23 January, 2019
Home / Περιβαλλον (Page 22)

Δεν βγαίνουν τα ρημάδια. Πήρε ένα χαρτί και έγραψε κάτω όλα τα λεφτά που χρώσταγε. 200 ευρώ στη ΔΕΗ. «Είναι η πρώτη που πρέπει να πληρωθεί θα μου το κόψουν», σκέφτηκε. 80 ευρώ οι δόσεις για κείνο το γαμωπλυντήριο που είχε τη φαεινή ιδέα να αγοράσει. Στην ΕΥΔΑΠ έχει φτάσει να χρωστάει 100 ευρώ. Του ‘πε ο Κώστας όμως πως αυτή δεν την κόβουν εύκολα για να μη γεμίζουν άλατα οι σωλήνες, ή κάτι τέτοιο. Το νοίκι είναι πάνω-πάνω στη λίστα. 280 ευρώ. Το κινητό είναι κομμένο δυο μήνες τώρα αλλά δεν το υπολόγισε στα έξοδα. Όσο γίνεται να τον παίρνουν, τουλάχιστον, οι άλλοι τηλέφωνα είναι οκ.

Κοίταξε τα τριψήφια νούμερα απελπισμένος. Μονολογούσε κάνοντας υπολογισμούς, διακόσια, τετρακόσια, συν ογδόντα. Ο σκύλος των απέναντι, αυτό το καταραμένο σκυλί δε σταματάει να γαβγίζει. Δε βγαίνουν τα ρημάδια. Δε βγαίνουν, λέει δυνατά και σηκώνεται από το τραπέζι. Ανοίγει το τζάμι, βγαίνει στο μπαλκόνι: «Τι θα γίνει με το σκυλί σου ρε μαλάκα;». Το σκυλί γαβγίζει πιο έντονα. «Δεν το ακούς ρε μαλάκα το σκύλο πως γαβγίζει; Δε μπορούμε να κάνουμε τη δουλειά μας από το γάβγισμα. Με ακούς, ε, με ακούς ρε μαλάκα;». Δεν ήταν κανείς στο απέναντι μπαλκόνι. Μόνο ο σκύλος που τον κοιτούσε πια με τα δόντια απ’ έξω, γαβγίζοντας σαν τρελός. «Έλα έξω να μαζέψεις το σκύλο σου ρε μαλάκα, εμένα ποιος θα με πληρώσει για τη ζημιά που μου κάνεις ε;». Η ώρα ήταν 11 το πρωί. Δεν είχε καμία συγκεκριμένη δουλειά να κάνει, πέρα από το να υπολογίσει για ακόμα μια φορά πόσα είναι τα έξοδα και πόσα τα έσοδα. Για την ακρίβεια δεν είχε καμία δουλειά εδώ και εφτά μήνες. Ο σκύλος απέναντι ήταν το αφεντικό που τον απέλυσε, η σπιτονοικοκυρά που του ζητά το νοίκι, το κομμένο του κινητό, όλοι αυτοί που δεν του απαντάνε όταν στέλνει βιογραφικά.

«Εμένα ποιος θα με πληρώσει για τη ζημιά που μου έκανες;». Την τρίτη φορά που το είπε, ακούμπησε το χέρι του στο κάγκελο και στήριξε εκεί όλο του το σώμα. Έκατσε στο πάτωμα του μπαλκονιού και άκουγε τον σκύλο να γαβγίζει. Δε ξέρει πόση ώρα πέρασε εκεί, αλλά όταν κοίταξε το ρολόι του σηκώθηκε πανικόβλητος. Θα πήγαινε να παρακολουθήσει μια ομιλία, «Η εργασία και η εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας». Το διοργάνωνε μια από αυτές τις εταιρείες ανεύρεσης εργασίας. Ιδέα δεν είχε για το τι θα έλεγαν, δεν τον ένοιαζε και ιδιαίτερα. Του είχαν πει όμως, σε κάποια από τα ραντεβού μαζί τους, ότι καλό είναι να πηγαίνει σε αυτές τις ομιλίες γιατί μερικές φορές παρευρίσκονται και εργοδότες. «Πού ξέρεις, μπορεί κάποιος να σε προσέξει» του χε πει χαμογελώντας η head hunter. Γι’ αυτό έβαλε πουκάμισο και ένα μπλε παντελόνι, από αυτά της δουλειάς, και πήγε.

Ζέστη αφόρητη έξω, ένιωθε τα πόδια του να ιδρώνουν μέσα στο δερμάτινο κλειστό παπούτσι. Το μετρό ήταν γεμάτο με ανθρώπους κουρασμένους που γυρνούσαν από τις δουλειές τους. Τους ζήλεψε. Θυμήθηκε τα δικά του απογεύματα όταν γυρνούσε από τη δουλειά. Μπορεί να μην ήταν ευτυχισμένος, αλλά τότε μπορούσε να πληρώσει όλους αυτούς τους λογαριασμούς. 480 συν 80 συν 100. Σκούπισε τον ιδρώτα στο μέτωπό του. «Επόμενος σταθμός: Πανόρμου». Να, ακόμα και αυτή τη δουλειά θα μπορούσα να κάνω, σκέφτηκε. Να λέω ποιος είναι ο επόμενος σταθμός. Το τελευταίο εξάμηνο το έκανε συνέχεια αυτό. Παρατηρούσε, άκουγε, έβλεπε κάποιον να κάνει μια δουλειά και σκεφτόταν πως κι αυτός θα μπορούσε να το κάνει αυτό. Κατέβηκε από το βαγόνι και κατευθύνθηκε προς το κουβούκλιο των εργαζομένων του μετρό. Πίσω από την ελληνική σημαία που κρεμόταν είδε να κάθεται ένας υπάλληλος. Του χτύπησε το τζάμι, ο υπάλληλος σηκώθηκε και τον ρώτησε πώς μπορεί να τον βοηθήσει. «Ναι, δε ξέρω αν μιλάω στον κατάλληλο άνθρωπο, αλλά που θα μπορούσα να κάνω αίτηση για να δουλέψω στο μετρό;». «Άσε μας ρε φίλε, με τον πόνο μας παίζεις βραδιάτικα; Έχουν να μας πληρώσουν 3 μήνες και εσύ μας ρωτάς πώς να πιάσεις δουλειά; Βάλε κάνα μπάρμπα να σε χώσει, τι να σου πω;». Τρεις μήνες απλήρωτοι, είναι καλύτερο από τους εφτά τους δικούς του σκέφτηκε. «Είστε αχάριστοι ρε, είστε αχάριστοι, γι’ αυτό δε σας πληρώνουν» του είπε και χτύπησε το τζάμι στο κουβούκλιο. Δε θυμάται ακριβώς τι έγινε μετά. Σίγουρα χτύπησε κι άλλες φορές το τζάμι γιατί το δεξί του χέρι γιατί έχει κόκκινα σημάδια από τις μπουνιές και πονάει. Θυμάται να γυρνάει το κεφάλι του και να βλέπει τους αστυνομικούς. Αυτό τον νευρίασε ακόμα πιο πολύ και συνέχισε να βρίζει τον υπάλληλο μέσα στο κουβούκλιο που τους είχε φωνάξει.

