναδιάταξη του DNA μας, που έφερε έναν από τους προγόνους μας πιο κοντά στην ύπαρξη ανθρώπου, όταν εμφανίστηκε για πρώτη φορά, πρέπει κατ’ ανάγκη να είναι μοναδική και κατά συνέπεια ανώμαλη. Είμαστε οι άμεσοι απόγονοι εκατομμυρίων φρικιών. Υπό το πρίσμα αυτής της σκέψης, θα πρέπει ίσως να αντιμετωπίσουμε τους ανόητους εαυτούς μας με περισσότερο σεβασμό. Η φυσική εξέλιξη προνόησε για το χαρακτηριστικό της μωρίας.

Για τον Τουαίην «Αν δεν υπήρχαν οι βλάκες, οι έξυπνοι δε θα ‘χαν καμιά τύχη» και για τον Βιντγκενστάιν «Αν οι άνθρωποι δεν έκαναν ποτέ τους ανοησίες, τίποτα έξυπνο δε θα γινόταν». Τελικά, αυτό που ονομάζουμε ανθρώπινη εξέλιξη δεν είναι τίποτε άλλο από την αέναη πάλη με την ηλιθιότητα, που διαρκώς θα βρίσκεται μπροστά μας με ακόμη πιο εξελιγμένη μορφή. Παρά την επικινδυνότητα της, η ανοησία δίνει ωστόσο μια μικρή μετριοφροσύνη και ένα άγγιγμα αισιοδοξίας στις φιλοδοξίες μας

Παναγιώτα Ψυχογιού, Arti

Η χρησιμότητα της βλακείας

Ας αρχίσουμε τη νέα χρονιά με τα λόγια του Σαίξπηρ, «life is a tale, told by an idiot, full of sound and fury, signifying nothing (Η ζωή είναι ένας μύθος γεμάτος φασαρία και μανία, χωρίς κανένα νόημα -τον οποίο αφηγείται ένας ηλίθιος). Έτσι θα απομυθοποιήσουμε τον ορθολογισμό και την σοβαρότητα με την οποία βλέπουμε τον εαυτό μας. Σ’ αυτή την αναζήτηση θα στηριχτούμε στο τριαδικό σχήμα της εγελιανής διαλεκτικής, θέση-άρνηση-σύνθεση (υπ’ αυτή την έννοια, ο κόσμος μας είναι σαιξπηρικός).

Μία από τις πιο μεγάλες αυταπάτες του ανθρώπου, αν όχι η μεγαλύτερη, είναι η βεβαιότητά του ότι δεν είναι ανόητος. Ο Αϊνστάιν άλλωστε το είπε: «Δυο πράγματα είναι άπειρα, το σύμπαν και η ανθρώπινη βλακεία, και δεν είμαι σίγουρος για το πρώτο».

Ο μοναδικός ίσως που κατάφερε να δώσει έναν πειστικό ορισμό στη βλακεία ήταν, το 1988, ο ιστορικός και οικονομολόγος Κάρλο Τσιπόλα(CIPOLLA CARLO) στο «Δοκίμιο Περί Ανθρώπινης Βλακείας»: «Βλάκας είναι αυτός που με τις ενέργειές του προκαλεί ζημιά σε κάποιον άλλο, αλλά παράλληλα δεν πετυχαίνει κάποιο πλεονέκτημα για τον εαυτό του ή ακόμα υφίσταται ζημιά και ο ίδιος».

Μεταξύ άλλων αναφέρει ότι ένας παράγοντας που γιγαντώνει τη βλακεία είναι η εξουσία. «Τα άτομα που έχουν εξουσία τείνουν να πιστεύουν ότι, ακριβώς επειδή έχουν εξουσία, είναι οι καλύτεροι, οι πιο ικανοί, οι πιο έξυπνοι, οι πιο σοφοί από όλη την ανθρωπότητα. Εξάλλου, περιστοιχίζονται από αυλικούς, οπαδούς και κερδοσκόπους, που ενισχύουν διαρκώς αυτή την ψευδαίσθηση. Με αυτό τον τρόπο όποιος βρίσκεται στην εξουσία καταλήγει να διαπράττει κατά γενική ομολογία τις μεγαλύτερες ανοησίες». Καταλήγει ότι δεν υπάρχει τρόπος να απαλλαχτούμε από την παγκόσμια βλακεία και αν και η βλακεία είναι επικίνδυνη, καταστρεπτική και πιθανόν ανίκητη, οι φορείς της είναι κοινωνικά χρήσιμοι.

Ο Διονύσης Χαριτόπουλοςστο βιβλίο του «Εγχειρίδιο Βλακείας» γράφει: «Το μέγεθος και οι αυλακώσεις του εγκεφάλου που χώρισαν τους ανθρώπους από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο χωρίζουν και τους ίδιους (με την επίδραση και του περιβάλλοντος όπου αναπτύσσονται), ανεξαρτήτως φυλής, χρώματος, φύλου, πλούτου, σπουδών, ιδεολογίας, σε δύο βασικές κατηγορίες: στους ΕΞΥΠΝΟΥΣ και στους ΒΛΑΚΕΣ. Αν και η μεταξύ τους διάκριση δεν είναι δύσκολη, όσοι ανήκουν στην πρώτη κατηγορία δεν το λένε και όσοι ανήκουν στη δεύτερη δεν το ξέρουν. Η βλακεία είναι απρόβλεπτη. ‘Εχει τόση ποικιλία εκδηλώσεων, όσοι και οι βλάκες που ο καθένας ξεχωριστά είναι μια αστείρευτη πηγή εμπνεύσεων. Με την καμπύλη του Gauss η οποία χρησιμοποιείται για την ανίχνευση διάφορων χαρακτηριστικών ενός πληθυσμού, έχουμε το λιγότερο ένα ποσοστό 25% βλακών, 25% έξυπνων και 50% μέσης νοημοσύνης. Ο ένας στους τέσσερις είναι βλάκας…

Ο βλάκας δεν χωράει στην πραγματικότητα. Δεν μπορεί να δώσει ούτε να δεχτεί εξηγήσεις για το πεπερασμένο της ύπαρξης και συνήθως αγκιστρώνεται σε κάτι που υπερβαίνει την εγκόσμια τάξη. Σε κάποιο θεό, σε μια ανώτερη δύναμη ή στο σύμπαν που συνωμοτεί για χάρη του. Η ευπιστία του ηλίθιου είναι παροιμιώδης: γοητεύεται, αναπαράγει ή εφευρίσκει ο ίδιος θρησκευτικά θαύματα, οράματα, εξωγήινα όντα, μετεμψυχώσεις, μεταλλαγμένους, λείψανα αγίων, τσαγιέρες που περιστρέφονται στο Διάστημα, προϊστορικούς γίγαντες, νεράιδες, λυκάνθρωπους, ψυχές που βουρλίζονται γύρω μας».

Υπάρχει εντούτοις και η άλλη άποψη. Στο «Περί βλακείας» του Ρόμπερτ Μούζιλ ( 1937), ο συγγραφέας επιδιώκει να δείξει ότι η βλακεία δεν είναι μια έννοια «τόσο προφανής όσο δείχνει εκ πρώτης όψεως», και πιθανόν να τη συναντήσουμε εκεί όπου νομίζουμε πως συχνάζει η ευφυΐα. Υποστηρίζει πως «χωρίς κάποιες συγκεκριμένες βλακείες ο άνθρωπος δεν θα ερχόταν καν στη ζωή». Κατά τον Μούζιλ, είναι βλακεία το να επιδεικνύεις την εξυπνάδα σου, αφού η ζωή έχει δείξει πως είναι φρονιμότερο να μην κάνεις τον έξυπνο και καταλήγει στο ότι τη βλακεία θα έπρεπε να την αναζητήσουμε ο καθένας μέσα του.

Ο Έρασμος έγραψε το «Μωρίας Εγκώμιον» όπου η μωρία δεν είναι η ηλιθιότητα ή η α-νοησία αλλά η καλώς νοούμενη φαιδρότητα, η έλλειψη σοβαρότητας. Όταν η σοβαρότητα περισσεύει, είναι η χαρά της ζωής. Χωρίς αυτήν, οι άνθρωποι δεν θα παντρεύονταν και δεν θα κάνανε παιδιά και η μεγάλη ηλικία θα ήταν ανυπόφορη. «Κάλεσε έναν σοφό σε γιορτή και θα χαλάσει την παρέα, είτε με κακοδιάθετη σιωπή είτε με εκνευριστικές διαφωνίες». Οι γυναίκες οφείλουν στην Μωρία τα φτιασιδώματά τους, αλλά σε αυτά οφείλεται η προσοχή των (επίσης μωρών) ανδρών και ο έρωτας. Ούτε οι φιλίες θα άντεχαν χωρίς αυτήν, αφού ο καθένας μας πρέπει να πείθει τον εαυτό του ότι η μωρία των φίλων του (οι ιδιοσυγκρασίες και τα ελαττώματά τους) είναι ακριβώς η αρετή τους. Ακόμα και οι θεοί χαρακτηρίζονται από την Μωρία, όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε σε κάθε εξιστόρηση των κατορθωμάτων τους. Η απόλυτη ειλικρίνεια και η αλήθεια μπορούν να γίνουν επικίνδυνες, άρα η κολακεία (χαρακτηριστικό της μωρίας) μπορεί να γίνει ακόμα και αρετή. Μια δόση αυταπάτης είναι υγιής και βοηθάει τους ανθρώπους να ξεχνούν τα ελαττώματά τους, και να κάνουν σπουδαία πράγματα με τη βοήθεια και τη συνεργασία άλλων. Άρα η μωρία προωθεί κάθε σπουδαίο πράγμα που κάνουν οι άνθρωποι».

