22 May, 2019
Home / Περιβαλλον (Page 49)

Οι πληγές στις ιστορίες των ανθρώπων δεν είναι πάντα εύκολες. Ούτε καν συχνά! Είναι κάποιες πληγές τόσο βαθιά ριζωμένες στην ψυχή μας που νομίζουμε πως ποτέ δεν θα επουλωθούν. Πιστεύουμε πως πάντα θα είναι εκεί, να στέκουν ορθάνοιχτες, να μας πονάνε και να μας θυμίζουν το βαθύ τραύμα των αναμνήσεών μας, βαθιά ριζωμένο μέσα μας.

Είναι κάποιες πληγές που δεν μας αφήνουν να προχωρήσουμε. Θες πες το τύψεις και ενοχές, θες πες το φόβο, αδυναμία, ανημποριά. Μας κρατούν καθηλωμένους σε ένα ανεπανόρθωτο αίσθημα αβοηθησίας, μα αίσθηση ακινησίας, τελικά έναν ψυχικό βάλτο. Εκεί μέσα βουλιάζουμε στάσιμοι, σαν αμήχανα μπροστά στο τίποτα και ατενίζουμε (;) το μέλλον. Ποιο μέλλον; Ο χρόνος σταματά και παρόν, παρελθόν και μέλλον γίνονται ένα: Ένας χρόνος άχρονος…

Κι όμως αν μιλάω τόσο γλαφυρά για την ανθρώπινη αδυναμία, είναι γιατί έχω βαθιά πίστη στην αντίστροφή της. Μια πίστη στην ανθρώπινη δύναμη, την δύναμη της ψυχής μας (ότι κι αν σημαίνει αυτό: νους, πνεύμα, βιώματα, αναμνήσεις και εμπειρίες). Ότι δεν μας σκοτώνει μας κάνει πιο δυνατούς- αρκεί να το επιτρέψουμε. Σε ποιον; Στον εαυτό μας. Είμαστε οι μόνοι που μπορούμε να δώσουμε το Ο.κ., την εντολή για να ξαναπάρουμε μπρος. Να πάμε μπροστά, να πάμε παρακάτω. Να σπρώξουμε τον χρόνο απ’ το παρόν στο μέλλον, να (ξε)περάσουμε το παρελθόν.

Όχι, εξελίσσομαι δεν σημαίνει ξεχνάω. Δεν το αφήνουν οι πληγές μας εξάλλου κάτι τέτοιο. Οι πληγές ακόμα κι αν κλείσουν αφήνουν πίσω τους ουλές, να μας θυμίζουν τον πόνο, την ήττα, την απώλεια… Εξελίσσομαι σημαίνει προχωράω, μαζεύω τα συντρίμμια μου, μαθαίνω απ’ τα λάθη μου, συγχωρώ τις αδυναμίες μου, πηγαίνω παρακάτω.

Εκεί θα βρω τον νέο μου εαυτό. Σοφότερο, δυνατότερο, εμπειρότερο ακόμη κι αν αυτό σημαίνει πιο τρωτός: Ο πόνος ίσως κάποτε να μειωθεί και να φύγει, αυτό που μένει είσαι Εσύ. Εσένα πρέπει να μην εγκαταλείψεις στο παρελθόν και τη λήθη.

Γράφει ο Γιάννης Ξηντάρας

Ο Γιάννης Ξηντάρας είναι Ψυχολόγος- Ψυχοθεραπευτής στην Αθήνα, πτυχιούχος Πανεπιστημίου Αθηνών, μέλος του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων και της Εθνικής Εταιρείας Ψυχοθεραπείας Ελλάδος. τ. συνεργ. στο Ευγενίδειο Νοσοκομείο Επιστημονικός Υπεύθυνος στο Κέντρο Συμβουλευτικής και Ψυχολογικής Υποστήριξης “Επαφή”.



Ότι δεν σε πληγώνει σε κάνει πιο δυνατό;

Οι πληγές στις ιστορίες των ανθρώπων δεν είναι πάντα εύκολες. Ούτε καν συχνά! Είναι κάποιες πληγές τόσο βαθιά ριζωμένες στην ψυχή μας που νομίζουμε πως ποτέ δεν θα επουλωθούν. Πιστεύουμε πως πάντα θα είναι εκεί, να στέκουν ορθάνοιχτες, να μας πονάνε και να μας θυμίζουν το βαθύ τραύμα των αναμνήσεών μας, βαθιά ριζωμένο μέσα μας.

Είναι κάποιες πληγές που δεν μας αφήνουν να προχωρήσουμε. Θες πες το τύψεις και ενοχές, θες πες το φόβο, αδυναμία, ανημποριά. Μας κρατούν καθηλωμένους σε ένα ανεπανόρθωτο αίσθημα αβοηθησίας, μα αίσθηση ακινησίας, τελικά έναν ψυχικό βάλτο. Εκεί μέσα βουλιάζουμε στάσιμοι, σαν αμήχανα μπροστά στο τίποτα και ατενίζουμε (;) το μέλλον. Ποιο μέλλον; Ο χρόνος σταματά και παρόν, παρελθόν και μέλλον γίνονται ένα: Ένας χρόνος άχρονος…

Κι όμως αν μιλάω τόσο γλαφυρά για την ανθρώπινη αδυναμία, είναι γιατί έχω βαθιά πίστη στην αντίστροφή της. Μια πίστη στην ανθρώπινη δύναμη, την δύναμη της ψυχής μας (ότι κι αν σημαίνει αυτό: νους, πνεύμα, βιώματα, αναμνήσεις και εμπειρίες). Ότι δεν μας σκοτώνει μας κάνει πιο δυνατούς- αρκεί να το επιτρέψουμε. Σε ποιον; Στον εαυτό μας. Είμαστε οι μόνοι που μπορούμε να δώσουμε το Ο.κ., την εντολή για να ξαναπάρουμε μπρος. Να πάμε μπροστά, να πάμε παρακάτω. Να σπρώξουμε τον χρόνο απ’ το παρόν στο μέλλον, να (ξε)περάσουμε το παρελθόν.

Όχι, εξελίσσομαι δεν σημαίνει ξεχνάω. Δεν το αφήνουν οι πληγές μας εξάλλου κάτι τέτοιο. Οι πληγές ακόμα κι αν κλείσουν αφήνουν πίσω τους ουλές, να μας θυμίζουν τον πόνο, την ήττα, την απώλεια… Εξελίσσομαι σημαίνει προχωράω, μαζεύω τα συντρίμμια μου, μαθαίνω απ’ τα λάθη μου, συγχωρώ τις αδυναμίες μου, πηγαίνω παρακάτω.

Εκεί θα βρω τον νέο μου εαυτό. Σοφότερο, δυνατότερο, εμπειρότερο ακόμη κι αν αυτό σημαίνει πιο τρωτός: Ο πόνος ίσως κάποτε να μειωθεί και να φύγει, αυτό που μένει είσαι Εσύ. Εσένα πρέπει να μην εγκαταλείψεις στο παρελθόν και τη λήθη.