Μέσα στο δωμάτιο αυτό που βρίσκεται τώρα, βρωμάει κατρουλίλα και απλυσιά. Στη γωνία κοιμούνται δυο Πακιστανοί ή κάτι τέτοιο και δίπλα του είναι ένας πάλι ξένος, δε ξέρει από πού, που κοιτάει το πάτωμα από την ώρα που τον έριξαν εκεί μέσα. «Θα μας φέρουν τίποτα να φάμε;» τον ρώτησε. Καμία απάντηση. Δεν ήξερε αν τον καταλαβαίνει. Τον σκουντάει και του κάνει νόημα: «Θα φάμε; Θα μας φέρουν τίποτα να φάμε;». Ο διπλανός του τον κοίταξε και σήκωσε τους ώμους. «Θα πήγαινα σε αυτή την ομιλία για την εργασία και την εικόνα αλλά δεν έφτασα ποτέ. Σκέφτηκα να ρωτήσω πώς κάνεις αίτηση για το μετρό και μετά ο μαλάκας με αποπήρε, μετά εκνευρίστηκα πολύ. Είναι που σκέφτομαι τα νοίκια και τις δόσεις και όλες αυτές τις μαλακίες. Παλιά δεν εκνευριζόμουν έτσι, δε ξέρω τι έχω πάθει, εντάξει έφταιγε κι ο άλλος. Ή και όχι. Δε ξέρω. Δε ξέρω, θα μας φέρουν να φάμε τίποτα εδώ; Δε δίνουν φαί; Έχω να φάω από το πρωί. Τι ώρα είναι τώρα;».

Άνοιξε τα μάτια του τρομαγμένος. Τι ώρα είναι, τι μέρα είναι; «Άργησα γαμώ το φελέκι μου», είπε δυνατά και σηκώθηκε έντρομος από το κρεβάτι να ντυθεί. Η ώρα ήταν 8:45 και έπρεπε να είναι στην ώρα του στο γραφείο γιατί τον τελευταίο καιρό έχουν δυσκολέψει τα πράγματα και πρέπει να είναι κύριος με το ωράριο του. Δηλαδή την ώρα που φτάνει στο γραφείο, γιατί το μετά δεν το υπολογίζει κανείς. Μέσα στο μετρό σκεφτόταν το όνειρο του. Ακούστηκε από το μεγάφωνο «Επόμενος σταθμός: Πανόρμου» κι αυτός χαμογέλασε με ανακούφιση. Βγαίνοντας από το μετρό πέτυχε έναν υπάλληλο, «φίλε, σας πληρώνουν;» τον ρώτησε. Αυτός γέλασε και του ‘πε: «όταν μας θυμούνται». «Υπομονή» του είπε και έφυγε. Δεν ήταν όλα όνειρο. Το ίδιο απόγευμα απολύθηκε μετά από εξήμισι χρόνια.