Ο Ματάις Φαν Μπόξελ στο βιβλίο του «Η εγκυκλοπαίδεια της βλακείας» θα καταδείξει ότι «από την οπτική γωνία της φύσης, η αυτοθυσία είναι το άκρον άωτον της βλακείας… Η αυτοθυσία είναι μια παρωδία στην οποία η βλακεία προσλαμβάνει τη μορφή της ύψιστης σοφίας. Ο μαρτυρικός θάνατος είναι καθαγιασμένη βλακεία. Η υπέρβαση γίνεται κανόνας. Ως εκ τούτου ο πολιτισμός αποτελεί καρικατούρα του εαυτού του: μια μορφή βλακείας έγινε κουλτούρα, ένας παραλογισμός έγινε δεύτερη φύση». Κατ’ επέκταση, τα μνημεία που υμνούν τη θυσία των ηρώων δε θα μπορούσαν παρά να υπόκεινται στο πλαίσιο της ίδιας βλακώδους συμπεριφοράς: «Οι αψίδες θριάμβου φαίνεται ότι προσφέρουν μια φευγαλέα ματιά σε ένα ένδοξο στρατιωτικό παρελθόν, αλλά στην ουσία δεν είναι παρά βλακώδη μνημεία που προσπαθούν κατόπιν εορτής να τοποθετήσουν τις τραυματικές αγριότητες του πολέμου σε ένα βαρυσήμαντο πλαίσιο, όπως μαρτυρά η Αψίδα του Θριάμβου στο Παρίσι».

Για τον Μπόξελ «η βλακεία είναι ο ενωτικός κρίκος κάθε κοινωνίας», που σε τελική ανάλυση οφείλει να αποδεχτεί τη γύμνια του βασιλιά: «Ο μονάρχης πρέπει να κρατά για χάρη μας τα προσχήματα, εξ ου και ο λόγος που στο παραμύθι συνεχίζει ολόγυμνος να περπατά αγέρωχα. Και οι πολίτες όμως στο ρόλο του υπηκόου πρέπει να συνεργήσουν στην απάτη. Εφόσον όλοι υποκρίνονται ότι ο μονάρχης είναι ντυμένος, το έθνος παραμένει ενωμένο».

Η βλακεία κρίνεται ως απαραίτητη προϋπόθεση για να εξασφαλιστεί η κοινωνική συνοχή: «Η βλακεία που κρύβεται στη συμπεριφορά της αγέλης, στα τελετουργικά, αντιπροσωπεύεται στην τηλεόραση». Με δυο λόγια, «κοινωνία χωρίς τα θεμέλια της ηλιθιότητας δεν μπορεί να υπάρξει». Η κατάδειξη της αναγκαιότητας της βλακείας ως θεμέλιο της κοινωνίας και του πολιτισμού δεν του αρκεί. Θεωρεί επίσης ότι η βλακεία είναι το θεμέλιο της ανθρώπινης ευτυχίας: «Ας υποθέσουμε όμως ότι δεν υπήρχε βλακεία. Όλες οι λαμπρές εμπνεύσεις θα γίνονταν πραγματικότητα χωρίς κανένα εμπόδιο· όλοι θα αντιλαμβάνονταν τη βαθύτερη σημασία της ζωής· το λογικό θα ήταν προφανές και αδιαμφισβήτητο. Μαζί με τη βλακεία θα καταργούνταν η ανθρώπινη ελευθερία και η δυνατότητα επιλογής. Τα πράγματα θα έχαναν το όνομα και τη σημασία τους, επειδή όλα θα αποδεικνύονταν εξίσου πολύτιμα και ευτελή. Θα ζούσαμε σαν άγγελοι ενός αιώνια λαμπρού ουρανού λαχταρώντας μια εξέγερση· σαν πλάσματα ενός αποπνικτικού παραδείσου επιζητώντας το προπατορικό αμάρτημα».

Πολλές φορές συγχέεται η έννοια της σοβαρότητας με αυτήν της εξυπνάδας και η έννοια της αστειότητας με αυτήν της ανοησίας. Καμμία σχέση. Ο Καβάφης το έθεσε σωστά: «Tο ξέρω που για να επιτύχει κανείς στην ζωή, και για να εμπνέει σεβασμό χρειάζεται σοβαρότης. Kαι όμως με είναι δύσκολο να είμαι σοβαρός, και δεν εκτιμώ την σοβαρότητα.Aς εξηγηθώ καλλίτερα. Mε αρέσει στα σοβαρά μόνον η σοβαρότης· δηλ. 1/2 ώρα, ή μια ώρα, ή δυο ή 3 ώρες σοβαρότητα την ημέρα. Συχνά βέβαια και σχεδόν ολόκληρη μέρα σοβαρότητα. Άλλως, με αρέσουν τα χωρατά, η αστειότης, η ειρωνεία η με ευφυή λόγια, το χαμπαγκάρισμα (humbugging). Aλλά δεν κάμνει. Δυσκολεύει τες δουλειές. Διότι ως επί το πλείστον έχεις να κάμνεις με ζευζέκηδες και αμαθείς. Aυτοί δε είναι πάντοτε σοβαροί. Mούτρα, σέρια ζωωδώς· πού να αστειευθούν· αφού δεν καταλαμβάνουν. Tα σοβαρά τους μούτρα είναι αντικατοπτρισμός. Όλα τα πράγματα είναι προβλήματα και δυσκολίες για την αγραμματοσύνη τους και για την κουταμάρα τους, γι αυτό σαν βώδια και σαν πρόβατα (τα ζώα έχουν σοβαρότατες φυσιογνωμίες) είναι περιχεμένη επάνω στα χαρακτηριστικά τους η σοβαρότης. Ο αστείος άνθρωπος γενικώς περιφρονείται, τουλάχιστον δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν σημαντικά, δεν εμπνέει πολλήν πεποίθησιν. Γι’ αυτό κ’ εγώ καταγίνομαι στους πολλούς να παρουσιάζω σοβαρήν όψι. Hύρα πως μεγάλως με διευκολύνει τες υποθέσεις μου. Eσωτερικώς γελώ και αστειεύομαι πολύ.(Γ.Π. Σαββίδης, «Ανέκδοτα σημειώματα ποιητικής και ηθικής», Μικρά Καβαφικά, Β´, Ερμής, 1987)

Είναι γεγονός ότι η φύση του ανθρώπου έχει περισσότερο από τον βλάκα, παρά από τον σοφό. Ωστόσο αν δεν είχαν σημειωθεί ανωμαλίες τα τελευταία 4 δισεκατομμύρια χρόνια, εσείς και εγώ θα είμαστε ακόμα βακτηρίδια. Κάθε μετάλλαξη ή άλλη αναδιάταξη του DNA μας, που έφερε έναν από τους προγόνους μας πιο κοντά στην ύπαρξη ανθρώπου, όταν εμφανίστηκε για πρώτη φορά, πρέπει κατ’ ανάγκη να είναι μοναδική και κατά συνέπεια ανώμαλη. Είμαστε οι άμεσοι απόγονοι εκατομμυρίων φρικιών. Υπό το πρίσμα αυτής της σκέψης, θα πρέπει ίσως να αντιμετωπίσουμε τους ανόητους εαυτούς μας με περισσότερο σεβασμό. Η φυσική εξέλιξη προνόησε για το χαρακτηριστικό της μωρίας.

