13 December, 2018
Home / Διαφορα  / Μάνα μου Ελλάς

Μάνα μου Ελλάς


Του Ιωάννη Λεοντακιανάκου

Πόσο δίκιο είχε ο ποιητής Νίκος Γκάτσος, όταν έγραφε τους στίχους του “Μάνα μου Ελλάς”!

Ο ποιητής δίνει ανθρώπινη μορφή στην Ελλάδα, παρομοιάζοντας την ως μια μάνα άστοργη, άδικη, αλλοπαρμένη και το λαό της ως το παιδί της που, νιώθοντας αδικημένο, προδομένο, απογοητευμένο, γεμάτο παράπονο την εγκαλεί, αναδεικνύοντας τις «αμαρτίες»της, και προσπαθεί, αν είναι δυνατόν, να την συνεφέρει “Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα μου τα ‘πες με το πρώτο σου το γάλα. Μα τώρα που ξυπνήσανε τα φίδια εσύ φοράς τα αρχαία σου στολίδια και δεν δακρύζεις ποτέ σου μάνα μου Ελλάς που τα παιδιά σου σκλάβους ξεπουλάς.”

Και το ερώτημα που πηγάζει είναι “Αξίζει κάποιος να ζει και να προσπαθεί για ένα καλύτερο αύριο σε αυτήν την χώρα ή η μοίρα της έχει πλέον καθορισθεί και οποιαδήποτε προσδοκία δεν είναι παρά μία αυταπάτη;”

Ας ξεκινήσουμε την διερεύνησή μας από το δραματικό περιβάλλον στο οποίο καλείται να «επιβιώσει» ο πολίτης στο εσωτερικό της χώρας.

Από την έναρξη της οικονομικής κρίσης το 2010, με την ένταξη της χώρας σε καθεστώς μνημονίων που απαιτούσαν την λήψη μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής και εξυγίανσης, οι πολίτες άρχισαν να βιώνουν την επίδραση μιας σκληρής σειράς περικοπών και μέτρων λιτότητας, που οδήγησαν σε τραγική μείωση των αποδοχών, σε αύξηση της φορολογίας και σε μείωση των κοινωνικών παροχών με αποτέλεσμα την ύφεση, την εκτίναξη των ποσοστών ανεργίας (ιδιαίτερα των νέων), την φυγή μεγάλου αριθμού εξειδικευμένου ανθρωπίνου δυναμικού στο εξωτερικό (braindrain) και την καταστροφή της μεσοαστικής τάξης (του βασικού πυλώνα στήριξης και ανάπτυξης της ελληνικής κοινωνίας).


Δυστυχώς,η χώρα εξακολουθεί να παρουσιάζει ένα μοντέλο ανάπτυξης της οικονομίας με έντονα τα χαρακτηριστικά του παρελθόντος. Κύριο γνώρισμά του είναι η ιδιωτική κατανάλωση, που βασίζεται, κατ’ ουσίαν, στον δημόσιο τομέα ο οποίος επιδοτείται με κεφάλαια προερχόμενα από υψηλή φορολογία. Ωστόσο, με την φυγή μεγάλων ελληνικών εταιριών στο εξωτερικό, με ένα γραφειοκρατικό και φορολογικό σύστημα «φονέα» οποιασδήποτε ιδιωτικής επένδυσης και πρωτοβουλίας, με πολύ δύσκολο και ακριβό τον τραπεζικό δανεισμό, διαφαίνεται ότι μόνο σε βάθος χρόνου και μόνο «προβλεπτικά» (εφόσον διορθωθούν οι αγκυλώσεις του εθνικού μας συστήματος και δημιουργηθεί κλίμα εμπιστοσύνης στους ξένους επενδυτές)δύναται να επιτευχθεί μια σχετικά θετική μεταβολή του δείκτη ενίσχυσης των επενδύσεων, δηλαδή αύξηση παραγωγικότητας με δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και αύξηση του ΑΕΠ.