Πηγή Ο σκύλος που δε σταματάει να γαβγίζει

Μικροδείχνουμε. Αναθεωρούμε. Γιατί μόνο αυτός είναι ο τρόπος. Και προπάντων καθώς μεγαλώνουμε, αποφεύγουμε.
-Μικροί συλλογισμοί για μια παράξενη αιώνιότητα.
Αυτά που ξεχνάμε και όσα θυμόμαστε και θα θυμόμαστε για πάντα. Αυτά είμαστε.
-Μικρές στιγμές συνειδητότητας πάνω στη διασκευή του χρόνου.
Αυτά που δεν είπαμε κι οι τόποι που δε γνωρίσαμε μας γνώρισαν καλύτερα κι απ΄τον εαυτό μας κι αναρωτιόμαστε, αφομοιωνόμαστε και πάλι απ΄την αρχή.
Και σίγουρα κατά βάθος μπορούμε και καλύτερα.
Και αυτή είναι η μεγάλη μου ανησυχία γιατί ένας λαός που μπορεί και καλύτερα να επιμένει στην ανοησία;
Επαναπαυόμαστε στην ιδέα ότι έχουμε τον ήλιο. Αλλά δε ξέρουμε πια τι να τον κάνουμε.
Δεν είναι που είσαι είναι που αισθάνεσαι. Και σε αυτό πρέπει να ελπίζουμε. Γιατί αν το καλοσκεφτείς κάπως έτσι γίνονται οι μετατοπίσεις. Μέσα από νότες μουσικών, αμφιβολίες παιδιών, μέσα από όνειρα που επιλέγουμε να δούμε όσο μένουμε ξύπνιοι. Οι ρομαντικές, αμφιλεγόμενες προσωπικότητες μας μεγάλωσαν σχεδόν σωστά, με αναγκαία ευρωπαικά παραμύθια κι όλα αυτά που αγαπήσαμε πιο πολύ είναι αυτά που αντέξαμε πιο λίγο. Και πάλι ετεροπροσδιοριζόμαστε. Μερικοί παράξενοι που προσπαθούν να αλλάξουν ένα κόσμο στον οποίο εν τέλει δεν ταιρίαζουνε.
Αλλά δεν πειράζει αρκεί να είμαστε και να παραμένουμε ευσυγκίνητοι.
Γιατί μόνο έτσι αξίζει. Και κανείς δεν γνωρίζει απόλυτα αλλά όλοι έχουμε άποψη για κάτι εκ των προτέρων αβέβαιο, μιας και συμπεριφερόμαστε κι εμείς διπολικά τόσο σαν κύμματα αλλά και σαν σωματίδια. Κι αυτό είναι η αδύναμία μας, αν έτσι την χρησιμοποιούμε.
Αλλά υπάρχει πάντα ακόμη ένας τρόπος. Με εμάς ή χωρίς εμάς. Τι σημασία έχει;
Αφού κλείνουμε μέσα μας ένα κοινό – την περιπετειώδη μας εμμονή στην αλλαγή.
Νοιώθω λοιπόν πως είμαστε λίγο μπερδεμένοι, βρισκόμαστε μπροστά σ΄ένα λεωφορείο που χάσαμε, σ΄ένα ταξί που πέρασε αδιάφορο μπροστά μας, σ΄ένα χορευτικό που φτιάξαμε στο σχολείο, σ΄ένα ρυθμό που μας χάρισε ο ήλιος και μας έκλεψε ο »πολιτισμός», σ΄ ένα σπουδαίο ανάλογα με τους καιρούς ερωτηματικό που χοροπηδάει μες στο στομάχι μας και χάνουμε έτσι τα μεγαλύτερά μας ρίσκα. Συνηθίσαμε κάπως τις τυμπανοκρουσίες και δεν αντέχουμε λίγη σιωπή στα βλέμματά μας κι αυτή είναι η υπερηφάνεια μας. – Ας είναι αυτή κι η αλλαγή μας.
Με εμάς ή χωρίς εμάς. Άλλωστε είμαστε διαμορφωμένοι για να υπάρχουμε ακόμα κι όταν δεν υπάρχουμε.
Όσο μπορεί ο καθένας. Μα όλοι να μπορούμε περισσότερο. Να σκάψουμε όσο προλαβαίνουμε να βρούμε αυτό ακριβώς που είμαστε, να μην σκορπιζόμαστε τυχαία και όποτε, γιατί η σωστή απάντηση είναι τώρα και θα ΄ναι πάντα τώρα. Κι αυτή η φράση από μόνη της αυτοαναιρείται.
Γιατί όπου υπάρχει το τώρα δεν χωράει το πάντα.
Άρα αυτή η φράση δεν μπορεί να υπάρξει. – Μονάχα όμως μέχρι να την γράψω.
Μόνοι μας να παλεύουμε την άγνοια μαζί με άλλους να χαιρόμαστε τη νίκη.
Όταν ο κόσμος ανασαίνει με τα μάτια μπορεί να μετουσιώσει τη φθορά σε διαμάντι, την αυθυποβολή σε τέχνη, την μετριότητα σε καινοτομία, την επιμονή σε ευθύνη, την ιστορία σε οξυδέρκεια, την παρατήρηση σε ποίηση. Γιατί δεν είμαστε ανίκητοι κι αυτή ακριβώς είναι η μαγεία μας. Γιατί είναι δύναμη να μπορείς να νικηθείς, τότε σημαίνει πως μπορείς και να νικήσεις.
Μόνο να επιλέγουμε. Να συνεχίζουμε και να παραμένουμε.
Να σταματήσουμε να είμαστε οι αναβολές μας, να ξεκινήσουμε να είμαστε οι ευαισθησίες μας.
Να σταματήσουμε να γενικεύουμε, να παραφλυαρούμε, να διαβάζουμε μισά τα βιβλία μας,
να πίνουμε σκέτο τον καφέ μας, να ξεσπάμε σε ανόητους καβγάδες, να τρεφόμαστε απ΄τη θλίψη μας και απ΄τη θλίψη των άλλων, να φανατιζόμαστε σε γήπεδα και σε πλατείες, να κατακρεουργούμε ότι δε μας μοιάζει. Να σταματήσουμε να εντοπίζουμε τα λάθη των άλλων.
Να ξεκινήσουμε να μαθαίνουμε απ΄αυτά. Χωρίς πολλά λόγια για ότι δεν καταλαβαίνουμε. Μόνο σταθερή κι επίμονη έρευνα. Είναι διαφορετικό πράγμα η κριτική και διαφορετικό η ισοπέδωση.
Να βρίσκουμε αυτό που αγαπάμε χωρίς να χρειάζεται να μας σκοτώσει.
Μόνο να σωθεί από μας και να σωθούμε κι εμείς από εκείνη την επικρατέστερη δικαιολογία μας – το χάος.
Να γίνουμε οι προσδοκίες μας όσο κι αν αυτό αποδεικνύεται παράδοξο στο τέλος της ημέρας. Χωρίς να γκρινιάζουμε.
Γιατί ο χρόνος μας δεν θα είναι ποτέ αρκετός ας είναι τουλάχιστον οι προσδοκίες μας. Ας είμαστε τουλάχιστον ο ένας για τον άλλον.


Σίλια Κατραλή Μινωτάκη

Πηγή Όταν ο κόσμος ανασαίνει με τα μάτια

Είκοσι χρόνια πριν, οι πρωτοπόροι συγγραφείς και καθηγήτριες, η Christina Baldwin και η Ann Linnea παρατήρησαν ότι η τοποθέτηση των ανθρώπων σε κύκλο δημιουργούσε ένα δυναμικό πεδίο μάθησης, ανεξάρτητα από το θέμα έτσι
άρχισαν να μελετούν την δύναμη του κύκλου. Η κατανόησή τους για τα συστατικά που βοηθούν στην εμβάθυνση μιας συνομιλίας σε κύκλο μεγάλωσε και την παρουσίασαν στον κόσμο σε πολλά βιβλία. Το βιβλίο τους, «The Circle Way: Ένας ηγέτης στην κάθε καρέκλα» , είναι η αποκορύφωσή τους απόσταξης αυτού του ταξιδιού .
Πάντα γνωρίζαμε ότι ο κύκλος είναι ένας φυσικός τρόπος να συγκεντρωθούμε σε συζητήσεις και συνελεύσεις. Ο κύκλος είναι ένας δημοκρατικός χώρος όπου μπορούμε να κοιτάξουμε ο ένας τον άλλο στα μάτια, και να ακούσουμε όλες τις φωνές με μια αίσθηση ισότητας. Η πρακτική του κύκλου οδηγεί συχνά σε πιο δημιουργικές επιλογές, σοφές αποφάσεις και ενέργειες.

Όταν οι άνθρωποι συγκεντρώνονται σε κύκλο και υιοθετούν τις συμφωνίες και τις πρακτικές του The Circle Way, η συζήτηση αλλάζει.


Η συνομιλία επηρεάζεται από το σχήμα του χώρου όπου συγκεντρώνονται οι άνθρωποι. Γραμμές και αναλόγιο είναι ένα σχήμα για την παράδοση ενός μηνύματος. Ο κύκλος είναι ένα σχήμα για να βάζεις το θέμα στη μέση και να ακούσεις τη συμβολή κάθε συμμετέχοντος στο σύνολο. Έτσι απλά μετακινώντας τις καρέκλες σε έναν κύκλο αρχίζει να αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι επικοινωνούν. Το Circle Way προσφέρει κοινωνική δομή που βοηθά τη συνομιλία να φθάνει σε μια βαθύτερη, πιο εκλεπτυσμένη θέση. Αυτά τα στοιχεία της δομής βοηθούν να διασφαλιστεί ότι κάθε άτομο ακούγεται και ότι προκύπτουν η έννοια και η σοφία.

Το Circle Way έχει χώρο για όλους.

Ο κύκλος προέκυψε σε διαφορετικούς πολιτισμούς και γλώσσες και προσαρμόστηκε εκ νέου σε διαφορετικούς πολιτισμούς, γλώσσες και περιβάλλοντα.