Για τον Τουαίην «Αν δεν υπήρχαν οι βλάκες, οι έξυπνοι δε θα ‘χαν καμιά τύχη» και για τον Βιντγκενστάιν «Αν οι άνθρωποι δεν έκαναν ποτέ τους ανοησίες, τίποτα έξυπνο δε θα γινόταν». Τελικά, αυτό που ονομάζουμε ανθρώπινη εξέλιξη δεν είναι τίποτε άλλο από την αέναη πάλη με την ηλιθιότητα, που διαρκώς θα βρίσκεται μπροστά μας με ακόμη πιο εξελιγμένη μορφή. Παρά την επικινδυνότητα της, η ανοησία δίνει ωστόσο μια μικρή μετριοφροσύνη και ένα άγγιγμα αισιοδοξίας στις φιλοδοξίες μας

Παναγιώτα Ψυχογιού, Arti

Η χρησιμότητα της βλακείας

Πολλοί λένε ότι δεν αγοράζουν φρούτα και λαχανικά ή «υγιεινά τρόφιμα» επειδή είναι πολύ ακριβά. Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι τα βιολογικά τρόφιμα «κοστίζουν περισσότερο» από τα επεξεργασμένα.Κι όμως το πραγματικό κόστος των φτηνών τροφίμων είναι σήμερα κρυμμένο καθιστώντας τα τρόφιμα μεγάλη εμπορικής κατανάλωσης (συχνά σκουπίδια) φαινομενικά φθηνότερα από ότι θα έπρεπε. Είναι γεγονός είναι, ότι ενώ οι τιμές των τροφίμων αυξάνονται, οι περισσότεροι άνθρωποι στον αναπτυγμένο κόσμο δαπανούν λιγότερο από το 10% του συνολικού εισοδήματος του νοικοκυριού τους σε τρόφιμα. Το συνολικό κόστος έχει μειωθεί σημαντικά κατά το τελευταίο μισό αιώνα, από 40-50% των δαπανών των νοικοκυριών. Ο αντίκτυπος των φθηνών, άφθονων τροφίμων στο γενικό βιοτικό επίπεδο είναι, όπως μας λένε, ένα θετικό πράγμα. Ας πάρουμε όμως το παράδειγμα του φθηνού κοτόπουλου. Ένα προϊόν που κάποτε ήταν μια μηνιαία πολυτέλεια έχει γίνει τόσο φθηνό (η αγορά ενός φτηνού κοτόπουλου στο super market κοστίζει τον καταναλωτή 2 ευρώ το κιλό) ώστε οι

οικογένειες έχουν εύκολη πρόσβαση σε φθηνή πρωτεΐνη και ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι αυτό είναι κακό; Αν πιστεύετε ότι ένα κοτόπουλο είναι κοτόπουλο ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο εκτράφηκε, τότε μάλλον μπορεί να υποστηρίξετε ότι το φτηνότερο το κοτόπουλο είναι το καλύτερο. Ωστόσο, αν αυτό το φθηνό κοτόπουλο έχει εκτραφεί σε απάνθρωπες συνθήκες, χρησιμοποιώντας μια τόσο εντατική μέθοδο παραγωγής ώστε τα ζώα να παράγουν τεράστιες ποσότητες τοξικής ρύπανσης, να τρέφονται συνήθως με αντιβιοτικά και να ζουν τρομερά δυστυχισμένες ζωές, τότε ξαφνικά αυτό το φτηνό κοτόπουλο φαίνεται να μην είναι τόσο φθηνό. Είναι μάλλον προϊόν ενός συστήματος που έχει τόσο τεράστιες και καταστρεπτικές συνέπειες για το περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία, και το μακροπρόθεσμο κόστος του υπερβαίνει κατά πολύ τη βραχυπρόθεσμη εξοικονόμηση στο ταμείο του super market.

Δεν περιλαμβάνονται τα κρυμμένα έξοδα για την υγεία όπως η παγκόσμια επιδημία παχυσαρκίας και θέματα δημόσιας υγείας που σχετίζονται με τις καρδιακές παθήσεις, του διαβήτη και του. Για να μην αναφέρουμε τις απλήρωτες εξωτερικές παραμέτρους όπως οι χαμηλοί μισθοί για τους εργαζομένους στον τομέα των τροφίμων που συχνά σημαίνουν κυβερνητικές επιδοτήσεις. Δεν συνυπολογίζονται τα περιβαλλοντικά αποτελέσματα της χημικής έντασης και έντασης πετρελαίου γεωργίας, το κόστος για τη διάβρωση του εδάφους, το πραγματικό κόστος του νερού και το της κόστος άρδευσης , των φυτοφαρμάκων, το αποτέλεσμα της απορροής των αποβλήτων που δημιουργεί νεκρές θαλάσσιες ζώνες  από την απορροή αζώτου.

Η πραγματικότητα είναι ότι η «αξία» και οι «χαμηλές τιμές» των φτηνών φαγητών που βλέπουμε στο super market δεν είναι όλη η αλήθεια. Πληρώνουμε σήμερα με την προσωπική μας υγεία και τους φόρους μας για την συντήρηση του συστήματος υγείας μας και τα παιδιά μας θα πληρώσουν αύριο με υποβαθμισμένο περιβάλλον, βρώμικο νερό και μεγάλα προβλήματα υγείας.Εμπειρογνώμονες από όλο τον κόσμο συμφωνούν ότι αυτές οι πολύ πραγματικές δαπάνες υπερβαίνουν κατά πολύ τα οφέλη από το «φθηνό» τρόφιμο. υπολογίζονται σε USD 4.8 τρισεκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο . Αυτά τα χρήματα δεν καταβάλλονται στο ταμείο των super market, αλλά οι καταναλωτές σήμερα και οι μελλοντικές γενιές αύριο θα πληρώσουν αυτό το τεράστιο οικονομικό βάρος μέσω των φόρων και των δαπανών για την υγειονομική περίθαλψη. 


Σήμερα έχει ήδη αρχίζει να ζυμώνεται η ιδέα ότι χρειαζόμαστε ακριβή υπολογισμό του κόστους στην παραγωγή τροφίμων μας οι καταναλωτές να μπορούν να κάνουν επιλογές που περιλαμβάνουν το πραγματικό κόστος του τρόπου με τον οποίο καλλιεργούνται τα τρόφιμα και πώς αυτός επηρεάζει την υγεία μας. Οι αγρότες και οι παραγωγοί τροφίμων θα πρέπει να επιβραβεύονται για την υπεράσπιση του περιβάλλοντος μας, να παράγουν θρεπτικά συστατικά, να παρέχουν αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας και να βελτιώνουν την τοπική τους οικονομία. Αντίθετα συστήματα παραγωγής τροφίμων που μολύνουν το νερό, καταστρέφουν τη βιοποικιλότητα, εκμεταλλεύονται τους εργαζόμενους και παράγουν τρόφιμα χαμηλής περιεκτικότητας σε θρεπτικά συστατικά πρέπει να λογοδοτούν για τα πραγματικά αποτελέσματα της παραγωγής τους.

Στην Ελλάδα, μόνο το 60% των τροφίμων που καταναλώνουμε παράγεται εδώ, και η εξάρτησή μας από τις εισαγωγές για το υπόλοιπο 40% συμβάλλει στην αύξηση των τιμών των τροφίμων σε ολόκληρο τον κόσμο. Ο ΟΗΕ έχει ήδη προβλέψει αύξηση της τιμής του φαγητού κατά 40% κατά την επόμενη δεκαετία και καθώς μπαίνουμε σε μια νέα περίοδο με ολοένα και πιο απαιτητικές καιρικές συνθήκες, η εξάρτησή μας από ένα σύστημα παγκόσμιων εξαγωγών φαίνεται να μεγαλώνει. Σε μια εποχή κατά την οποία πρέπει να επιδιώξουμε την αύξηση της ποικιλομορφίας και της ικανότητας της εθνικής παραγωγής, τη μετάβαση προς συστήματα που είναι ανθεκτικά στο κλίμα και την οικοδόμηση της επισιτιστικής ασφάλειας, σπαταλούμε τεράστια ποσά χρημάτων για την επιδότηση ενός συστήματος το οποίο θα καθίσταται όλο και πιο δαπανηρό. Αν και τα τρόφιμα που παράγονται βιομηχανικά είναι σχεδιασμένα να είναι φτηνά, είναι στην πραγματικότητα πολύ ακριβά από την άποψη της χρήσης των πόρων, των ζημιών που προκαλεί στο περιβάλλον μας, της τρομερής απώλειας βιοποικιλότητας και του κόστους θεραπείας των ασθενειών σε όλο και πιο άρρωστο πληθυσμό.

Δεδομένου του αυξανόμενου κόστους των τροφίμων, υποστηρίζουμε την επείγουσα στροφή προς τα συστήματα παραγωγής τροφίμων, τα οποία μπορούν να σχεδιαστούν για να προσφέρουν μια σειρά από περιβαλλοντικά και κοινωνικά οφέλη. Αυτή τη στιγμή η βιομηχανική γεωργική παραγωγή επιχορηγείται και δε δίνει προτεραιότητα σε συστήματα που παρέχουν μακροπρόθεσμα οφέλη. Τα μεγάλα, εντατικά συστήματα λαμβάνουν περισσότερες επιδοτήσεις άμεσης πληρωμής μέσω της ΚΑΠ ή των κρατικών επιδοτήσεων για τα γεωργικά προϊόντα, περισσότερες επιδοτήσεις ενέργειας για τη στήριξη της βαριάς χρήσης πετρελαίου και δεν πληρώνουν κανένα κόστος καθαρισμού για τυχόν αρνητικές επιπτώσεις της παραγωγής στο περιβάλλον . Όταν τα συστήματά αυτά για την παραγωγή τροφίμων μολύνουν το περιβάλλον ή βλάπτουν την υγεία μας, εμείς, οι φορολογούμενοι, είμαστε υπεύθυνοι για την πληρωμή του λογαριασμού. Είτε μέσα από το κόστος για τις υπηρεσίες υγείας μας και την έκρηξη χρόνιων ασθενειών που σχετίζονται με τη διατροφή ή στους λογαριασμούς νερού μας όταν πληρώνουμε για την απομάκρυνση των φυτοφαρμάκων από το πόσιμο νερό μας, Το πρόβλημα είναι ότι το πρόσθετο κόστος είναι συχνά λιγότερο ορατό από το άμεσο, απ΄τό αντίκτυπο που αισθανόμαστε στις τσέπες μας κατά την αγορά των τροφίμων της εβδομάδας.. Πρέπει επειγόντως να διασφαλίσουμε ότι το πραγματικό, μακροπρόθεσμο κόστος του τρόπου παραγωγής του φαγητού μας είναι ορατό για τον καταναλωτή και ο πραγματικός υπολογισμός των αληθινών δαπανών μπορεί να μας βοηθήσει να το κάνουμε αυτό.