Γράφει ο Γιάννης Ξηντάρας

Ο Γιάννης Ξηντάρας είναι Ψυχολόγος- Ψυχοθεραπευτής στην Αθήνα, πτυχιούχος Πανεπιστημίου Αθηνών, μέλος του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων και της Εθνικής Εταιρείας Ψυχοθεραπείας Ελλάδος. τ. συνεργ. στο Ευγενίδειο Νοσοκομείο Επιστημονικός Υπεύθυνος στο Κέντρο Συμβουλευτικής και Ψυχολογικής Υποστήριξης “Επαφή”.



Ότι δεν σε πληγώνει σε κάνει πιο δυνατό;

Για τον άνθρωπο που γνωρίζει το αιώνιο δεν υπάρχει ούτε χρόνος ούτε χώρος.

Ο χώρος κι ο χρόνος είναι πραγματικότητα για τον άνθρωπο που είναι ακόμα ανολοκλήρωτος και γι’ αυτόν ο χώρος είναι διαιρεμένος σε διαστάσεις κι ο χρόνος σε παρελθόν, παρόν και μέλλον. Κοιτάζει πίσω του και βλέπει τη γέννησή του, τα αποκτήματα του και όλα όσα έχει απορρίψει. Το μέλλον τροποποιεί συνέχεια το παρελθόν και πάντα προστίθεται σ’ αυτό. Ο άνθρωπος στρέφει το βλέμμα του από το παρελθόν στο μέλλον όπου τον περιμένουν ο θάνατος, το άγνωστο, το σκοτάδι, το μυστήριο.
Γοητευμένος απ’ αυτά δεν μπορεί πια να ξεκολήσει από πάνω τους. Το μυστήριο του μέλλοντος κρύβει γι’ αυτόν την εκπλήρωση όλων των πόθων του που του έχει αρνηθεί το παρελθόν και στα όνειρά του πετάει σε εκείνον τον λαμπερό ορίζοντα όπου πρέπει να υπάρχει η ευτυχία, εκεί όπου πρέπει να την αναζητήσει.
Ολέθριο λάθος!
Ποτέ κανείς δε θα διεισδύσει στο απέραντο μυστήριο του μέλλοντος -αδιαπέραστου μέσα στο εφήμερο της ίδιας του της ψευδαίσθησης- ούτε προφήτης ούτε μάγος ούτε Θεός! Αλλά αντιθέτως θα είναι το μυστήριο που θα καταβροχθίσει τον άνθρωπο, που δε θα τον αφήσει να ξεφύγει, που θα του κομματιάσει τον πρωταρχικό λόγο της ζωής του.
Η ζωή δεν μπορεί να πλησιαστεί μέσα από το παρελθόν ούτε από τους αντικατοπτρισμούς του μέλλοντος, Η ζωή δεν μπορεί να πλησιαστεί ούτε με μεσάζοντες ούτε να κατακτηθεί για χάρη κάποιου άλλου.
Αυτή η ανακάλυψη μπορεί να γίνει μόνο στο άμεσο παρόν -από κάθε άνθρωπο ξεχωριστά και όχι για τους άλλους- από τον ανθρώπινο ον που έχει γίνει το αιώνιο “Εγώ”. Αυτό το αιώνιο “Εγώ” είναι δημιουργημένο από την τελειοποίηση της αυτοτελειοποίησης στην οποία περιέχονται τα πάντα, ακόμα και οι ανθρώπινες ατέλειες. Καθώς ο άνθρωπος δεν έχει φτάσει σ’ αυτή την κατάσταση, της ζωής στο παρόν, ζει στο παρελθόν για το οποίο λυπάται, ζει στο μέλλον όπου ελπίζει, αλλά δεν ζει ποτέ στο παρόν το οποίο αγνοεί. Αυτό είναι που συμβαίνει με όλους τους ανθρώπους.
Το “Εγώ”, ζυγιάζεται ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον, σαν τίγρη που αιωρείται έτοιμη να πηδήξει, σαν αετός έτοιμος να πετάξει, σαν βέλος τη στιγμή που ελευθερώνεται από το τόξο.
Αυτή η στιγμή της ισορροπίας, της μεγάλης έντασης, είναι “δημιουργία”. Είναι η πληρότητα όλης της ζωής, είναι αιωνιότητα.


Τζίντου Κρισναμούρτι


Ο Κρισναμούρτι θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές και πνευματικούς δασκάλους όλων των εποχών. Δεν ανέπτυξε καμία φιλοσοφική θεωρία ή θρησκεία, αλλά μίλησε, κυρίως, για πράγματα που αφορούν όλους μας, για τα προβλήματα της ζωής μας στις σύγχρονες κοινωνίες όπου επικρατούν η βιαιότητα και η διαφθορά, για την αναζήτηση της ασφάλειας και της ευτυχίας, αλλά και για την ανάγκη του ανθρώπου να ελευθερωθεί από τα εσωτερικά εμπόδια του φόβου, του θυμού, του πόνου και της θλίψης. Εξήγησε με μεγάλη ακρίβεια τους λεπτούς μηχανισμούς του νου και τόνισε την ανάγκη για στοχασμό και πνευματικότητα στην καθημερινή μας ζωή.

Ούτε χρόνος

Για τον άνθρωπο που γνωρίζει το αιώνιο δεν υπάρχει ούτε χρόνος ούτε χώρος.

Ο χώρος κι ο χρόνος είναι πραγματικότητα για τον άνθρωπο που είναι ακόμα ανολοκλήρωτος και γι’ αυτόν ο χώρος είναι διαιρεμένος σε διαστάσεις κι ο χρόνος σε παρελθόν, παρόν και μέλλον. Κοιτάζει πίσω του και βλέπει τη γέννησή του, τα αποκτήματα του και όλα όσα έχει απορρίψει. Το μέλλον τροποποιεί συνέχεια το παρελθόν και πάντα προστίθεται σ’ αυτό. Ο άνθρωπος στρέφει το βλέμμα του από το παρελθόν στο μέλλον όπου τον περιμένουν ο θάνατος, το άγνωστο, το σκοτάδι, το μυστήριο.
Γοητευμένος απ’ αυτά δεν μπορεί πια να ξεκολήσει από πάνω τους. Το μυστήριο του μέλλοντος κρύβει γι’ αυτόν την εκπλήρωση όλων των πόθων του που του έχει αρνηθεί το παρελθόν και στα όνειρά του πετάει σε εκείνον τον λαμπερό ορίζοντα όπου πρέπει να υπάρχει η ευτυχία, εκεί όπου πρέπει να την αναζητήσει.
Ολέθριο λάθος!
Ποτέ κανείς δε θα διεισδύσει στο απέραντο μυστήριο του μέλλοντος -αδιαπέραστου μέσα στο εφήμερο της ίδιας του της ψευδαίσθησης- ούτε προφήτης ούτε μάγος ούτε Θεός! Αλλά αντιθέτως θα είναι το μυστήριο που θα καταβροχθίσει τον άνθρωπο, που δε θα τον αφήσει να ξεφύγει, που θα του κομματιάσει τον πρωταρχικό λόγο της ζωής του.
Η ζωή δεν μπορεί να πλησιαστεί μέσα από το παρελθόν ούτε από τους αντικατοπτρισμούς του μέλλοντος, Η ζωή δεν μπορεί να πλησιαστεί ούτε με μεσάζοντες ούτε να κατακτηθεί για χάρη κάποιου άλλου.
Αυτή η ανακάλυψη μπορεί να γίνει μόνο στο άμεσο παρόν -από κάθε άνθρωπο ξεχωριστά και όχι για τους άλλους- από τον ανθρώπινο ον που έχει γίνει το αιώνιο “Εγώ”. Αυτό το αιώνιο “Εγώ” είναι δημιουργημένο από την τελειοποίηση της αυτοτελειοποίησης στην οποία περιέχονται τα πάντα, ακόμα και οι ανθρώπινες ατέλειες. Καθώς ο άνθρωπος δεν έχει φτάσει σ’ αυτή την κατάσταση, της ζωής στο παρόν, ζει στο παρελθόν για το οποίο λυπάται, ζει στο μέλλον όπου ελπίζει, αλλά δεν ζει ποτέ στο παρόν το οποίο αγνοεί. Αυτό είναι που συμβαίνει με όλους τους ανθρώπους.
Το “Εγώ”, ζυγιάζεται ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον, σαν τίγρη που αιωρείται έτοιμη να πηδήξει, σαν αετός έτοιμος να πετάξει, σαν βέλος τη στιγμή που ελευθερώνεται από το τόξο.
Αυτή η στιγμή της ισορροπίας, της μεγάλης έντασης, είναι “δημιουργία”. Είναι η πληρότητα όλης της ζωής, είναι αιωνιότητα.