Το Circle Way είναι προσαρμόσιμο σε διάφορες ομάδες, θέματα

και χρονικά πλαίσια. Παρέχει μια ευκαιρία στους ανθρώπους να σταματήσουν, να καθίσουν και να ακούσουν ο ένας τον άλλον. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη λήψη δύσκολων αποφάσεων . Κύκλος μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ένα ζευγάρι ή μια οικογένεια ή μια ομάδα ανθρώπων ή ακόμη και μια εταιρεία των εκατό ανθρώπων . Όπου οι άνθρωποι χρειάζονται ή θέλουν να συγκεντρωθούν για συνομιλία.

Αυτό που μεταμορφώνει μια συνάντηση σε κύκλο είναι η θέληση των ανθρώπων να αλλάξουν την άτυπη κοινωνική συνάντηση ή έντονη συζήτηση απόψεων σε μια στάση που προσλαμβάνει στοχαστική ομιλία και βαθειά ακρόαση, να ενσαρκώσουν και να εξασκήσουν τις δομές που παρουσιάζονται εδώ.

ΤΑ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΚΥΚΛΟΥ:

· Πρόθεση

· Καλωσόρισμα – Αφετηρία

· Κέντρο και Χαιρετισμός /Check in

· Συμφωνίες

· Τρεις Αρχές και τρεις πρακτικές

· Φύλακας/Προστάτης της διαδικασίας

· Αποφώνηση και Αποχαιρετισμός/Check out

ΠΡΟΘΕΣΗ Η πρόθεση διαμορφώνει τον κύκλο και καθορίζει ποιοι θα έρθουν, για πόσο ο κύκλος θα συναντιέται ποια είναι τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Εκείνος που καλεί τον κύκλο, χρειάζεται να πάρει χρόνο για να αρθρώσει με ακρίβεια την πρόθεση και την πρόσκληση.


ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΜΑ ή ΑΦΕΤΗΡΙΑ Μόλις οι άνθρωποι συναθροίζονται, είναι χρήσιμο για τον οικοδεσπότη, ή κάποιον εθελοντή να ξεκινήσει τον κύκλο με μια χειρονομία που καθοδηγεί την προσοχή την προσοχή όλων από τον κοινωνικό χώρο προς το χώρο και την ατμόσφαιρα του συμβουλίου. Αυτή η χειρονομία καλωσορίσματος μπορεί να είναι μια στιγμή σιωπής, ανάγνωση ενός ποιήματος ή ακρόαση ενός τραγουδιού ~ότι προσκαλεί προς το κέντρο.

ΕΔΡΑΙΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ Το κέντρο του κύκλου είναι σαν το κέντρο του τροχού: όλες οι ενέργειες περνάνε μέσα απ’ αυτό και εκείνο στηρίζει την περιφέρεια. Για να βοηθήσετε τους ανθρώπους θυμηθείτε πώς αυτό το κέντρο βοηθά την ομάδα, το κέντρο του κύκλου, συνήθως έχει αντικείμενα που αντιπροσωπεύουν την πρόθεση του κύκλου. Κάθε σύμβολο που ταιριάζει με το σκοπό ό προσθέτει ομορφιά εξυπηρετεί: λουλούδια, ένα μπωλ ή ένα καλάθι, ένα κερί.


CHECK-IN/GREETING Το check in (η διαδικασία χαιρετισμού) βοηθά τους ανθρώπους προς μια νοοτροπία συμβουλίου και υπενθυμίζει στον καθένα τη δέσμευση στην πρόθεση που εκφράζουν. Υπογραμμίζει/Επιβεβαιώνει την αληθινή παρουσία όλων. Το προφορικό μοίρασμα, ειδικά μια σύντομη ιστορία, πλέκει το διαπροσωπικό δίκτυο – δίχτυ… 🙂 Το check-in συνήθως ξεκινά με όποιον επιθυμεί, έναν εθελοντή δηλαδή, και συνεχίζεται γύρω-γύρω στον κύκλο. Αν κάποιον δεν είναι έτοιμος να μιλήσει, δύνεται η σειρά στον επόμενο και μια άλλη ευκαιρία δίνεται σ’ αυτόν αφού μιλήσουν οι υπόλοιποι.

SETTING CIRCLE AGREEMENTS ~ ΘΕΤΟΝΤΑΣ ΤΙΣ ΣΥΜΦΩΝΊΕΣ ΤΟΥ ΚΥΚΛΟΥ Η χρήση των συμφωνιών -κανόνων επιτρέπει στα μέλη να έχουν μια ελεύθερη και βαθιά ανταλλαγή, να σέβονται τη διαφορετικότητα των απόψεων, και να μοιράζονται την ευθύνη της καλής λειτουργίας και κατεύθυνσης του κύκλου. Στις συμφωνίες περιλαμβάνονται συνήθως τα εξής:

· Θα κρατήσουμε τις ιστορίες ή προσωπικά δεδομένα εμπιστευτικά (εχεμύθεια) · Ακούμε ο ένας τον άλλον με συμπόνια και περιέργεια

· Ζητάμε αυτό που χρειαζόμαστε και προσφέρουμε αυτό που μπορούμε

· Συμφωνούμε να έχουμε έναν “φρουρό” της ομάδας που θα προσέχει την ανάγκη, το χρόνο και την ενέργεια στον κύκλο. Συμφωνούμε να σταματάμε στον ήχο-σινιάλο και να καλούμε αυτό το σινιάλο όταν νιώθουμε την ανάγκη για παύση.

THREE PRINCIPLES-ΤΡΕΙΣ ΑΡΧΕΣ

Ο κύκλος είναι μια ομάδα ηγετών..

1. Η ηγεσία μεταφέρεται εκ περιτροπής σε όλα τα μέλη του κύκλου 2. Η ευθύνη μοιράζεται σε όλους σε ότι αφορά την ποιότητα της εμπειρίας 3. Στηριζόμαστε στο όλον και όχι σε προσωπικές προτεραιότητες

THREE PRACTICES ~ ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ

1. Μιλάμε με πρόθεση, προσέχοντας ο λόγος μας να εστιάζεται στη συζήτηση εκείνης της στιγμής                                                         2. Ακούμε με προσοχή: σεβόμενοι της μαθησιακής διαδικασίας για όλους                                                                                             3. Φροντίζουμε για την καλό κατάσταση/λειτουργία του κύκλου έχοντας επίγνωση των συνεπειών της συνεισφοράς μας κάθε φορά.



FORMS OF COUNCIL ~ ΜΟΡΦΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ:                    Ο κύκλος συχνά χρησιμοποιεί τρεις μορφές συμβουλίου: το συμβολικό αντικείμενο ομιλίας, τη συζήτηση και τον αναστοχασμό.                                                                         Συμβούλιο με Συμβολικό Αντικείμενο Ομιλίας: Χρησιμοποιείται συχνά στο check-in, check-out και όποτε υπάρχει ανάγκη να επιβραδυνθεί η συζήτηση, να ακουστούν όλες οι φωνές και οι συνεισφορές και να μιλήσουμε χωρίς διακοπή. Το συμβούλιο συζήτησης: Χρησιμοποιείται συχνά όταν η αντίδραση, η διάδραση και μια διασταύρωση ιδεών, σκέψεων και γνωμών είναι αναγκαία.