Η υπογεννητικότητα και το brain drain των Ελλήνων σε συνδυασμό με τον συνεχώς αυξανόμενο αριθμό προσφύγων και μεταναστών στη χώρα, τα οποία αλλάζουν με ανησυχητικό ρυθμό (μάλλον μη αναστρέψιμο) την πληθυσμιακή, κοινωνική και πολιτισμική μορφή της χώρας, επιβαρύνει τις ξενοφοβικές τάσεις σε μεγάλο αριθμό πολιτών, θέτει εύλογα ερωτήματα για το μέλλον του ασφαλιστικού συστήματος και δημιουργεί ανησυχία για πιθανόν δυσμενείς εξελίξεις σε ιδιαίτερα ευαίσθητα εθνικά θέματα.

Η παραβατικότητα ανθεί σε όλους τους τομείς. Ληστείες και φόνοι σε καταστήματα, σπίτια, ακόμη και στη μέση του δρόμου για μερικά ευρώ, ξεκαθαρίσματα λογαριασμών μεταξύ συμμοριών και συμβόλαια θανάτου με ασύλληπτους δράστες, περιοχές «γκέτο»Ελλήνων και αλλοδαπών Ρομάπου έχουν μετατραπεί σε χώρους διακίνησης ναρκωτικών και εμπορίου όπλων, κέντρα προσφύγων – μεταναστών κολαστήρια που έχουν εξελιχθεί σε άντρα διακίνησης ναρκωτικών, εμπορίου λευκής σάρκας και βιασμών,πανεπιστημιακοί χώροι στους οποίους ισχύει το ρητό “μπάτε σκύλοι αλέστε” σε βάρος καθηγητών και φοιτητών, περιοχές «άβατα» όπου ακόμα και ασθενοφόρο ή πυροσβεστικό όχημα δεν τολμά να εισέλθει, και με τις αρχές εσωτερικής ασφάλειας να παρακολουθούν τον ξυλοδαρμό συναδέλφων τους ως απλοί θεατές. Ο μέσος πολίτης βιώνει καταστάσεις, που στο παρελθόν τις παρακολουθούσε σε κινηματογραφικές αίθουσες (Σικάγο γίναμε…) ή τις πληροφορείτο ως τραγικά συμβάντα τριτοκοσμικών κοινωνιών (πχ Νότια Αμερική), με το αίσθημα ανασφάλειας του να έχει «κτυπήσει κόκκινο».

Η συνεχιζόμενη αύξηση των επιθέσεων από αντιεξουσιαστές, αναρχικούς και τρομοκράτες, σε συνδυασμό αφενός με την καταγεγραμμένη πλέον αδυναμία της ΕΛ.ΑΣ να περιορίσει τόσο τις ενέργειες χαμηλής έντασης/βίας όσο και τις επιθέσεις υψηλής έντασης, και αφετέρου την κυβερνητική ανοχή σε ένα μεγάλο τμήμα αυτού του παζλ της παραβατικότητας, κατατάσσει την Ελλάδα στην πρώτη θέση κινδύνου από τρομοκρατικές δράσεις.

Συνεχίζοντας την διερεύνησή στον διεθνή χώρο, παρατηρούμε ότι η χώρα μας καλείται να δράσει σε ένα περιβάλλον που καθίσταται συνεχώς πιο ασταθές με τις εξωτερικές προσκλήσεις να έχουν αυξηθεί τόσο σε αριθμό όσο και σε βαθμό επικινδυνότητας.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση παρουσιάζεται να έχει χάσει τον δρόμο της. Παρ’ ότι εξακολουθεί να παραμένει διεθνώς ένας ισχυρός οικονομικός παίκτης, δεν έχει κατορθώσει να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο (ούτε ως ΕΕ ούτε ανεξάρτητα ως ισχυρές χώρες-μέλη) στα τεκταινόμενα ακόμα και στην περιοχή ζωτικών συμφερόντων της. Ταλανίζεται από άκρως επικίνδυνη επιδείνωση των αποσχιστικών και εθνικιστικών τάσεων σε κράτη-μέλη της, από αδυναμία συνεννόησης για συλλογική δράση σε επίπεδο κορυφής και από έλλειψη ικανών ηγετών στα ισχυρά κ-μ οι οποίοι με στιβαρότητα θα μπορούσαν να αναλάβουν ριζοσπαστικές πρωτοβουλίες εμβάθυνσης και δρομολόγησης διαδικασιών ομοσπονδοποίησης της ΕΕ, καθώς και ανεξαρτητοποίησης της στους τομείς κοινής εξωτερικής πολιτικής, ασφάλειας και άμυνας. Το πρόβλημα οξύνεται ακόμη περισσότερο με την σταδιακή απομάκρυνση από την περιοχή και την στροφή σε μια εσωστρεφή εθνική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, την επιστροφή μιας δυναμικής Ρωσίας, και την απαίτηση ανάληψης του ρόλου του τοπικού «Ισχυρού» από μια ενδυναμωμένη και μη διαχειρίσιμη Τουρκία.