Τζίντου Κρισναμούρτι


Ο Κρισναμούρτι θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές και πνευματικούς δασκάλους όλων των εποχών. Δεν ανέπτυξε καμία φιλοσοφική θεωρία ή θρησκεία, αλλά μίλησε, κυρίως, για πράγματα που αφορούν όλους μας, για τα προβλήματα της ζωής μας στις σύγχρονες κοινωνίες όπου επικρατούν η βιαιότητα και η διαφθορά, για την αναζήτηση της ασφάλειας και της ευτυχίας, αλλά και για την ανάγκη του ανθρώπου να ελευθερωθεί από τα εσωτερικά εμπόδια του φόβου, του θυμού, του πόνου και της θλίψης. Εξήγησε με μεγάλη ακρίβεια τους λεπτούς μηχανισμούς του νου και τόνισε την ανάγκη για στοχασμό και πνευματικότητα στην καθημερινή μας ζωή.

Ούτε χρόνος

Για τον άνθρωπο που γνωρίζει το αιώνιο δεν υπάρχει ούτε χρόνος ούτε χώρος.

Ο χώρος κι ο χρόνος είναι πραγματικότητα για τον άνθρωπο που είναι ακόμα ανολοκλήρωτος και γι’ αυτόν ο χώρος είναι διαιρεμένος σε διαστάσεις κι ο χρόνος σε παρελθόν, παρόν και μέλλον. Κοιτάζει πίσω του και βλέπει τη γέννησή του, τα αποκτήματα του και όλα όσα έχει απορρίψει. Το μέλλον τροποποιεί συνέχεια το παρελθόν και πάντα προστίθεται σ’ αυτό. Ο άνθρωπος στρέφει το βλέμμα του από το παρελθόν στο μέλλον όπου τον περιμένουν ο θάνατος, το άγνωστο, το σκοτάδι, το μυστήριο.
Γοητευμένος απ’ αυτά δεν μπορεί πια να ξεκολήσει από πάνω τους. Το μυστήριο του μέλλοντος κρύβει γι’ αυτόν την εκπλήρωση όλων των πόθων του που του έχει αρνηθεί το παρελθόν και στα όνειρά του πετάει σε εκείνον τον λαμπερό ορίζοντα όπου πρέπει να υπάρχει η ευτυχία, εκεί όπου πρέπει να την αναζητήσει.
Ολέθριο λάθος!
Ποτέ κανείς δε θα διεισδύσει στο απέραντο μυστήριο του μέλλοντος -αδιαπέραστου μέσα στο εφήμερο της ίδιας του της ψευδαίσθησης- ούτε προφήτης ούτε μάγος ούτε Θεός! Αλλά αντιθέτως θα είναι το μυστήριο που θα καταβροχθίσει τον άνθρωπο, που δε θα τον αφήσει να ξεφύγει, που θα του κομματιάσει τον πρωταρχικό λόγο της ζωής του.
Η ζωή δεν μπορεί να πλησιαστεί μέσα από το παρελθόν ούτε από τους αντικατοπτρισμούς του μέλλοντος, Η ζωή δεν μπορεί να πλησιαστεί ούτε με μεσάζοντες ούτε να κατακτηθεί για χάρη κάποιου άλλου.
Αυτή η ανακάλυψη μπορεί να γίνει μόνο στο άμεσο παρόν -από κάθε άνθρωπο ξεχωριστά και όχι για τους άλλους- από τον ανθρώπινο ον που έχει γίνει το αιώνιο “Εγώ”. Αυτό το αιώνιο “Εγώ” είναι δημιουργημένο από την τελειοποίηση της αυτοτελειοποίησης στην οποία περιέχονται τα πάντα, ακόμα και οι ανθρώπινες ατέλειες. Καθώς ο άνθρωπος δεν έχει φτάσει σ’ αυτή την κατάσταση, της ζωής στο παρόν, ζει στο παρελθόν για το οποίο λυπάται, ζει στο μέλλον όπου ελπίζει, αλλά δεν ζει ποτέ στο παρόν το οποίο αγνοεί. Αυτό είναι που συμβαίνει με όλους τους ανθρώπους.
Το “Εγώ”, ζυγιάζεται ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον, σαν τίγρη που αιωρείται έτοιμη να πηδήξει, σαν αετός έτοιμος να πετάξει, σαν βέλος τη στιγμή που ελευθερώνεται από το τόξο.
Αυτή η στιγμή της ισορροπίας, της μεγάλης έντασης, είναι “δημιουργία”. Είναι η πληρότητα όλης της ζωής, είναι αιωνιότητα.


Τζίντου Κρισναμούρτι


Ο Κρισναμούρτι θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές και πνευματικούς δασκάλους όλων των εποχών. Δεν ανέπτυξε καμία φιλοσοφική θεωρία ή θρησκεία, αλλά μίλησε, κυρίως, για πράγματα που αφορούν όλους μας, για τα προβλήματα της ζωής μας στις σύγχρονες κοινωνίες όπου επικρατούν η βιαιότητα και η διαφθορά, για την αναζήτηση της ασφάλειας και της ευτυχίας, αλλά και για την ανάγκη του ανθρώπου να ελευθερωθεί από τα εσωτερικά εμπόδια του φόβου, του θυμού, του πόνου και της θλίψης. Εξήγησε με μεγάλη ακρίβεια τους λεπτούς μηχανισμούς του νου και τόνισε την ανάγκη για στοχασμό και πνευματικότητα στην καθημερινή μας ζωή.

Ούτε χρόνος

Για τον άνθρωπο που γνωρίζει το αιώνιο δεν υπάρχει ούτε χρόνος ούτε χώρος.