Αντί να είναι μια μέθοδος που ενσωματώνει το πραγματικό κόστος στην τιμή λιανικής ενός προϊόντος, η λογιστική πραγματικού κόστους απαιτεί μια σειρά κινήτρων, φόρων, αναδιανομής επιδοτήσεων και πολιτικών πρωτοβουλιών για την τόνωση της ανάπτυξης αειφόρων γεωργικών πρακτικών και θα εξασφαλίσει ότι εκείνα που ρυπαίνουν ή βλάπτουν την υγεία μας, θα πληρώνουν περισσότερα από αυτά που περιορίζουν τη χρήση τους. Απλά πράγματα, όπως οι φόροι στα αζωτούχα λιπάσματα, θα μπορούσαν να συμβάλουν στην ενθάρρυνση των αγροτών να χρησιμοποιούν λιγότερο και τα κεφάλαια θα μπορούσαν να συμβάλουν άμεσα σε ένα πρόγραμμα για την προώθηση της χρήσης των όσπριων ως εναλλακτική λύση για τον εμπλουτισμό των χωραφιών με άζωτο. Σε ευρύτερο επίπεδο, η πολιτική θα μπορούσε να προχωρήσει σε πολύ πιο ουσιαστικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται οι επιδοτήσεις. Ίσως τα δισεκατομμύρια ευρώ που πληρώνουν οι Ευρωπαίοι φορολογούμενοι στην Κοινή Αγροτική Πολιτική, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να διασφαλίσουν ότι οι μέθοδοι παραγωγής θα είναι περισσότερο βιώσιμες μακροπρόθεσμα; .

Σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από αυξανόμενα ευμετάβλητα κλίματα, όπου το ένα τρίτο του παγκόσμιου πληθυσμού πεινάνε, ενώ το ένα τρίτο των τροφίμων μας απορρίπτεται, απλά δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να δουλεύουμε όπως κάναμε μέχρι σήμερα. Τα αειφόρα και ανθεκτικά συστήματα είναι ο μόνος τρόπος για να προσαρμόσουμε μελλοντικά την παραγωγή τροφίμων μας και με αυτόν τον τρόπο να διασφαλίσουμε ότι η πρόσβαση σε ποιοτικά, φρέσκα και υγιεινά τρόφιμα αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα για όλους τους ανθρώπους και όχι προνόμιο όσων μπορούν να πληρώσουν .


Το πραγματικό κόστος της τροφής

Πολλοί λένε ότι δεν αγοράζουν φρούτα και λαχανικά ή «υγιεινά τρόφιμα» επειδή είναι πολύ ακριβά. Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι τα βιολογικά τρόφιμα «κοστίζουν περισσότερο» από τα επεξεργασμένα.Κι όμως το πραγματικό κόστος των φτηνών τροφίμων είναι σήμερα κρυμμένο καθιστώντας τα τρόφιμα μεγάλη εμπορικής κατανάλωσης (συχνά σκουπίδια) φαινομενικά φθηνότερα από ότι θα έπρεπε. Είναι γεγονός είναι, ότι ενώ οι τιμές των τροφίμων αυξάνονται, οι περισσότεροι άνθρωποι στον αναπτυγμένο κόσμο δαπανούν λιγότερο από το 10% του συνολικού εισοδήματος του νοικοκυριού τους σε τρόφιμα. Το συνολικό κόστος έχει μειωθεί σημαντικά κατά το τελευταίο μισό αιώνα, από 40-50% των δαπανών των νοικοκυριών. Ο αντίκτυπος των φθηνών, άφθονων τροφίμων στο γενικό βιοτικό επίπεδο είναι, όπως μας λένε, ένα θετικό πράγμα. Ας πάρουμε όμως το παράδειγμα του φθηνού κοτόπουλου. Ένα προϊόν που κάποτε ήταν μια μηνιαία πολυτέλεια έχει γίνει τόσο φθηνό (η αγορά ενός φτηνού κοτόπουλου στο super market κοστίζει τον καταναλωτή 2 ευρώ το κιλό) ώστε οι

οικογένειες έχουν εύκολη πρόσβαση σε φθηνή πρωτεΐνη και ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι αυτό είναι κακό; Αν πιστεύετε ότι ένα κοτόπουλο είναι κοτόπουλο ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο εκτράφηκε, τότε μάλλον μπορεί να υποστηρίξετε ότι το φτηνότερο το κοτόπουλο είναι το καλύτερο. Ωστόσο, αν αυτό το φθηνό κοτόπουλο έχει εκτραφεί σε απάνθρωπες συνθήκες, χρησιμοποιώντας μια τόσο εντατική μέθοδο παραγωγής ώστε τα ζώα να παράγουν τεράστιες ποσότητες τοξικής ρύπανσης, να τρέφονται συνήθως με αντιβιοτικά και να ζουν τρομερά δυστυχισμένες ζωές, τότε ξαφνικά αυτό το φτηνό κοτόπουλο φαίνεται να μην είναι τόσο φθηνό. Είναι μάλλον προϊόν ενός συστήματος που έχει τόσο τεράστιες και καταστρεπτικές συνέπειες για το περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία, και το μακροπρόθεσμο κόστος του υπερβαίνει κατά πολύ τη βραχυπρόθεσμη εξοικονόμηση στο ταμείο του super market.

Δεν περιλαμβάνονται τα κρυμμένα έξοδα για την υγεία όπως η παγκόσμια επιδημία παχυσαρκίας και θέματα δημόσιας υγείας που σχετίζονται με τις καρδιακές παθήσεις, του διαβήτη και του. Για να μην αναφέρουμε τις απλήρωτες εξωτερικές παραμέτρους όπως οι χαμηλοί μισθοί για τους εργαζομένους στον τομέα των τροφίμων που συχνά σημαίνουν κυβερνητικές επιδοτήσεις. Δεν συνυπολογίζονται τα περιβαλλοντικά αποτελέσματα της χημικής έντασης και έντασης πετρελαίου γεωργίας, το κόστος για τη διάβρωση του εδάφους, το πραγματικό κόστος του νερού και το της κόστος άρδευσης , των φυτοφαρμάκων, το αποτέλεσμα της απορροής των αποβλήτων που δημιουργεί νεκρές θαλάσσιες ζώνες  από την απορροή αζώτου.

Η πραγματικότητα είναι ότι η «αξία» και οι «χαμηλές τιμές» των φτηνών φαγητών που βλέπουμε στο super market δεν είναι όλη η αλήθεια. Πληρώνουμε σήμερα με την προσωπική μας υγεία και τους φόρους μας για την συντήρηση του συστήματος υγείας μας και τα παιδιά μας θα πληρώσουν αύριο με υποβαθμισμένο περιβάλλον, βρώμικο νερό και μεγάλα προβλήματα υγείας.Εμπειρογνώμονες από όλο τον κόσμο συμφωνούν ότι αυτές οι πολύ πραγματικές δαπάνες υπερβαίνουν κατά πολύ τα οφέλη από το «φθηνό» τρόφιμο. υπολογίζονται σε USD 4.8 τρισεκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο . Αυτά τα χρήματα δεν καταβάλλονται στο ταμείο των super market, αλλά οι καταναλωτές σήμερα και οι μελλοντικές γενιές αύριο θα πληρώσουν αυτό το τεράστιο οικονομικό βάρος μέσω των φόρων και των δαπανών για την υγειονομική περίθαλψη. 


Σήμερα έχει ήδη αρχίζει να ζυμώνεται η ιδέα ότι χρειαζόμαστε ακριβή υπολογισμό του κόστους στην παραγωγή τροφίμων μας οι καταναλωτές να μπορούν να κάνουν επιλογές που περιλαμβάνουν το πραγματικό κόστος του τρόπου με τον οποίο καλλιεργούνται τα τρόφιμα και πώς αυτός επηρεάζει την υγεία μας. Οι αγρότες και οι παραγωγοί τροφίμων θα πρέπει να επιβραβεύονται για την υπεράσπιση του περιβάλλοντος μας, να παράγουν θρεπτικά συστατικά, να παρέχουν αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας και να βελτιώνουν την τοπική τους οικονομία. Αντίθετα συστήματα παραγωγής τροφίμων που μολύνουν το νερό, καταστρέφουν τη βιοποικιλότητα, εκμεταλλεύονται τους εργαζόμενους και παράγουν τρόφιμα χαμηλής περιεκτικότητας σε θρεπτικά συστατικά πρέπει να λογοδοτούν για τα πραγματικά αποτελέσματα της παραγωγής τους.