Η σύγχρονη Τουρκία έχει την τύχη να κυβερνάται,τα τελευταία 16 χρόνια, από έναν ικανότατο, φιλόδοξο και οραματιστή ηγέτη (αλλά συνάμα την ατυχία, καθώς η φιλοδοξία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κινείται στο τρίγωνο αυταρχισμού, ματαιοδοξίας και υπερφίαλου), ο οποίος επιθυμεί να συμπεριληφθεί στο παζλ των Οθωμανών/Τούρκων ηγετών που σφράγισαν την φυσιογνωμία της χώρας. Το νέο-οθωμανικό όραμα του στοχεύει στο να καταστήσει την Τουρκία ως μια από τις ηγέτιδες χώρες του κόσμου (ορόσημο το 2023 που συμπληρώνονται τα 100 χρόνια από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας). Και παρ’ ότι η τουρκική οικονομία, η οποία στο παρελθόν έτρεχε σε υψηλούς ρυθμούς, τον τελευταίο χρόνο παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα, αφενός η τουρκική αμυντική βιομηχανία, έχοντας πατήσει γκάζι τα χρόνια διακυβέρνησης του Ερντογάν, έχει εξοπλίσει με σύγχρονο τεχνικό εξοπλισμό και μονάδες τις Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις, οι οποίες λόγω συνεχούς εμπλοκής τους σε πολεμικές επιχειρήσεις διατηρούν υψηλό επίπεδο επιχειρησιακής ετοιμότητας/ικανότητας, αφετέρου η πλειοψηφία του λαού συμμερίζεται τους εθνικούς μεγαλοϊδεατισμούς του Προέδρου – Σουλτάνου τους. Στο πλαίσιο αυτό, η Τουρκία αισθάνεται πλέον αρκετά ισχυρή, σε συνδυασμό με την προσέγγιση/συμπόρευσή της με την Ρωσία σε θέματα κοινού συμφέροντος και τη σταδιακή αποδέσμευση των ΗΠΑ από την ΝΑ Μεσόγειο, για να διεκδικήσει την θέση του τοπικού ηγεμονίσκου στη περιοχή (Βαλκάνια-Αιγαίο, Μέση Ανατολή – ΝΑ Μεσόγειος), εξασφαλίζοντας παράλληλα ικανή μερίδα από τα κέρδη της αξιοποίησης των υφισταμένων ενεργειακών αποθεμάτων. Οι χειρισμοί αυτοί της γείτονος χώρας έχουν αυξήσει σημαντικά το επίπεδο έντασης και την επικινδυνότητα στρατιωτικής εμπλοκής στην ευρύτερη περιοχή.