Ο χώρος κι ο χρόνος είναι πραγματικότητα για τον άνθρωπο που είναι ακόμα ανολοκλήρωτος και γι’ αυτόν ο χώρος είναι διαιρεμένος σε διαστάσεις κι ο χρόνος σε παρελθόν, παρόν και μέλλον. Κοιτάζει πίσω του και βλέπει τη γέννησή του, τα αποκτήματα του και όλα όσα έχει απορρίψει. Το μέλλον τροποποιεί συνέχεια το παρελθόν και πάντα προστίθεται σ’ αυτό. Ο άνθρωπος στρέφει το βλέμμα του από το παρελθόν στο μέλλον όπου τον περιμένουν ο θάνατος, το άγνωστο, το σκοτάδι, το μυστήριο.
Γοητευμένος απ’ αυτά δεν μπορεί πια να ξεκολήσει από πάνω τους. Το μυστήριο του μέλλοντος κρύβει γι’ αυτόν την εκπλήρωση όλων των πόθων του που του έχει αρνηθεί το παρελθόν και στα όνειρά του πετάει σε εκείνον τον λαμπερό ορίζοντα όπου πρέπει να υπάρχει η ευτυχία, εκεί όπου πρέπει να την αναζητήσει.
Ολέθριο λάθος!
Ποτέ κανείς δε θα διεισδύσει στο απέραντο μυστήριο του μέλλοντος -αδιαπέραστου μέσα στο εφήμερο της ίδιας του της ψευδαίσθησης- ούτε προφήτης ούτε μάγος ούτε Θεός! Αλλά αντιθέτως θα είναι το μυστήριο που θα καταβροχθίσει τον άνθρωπο, που δε θα τον αφήσει να ξεφύγει, που θα του κομματιάσει τον πρωταρχικό λόγο της ζωής του.
Η ζωή δεν μπορεί να πλησιαστεί μέσα από το παρελθόν ούτε από τους αντικατοπτρισμούς του μέλλοντος, Η ζωή δεν μπορεί να πλησιαστεί ούτε με μεσάζοντες ούτε να κατακτηθεί για χάρη κάποιου άλλου.
Αυτή η ανακάλυψη μπορεί να γίνει μόνο στο άμεσο παρόν -από κάθε άνθρωπο ξεχωριστά και όχι για τους άλλους- από τον ανθρώπινο ον που έχει γίνει το αιώνιο “Εγώ”. Αυτό το αιώνιο “Εγώ” είναι δημιουργημένο από την τελειοποίηση της αυτοτελειοποίησης στην οποία περιέχονται τα πάντα, ακόμα και οι ανθρώπινες ατέλειες. Καθώς ο άνθρωπος δεν έχει φτάσει σ’ αυτή την κατάσταση, της ζωής στο παρόν, ζει στο παρελθόν για το οποίο λυπάται, ζει στο μέλλον όπου ελπίζει, αλλά δεν ζει ποτέ στο παρόν το οποίο αγνοεί. Αυτό είναι που συμβαίνει με όλους τους ανθρώπους.
Το “Εγώ”, ζυγιάζεται ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον, σαν τίγρη που αιωρείται έτοιμη να πηδήξει, σαν αετός έτοιμος να πετάξει, σαν βέλος τη στιγμή που ελευθερώνεται από το τόξο.
Αυτή η στιγμή της ισορροπίας, της μεγάλης έντασης, είναι “δημιουργία”. Είναι η πληρότητα όλης της ζωής, είναι αιωνιότητα.


Τζίντου Κρισναμούρτι


Ο Κρισναμούρτι θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές και πνευματικούς δασκάλους όλων των εποχών. Δεν ανέπτυξε καμία φιλοσοφική θεωρία ή θρησκεία, αλλά μίλησε, κυρίως, για πράγματα που αφορούν όλους μας, για τα προβλήματα της ζωής μας στις σύγχρονες κοινωνίες όπου επικρατούν η βιαιότητα και η διαφθορά, για την αναζήτηση της ασφάλειας και της ευτυχίας, αλλά και για την ανάγκη του ανθρώπου να ελευθερωθεί από τα εσωτερικά εμπόδια του φόβου, του θυμού, του πόνου και της θλίψης. Εξήγησε με μεγάλη ακρίβεια τους λεπτούς μηχανισμούς του νου και τόνισε την ανάγκη για στοχασμό και πνευματικότητα στην καθημερινή μας ζωή.

Ούτε χρόνος

Για τον άνθρωπο που γνωρίζει το αιώνιο δεν υπάρχει ούτε χρόνος ούτε χώρος.

Ο χώρος κι ο χρόνος είναι πραγματικότητα για τον άνθρωπο που είναι ακόμα ανολοκλήρωτος και γι’ αυτόν ο χώρος είναι διαιρεμένος σε διαστάσεις κι ο χρόνος σε παρελθόν, παρόν και μέλλον. Κοιτάζει πίσω του και βλέπει τη γέννησή του, τα αποκτήματα του και όλα όσα έχει απορρίψει. Το μέλλον τροποποιεί συνέχεια το παρελθόν και πάντα προστίθεται σ’ αυτό. Ο άνθρωπος στρέφει το βλέμμα του από το παρελθόν στο μέλλον όπου τον περιμένουν ο θάνατος, το άγνωστο, το σκοτάδι, το μυστήριο.
Γοητευμένος απ’ αυτά δεν μπορεί πια να ξεκολήσει από πάνω τους. Το μυστήριο του μέλλοντος κρύβει γι’ αυτόν την εκπλήρωση όλων των πόθων του που του έχει αρνηθεί το παρελθόν και στα όνειρά του πετάει σε εκείνον τον λαμπερό ορίζοντα όπου πρέπει να υπάρχει η ευτυχία, εκεί όπου πρέπει να την αναζητήσει.
Ολέθριο λάθος!
Ποτέ κανείς δε θα διεισδύσει στο απέραντο μυστήριο του μέλλοντος -αδιαπέραστου μέσα στο εφήμερο της ίδιας του της ψευδαίσθησης- ούτε προφήτης ούτε μάγος ούτε Θεός! Αλλά αντιθέτως θα είναι το μυστήριο που θα καταβροχθίσει τον άνθρωπο, που δε θα τον αφήσει να ξεφύγει, που θα του κομματιάσει τον πρωταρχικό λόγο της ζωής του.
Η ζωή δεν μπορεί να πλησιαστεί μέσα από το παρελθόν ούτε από τους αντικατοπτρισμούς του μέλλοντος, Η ζωή δεν μπορεί να πλησιαστεί ούτε με μεσάζοντες ούτε να κατακτηθεί για χάρη κάποιου άλλου.
Αυτή η ανακάλυψη μπορεί να γίνει μόνο στο άμεσο παρόν -από κάθε άνθρωπο ξεχωριστά και όχι για τους άλλους- από τον ανθρώπινο ον που έχει γίνει το αιώνιο “Εγώ”. Αυτό το αιώνιο “Εγώ” είναι δημιουργημένο από την τελειοποίηση της αυτοτελειοποίησης στην οποία περιέχονται τα πάντα, ακόμα και οι ανθρώπινες ατέλειες. Καθώς ο άνθρωπος δεν έχει φτάσει σ’ αυτή την κατάσταση, της ζωής στο παρόν, ζει στο παρελθόν για το οποίο λυπάται, ζει στο μέλλον όπου ελπίζει, αλλά δεν ζει ποτέ στο παρόν το οποίο αγνοεί. Αυτό είναι που συμβαίνει με όλους τους ανθρώπους.
Το “Εγώ”, ζυγιάζεται ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον, σαν τίγρη που αιωρείται έτοιμη να πηδήξει, σαν αετός έτοιμος να πετάξει, σαν βέλος τη στιγμή που ελευθερώνεται από το τόξο.
Αυτή η στιγμή της ισορροπίας, της μεγάλης έντασης, είναι “δημιουργία”. Είναι η πληρότητα όλης της ζωής, είναι αιωνιότητα.