Στην Ελλάδα, μόνο το 60% των τροφίμων που καταναλώνουμε παράγεται εδώ, και η εξάρτησή μας από τις εισαγωγές για το υπόλοιπο 40% συμβάλλει στην αύξηση των τιμών των τροφίμων σε ολόκληρο τον κόσμο. Ο ΟΗΕ έχει ήδη προβλέψει αύξηση της τιμής του φαγητού κατά 40% κατά την επόμενη δεκαετία και καθώς μπαίνουμε σε μια νέα περίοδο με ολοένα και πιο απαιτητικές καιρικές συνθήκες, η εξάρτησή μας από ένα σύστημα παγκόσμιων εξαγωγών φαίνεται να μεγαλώνει. Σε μια εποχή κατά την οποία πρέπει να επιδιώξουμε την αύξηση της ποικιλομορφίας και της ικανότητας της εθνικής παραγωγής, τη μετάβαση προς συστήματα που είναι ανθεκτικά στο κλίμα και την οικοδόμηση της επισιτιστικής ασφάλειας, σπαταλούμε τεράστια ποσά χρημάτων για την επιδότηση ενός συστήματος το οποίο θα καθίσταται όλο και πιο δαπανηρό. Αν και τα τρόφιμα που παράγονται βιομηχανικά είναι σχεδιασμένα να είναι φτηνά, είναι στην πραγματικότητα πολύ ακριβά από την άποψη της χρήσης των πόρων, των ζημιών που προκαλεί στο περιβάλλον μας, της τρομερής απώλειας βιοποικιλότητας και του κόστους θεραπείας των ασθενειών σε όλο και πιο άρρωστο πληθυσμό.

Δεδομένου του αυξανόμενου κόστους των τροφίμων, υποστηρίζουμε την επείγουσα στροφή προς τα συστήματα παραγωγής τροφίμων, τα οποία μπορούν να σχεδιαστούν για να προσφέρουν μια σειρά από περιβαλλοντικά και κοινωνικά οφέλη. Αυτή τη στιγμή η βιομηχανική γεωργική παραγωγή επιχορηγείται και δε δίνει προτεραιότητα σε συστήματα που παρέχουν μακροπρόθεσμα οφέλη. Τα μεγάλα, εντατικά συστήματα λαμβάνουν περισσότερες επιδοτήσεις άμεσης πληρωμής μέσω της ΚΑΠ ή των κρατικών επιδοτήσεων για τα γεωργικά προϊόντα, περισσότερες επιδοτήσεις ενέργειας για τη στήριξη της βαριάς χρήσης πετρελαίου και δεν πληρώνουν κανένα κόστος καθαρισμού για τυχόν αρνητικές επιπτώσεις της παραγωγής στο περιβάλλον . Όταν τα συστήματά αυτά για την παραγωγή τροφίμων μολύνουν το περιβάλλον ή βλάπτουν την υγεία μας, εμείς, οι φορολογούμενοι, είμαστε υπεύθυνοι για την πληρωμή του λογαριασμού. Είτε μέσα από το κόστος για τις υπηρεσίες υγείας μας και την έκρηξη χρόνιων ασθενειών που σχετίζονται με τη διατροφή ή στους λογαριασμούς νερού μας όταν πληρώνουμε για την απομάκρυνση των φυτοφαρμάκων από το πόσιμο νερό μας, Το πρόβλημα είναι ότι το πρόσθετο κόστος είναι συχνά λιγότερο ορατό από το άμεσο, απ΄τό αντίκτυπο που αισθανόμαστε στις τσέπες μας κατά την αγορά των τροφίμων της εβδομάδας.. Πρέπει επειγόντως να διασφαλίσουμε ότι το πραγματικό, μακροπρόθεσμο κόστος του τρόπου παραγωγής του φαγητού μας είναι ορατό για τον καταναλωτή και ο πραγματικός υπολογισμός των αληθινών δαπανών μπορεί να μας βοηθήσει να το κάνουμε αυτό.


Αντί να είναι μια μέθοδος που ενσωματώνει το πραγματικό κόστος στην τιμή λιανικής ενός προϊόντος, η λογιστική πραγματικού κόστους απαιτεί μια σειρά κινήτρων, φόρων, αναδιανομής επιδοτήσεων και πολιτικών πρωτοβουλιών για την τόνωση της ανάπτυξης αειφόρων γεωργικών πρακτικών και θα εξασφαλίσει ότι εκείνα που ρυπαίνουν ή βλάπτουν την υγεία μας, θα πληρώνουν περισσότερα από αυτά που περιορίζουν τη χρήση τους. Απλά πράγματα, όπως οι φόροι στα αζωτούχα λιπάσματα, θα μπορούσαν να συμβάλουν στην ενθάρρυνση των αγροτών να χρησιμοποιούν λιγότερο και τα κεφάλαια θα μπορούσαν να συμβάλουν άμεσα σε ένα πρόγραμμα για την προώθηση της χρήσης των όσπριων ως εναλλακτική λύση για τον εμπλουτισμό των χωραφιών με άζωτο. Σε ευρύτερο επίπεδο, η πολιτική θα μπορούσε να προχωρήσει σε πολύ πιο ουσιαστικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται οι επιδοτήσεις. Ίσως τα δισεκατομμύρια ευρώ που πληρώνουν οι Ευρωπαίοι φορολογούμενοι στην Κοινή Αγροτική Πολιτική, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να διασφαλίσουν ότι οι μέθοδοι παραγωγής θα είναι περισσότερο βιώσιμες μακροπρόθεσμα; .

Σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από αυξανόμενα ευμετάβλητα κλίματα, όπου το ένα τρίτο του παγκόσμιου πληθυσμού πεινάνε, ενώ το ένα τρίτο των τροφίμων μας απορρίπτεται, απλά δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να δουλεύουμε όπως κάναμε μέχρι σήμερα. Τα αειφόρα και ανθεκτικά συστήματα είναι ο μόνος τρόπος για να προσαρμόσουμε μελλοντικά την παραγωγή τροφίμων μας και με αυτόν τον τρόπο να διασφαλίσουμε ότι η πρόσβαση σε ποιοτικά, φρέσκα και υγιεινά τρόφιμα αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα για όλους τους ανθρώπους και όχι προνόμιο όσων μπορούν να πληρώσουν .


Το πραγματικό κόστος της τροφής

Γεωργία και οικολογία: δύο διαφορετικά περιβάλλοντα, επομένως δύο χωριστά πεδία μελέτης, σωστά; Ή μήπως όχι…. Η ενσωμάτωση αυτών των δύο πεδίων είναι αυτό που ονομάζουμε «αγρο-οικολογία» και με τη βοήθεια της επιστήμης μπορούμε να κατανοήσουμε και να επωφεληθούμε από τις
αλληλεπιδράσεις των εδαφών μας, των καλλιεργειών και των ζώων, με τον αέρα, το νερό, το κλίμα και την άγρια ​​ζωή. Αυτό που κάνει την αγρο-οικολογία τόσο διαφορετική είναι ότι συνδυάζει τα καλύτερα από δύο δοκιμασμένα στο χρόνο πεδία, την οικολογία και τη γεωργία, για να επιδιώξουν λύσεις για έναν πιο υγιεινό κόσμο.

Αν και κάποιοι μπορεί να θεωρούν περίεργο να συμπεριλάβουν τη γεωργία στην οικολογία, θα πρέπει να εξηγήσω ότι οικολογία ορίζεται η επιστήμη που «αντιμετωπίζει την αλληλεπίδραση μεταξύ των οργανισμών και του περιβάλλοντος τους ως ολοκληρωμένου συστήματος».

Τα αγροκτήματα περιέχουν οργανισμούς (π.χ. μικροοργανισμούς εδάφους, σκουλήκια, μέλισσες, ζιζάνια, χόρτα, καλλιέργειες, ζώα, ανθρώπους) καθώς και το περιβάλλον τους (π.χ. τοπία, έδαφος, αέρα, νερό, καιρός και κλίμα). Είναι συνεπώς λογικό να ερευνηθούν και να κατανοηθούν οι σχέσεις μεταξύ όλων αυτών των μερών; Ειδικά σε μια εποχή που όλα φαίνεται να κινούνται ταχύτερα από πριν (σκεφτείτε μέλισσες που εξαφανίζονται , την καταστροφική ξηρασία , τις καταστροφικές πλημμύρες ).

Η σύγχρονη γεωργία είχε μια θεαματική εξέλιξη τον τελευταίο αιώνα . Οι τεχνολογικές εξελίξεις στην αναπαραγωγή φυτικού γενετικού υλικού, την αγρονομία, τα λιπάσματα και τα φυτοφάρμακα τον 20ο αιώνα ήταν τεράστιες και βοήθησαν να αντιμετωπιστούν οι σοβαρές ελλείψεις σε τρόφιμα του προηγούμενου αιώνα . Από την άλλη πλευρά, αυτή η επιτυχία μας έδωσε νέα προβλημάτα, μερικά από τα οποία είναι σχεδόν αντίθετα από την έλλειψη τροφίμων: πλεονάσματα τροφίμων, απόβλητα τροφίμων και επιδημία παχυσαρκίας. Ακόμη χειρότερα, πολλές από τις καινοτόμες πρακτικές και τεχνολογίες δημιουργούν άλλα προβλήματα, τα οποία γίνονται πιο απτά, όπως η εκτεταμένη διάβρωση και υποβάθμιση του εδάφους, ζημιές στους υδάτινους πόρους, ατμοσφαιρική ρύπανση, αύξηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, απώλειες στη βιοποικιλότητα και, Γ.Τ.Ο ζιζανιοκτόνα .