GUARDIAN – ΦΡΟΥΡΟΣ: Το μοναδικό και πιο σημαντικό εργαλείο για την υποστήριξη της αυτό-κυβέρνησης του κύκλου και της επαναφοράς του στην πρόθεση/σκοπό είναι ο ρόλος του Φρουρού. Για τον Φρουρό, προσφέρεται κάθε φορά ένα μέλος του κύκλου ως εθελοντής να παρακολουθεί και να περιφρουρεί την ενέργεια της ομάδας και να παρατηρεί τη διαδικασία του κύκλου. Ο Φρουρός συνήθως επιστρατεύει ένα όργανο διακριτικού ήχου, όπως ένα καμπανάκι ή ένα μουσικό όργανο που σηματοδοτεί την παύση κάθε δραστηριότητας. Τότε ο φρουρός ξανακάνει τον ίδιο ήχο και εξηγεί το λόγο για τον οποίο κάλεσε την παύση. Οποιοδήποτε μέλος μπορεί να καλέσει την παύση.

CHECK OUT- Αποχαιρετισμός. Στο κλείσιμο μιας συνάντησης με κύκλο είναι σημαντικό να επιτραπούν μερικά λεπτά στα οποία ο καθένας να μιλήσει για ότι έμαθε, ό για αυτό που μένει στην καρδιά και στο μυαλό τους καθώς φεύγουν. Κλείνοντας τον κύκλο με το check-out δίνει ένα είδος “επισημότητας” στο τέλος της συνάντησης και μια ευκαιρία για τα μέλη να αναστοχαστούν για την εμπειρία. Καθώς οι άνθρωποι φεύγουν από το χώρο του κύκλου σε χώρους κοινωνικούς ή προσωπικούς, απελευθερώνουν ο ένας τον άλλον από την ένταση και την προσοχή που απαιτείται στον κύκλο. Συχνά ο οικοδεσπότης, ο φρουρός ή κάποιο μέλος εθελοντικά θα προσφέρει μερικά λόγια έμπνευσης ως χαιρετισμό ή θα σηματοδοτήσει μερικά δευτερόλεπτα σιωπής προτού ελευθερωθεί ο κύκλος.


www.peerspirit.com/ Extracted from The Circle Way, A Leader in Every Chair by Christina Baldwin and Ann Linnea, Berrett-Koehler, ©2010. May copy for non-commercial use



Πηγή Μέθοδοι συνελεύσεων : The Circle Way"

Στον 21ο αιώνα η σχέση μας με την αλήθεια είναι άκρως ανησυχητική και προβληματική καθώς οι περισσότεροι από εμάς διαβάζουν «ειδήσεις» από τα κοινωνικά μέσα και από πηγές ενημέρωσης (συστημικές και μη) που επιλέγουμε με βασικό κριτήριο αυτό που μας κάνει να νιώθουμε καλά και μας (αυτό)επιβεβαιώνει. Όμως αυτή μας η επιλογή, στην πραγματικότητα, δημιουργεί έναν θάλαμο αντήχησης (echo chamber). Δηλαδή έναν χώρο όπου αυτές οι πεποιθήσεις (σαν ηχώ) υποστηρίζονται από τη συντριπτική πλειοψηφία όσων γράφουν, σχολιάζουν και τελικά μοιράζονται τις ίδιες απόψεις. Έτσι ο καθένας που συμμετέχει σε αυτό το χώρο γίνεται όλο και πιο σίγουρος ότι αυτό που αναπαράγεται εσωτερικά είναι και η «αλήθεια». Θεωρούμε ότι σε ένα τέτοιο περιβάλλον γενικευμένης σχετικοποίησης, με στόχο να ενισχύσουμε την κριτική μας σκέψη και να αναζητήσουμε («επαναφέρουμε») περισσότερη αλήθεια στη ζωή μας, είναι χρήσιμη η εξοικείωσή μας με τις λεγόμενες λογικές πλάνες (ή σφάλματα λογικής).

Αναγωγισμός (reductionism)

Αναγωγισμός είναι η προσέγγιση ενός θέματος μέσω της κατανόησης των μερών που το απαρτίζουν. Βοήθησε ιδιαίτερα την ανάπτυξη των επιστημών, αλλά όπως και άλλες μέθοδοι έχει συγκεκριμένα όρια απόδοσης, τα οποία όταν τα ξεπερνάμε, διαπράττουμε αναγωγικό σφάλμα. Όταν λ.χ. προσπαθούμε να εξαγάγουμε κάποιο συμπέρασμα ερμηνεύοντάς το βάσει ενός παράγοντα (που τον θεωρούμε ως πιο σημαντικό), χωρίς να υπολογίζουμε ότι η πολυπλοκότητα του φαινομένου απαιτεί άλλη προσέγγιση, τότε πέφτουμε σε αναγωγισμό. Πρόκειται για την περίπτωση όπου ένα άτομο προσπαθεί να ανάγει κάθε πρόβλημα και φαινόμενο σε μια ιδεολογία, θρησκεία, κοσμοθεωρία. Σε κάθε περίπτωση, βέβαια, ένα συμπέρασμα που είναι παράγωγο αναγωγισμού δεν θα πρέπει να το εκλαμβάνουμε ως a prioriλανθασμένο. Ωστόσο οφείλουμε να αποφεύγουμε τον αναγωγισμό διότι οι πιθανότητες να παραφράσουμε μια πραγματικότητα είναι αυξημένες, ενώ τις περισσότερες φορές συλλογισμοί που ανάγουν οτιδήποτε σε μια έτοιμη δοσμένη κοσμοθεωρία δεν προάγουν την κρίση (judgment, όπως θα έλεγε η Χάνα Άρεντ), δηλαδή την όσο πιο διαυγή κατανόηση του γίγνεσθαι (αναμφισβήτητα μια διαδικασία επίπονη), αλλά καταστέλλουν αυτήν την ικανότητά μας. Αυτό γιατί η κοσμοθεωρία μετατρέπεται σε οδηγός που εύκολα και ανώδυνα μας δίνει λύσεις και απαντήσεις σε ερωτήματα.