Τζίντου Κρισναμούρτι


Ο Κρισναμούρτι θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές και πνευματικούς δασκάλους όλων των εποχών. Δεν ανέπτυξε καμία φιλοσοφική θεωρία ή θρησκεία, αλλά μίλησε, κυρίως, για πράγματα που αφορούν όλους μας, για τα προβλήματα της ζωής μας στις σύγχρονες κοινωνίες όπου επικρατούν η βιαιότητα και η διαφθορά, για την αναζήτηση της ασφάλειας και της ευτυχίας, αλλά και για την ανάγκη του ανθρώπου να ελευθερωθεί από τα εσωτερικά εμπόδια του φόβου, του θυμού, του πόνου και της θλίψης. Εξήγησε με μεγάλη ακρίβεια τους λεπτούς μηχανισμούς του νου και τόνισε την ανάγκη για στοχασμό και πνευματικότητα στην καθημερινή μας ζωή.

Ούτε χρόνος

Η μουσική συνεχίζει ενώ η σκέψη σου σε α­πο­μα­κρύ­νει και προσπαθείς να κα­τα­λά­βεις τι είναι αυτό που σε απορροφά στη μουσική που ακούς, στο κομμάτι τζαζ (αδιάφορο ποιο) που συνεχίζει μαζί με την σκέψη. Και ανάμεσα στις σκέψεις α­κο­λου­θείς το ρυθμό των κρουστών, τον τονισμό της τρομπέτας, την κίνηση του σαξοφώνου. Οι σκέψεις γίνονται μουσική, οι νότες λέξεις και ξανά πίσω σε μια αρμονία α­φη­ρη­μέ­νου ρεμβασμού που σε γεμίζει σαν πε­ρι­πλά­νη­ση. Και η κίνηση των σκέψεων α­κο­λου­θούν τους τρόπους της μελωδίας, γίνονται ένα μαζί της και ταυ­τί­ζο­νται. Και η σκέψη σου (που τώρα πια είναι μελωδία) σε γυρνά πίσω στη γέννηση όλης αυτής της δια­δι­κα­σίας.
Η τζαζ μεγάλωσε παντού, αλλά γεννήθηκε στη Νέα Ορλεάνη στις αρχές του προ­η­γού­με­νου αιώνα. Σε μια πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κή πόλη, μαύροι από την Αφρική και λευκοί Αμε­ρι­κά­νοι, Γάλλοι, νε­ο­φερ­μέ­νοι ευ­ρω­παίοι και κρε­ο­λοί έ­πρε­πε να συμ­βιώ­σουν. Χω­ρίς σχε­δόν να γνω­ρί­ζουν την ί­δια γλώσ­σα, κου­βα­λώ­ντας ο κα­θέ­νας μια δι­κή του κουλ­τού­ρα. Και η συμ­βίω­ση αυ­τή α­πο­τυ­πώ­θη­κε στην με­γά­λη α­με­ρι­κα­νι­κή τέ­χνη που εί­ναι η τζαζ. Ει­δι­κό­τε­ρα για τους Αφρο­α­με­ρι­κα­νούς η κουλ­τού­ρα (ή μάλ­λον τα σκόρ­πια α­πο­μει­νά­ρια της) τους ε­πα­νέ­φε­ρε τη συ­νεί­δη­ση του ξε­ρι­ζω­μού τους, την υ­πεν­θύ­μι­ση του ε­γκλή­μα­τος της δου­λείας και του μό­νι­μου πα­ρό­ντος του φυ­λε­τι­κού δια­χω­ρι­σμού.

Στα χέ­ρια τους εί­χαν ξε­μεί­νει τα όρ­γα­να α­πό τις στρα­τιω­τι­κές μπά­ντες του εμ­φυ­λίου πο­λέ­μου. Η τζαζ θα γεν­νη­θεί α­πό αυ­τά τα πα­ρο­πλι­σμέ­να όρ­γα­να. Στις ι­διω­τι­κές στιγ­μές των Αφρο­α­με­ρι­κα­νών, τα όρ­γα­να θα ε­πα­να­λά­βουν τα γκό­σπελ και τα μπλου­ζ, συν­δυά­ζο­ντάς τα σε έ­ναν κοι­νό ή­χο. Η μου­σι­κή α­πεύ­θυν­ση στο με­τα­φυ­σι­κό πέ­ρα και ο λυγ­μός για το γήι­νο τώ­ρα θα συν­δυα­στούν στην ί­δια φω­νή, κου­βα­λώ­ντας ύ­λη και υ­πέρ­βα­ση ταυ­τό­χρο­να. Οι ή­χοι αυ­τοί θα δέ­σουν με τη ρα­γκτάι­μ, θα έρ­θουν σε ε­πα­φή με τον υ­πό­κο­σμο της Νέ­ας Ορλεά­νης, θα α­πο­κτή­σουν χα­ρα­κτή­ρα και θα δη­μιουρ­γή­σουν τις πρώ­τες μπά­ντες. Εσω­τε­ρι­κοί με­τα­νά­στες, οι μου­σι­κοί της τζαζ θα τα­ξι­δέ­ψουν σε κά­θε με­ριά της χώ­ρας πριν α­πό τους δί­σκους και το ρα­διό­φω­νο, ξε­κι­νώ­ντας τη μύη­ση μιας ο­λό­κλη­ρης χώ­ρας στη μου­σι­κή που ε­ξέ­φρα­ζε την ί­δια κα­λύ­τε­ρα. Μια μου­σι­κή βγαλ­μέ­νη α­πό τον εμ­φύ­λιο και τη δου­λεία, την αν­θρώ­πι­νη ο­δύ­νη, ό­πως αυ­τή εμ­φα­νί­ζε­ται σε μια εκ­κλη­σία, έ­να μπουρ­δέ­λο ή στη μορ­φή ε­νός μαύ­ρου, ε­ξαν­τλη­μέ­νου α­πό το μόχ­θο, να πα­ρα­πο­νιέ­ται για τις πλη­γές του στην κι­θά­ρα του. Μα η τζαζ εί­ναι η υ­πέρ­βα­ση ό­λων αυ­τών μέ­σα στην συ­νύ­παρ­ξη.