Με τον παγκόσμιο πληθυσμό να ανέρχεται σε 8 δισεκατομμύρια , πρέπει επειγόντως να βρούμε τρόπους να καλλιεργούμε τρόφιμα που αποκαθιστούν, αντί να εξαντλούν, τους περιορισμένους πόρους μας και που θα δημιουργούν βιώσιμα και ανθεκτικά οικοσυστήματα. Η επιστήμη της αγρο-οικολογίας αποδεικνύει ότι αυτός είναι ένας εφικτός στόχος

Η αγρο-οικολογία αρχίζει με υγιή εδάφη. Τα υγιή εδάφη υποστηρίζουν τα φυτά παρέχοντας ισορροπία θρεπτικών συστατικών (για παράδειγμα, άζωτο και φώσφορο) και άνθρακα (τροφή για τη διατήρηση των μικροοργανισμών). Έχουν μια υφή που κρατά άφθονο νερό επιτρέποντας την διήθηση του νερού και τη ροή του οξυγόνου βαθιά στις ρίζες. Είναι αρκετά μαλακά για να επιτρέψουν την ανάπτυξη των ριζών, αλλά αρκετά δυνατά για να τα κρατήσουν.

Οι αγρο-οικολόγοι καλλιεργητές χρησιμοποιούν πολλές πρακτικές που θα βρείτε στις βιολογικές καλλιέργειες, αλλά αυτό που τους ξεχωρίζουν είναι ότι σχεδιάζουν για τα χωράφια τους, καλλιέργειες και παραγωγή ζώων με τεχνικές που δε χρησιμοποιούν χημικές ουσίες αλλά αξιοποιούν τα φυτικά απόβλητα και ζωικά απόβλητα εμπλουτίζοντας το έδαφος , η παραγωγή των ζωοτροφών γίνεται τοπικά μειώνοντας το κόστος αλλά και το οικολογικό αποτύπωμα. Χρησιμοποιώντας την βιοποικιλότητα με αμειψισπορά και συγκαλλιέργεια διατήρούν τη γονιμότητα των χωραφιών τους . Χρησιμοποιούν παραδοσιακές ποικιλίες σπόρων κατάλληλες για το πολύ-λειτουργικό μοντέλο μιας μορφής ήπιας γεωργίας. Η συγκαλλιέργεια με βότανα και αρωματικά βοηθάει στο καλύτερο επικονιασμό όλης της καλλιέργειας. Η αύξηση της βιοποικιλότητας του χωραφιού αυξάνει την παραγωγικότητα. Αξιοποιούν καλύτερα το νερό που δέχονται τα εδάφη τους, και σέβονται το περιβάλλον.

Απέναντι Όχθη

Αγροοικολογία: το μέλλον της γεωργίας;

Γεωργία και οικολογία: δύο διαφορετικά περιβάλλοντα, επομένως δύο χωριστά πεδία μελέτης, σωστά; Ή μήπως όχι…. Η ενσωμάτωση αυτών των δύο πεδίων είναι αυτό που ονομάζουμε «αγρο-οικολογία» και με τη βοήθεια της επιστήμης μπορούμε να κατανοήσουμε και να επωφεληθούμε από τις
αλληλεπιδράσεις των εδαφών μας, των καλλιεργειών και των ζώων, με τον αέρα, το νερό, το κλίμα και την άγρια ​​ζωή. Αυτό που κάνει την αγρο-οικολογία τόσο διαφορετική είναι ότι συνδυάζει τα καλύτερα από δύο δοκιμασμένα στο χρόνο πεδία, την οικολογία και τη γεωργία, για να επιδιώξουν λύσεις για έναν πιο υγιεινό κόσμο.

Αν και κάποιοι μπορεί να θεωρούν περίεργο να συμπεριλάβουν τη γεωργία στην οικολογία, θα πρέπει να εξηγήσω ότι οικολογία ορίζεται η επιστήμη που «αντιμετωπίζει την αλληλεπίδραση μεταξύ των οργανισμών και του περιβάλλοντος τους ως ολοκληρωμένου συστήματος».

Τα αγροκτήματα περιέχουν οργανισμούς (π.χ. μικροοργανισμούς εδάφους, σκουλήκια, μέλισσες, ζιζάνια, χόρτα, καλλιέργειες, ζώα, ανθρώπους) καθώς και το περιβάλλον τους (π.χ. τοπία, έδαφος, αέρα, νερό, καιρός και κλίμα). Είναι συνεπώς λογικό να ερευνηθούν και να κατανοηθούν οι σχέσεις μεταξύ όλων αυτών των μερών; Ειδικά σε μια εποχή που όλα φαίνεται να κινούνται ταχύτερα από πριν (σκεφτείτε μέλισσες που εξαφανίζονται , την καταστροφική ξηρασία , τις καταστροφικές πλημμύρες ).

Η σύγχρονη γεωργία είχε μια θεαματική εξέλιξη τον τελευταίο αιώνα . Οι τεχνολογικές εξελίξεις στην αναπαραγωγή φυτικού γενετικού υλικού, την αγρονομία, τα λιπάσματα και τα φυτοφάρμακα τον 20ο αιώνα ήταν τεράστιες και βοήθησαν να αντιμετωπιστούν οι σοβαρές ελλείψεις σε τρόφιμα του προηγούμενου αιώνα . Από την άλλη πλευρά, αυτή η επιτυχία μας έδωσε νέα προβλημάτα, μερικά από τα οποία είναι σχεδόν αντίθετα από την έλλειψη τροφίμων: πλεονάσματα τροφίμων, απόβλητα τροφίμων και επιδημία παχυσαρκίας. Ακόμη χειρότερα, πολλές από τις καινοτόμες πρακτικές και τεχνολογίες δημιουργούν άλλα προβλήματα, τα οποία γίνονται πιο απτά, όπως η εκτεταμένη διάβρωση και υποβάθμιση του εδάφους, ζημιές στους υδάτινους πόρους, ατμοσφαιρική ρύπανση, αύξηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, απώλειες στη βιοποικιλότητα και, Γ.Τ.Ο ζιζανιοκτόνα .

Με τον παγκόσμιο πληθυσμό να ανέρχεται σε 8 δισεκατομμύρια , πρέπει επειγόντως να βρούμε τρόπους να καλλιεργούμε τρόφιμα που αποκαθιστούν, αντί να εξαντλούν, τους περιορισμένους πόρους μας και που θα δημιουργούν βιώσιμα και ανθεκτικά οικοσυστήματα. Η επιστήμη της αγρο-οικολογίας αποδεικνύει ότι αυτός είναι ένας εφικτός στόχος

Η αγρο-οικολογία αρχίζει με υγιή εδάφη. Τα υγιή εδάφη υποστηρίζουν τα φυτά παρέχοντας ισορροπία θρεπτικών συστατικών (για παράδειγμα, άζωτο και φώσφορο) και άνθρακα (τροφή για τη διατήρηση των μικροοργανισμών). Έχουν μια υφή που κρατά άφθονο νερό επιτρέποντας την διήθηση του νερού και τη ροή του οξυγόνου βαθιά στις ρίζες. Είναι αρκετά μαλακά για να επιτρέψουν την ανάπτυξη των ριζών, αλλά αρκετά δυνατά για να τα κρατήσουν.

Οι αγρο-οικολόγοι καλλιεργητές χρησιμοποιούν πολλές πρακτικές που θα βρείτε στις βιολογικές καλλιέργειες, αλλά αυτό που τους ξεχωρίζουν είναι ότι σχεδιάζουν για τα χωράφια τους, καλλιέργειες και παραγωγή ζώων με τεχνικές που δε χρησιμοποιούν χημικές ουσίες αλλά αξιοποιούν τα φυτικά απόβλητα και ζωικά απόβλητα εμπλουτίζοντας το έδαφος , η παραγωγή των ζωοτροφών γίνεται τοπικά μειώνοντας το κόστος αλλά και το οικολογικό αποτύπωμα. Χρησιμοποιώντας την βιοποικιλότητα με αμειψισπορά και συγκαλλιέργεια διατήρούν τη γονιμότητα των χωραφιών τους . Χρησιμοποιούν παραδοσιακές ποικιλίες σπόρων κατάλληλες για το πολύ-λειτουργικό μοντέλο μιας μορφής ήπιας γεωργίας. Η συγκαλλιέργεια με βότανα και αρωματικά βοηθάει στο καλύτερο επικονιασμό όλης της καλλιέργειας. Η αύξηση της βιοποικιλότητας του χωραφιού αυξάνει την παραγωγικότητα. Αξιοποιούν καλύτερα το νερό που δέχονται τα εδάφη τους, και σέβονται το περιβάλλον.