Όταν ο αναγωγισμός γίνεται μόνιμη μεθοδολογία, οδηγεί σε πολλά λογικά σφάλματα. Είναι μια πλάνη που χαρακτηρίζει το group thinking φαινόμενο, βάσει του οποίου μια ομάδα ανθρώπων, με στόχο να συνδεθεί, προσπαθεί να βρει μια κοινή ιδεολογική ή θρησκευτική γραμμή, με την οποία επιδιώκει να ερμηνεύσει όλο τον κόσμο. Τα πολιτικά κόμματα βασίζουν την ύπαρξή τους σε αυτή τη στρεβλή λογική. Οι θεωρίες συνωμοσίας που πολλές φορές αναπαράγονται στο διαδίκτυο δεν είναι παρά προϊόν αναγωγισμού και ανώδυνου συλλογισμού, που προσπαθούν να εξυπηρετήσουν είτε συγκεκριμένη πολιτική προπαγάνδα είτε υποδηλώνουν διανοητική οκνηρία. Έτσι γεγονότα και καταστάσεις φτάνουν να μπουν στο κρεβάτι του Προκρούστη με στόχο να ταιριάξουν στην ιδεολογία, η οποία πρέπει να επιβεβαιωθεί, ώστε η ομάδα να συνεχίσει να υπάρχει.


Γιώργος Κουτσαντώνης και Μιχάλης Θεοδοσιάδης. Διαβάστε όλο το άρθρο ΕΔΩ

Πηγή Αναγωγισμός, άγνοια ελέγχου και αναζήτηση της αλήθειας

– Μη ρωτάτε κάθε μέρα αν βρήκαμε δουλειά. Το να απαντάμε «όχι» συνέχεια και να σας βλέπουμε να κουνάτε το κεφάλι συμπονετικά δε μας βοηθάει

– Να μη χαλάσεις όλη σου την αποζημίωση (α να μην πάω Μύκονο δηλ.το σουκού;)
– Εμ δεν πήρες πτυχίο όταν έπρεπε γι αυτό δεν σε καλούν. (Δυστυχώς δε μπορώ να γυρίσω τον χρόνο πίσω, πορεύομαι με ό,τι έχω)
– Α, δε σου είπα να ρθεις μαζί γιατί δεν ήξερα αν έχεις λεφτά, να μη σε φέρω σε δύσκολη θέση (Αυτό άσε να το αποφασίσω εγώ, και πίστεψε με έτσι όπως το θέτεις δε θα ξανάρθω)
– Έλα μωρέ, γυναίκα είσαι, βγες, και θα κεράσει αυτός (Δεν ψάχνω για sugar daddy, i’ll pass)
– Θετική ενέργεια και θα δεις ότι θα βρεις (γαμώ τον Κοέλιο σας μέσα)
– Ε μωρέ σιγά, κάτσε ξεκουράσου και ψάχνεις αργότερα (Α, κύριε εργοδότη μου δε μπορώ να έρθω για δουλειά τώρα, να μου κρατήσετε τη θέση και θα σας έρθω σε κανά εξάμηνο)

Κόψτε τις βλακείες, και πηγαίντε στον άνεργο φίλο και πείτε του να πάτε να πιείτε έναν καφέ κι αφήστε τον να παραπονεθεί, να πει τον πόνο του και κάντε τον λίγο να γελάσει. Πιστέψτε με θα το εκτιμήσει, γιατί θα δείξετε ότι είστε εκεί γι αυτόν.


Από το FB profile της Christina Papapostolou via IforInterview

Πηγή Πράγματα που δε λέμε σε έναν άνεργο

Όλη η ζωή είναι επιλογές,μόνο στη μοναχικότητα δεν υπάρχει επιλογή.Επιλογή,οποιουδήποτε είδους,σημαίνει σύγκρουση.Στην επιλογή υπάρχουν αναπόφευκτα αντιθέσεις.Αυτές οι αντιθέσεις,εσωτερικές και εξωτερικές,γεννάνε σύγχυση και δυστυχία.Για να ξεφύγει κανείς από αυτή τη δυστυχία,κάνει να μοιάζουν οι θεοί,τα πιστεύω,ο εθνικισμός και η αφοσίωση σε διάφορα μοντέλα δραστηριότητας,σαν πραγματικές ανάγκες.Ξεφεύγοντας με αυτές τις κάνεις να αποκτήσουν πολύ μεγάλη σημασία,αλλά η φυγή είναι ο δρόμος της ψευδαίσθησης και τότε εμφανίζονται ο φόβος κι η ανησυχία.Ο δρόμος της επιλογής είναι ο δρόμος της θλίψης όπου ο πόνος δεν έχει τέλος.Η επιλογή,η εκλογή,θα υπάρχει πάντα όσο υπάρχει εκείνος που επιλέγει-που είναι η συσσωρευμένη μνήμη πόνου και ευχαρίστησης-και κάθε εμπειρία επιλογής,το μόνο που κάνει είναι να δυναμώνει τη μνήμη,που η αντίδρασή της γίνεται σκέψη και συναίσθημα.Η μνήμη έχει μόνο μερική σημασία,καθώς είναι φτιαγμένη για να αντιδρά μηχανικά κι αυτή η αντίδραση είναι η επιλογή.Δεν υπάρχει ελευθερία στην επιλογή.Διαλέγεις σύμφωνα με τον τρόπο που έχεις ανατραφεί,σύμφωνα με την κοινωνική,οικονομική και θρησκευτική διαμόρφωσή σου.Η επιλογή δυναμώνει,χωρίς εξαίρεση,αυτή τη διαμόρφωση.Δεν υπάρχει φυγή από αυτή τη διαμόρφωση που μόνο γεννάει όλο και περισσότερα βάσανα.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ από ΚΡΙΣΝΑΜΟΥΡΤΙ


Πηγή Σημειώσεις

Τι θα έλεγε άραγε ο Φρούντ,αν βρισκόταν ξαφνικά σε ένα οικογενειακό τραπέζι, όπου 4 διαφορετικά άτομα έχουν απορροφηθεί, σκυμμένα σε 4 διαφορετικές συσκευές; Με τι όρους θα το εξηγούσε; Ποιοι είναι οι
παράγοντες εξάρτησης μας από τα κοινωνικά δίκτυα;

Η έκταση της χρήσης των κοινωνικών δικτύων μπορεί να συγκριθεί μόνο με τα φαινόμενα της μαζικής μετανάστευσης λαών.Το 1/3 του πλανήτη,σχεδόν 2 δισεκατομμύρια άνθρωποι, είναι ενεργοί χρήστες του facebook-την ίδια ώρα που το ίδιο σχεδόν ποσοστό, δεν έχει πρόσβαση σε καθαρό νερό.