Η βα­σι­κή ρί­ζα της τζαζ βρί­σκε­ται στον αυ­το­σχε­δια­σμό. Σε έ­να αυ­το­σχε­δια­σμό, ό­μως, ταυ­τό­χρο­νο. Πολ­λά όρ­γα­να ζη­τούν να συ­νυ­πάρ­ξουν, μέ­σα α­πό τους δια­φο­ρε­τι­κούς δρό­μους που παίρ­νουν σε έ­ναν κοι­νό ρυθ­μό και μια κοι­νή με­λω­δία. Κά­θε όρ­γα­νο εί­ναι ε­λεύ­θε­ρο να αυ­το­σχε­διά­σει με τον τρό­πο που ε­πι­θυ­μεί, με μό­νη προϋπό­θε­ση να α­κού­σει τα υ­πό­λοι­πα μέ­λη της μπά­ντας. Μέ­σα α­πό τη σύν­θε­ση του δια­φο­ρε­τι­κού γεν­νιέ­ται η αρ­μο­νία και η συ­νύ­παρ­ξη. Και αυ­τό μοιά­ζει α­κρι­βώς με μια πα­ρα­βο­λή για την κοι­νω­νία και μια πα­ρα­βο­λή για την ί­δια την αν­θρώ­πι­νη συν­θή­κη. Στον πλη­θυ­ντι­κό της α­ριθ­μό και πί­σω στον ε­νι­κό. Εκεί που τα δύο ό­χι μό­νο γί­νο­νται έ­να, αλ­λά προϋπο­θέ­τει το έ­να την ύ­παρ­ξη του άλ­λου.

Και τε­λι­κά η τζαζ κα­τέ­κτη­σε μια χώ­ρα και ε­ξα­πλώ­θη­κε σε ό­λο τον κό­σμο. Δη­μιούρ­γη­σε τους ή­ρωες και τους α­γίους της, τους μύ­θους και τα α­διέ­ξο­δά της, τις ε­πι­μέ­ρους εκ­δο­χές και τις α­ψι­μα­χίες τους. Άλλα­ξε τε­χνο­τρο­πίες, μπο­λιά­στη­κε με μου­σι­κές συ­νο­μι­λίες με άλ­λα εί­δη, συ­νά­ντη­σε τον η­λεκ­τρι­σμό και την η­λεκ­τρο­νι­κή μου­σι­κή, την α­φαί­ρε­ση, τον πει­ρα­μα­τι­σμό και την α­βά­ντ γκαρ­ντ. Σε α­πλές συν­θέ­σεις ή σε με­γα­λό­πνοα μου­σι­κά οι­κο­δο­μή­μα­τα.
Η μου­σι­κή μιας φυ­λής που ξε­ρι­ζώ­θη­κε, αλ­λά κα­τά­φε­ρε τε­λι­κά να βρει κα­τα­φύ­γιο σε μια γλώσ­σα οι­κου­με­νι­κή. Και εν­σω­μα­τώ­νο­ντας ή­χους και τε­χνο­τρο­πίες α­πό άλ­λες πα­ρα­δό­σεις, κα­τά­φε­ρε να πε­ρι­γρά­ψει και την ί­δια συ­νύ­παρ­ξη των γει­το­νιών της Νέ­ας Ορλεά­νης με οι­κου­με­νι­κούς ό­ρους.
Έδυ­σε κά­που στα τέ­λη της δε­κα­ε­τίας του ‘70 για να α­να­δυ­θεί ξα­νά μέ­σα στο ‘80 και τε­λι­κά να συ­νε­χί­σει.
Απλή και σύν­θε­τη, ό­πως η ί­δια η συ­νύ­παρ­ξη.


Θω­μάς Τσα­λα­πά­της

Η τζαζ ως συ­νύ­παρ­ξη

Η μουσική συνεχίζει ενώ η σκέψη σου σε α­πο­μα­κρύ­νει και προσπαθείς να κα­τα­λά­βεις τι είναι αυτό που σε απορροφά στη μουσική που ακούς, στο κομμάτι τζαζ (αδιάφορο ποιο) που συνεχίζει μαζί με την σκέψη. Και ανάμεσα στις σκέψεις α­κο­λου­θείς το ρυθμό των κρουστών, τον τονισμό της τρομπέτας, την κίνηση του σαξοφώνου. Οι σκέψεις γίνονται μουσική, οι νότες λέξεις και ξανά πίσω σε μια αρμονία α­φη­ρη­μέ­νου ρεμβασμού που σε γεμίζει σαν πε­ρι­πλά­νη­ση. Και η κίνηση των σκέψεων α­κο­λου­θούν τους τρόπους της μελωδίας, γίνονται ένα μαζί της και ταυ­τί­ζο­νται. Και η σκέψη σου (που τώρα πια είναι μελωδία) σε γυρνά πίσω στη γέννηση όλης αυτής της δια­δι­κα­σίας.
Η τζαζ μεγάλωσε παντού, αλλά γεννήθηκε στη Νέα Ορλεάνη στις αρχές του προ­η­γού­με­νου αιώνα. Σε μια πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κή πόλη, μαύροι από την Αφρική και λευκοί Αμε­ρι­κά­νοι, Γάλλοι, νε­ο­φερ­μέ­νοι ευ­ρω­παίοι και κρε­ο­λοί έ­πρε­πε να συμ­βιώ­σουν. Χω­ρίς σχε­δόν να γνω­ρί­ζουν την ί­δια γλώσ­σα, κου­βα­λώ­ντας ο κα­θέ­νας μια δι­κή του κουλ­τού­ρα. Και η συμ­βίω­ση αυ­τή α­πο­τυ­πώ­θη­κε στην με­γά­λη α­με­ρι­κα­νι­κή τέ­χνη που εί­ναι η τζαζ. Ει­δι­κό­τε­ρα για τους Αφρο­α­με­ρι­κα­νούς η κουλ­τού­ρα (ή μάλ­λον τα σκόρ­πια α­πο­μει­νά­ρια της) τους ε­πα­νέ­φε­ρε τη συ­νεί­δη­ση του ξε­ρι­ζω­μού τους, την υ­πεν­θύ­μι­ση του ε­γκλή­μα­τος της δου­λείας και του μό­νι­μου πα­ρό­ντος του φυ­λε­τι­κού δια­χω­ρι­σμού.