Απέναντι Όχθη

Αγροοικολογία: το μέλλον της γεωργίας;

Γεωργία και οικολογία: δύο διαφορετικά περιβάλλοντα, επομένως δύο χωριστά πεδία μελέτης, σωστά; Ή μήπως όχι…. Η ενσωμάτωση αυτών των δύο πεδίων είναι αυτό που ονομάζουμε «αγρο-οικολογία» και με τη βοήθεια της επιστήμης μπορούμε να κατανοήσουμε και να επωφεληθούμε από τις
αλληλεπιδράσεις των εδαφών μας, των καλλιεργειών και των ζώων, με τον αέρα, το νερό, το κλίμα και την άγρια ​​ζωή. Αυτό που κάνει την αγρο-οικολογία τόσο διαφορετική είναι ότι συνδυάζει τα καλύτερα από δύο δοκιμασμένα στο χρόνο πεδία, την οικολογία και τη γεωργία, για να επιδιώξουν λύσεις για έναν πιο υγιεινό κόσμο.

Αν και κάποιοι μπορεί να θεωρούν περίεργο να συμπεριλάβουν τη γεωργία στην οικολογία, θα πρέπει να εξηγήσω ότι οικολογία ορίζεται η επιστήμη που «αντιμετωπίζει την αλληλεπίδραση μεταξύ των οργανισμών και του περιβάλλοντος τους ως ολοκληρωμένου συστήματος».

Τα αγροκτήματα περιέχουν οργανισμούς (π.χ. μικροοργανισμούς εδάφους, σκουλήκια, μέλισσες, ζιζάνια, χόρτα, καλλιέργειες, ζώα, ανθρώπους) καθώς και το περιβάλλον τους (π.χ. τοπία, έδαφος, αέρα, νερό, καιρός και κλίμα). Είναι συνεπώς λογικό να ερευνηθούν και να κατανοηθούν οι σχέσεις μεταξύ όλων αυτών των μερών; Ειδικά σε μια εποχή που όλα φαίνεται να κινούνται ταχύτερα από πριν (σκεφτείτε μέλισσες που εξαφανίζονται , την καταστροφική ξηρασία , τις καταστροφικές πλημμύρες ).

Η σύγχρονη γεωργία είχε μια θεαματική εξέλιξη τον τελευταίο αιώνα . Οι τεχνολογικές εξελίξεις στην αναπαραγωγή φυτικού γενετικού υλικού, την αγρονομία, τα λιπάσματα και τα φυτοφάρμακα τον 20ο αιώνα ήταν τεράστιες και βοήθησαν να αντιμετωπιστούν οι σοβαρές ελλείψεις σε τρόφιμα του προηγούμενου αιώνα . Από την άλλη πλευρά, αυτή η επιτυχία μας έδωσε νέα προβλημάτα, μερικά από τα οποία είναι σχεδόν αντίθετα από την έλλειψη τροφίμων: πλεονάσματα τροφίμων, απόβλητα τροφίμων και επιδημία παχυσαρκίας. Ακόμη χειρότερα, πολλές από τις καινοτόμες πρακτικές και τεχνολογίες δημιουργούν άλλα προβλήματα, τα οποία γίνονται πιο απτά, όπως η εκτεταμένη διάβρωση και υποβάθμιση του εδάφους, ζημιές στους υδάτινους πόρους, ατμοσφαιρική ρύπανση, αύξηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, απώλειες στη βιοποικιλότητα και, Γ.Τ.Ο ζιζανιοκτόνα .

Με τον παγκόσμιο πληθυσμό να ανέρχεται σε 8 δισεκατομμύρια , πρέπει επειγόντως να βρούμε τρόπους να καλλιεργούμε τρόφιμα που αποκαθιστούν, αντί να εξαντλούν, τους περιορισμένους πόρους μας και που θα δημιουργούν βιώσιμα και ανθεκτικά οικοσυστήματα. Η επιστήμη της αγρο-οικολογίας αποδεικνύει ότι αυτός είναι ένας εφικτός στόχος

Η αγρο-οικολογία αρχίζει με υγιή εδάφη. Τα υγιή εδάφη υποστηρίζουν τα φυτά παρέχοντας ισορροπία θρεπτικών συστατικών (για παράδειγμα, άζωτο και φώσφορο) και άνθρακα (τροφή για τη διατήρηση των μικροοργανισμών). Έχουν μια υφή που κρατά άφθονο νερό επιτρέποντας την διήθηση του νερού και τη ροή του οξυγόνου βαθιά στις ρίζες. Είναι αρκετά μαλακά για να επιτρέψουν την ανάπτυξη των ριζών, αλλά αρκετά δυνατά για να τα κρατήσουν.

Οι αγρο-οικολόγοι καλλιεργητές χρησιμοποιούν πολλές πρακτικές που θα βρείτε στις βιολογικές καλλιέργειες, αλλά αυτό που τους ξεχωρίζουν είναι ότι σχεδιάζουν για τα χωράφια τους, καλλιέργειες και παραγωγή ζώων με τεχνικές που δε χρησιμοποιούν χημικές ουσίες αλλά αξιοποιούν τα φυτικά απόβλητα και ζωικά απόβλητα εμπλουτίζοντας το έδαφος , η παραγωγή των ζωοτροφών γίνεται τοπικά μειώνοντας το κόστος αλλά και το οικολογικό αποτύπωμα. Χρησιμοποιώντας την βιοποικιλότητα με αμειψισπορά και συγκαλλιέργεια διατήρούν τη γονιμότητα των χωραφιών τους . Χρησιμοποιούν παραδοσιακές ποικιλίες σπόρων κατάλληλες για το πολύ-λειτουργικό μοντέλο μιας μορφής ήπιας γεωργίας. Η συγκαλλιέργεια με βότανα και αρωματικά βοηθάει στο καλύτερο επικονιασμό όλης της καλλιέργειας. Η αύξηση της βιοποικιλότητας του χωραφιού αυξάνει την παραγωγικότητα. Αξιοποιούν καλύτερα το νερό που δέχονται τα εδάφη τους, και σέβονται το περιβάλλον.

Απέναντι Όχθη

Αγροοικολογία: το μέλλον της γεωργίας;

Γεωργία και οικολογία: δύο διαφορετικά περιβάλλοντα, επομένως δύο χωριστά πεδία μελέτης, σωστά; Ή μήπως όχι…. Η ενσωμάτωση αυτών των δύο πεδίων είναι αυτό που ονομάζουμε «αγρο-οικολογία» και με τη βοήθεια της επιστήμης μπορούμε να κατανοήσουμε και να επωφεληθούμε από τις
αλληλεπιδράσεις των εδαφών μας, των καλλιεργειών και των ζώων, με τον αέρα, το νερό, το κλίμα και την άγρια ​​ζωή. Αυτό που κάνει την αγρο-οικολογία τόσο διαφορετική είναι ότι συνδυάζει τα καλύτερα από δύο δοκιμασμένα στο χρόνο πεδία, την οικολογία και τη γεωργία, για να επιδιώξουν λύσεις για έναν πιο υγιεινό κόσμο.

Αν και κάποιοι μπορεί να θεωρούν περίεργο να συμπεριλάβουν τη γεωργία στην οικολογία, θα πρέπει να εξηγήσω ότι οικολογία ορίζεται η επιστήμη που «αντιμετωπίζει την αλληλεπίδραση μεταξύ των οργανισμών και του περιβάλλοντος τους ως ολοκληρωμένου συστήματος».

Τα αγροκτήματα περιέχουν οργανισμούς (π.χ. μικροοργανισμούς εδάφους, σκουλήκια, μέλισσες, ζιζάνια, χόρτα, καλλιέργειες, ζώα, ανθρώπους) καθώς και το περιβάλλον τους (π.χ. τοπία, έδαφος, αέρα, νερό, καιρός και κλίμα). Είναι συνεπώς λογικό να ερευνηθούν και να κατανοηθούν οι σχέσεις μεταξύ όλων αυτών των μερών; Ειδικά σε μια εποχή που όλα φαίνεται να κινούνται ταχύτερα από πριν (σκεφτείτε μέλισσες που εξαφανίζονται , την καταστροφική ξηρασία , τις καταστροφικές πλημμύρες ).

Η σύγχρονη γεωργία είχε μια θεαματική εξέλιξη τον τελευταίο αιώνα . Οι τεχνολογικές εξελίξεις στην αναπαραγωγή φυτικού γενετικού υλικού, την αγρονομία, τα λιπάσματα και τα φυτοφάρμακα τον 20ο αιώνα ήταν τεράστιες και βοήθησαν να αντιμετωπιστούν οι σοβαρές ελλείψεις σε τρόφιμα του προηγούμενου αιώνα . Από την άλλη πλευρά, αυτή η επιτυχία μας έδωσε νέα προβλημάτα, μερικά από τα οποία είναι σχεδόν αντίθετα από την έλλειψη τροφίμων: πλεονάσματα τροφίμων, απόβλητα τροφίμων και επιδημία παχυσαρκίας. Ακόμη χειρότερα, πολλές από τις καινοτόμες πρακτικές και τεχνολογίες δημιουργούν άλλα προβλήματα, τα οποία γίνονται πιο απτά, όπως η εκτεταμένη διάβρωση και υποβάθμιση του εδάφους, ζημιές στους υδάτινους πόρους, ατμοσφαιρική ρύπανση, αύξηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, απώλειες στη βιοποικιλότητα και, Γ.Τ.Ο ζιζανιοκτόνα .