Η ΠΓΔΜ, στο πλαίσιο της κακής για τα ελληνικά συμφέροντα Συμφωνίας των Πρεσπών και εκμεταλλευόμενη την ασάφεια σε αρκετά σημεία της Συμφωνίας, προωθεί πακέτο τροπολογιών στο Σύνταγμα, οι οποίες κατοχυρώνουν τις έννοιες της «Μακεδονικής εθνότητας», των «Μακεδονικών μειονοτήτων» εκτός χώρας, της «Μακεδονικής ταυτότητας» και επιβεβαιώνουν την αναγνώριση «Μακεδονικής γλώσσας». Άρα, η χώρα μας παρ’ όλες τις παραχωρήσεις στις οποίες προέβη προς την γείτονα χώρα, με απεμπόληση τόσο των ιστορικών δικαίων της όσο και του δικαιώματος «βέτο» για ένταξη της σε ΝΑΤΟ και ΕΕ, όχι μόνο δεν επίλυσε το πρόβλημα «ψευδοεθνοτισμού» των Σκοπίων, αλλά επιβεβαιώνεται η διατήρηση και, πιθανότατα, η επιδείνωση των αλυτρωτικών και μεγαλοϊδεατικών στοχεύσεων των σλαβομακεδόνων. Επομένως, το πρόβλημα ύπαρξης ενός κράτους στα βόρεια σύνορά μας σε ρόλο «υπονομευτή» που θα υποσκάπτει και θα καιροφυλακτεί για αρπαγή Μακεδονικού εδάφους και λαθροχρησία Ελληνικών αναφαίρετων ιστορικών δικαιωμάτων μας, παραμένει και επιτείνεται.

Η Αλβανία μάλλον θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως «κακό σπυρί» που όσο περνά ο χρόνος κακοφορμίζει περισσότερο. Η Ελλάδα, αν και στη σχέση κατέχει την θέση του ισχυρότερου και σε κόντρα όλων των γεωπολιτικών αρχών («Ο ισχυρός προχωρά όσο του επιτρέπει η δύναμη του και ο αδύναμος υποχωρεί όσο του επιβάλλει η αδυναμία του»), ακολουθεί μια πολιτική προσέγγισης που μεταφράζεται από την άλλη πλευρά ως κατευνασμός και αδυναμία. Τα αποτελέσματα είναι πρώτον, τα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας της Βορείου Ηπείρου αντί να οδεύουν προς την αυτονομία της περιοχής, να καταπατώνται βάναυσα μέσω δράσεων αφελληνισμού (διωγμός και εκπατρισμός των Βορειοηπειρωτών από τις εστίες τους) και εποικισμού της περιοχής από γκέγκηδες και τσάμηδες, δεύτερον, την μονομερή ακύρωση εκ μέρους της Αλβανίας της υπογραφείσας διμερούς συμφωνίας για την οριοθέτηση της ΑΟΖ, τρίτον, την ένταξη στα διμερή προβλήματα των παράνομων απαιτήσεων των Τσάμηδων, και τέταρτον, την επίδειξη μιας επιθετικής, σωβινιστικής ρητορικής που δεν αρκείται μόνο σε λόγια αλλά περιλαμβάνει και δράσεις, όπως διώξεις, φυλακίσεις, καταλόγους με personanongrata, εδαφικές διεκδικήσεις κ.α. Δυστυχώς, η χώρα μας έχει παραχωρήσει «πολύ χώρο στον χωριάτη» που δεν «ανεβαίνει μόνο στο κρεβάτι», αλλά διεκδικεί συνεχώς και περισσότερα. Επομένως, είναι πλέον σαφές ότι απαιτείται η χώρα μας να «τραβήξει αυτιά», διαφορετικά θα καταντήσουμε οι «καρπαζοεισπράκτορες» της περιοχής με απρόβλεπτες συνέπειες.

Άρα, γίνεται σαφές ότι ο πολίτης σήμερα αισθάνεται εγκλωβισμένος και ασφυκτιεί από τα προβλήματα που τον περισφίγγουν τόσο στο εσωτερικό και όσο και στο εξωτερικό της χώρας.