Στα χέ­ρια τους εί­χαν ξε­μεί­νει τα όρ­γα­να α­πό τις στρα­τιω­τι­κές μπά­ντες του εμ­φυ­λίου πο­λέ­μου. Η τζαζ θα γεν­νη­θεί α­πό αυ­τά τα πα­ρο­πλι­σμέ­να όρ­γα­να. Στις ι­διω­τι­κές στιγ­μές των Αφρο­α­με­ρι­κα­νών, τα όρ­γα­να θα ε­πα­να­λά­βουν τα γκό­σπελ και τα μπλου­ζ, συν­δυά­ζο­ντάς τα σε έ­ναν κοι­νό ή­χο. Η μου­σι­κή α­πεύ­θυν­ση στο με­τα­φυ­σι­κό πέ­ρα και ο λυγ­μός για το γήι­νο τώ­ρα θα συν­δυα­στούν στην ί­δια φω­νή, κου­βα­λώ­ντας ύ­λη και υ­πέρ­βα­ση ταυ­τό­χρο­να. Οι ή­χοι αυ­τοί θα δέ­σουν με τη ρα­γκτάι­μ, θα έρ­θουν σε ε­πα­φή με τον υ­πό­κο­σμο της Νέ­ας Ορλεά­νης, θα α­πο­κτή­σουν χα­ρα­κτή­ρα και θα δη­μιουρ­γή­σουν τις πρώ­τες μπά­ντες. Εσω­τε­ρι­κοί με­τα­νά­στες, οι μου­σι­κοί της τζαζ θα τα­ξι­δέ­ψουν σε κά­θε με­ριά της χώ­ρας πριν α­πό τους δί­σκους και το ρα­διό­φω­νο, ξε­κι­νώ­ντας τη μύη­ση μιας ο­λό­κλη­ρης χώ­ρας στη μου­σι­κή που ε­ξέ­φρα­ζε την ί­δια κα­λύ­τε­ρα. Μια μου­σι­κή βγαλ­μέ­νη α­πό τον εμ­φύ­λιο και τη δου­λεία, την αν­θρώ­πι­νη ο­δύ­νη, ό­πως αυ­τή εμ­φα­νί­ζε­ται σε μια εκ­κλη­σία, έ­να μπουρ­δέ­λο ή στη μορ­φή ε­νός μαύ­ρου, ε­ξαν­τλη­μέ­νου α­πό το μόχ­θο, να πα­ρα­πο­νιέ­ται για τις πλη­γές του στην κι­θά­ρα του. Μα η τζαζ εί­ναι η υ­πέρ­βα­ση ό­λων αυ­τών μέ­σα στην συ­νύ­παρ­ξη.

Η βα­σι­κή ρί­ζα της τζαζ βρί­σκε­ται στον αυ­το­σχε­δια­σμό. Σε έ­να αυ­το­σχε­δια­σμό, ό­μως, ταυ­τό­χρο­νο. Πολ­λά όρ­γα­να ζη­τούν να συ­νυ­πάρ­ξουν, μέ­σα α­πό τους δια­φο­ρε­τι­κούς δρό­μους που παίρ­νουν σε έ­ναν κοι­νό ρυθ­μό και μια κοι­νή με­λω­δία. Κά­θε όρ­γα­νο εί­ναι ε­λεύ­θε­ρο να αυ­το­σχε­διά­σει με τον τρό­πο που ε­πι­θυ­μεί, με μό­νη προϋπό­θε­ση να α­κού­σει τα υ­πό­λοι­πα μέ­λη της μπά­ντας. Μέ­σα α­πό τη σύν­θε­ση του δια­φο­ρε­τι­κού γεν­νιέ­ται η αρ­μο­νία και η συ­νύ­παρ­ξη. Και αυ­τό μοιά­ζει α­κρι­βώς με μια πα­ρα­βο­λή για την κοι­νω­νία και μια πα­ρα­βο­λή για την ί­δια την αν­θρώ­πι­νη συν­θή­κη. Στον πλη­θυ­ντι­κό της α­ριθ­μό και πί­σω στον ε­νι­κό. Εκεί που τα δύο ό­χι μό­νο γί­νο­νται έ­να, αλ­λά προϋπο­θέ­τει το έ­να την ύ­παρ­ξη του άλ­λου.

Και τε­λι­κά η τζαζ κα­τέ­κτη­σε μια χώ­ρα και ε­ξα­πλώ­θη­κε σε ό­λο τον κό­σμο. Δη­μιούρ­γη­σε τους ή­ρωες και τους α­γίους της, τους μύ­θους και τα α­διέ­ξο­δά της, τις ε­πι­μέ­ρους εκ­δο­χές και τις α­ψι­μα­χίες τους. Άλλα­ξε τε­χνο­τρο­πίες, μπο­λιά­στη­κε με μου­σι­κές συ­νο­μι­λίες με άλ­λα εί­δη, συ­νά­ντη­σε τον η­λεκ­τρι­σμό και την η­λεκ­τρο­νι­κή μου­σι­κή, την α­φαί­ρε­ση, τον πει­ρα­μα­τι­σμό και την α­βά­ντ γκαρ­ντ. Σε α­πλές συν­θέ­σεις ή σε με­γα­λό­πνοα μου­σι­κά οι­κο­δο­μή­μα­τα.
Η μου­σι­κή μιας φυ­λής που ξε­ρι­ζώ­θη­κε, αλ­λά κα­τά­φε­ρε τε­λι­κά να βρει κα­τα­φύ­γιο σε μια γλώσ­σα οι­κου­με­νι­κή. Και εν­σω­μα­τώ­νο­ντας ή­χους και τε­χνο­τρο­πίες α­πό άλ­λες πα­ρα­δό­σεις, κα­τά­φε­ρε να πε­ρι­γρά­ψει και την ί­δια συ­νύ­παρ­ξη των γει­το­νιών της Νέ­ας Ορλεά­νης με οι­κου­με­νι­κούς ό­ρους.
Έδυ­σε κά­που στα τέ­λη της δε­κα­ε­τίας του ‘70 για να α­να­δυ­θεί ξα­νά μέ­σα στο ‘80 και τε­λι­κά να συ­νε­χί­σει.
Απλή και σύν­θε­τη, ό­πως η ί­δια η συ­νύ­παρ­ξη.


Θω­μάς Τσα­λα­πά­της

Η τζαζ ως συ­νύ­παρ­ξη

Η μουσική συνεχίζει ενώ η σκέψη σου σε α­πο­μα­κρύ­νει και προσπαθείς να κα­τα­λά­βεις τι είναι αυτό που σε απορροφά στη μουσική που ακούς, στο κομμάτι τζαζ (αδιάφορο ποιο) που συνεχίζει μαζί με την σκέψη. Και ανάμεσα στις σκέψεις α­κο­λου­θείς το ρυθμό των κρουστών, τον τονισμό της τρομπέτας, την κίνηση του σαξοφώνου. Οι σκέψεις γίνονται μουσική, οι νότες λέξεις και ξανά πίσω σε μια αρμονία α­φη­ρη­μέ­νου ρεμβασμού που σε γεμίζει σαν πε­ρι­πλά­νη­ση. Και η κίνηση των σκέψεων α­κο­λου­θούν τους τρόπους της μελωδίας, γίνονται ένα μαζί της και ταυ­τί­ζο­νται. Και η σκέψη σου (που τώρα πια είναι μελωδία) σε γυρνά πίσω στη γέννηση όλης αυτής της δια­δι­κα­σίας.
Η τζαζ μεγάλωσε παντού, αλλά γεννήθηκε στη Νέα Ορλεάνη στις αρχές του προ­η­γού­με­νου αιώνα. Σε μια πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κή πόλη, μαύροι από την Αφρική και λευκοί Αμε­ρι­κά­νοι, Γάλλοι, νε­ο­φερ­μέ­νοι ευ­ρω­παίοι και κρε­ο­λοί έ­πρε­πε να συμ­βιώ­σουν. Χω­ρίς σχε­δόν να γνω­ρί­ζουν την ί­δια γλώσ­σα, κου­βα­λώ­ντας ο κα­θέ­νας μια δι­κή του κουλ­τού­ρα. Και η συμ­βίω­ση αυ­τή α­πο­τυ­πώ­θη­κε στην με­γά­λη α­με­ρι­κα­νι­κή τέ­χνη που εί­ναι η τζαζ. Ει­δι­κό­τε­ρα για τους Αφρο­α­με­ρι­κα­νούς η κουλ­τού­ρα (ή μάλ­λον τα σκόρ­πια α­πο­μει­νά­ρια της) τους ε­πα­νέ­φε­ρε τη συ­νεί­δη­ση του ξε­ρι­ζω­μού τους, την υ­πεν­θύ­μι­ση του ε­γκλή­μα­τος της δου­λείας και του μό­νι­μου πα­ρό­ντος του φυ­λε­τι­κού δια­χω­ρι­σμού.