Με τον παγκόσμιο πληθυσμό να ανέρχεται σε 8 δισεκατομμύρια , πρέπει επειγόντως να βρούμε τρόπους να καλλιεργούμε τρόφιμα που αποκαθιστούν, αντί να εξαντλούν, τους περιορισμένους πόρους μας και που θα δημιουργούν βιώσιμα και ανθεκτικά οικοσυστήματα. Η επιστήμη της αγρο-οικολογίας αποδεικνύει ότι αυτός είναι ένας εφικτός στόχος

Η αγρο-οικολογία αρχίζει με υγιή εδάφη. Τα υγιή εδάφη υποστηρίζουν τα φυτά παρέχοντας ισορροπία θρεπτικών συστατικών (για παράδειγμα, άζωτο και φώσφορο) και άνθρακα (τροφή για τη διατήρηση των μικροοργανισμών). Έχουν μια υφή που κρατά άφθονο νερό επιτρέποντας την διήθηση του νερού και τη ροή του οξυγόνου βαθιά στις ρίζες. Είναι αρκετά μαλακά για να επιτρέψουν την ανάπτυξη των ριζών, αλλά αρκετά δυνατά για να τα κρατήσουν.

Οι αγρο-οικολόγοι καλλιεργητές χρησιμοποιούν πολλές πρακτικές που θα βρείτε στις βιολογικές καλλιέργειες, αλλά αυτό που τους ξεχωρίζουν είναι ότι σχεδιάζουν για τα χωράφια τους, καλλιέργειες και παραγωγή ζώων με τεχνικές που δε χρησιμοποιούν χημικές ουσίες αλλά αξιοποιούν τα φυτικά απόβλητα και ζωικά απόβλητα εμπλουτίζοντας το έδαφος , η παραγωγή των ζωοτροφών γίνεται τοπικά μειώνοντας το κόστος αλλά και το οικολογικό αποτύπωμα. Χρησιμοποιώντας την βιοποικιλότητα με αμειψισπορά και συγκαλλιέργεια διατήρούν τη γονιμότητα των χωραφιών τους . Χρησιμοποιούν παραδοσιακές ποικιλίες σπόρων κατάλληλες για το πολύ-λειτουργικό μοντέλο μιας μορφής ήπιας γεωργίας. Η συγκαλλιέργεια με βότανα και αρωματικά βοηθάει στο καλύτερο επικονιασμό όλης της καλλιέργειας. Η αύξηση της βιοποικιλότητας του χωραφιού αυξάνει την παραγωγικότητα. Αξιοποιούν καλύτερα το νερό που δέχονται τα εδάφη τους, και σέβονται το περιβάλλον.

Απέναντι Όχθη

Αγροοικολογία: το μέλλον της γεωργίας;

Σήμερα, το σύστημα παραγωγής, διανομής και κατανάλωσης τροφίμων, σε όλη την αλυσίδα του, από το χωράφι μέχρι το πιάτο, βρίσκεται στα χέρια ελάχιστων πολυεθνικών που αποκλειστική προτεραιότητα έχει το οικονομικό όφελος και όχι τις διατροφικές μας ανάγκες, και το σεβασμό για το περιβάλλον. Τα αγαθά όπως το νερό, οι σπόροι, η γη … ιδιωτικοποιήθηκαν και ανήκουν πια στις πολύ μεγάλες πολυεθνικές.

Η τροφή δεν αποτελεί πια βασικό ανθρώπινο δικαίωμα σήμερα. Λίγες πολυεθνικές εταιρείες ελέγχουν και μονοπωλούν κάθε ένα από τα στάδια της διατροφικής αλυσίδας, από την παραγωγή έως τη μεταποίηση και την τελική διανομή. Ένα μονοπώλιο, που επιτρέπει σε αυτούς που το ασκούν να έχουν τον έλεγχο και τον προσδιορισμό του τι καταναλώνουμε, σε ποια τιμή, από που προέρχεται, πώς έχει μεταποιηθεί, έχοντας παράλληλα τη ρητή υποστήριξη κυβερνήσεων και διεθνών θεσμών που υποστηρίζουν τα κέρδη των εταιρειών αυτών απέναντι στις διατροφικές ανάγκες των ανθρώπων και στον σεβασμό του περιβάλλοντος. Αυτή η μονοπωλιακή συγκέντρωση έχει πολύ μεγάλο αρνητικό αντίκτυπο σε όλους τους παράγοντες που συμμετέχουν στην αλυσίδα: αγρότες, μεταποιητές, προμηθευτές, εργαζόμενοι, καταναλωτές κ.λ.π.

Η σημερινή επισιτιστική κρίση υπογραμμίζει αυτή τη σοβαρή κατάσταση. Σήμερα, ο αριθμός των πεινασμένων ανθρώπων παγκοσμίως φτάνει τα 925 εκατομμύρια άτομα, σύμφωνα με τον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO), 75 εκατομμύρια περισσότερο από ότι πριν ξεκινήσει η κρίση. Παραδόξως, ποτέ στην ιστορία δεν έχουν παραχθεί τόσες πολλές τροφές όπως τώρα. Επομένως, το πρόβλημα δεν αφορά την παραγωγή τροφίμων, αλλά την πρόσβαση σε αυτό, επειδή μεγάλα στρώματα του πληθυσμού, ειδικά στις χώρες του Νότου, δεν μπορούν να πληρώσουν τις καθορισμένες τιμές.Επίσης οι φυσικοί πόροι που πρέπει να εξασφαλίσουν την παραγωγή τροφίμων, όπως νερό, σπόροι, γη … που για αιώνες ανήκαν στις κοινότητες, έχουν λεηλατηθεί και ιδιωτικοποιηθεί. Αυτό εμποδίζει την ελεύθερη πρόσβαση των λαών στην παραγωγή και κατανάλωση τροφίμων. Το δικαίωμα στη διατροφή βρίσκεται τώρα στα χέρια των πολυεθνικών της βιομηχανικής γεωργίας. Η καλλιέργεια της γης, η διατήρηση σπόρων, η πρόσβαση στο νερό, η κατανάλωση τροφίμων χωρίς Γ.Τ.Ο. και χωρίς φυτοφάρμακα … δεν είναι σήμερα διαθέσιμη στους αγρότες και τους καταναλωτές.

Στο πλαίσιο αυτό, είναι πολύ σημαντικό να διεκδικήσουμε το δικαίωμά μας στην διατροφική κυριαρχία: απέναντι στο κρυμμένο πρόσωπο του παγκόσμιου συστήματος τροφίμων, που οδήγησε στην επισιτιστική κρίση και στις καταστροφικές επιπτώσεις του σημερινού μοντέλου της γεωργικής παραγωγής και κατανάλωσης . Οι δημόσιες πολιτικές πρέπει να προωθήσουν μια αυτόχθονη, βιώσιμη, βιολογική γεωργία, απαλλαγμένη από Γ.Τ.Ο. προϊόντα και για εκείνα τα προϊόντα που δεν καλλιεργούνται τοπικά, να χρησιμοποιούν μέσα δίκαιου εμπορίου σε διεθνή κλίμακα. Μια παραδειγματική στροφή στην παραγωγή, τη διανομή και την κατανάλωση των τροφίμων είναι δυνατή μόνο σε ένα ευρύτερο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό μετασχηματισμό και τη δημιουργία εταιρικών σχέσεων μεταξύ των αγροτών, των εργαζομένων, των γυναικών, των μεταναστών, και των νέων. Όλοι πρέπει να έχουν πρόσβαση σε ασφαλή, θρεπτική και πολιτισμικά κατάλληλη τροφή, σε επαρκή ποσότητα και ποιότητα για τη διατήρηση μιας υγιούς ζωής, με αξιοπρέπεια.


Διατροφική Κυριαρχία, γιατί η τροφή δεν αποτελεί πια βασικό ανθρώπινο δικαίωμα σήμερα.

Παραδοσιακά, οι γεωργοί φύλασσαν και μοίραζαν  τους σπόρους μεταξύ τους, αλλά τώρα, η περισσότερη παραγωγή σπόρων ελέγχεται από ελάχιστες εταιρείες. Η Vandana Shiva εξηγεί τη σημασία της προστασίας της καλλιέργειας και της βιοποικιλότητας των σπόρων. Είναι αυτό που αποκαλεί κυριαρχία σπόρων. Seed sovereignty, δηλαδή  το δικαίωμα των καλλιεργητών να εκτρέφουν και να ανταλλάσσουν ποικιλίες σπόρων ανοιχτού κώδικα που μπορούν να σωθούν και οι οποίοι

δεν είναι κατοχυρωμένοι με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ή  γενετικά τροποποιημένοι και δεν ανήκουν ή ελέγχονται από γιγαντιαίες εταιρείες σπόρων.

Και ευτυχώς υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω που αγωνίζονται για αυτό. Μπορείτε να μάθετε για αυτό σε αυτό το πολύ ενημερωτικό βίντεο 3 λεπτών .

Απέναντι Όχθη

Seed sovereignty,κυριαρχία σπόρων.

Γραμματοσειρά
Αντίθεση