Ο Φρόυντ ισχυριζόταν ότι οι κύριος σκοπός της ζωής είναι η αναζήτηση της ευτυχίας, με κύριους μηχανισμούς την πραγμάτωση της ηδονής, και την ελαχιστοποίηση του πόνου. Ιδού η ελκυστικότητα των κοινωνικών δικτύων: Μικραίνει η μοναξιά, μειώνεται ο ψυχικός πόνος της απομόνωσης. Αναμέτρητοι χρήστες, εθισμένοι στο κηνύγι του like και της επιβεβαίωσης, εργαζόμαστε σαν ψηφιακά χαμστεράκια, επιμελώς και διαρκώς, για την εξεύρεση της επόμενης,στιγμιαίας, ηδονής.Η στιγμιαία ικανοποίηση από την πλήρωση της κοινωνικής ανάγκης, είναι το πιό εθιστικό ναρκωτικό: απελευθερώνει την ντοπαμίνη, τον νευροδιαβιβαστή της ευτυχίας,και επομένως είναι η κατάλληλη ενίσχυση για την αναζήτηση της επόμενης.

H αντίληψη της χρήσης του διαδικτύου ως μια εξάρτηση όμοια με τις άλλες, είναι βολική, απλοϊκή και παντελώς λανθασμένη.

Ποιά είναι όμως η ιδιομορφία της χρήσης των social media;

1.Η αυξανόμενη ενασχόληση με την οθόνη, η καταβύθιση στον ψηφιακό κόσμο,αποκλείει μια ζωτική συνθήκη: Το σώμα. Το σώμα ;oχι απλά είναι αόρατο,αλλά καθίσταται σχεδόν περιττό στις ψηφιακές αλληλεπιδράσεις. Οι εκφράσεις του προσώπου μας, η μυρωδιά, η γεύση, η αφή, η όσφρηση,τα σωματικά μας μέλη και όργανα, παίζουν μικρό ή κανένα ρόλο σε αυτόν.

2. Η ψυχοσωματική σχεσιακότητα έχει υποκατασταθεί με ηλεκτρονικά υποπροιόντα. Σχετιζόμαστε με ψευδο-αντικείμενα: με φωτογραφίες, εφαρμογές, ηλεκτρονικά παιχνίδια.

3.Τα συναισθήματα που γεννιούνται στην επαφή μας με το ανεξάντλητο πεδίο του ίντερνετ, πολλά, έντονα, συχνά πρωτόγνωρα,αλλά μικρής διάρκειας και, λόγω της ταχύτητας και της φύσης της διάδρασης, μένουν πίσω, ανεπεξέργαστα και χωρίς απεύθυνση.Οι δεσμοί με ψηφιακές οντότητες είναι απρόβλεπτες,αναξιόπιστες και δίχως σταθερότητα.

Ο χρόνος που αφιερώνουμε μπροστά στις οθόνες ξεπερνάει πλέον το χρόνο που δραστηριοποιούμαστε εκτός αυτών. H κλασσική επικοινωνία έχει συρρικνωθεί, και το τηλέφωνο έχει πολλάκις αντικατασταθεί από το Messenger. Ο κύριος παράγοντας εξάρτησης μας από τα κοινωνικά δίκτυα, είναι ο φόβος του αποκλεισμού(F.O.M.O*). Αποκλεισμού από την πληροφορία, από τα γεγονότα, από τις εκδήλώσεις, τις διαδικτυακές συζητήσεις, τις τάσεις, τις μόδες. Είναι τόσο παράδοξο όσο και τραγικό, ότι ο φόβος του αποκλεισμού μας από τις ζωές των άλλων, μας περιθωριοποιεί από το βίωμα της δικής μας offline ζωής, της πραγματικής ζωής: της αισθησιοκινητικής συσχέτισης με ζωντανά πρόσωπα και τρισδιάστατα αντικείμενα.

Ο κύριος παράγοντας του ψυχαναγκαστικού ελέγχου των κοινωνικών δικτύων, το τσεκάρισμα του κινητού μας αναρίθμητες φορές την ημέρα, είναι το άγχος ότι κάπου αλλού, κάπου μακριά μας, κάτι γίνεται ερήμην μας.Οτι κάποιοι άλλοι, ζουν καλύτερα, διασκεδάζουν περισσότερο, μιλάνε με πιο ενδιαφέροντες ανθρώπους, ζουν σε καλύτερα σπίτια από μας. Γιαυτό και σύμφωνα με έρευνες,το κοινωνικό δίκτυο με τα μεγαλύτερα ποσοστά πρόκλησης άγχους ανάμεσα στους χρήστες είναι το Instagram, όπου βασιλεύει η πρόκληση εντυπώσεων: η γκλαμουριά, το φώτοσοπ,η πολυτέλεια, η επίδειξη πλούτου/ομορφιάς, η φαντασμαγορία, η ιλουστρασιόν ζωή.

Οι έρευνες δείχνουν ότι η παθητική κατανάλωση του facebook,το απλό και μηχανικά επαναλαμβανόμενο scroll, και η ελαχιστοποιημένη αλληλεπίδραση, θεωρείται παράγοντας κινδύνου για την κατάθλιψη. Η ανεπαίσθητη σύγκριση του εαυτού και της ζωής μας με άλλα άτομα, άλλες ζωές, πέραν του ότι είναι πλήρως λανθασμένη, έχει αρνητική συνεισφορά στη διαμόρφωση της ταυτότητας, και αποτελεί αίτιο χαμηλής αυτοεκτίμησης. Και πρόκλησης ψυχικού πόνου.

Στον πόνο όμως που προσπαθούμε να αποφύγουμε με την αυξανόμενη χρήση των κοινωνικών υπηρεσιών του διαδικτύου, δυστυχώς προστίθεται και η νοσταλγία του σώματος στην καθημερινή ψηφιακή ζωή. Που πηγάζει από το έλλειμμα των πραγματικών εμπειριών. Των εμπειριών που θα μπορούσαν να μπουν στο μνημονικό άλμπουμ του απολογισμού της ζωή μας, και που καθορίζουν εν τέλει την ταυτότητα μας.

Όπως έλεγε ο Μπουνιουέλ στην Τελευταία πνοή,

“Πρέπει κανείς ν’ αρχίσει να χάνει τη μνήμη του, έστω και μικρά της κομμάτια, για να αντιληφθεί ότι η μνήμη είναι αυτή που φτιάχνει όλη μας τη ζωή. Μια ζωή δίχως μνήμη δε θα ήταν ζωή… Η μνήμη μας είναι η συνοχή μας, η λογική μας, η δράση μας, το συναίσθημά μας. Χωρίς αυτή,δεν είμαστε τίποτα…“

*Στο λεξικό της Οχφόρδης,προστέθηκε ένας νέος όρος το 2013: F.O.M.O(Fear Of Missing Out)

http://time.com/4358140/overcome-fomo/

Εύη Νικολοπούλου

Πηγή Tα ψηφιακά χαμστερ του Φρόυντ στην χώρα του Facebook

Τι θα έλεγε άραγε ο Φρούντ,αν βρισκόταν ξαφνικά σε ένα οικογενειακό τραπέζι, όπου 4 διαφορετικά άτομα έχουν απορροφηθεί, σκυμμένα σε 4 διαφορετικές συσκευές; Με τι όρους θα το εξηγούσε; Ποιοι είναι οι
παράγοντες εξάρτησης μας από τα κοινωνικά δίκτυα;

Η έκταση της χρήσης των κοινωνικών δικτύων μπορεί να συγκριθεί μόνο με τα φαινόμενα της μαζικής μετανάστευσης λαών.Το 1/3 του πλανήτη,σχεδόν 2 δισεκατομμύρια άνθρωποι, είναι ενεργοί χρήστες του facebook-την ίδια ώρα που το ίδιο σχεδόν ποσοστό, δεν έχει πρόσβαση σε καθαρό νερό.