Στο εσωτερικό, βιώνοντας έντονα το αίσθημα ανασφάλειας και πιεζόμενος από οικονομική δυστοκία, διαπιστώνει ότι οι κυβερνώντες εφαρμόζουν τακτικές που στοχεύουν σε κομματικά οφέλη, με κύρια εστίαση τις επερχόμενες εθνικές εκλογές, αντιμετωπίζοντας τον ως διαχειρίσιμο ακροατήριο. Ενώ επικαλούνται την ανάγκη διαλόγου και συναινετικών διαδικασιών, στην πραγματικότητα επιδοτούν την λαϊκίστικη συνθηματολογία, τον κιτρινισμό και την ρίψη λάσπης σε αντιπάλους, με στόχο την κομματική πόλωση. Στο εξωτερικό, παρακολουθεί τρομοκρατημένος την κυβέρνησή του να αντιμετωπίζει με χαλαρότητα όλα τα εξωτερικά θέματα, που μερικά άπτονται ζωικών εθνικών συμφερόντων μας, να διαπράττει δραματικά λάθη σε χειρισμούς και να γίνεται φανερόν ότι δεν υπάρχει χάραξη μιας αποτελεσματικής εθνικής εξωτερικής πολιτικής αλλά χειρισμοί κατά το δοκούν του εκάστοτε ΥΠΕΞ.

Παράλληλα, ο χώρος της αντιπολίτευσης σπαράζεται από διασπαστικές ανεξαρτητοποιήσεις που, καιροσκοπικά, προσπαθούν να οριοθετήσουν και να περιχαρακώσουν ένα συγκεκριμένο πολιτικό χώρο, μετατρέποντας την αποστασιοποιημένη, κριτική στάση,που τηρεί ένα υψηλό ποσοστό πολιτών απέναντι στα υφιστάμενα «μεγάλα» πολυσυλλεκτικά κόμματα, σε ψήφο υπέρ τους.

Επιπρόσθετα, τα υπάρχοντα αντιπολιτευτικά κόμματα εξουσίας, είτε αναγκαζόμενα είτε παρασυρόμενανα ανταπαντούν, συχνά πέφτουν στην κυβερνητική παγίδα του διαλόγου επί θεματολογίας που δεν άπτεται των κρίσιμων προβλημάτων της κοινωνίας. Όμως πρέπει να επισημανθεί ότι στο συγκεκριμένο ολίσθημα, βασικό ρόλο διαδραματίζουν και τα μέσα ενημέρωσης, άλλα εκούσια (τα συστρατευμένα και φίλια) και άλλα ακούσια (λόγω επικαιρότητας και δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος).

Επομένως, ο πολίτης – ψηφοφόρος, σήμερα, είναι υποχρεωμένος να δώσει μια απάντηση στο ερώτημα που τέθηκε αρχικά. Και η απάντηση αυτή θα καθορίσει ουσιαστικά και το μέλλον της χώρας. Η απάθεια, η αδιαφορία και ο «ωχαδερφισμός» δεν προσφέρουν και δεν δικαιολογούν την αποφυγή ανάληψης ευθύνης και την μετέπειτα εύκολη κριτική.

Δύο είναι οι δυνατοί δρόμοι, που, σύντομα, όλοι θα κληθούμε να επιλέξουμε. Πρώτον, να ακολουθήσουμε το δρόμο της μετανάστευσης, εφαρμόζοντας τη λαϊκή ρήση «του φευγάτου η μάνα ποτέ δεν έκλαψε», θεωρώντας ότι η μοίρα της πατρίδας μας έχει πλέον καθορισθεί και οποιαδήποτε προσδοκία δεν είναι παρά μία αυταπάτη. Δεύτερον, να μείνουμε στη χώρα, να αναλάβουμε την ευθύνη της πολιτικής επιλογής στην κάλπη, απαιτώντας από τους πολιτικούς ακριβή καθορισμό των προτάσεων τους περί του δέον γενέσθαι, του πως και πότε θα υλοποιηθεί(τρόπος -χρονοδιάγραμμα), του πόσο θα στοιχίσει και τις πηγές χρηματοδότησης, και γνωρίζοντας τις θυσίες που πιθανότατα θα κληθούμε να υποστούμε αγωνιζόμενοι για ένα καλύτερο αύριο, καθώς το οφείλουμε σε μας τους ίδιους και στα παιδιά μας.



ΠΗΓΗΠηγή Μάνα μου Ελλάς