Στα χέ­ρια τους εί­χαν ξε­μεί­νει τα όρ­γα­να α­πό τις στρα­τιω­τι­κές μπά­ντες του εμ­φυ­λίου πο­λέ­μου. Η τζαζ θα γεν­νη­θεί α­πό αυ­τά τα πα­ρο­πλι­σμέ­να όρ­γα­να. Στις ι­διω­τι­κές στιγ­μές των Αφρο­α­με­ρι­κα­νών, τα όρ­γα­να θα ε­πα­να­λά­βουν τα γκό­σπελ και τα μπλου­ζ, συν­δυά­ζο­ντάς τα σε έ­ναν κοι­νό ή­χο. Η μου­σι­κή α­πεύ­θυν­ση στο με­τα­φυ­σι­κό πέ­ρα και ο λυγ­μός για το γήι­νο τώ­ρα θα συν­δυα­στούν στην ί­δια φω­νή, κου­βα­λώ­ντας ύ­λη και υ­πέρ­βα­ση ταυ­τό­χρο­να. Οι ή­χοι αυ­τοί θα δέ­σουν με τη ρα­γκτάι­μ, θα έρ­θουν σε ε­πα­φή με τον υ­πό­κο­σμο της Νέ­ας Ορλεά­νης, θα α­πο­κτή­σουν χα­ρα­κτή­ρα και θα δη­μιουρ­γή­σουν τις πρώ­τες μπά­ντες. Εσω­τε­ρι­κοί με­τα­νά­στες, οι μου­σι­κοί της τζαζ θα τα­ξι­δέ­ψουν σε κά­θε με­ριά της χώ­ρας πριν α­πό τους δί­σκους και το ρα­διό­φω­νο, ξε­κι­νώ­ντας τη μύη­ση μιας ο­λό­κλη­ρης χώ­ρας στη μου­σι­κή που ε­ξέ­φρα­ζε την ί­δια κα­λύ­τε­ρα. Μια μου­σι­κή βγαλ­μέ­νη α­πό τον εμ­φύ­λιο και τη δου­λεία, την αν­θρώ­πι­νη ο­δύ­νη, ό­πως αυ­τή εμ­φα­νί­ζε­ται σε μια εκ­κλη­σία, έ­να μπουρ­δέ­λο ή στη μορ­φή ε­νός μαύ­ρου, ε­ξαν­τλη­μέ­νου α­πό το μόχ­θο, να πα­ρα­πο­νιέ­ται για τις πλη­γές του στην κι­θά­ρα του. Μα η τζαζ εί­ναι η υ­πέρ­βα­ση ό­λων αυ­τών μέ­σα στην συ­νύ­παρ­ξη.

Η βα­σι­κή ρί­ζα της τζαζ βρί­σκε­ται στον αυ­το­σχε­δια­σμό. Σε έ­να αυ­το­σχε­δια­σμό, ό­μως, ταυ­τό­χρο­νο. Πολ­λά όρ­γα­να ζη­τούν να συ­νυ­πάρ­ξουν, μέ­σα α­πό τους δια­φο­ρε­τι­κούς δρό­μους που παίρ­νουν σε έ­ναν κοι­νό ρυθ­μό και μια κοι­νή με­λω­δία. Κά­θε όρ­γα­νο εί­ναι ε­λεύ­θε­ρο να αυ­το­σχε­διά­σει με τον τρό­πο που ε­πι­θυ­μεί, με μό­νη προϋπό­θε­ση να α­κού­σει τα υ­πό­λοι­πα μέ­λη της μπά­ντας. Μέ­σα α­πό τη σύν­θε­ση του δια­φο­ρε­τι­κού γεν­νιέ­ται η αρ­μο­νία και η συ­νύ­παρ­ξη. Και αυ­τό μοιά­ζει α­κρι­βώς με μια πα­ρα­βο­λή για την κοι­νω­νία και μια πα­ρα­βο­λή για την ί­δια την αν­θρώ­πι­νη συν­θή­κη. Στον πλη­θυ­ντι­κό της α­ριθ­μό και πί­σω στον ε­νι­κό. Εκεί που τα δύο ό­χι μό­νο γί­νο­νται έ­να, αλ­λά προϋπο­θέ­τει το έ­να την ύ­παρ­ξη του άλ­λου.

Και τε­λι­κά η τζαζ κα­τέ­κτη­σε μια χώ­ρα και ε­ξα­πλώ­θη­κε σε ό­λο τον κό­σμο. Δη­μιούρ­γη­σε τους ή­ρωες και τους α­γίους της, τους μύ­θους και τα α­διέ­ξο­δά της, τις ε­πι­μέ­ρους εκ­δο­χές και τις α­ψι­μα­χίες τους. Άλλα­ξε τε­χνο­τρο­πίες, μπο­λιά­στη­κε με μου­σι­κές συ­νο­μι­λίες με άλ­λα εί­δη, συ­νά­ντη­σε τον η­λεκ­τρι­σμό και την η­λεκ­τρο­νι­κή μου­σι­κή, την α­φαί­ρε­ση, τον πει­ρα­μα­τι­σμό και την α­βά­ντ γκαρ­ντ. Σε α­πλές συν­θέ­σεις ή σε με­γα­λό­πνοα μου­σι­κά οι­κο­δο­μή­μα­τα.
Η μου­σι­κή μιας φυ­λής που ξε­ρι­ζώ­θη­κε, αλ­λά κα­τά­φε­ρε τε­λι­κά να βρει κα­τα­φύ­γιο σε μια γλώσ­σα οι­κου­με­νι­κή. Και εν­σω­μα­τώ­νο­ντας ή­χους και τε­χνο­τρο­πίες α­πό άλ­λες πα­ρα­δό­σεις, κα­τά­φε­ρε να πε­ρι­γρά­ψει και την ί­δια συ­νύ­παρ­ξη των γει­το­νιών της Νέ­ας Ορλεά­νης με οι­κου­με­νι­κούς ό­ρους.
Έδυ­σε κά­που στα τέ­λη της δε­κα­ε­τίας του ‘70 για να α­να­δυ­θεί ξα­νά μέ­σα στο ‘80 και τε­λι­κά να συ­νε­χί­σει.
Απλή και σύν­θε­τη, ό­πως η ί­δια η συ­νύ­παρ­ξη.


Θω­μάς Τσα­λα­πά­της

Η τζαζ ως συ­νύ­παρ­ξη