Ο Φρόυντ ισχυριζόταν ότι οι κύριος σκοπός της ζωής είναι η αναζήτηση της ευτυχίας, με κύριους μηχανισμούς την πραγμάτωση της ηδονής, και την ελαχιστοποίηση του πόνου. Ιδού η ελκυστικότητα των κοινωνικών δικτύων: Μικραίνει η μοναξιά, μειώνεται ο ψυχικός πόνος της απομόνωσης. Αναμέτρητοι χρήστες, εθισμένοι στο κηνύγι του like και της επιβεβαίωσης, εργαζόμαστε σαν ψηφιακά χαμστεράκια, επιμελώς και διαρκώς, για την εξεύρεση της επόμενης,στιγμιαίας, ηδονής.Η στιγμιαία ικανοποίηση από την πλήρωση της κοινωνικής ανάγκης, είναι το πιό εθιστικό ναρκωτικό: απελευθερώνει την ντοπαμίνη, τον νευροδιαβιβαστή της ευτυχίας,και επομένως είναι η κατάλληλη ενίσχυση για την αναζήτηση της επόμενης.

H αντίληψη της χρήσης του διαδικτύου ως μια εξάρτηση όμοια με τις άλλες, είναι βολική, απλοϊκή και παντελώς λανθασμένη.

Ποιά είναι όμως η ιδιομορφία της χρήσης των social media;

1.Η αυξανόμενη ενασχόληση με την οθόνη, η καταβύθιση στον ψηφιακό κόσμο,αποκλείει μια ζωτική συνθήκη: Το σώμα. Το σώμα ;oχι απλά είναι αόρατο,αλλά καθίσταται σχεδόν περιττό στις ψηφιακές αλληλεπιδράσεις. Οι εκφράσεις του προσώπου μας, η μυρωδιά, η γεύση, η αφή, η όσφρηση,τα σωματικά μας μέλη και όργανα, παίζουν μικρό ή κανένα ρόλο σε αυτόν.

2. Η ψυχοσωματική σχεσιακότητα έχει υποκατασταθεί με ηλεκτρονικά υποπροιόντα. Σχετιζόμαστε με ψευδο-αντικείμενα: με φωτογραφίες, εφαρμογές, ηλεκτρονικά παιχνίδια.

3.Τα συναισθήματα που γεννιούνται στην επαφή μας με το ανεξάντλητο πεδίο του ίντερνετ, πολλά, έντονα, συχνά πρωτόγνωρα,αλλά μικρής διάρκειας και, λόγω της ταχύτητας και της φύσης της διάδρασης, μένουν πίσω, ανεπεξέργαστα και χωρίς απεύθυνση.Οι δεσμοί με ψηφιακές οντότητες είναι απρόβλεπτες,αναξιόπιστες και δίχως σταθερότητα.

Ο χρόνος που αφιερώνουμε μπροστά στις οθόνες ξεπερνάει πλέον το χρόνο που δραστηριοποιούμαστε εκτός αυτών. H κλασσική επικοινωνία έχει συρρικνωθεί, και το τηλέφωνο έχει πολλάκις αντικατασταθεί από το Messenger. Ο κύριος παράγοντας εξάρτησης μας από τα κοινωνικά δίκτυα, είναι ο φόβος του αποκλεισμού(F.O.M.O*). Αποκλεισμού από την πληροφορία, από τα γεγονότα, από τις εκδήλώσεις, τις διαδικτυακές συζητήσεις, τις τάσεις, τις μόδες. Είναι τόσο παράδοξο όσο και τραγικό, ότι ο φόβος του αποκλεισμού μας από τις ζωές των άλλων, μας περιθωριοποιεί από το βίωμα της δικής μας offline ζωής, της πραγματικής ζωής: της αισθησιοκινητικής συσχέτισης με ζωντανά πρόσωπα και τρισδιάστατα αντικείμενα.

Ο κύριος παράγοντας του ψυχαναγκαστικού ελέγχου των κοινωνικών δικτύων, το τσεκάρισμα του κινητού μας αναρίθμητες φορές την ημέρα, είναι το άγχος ότι κάπου αλλού, κάπου μακριά μας, κάτι γίνεται ερήμην μας.Οτι κάποιοι άλλοι, ζουν καλύτερα, διασκεδάζουν περισσότερο, μιλάνε με πιο ενδιαφέροντες ανθρώπους, ζουν σε καλύτερα σπίτια από μας. Γιαυτό και σύμφωνα με έρευνες,το κοινωνικό δίκτυο με τα μεγαλύτερα ποσοστά πρόκλησης άγχους ανάμεσα στους χρήστες είναι το Instagram, όπου βασιλεύει η πρόκληση εντυπώσεων: η γκλαμουριά, το φώτοσοπ,η πολυτέλεια, η επίδειξη πλούτου/ομορφιάς, η φαντασμαγορία, η ιλουστρασιόν ζωή.

Οι έρευνες δείχνουν ότι η παθητική κατανάλωση του facebook,το απλό και μηχανικά επαναλαμβανόμενο scroll, και η ελαχιστοποιημένη αλληλεπίδραση, θεωρείται παράγοντας κινδύνου για την κατάθλιψη. Η ανεπαίσθητη σύγκριση του εαυτού και της ζωής μας με άλλα άτομα, άλλες ζωές, πέραν του ότι είναι πλήρως λανθασμένη, έχει αρνητική συνεισφορά στη διαμόρφωση της ταυτότητας, και αποτελεί αίτιο χαμηλής αυτοεκτίμησης. Και πρόκλησης ψυχικού πόνου.

Στον πόνο όμως που προσπαθούμε να αποφύγουμε με την αυξανόμενη χρήση των κοινωνικών υπηρεσιών του διαδικτύου, δυστυχώς προστίθεται και η νοσταλγία του σώματος στην καθημερινή ψηφιακή ζωή. Που πηγάζει από το έλλειμμα των πραγματικών εμπειριών. Των εμπειριών που θα μπορούσαν να μπουν στο μνημονικό άλμπουμ του απολογισμού της ζωή μας, και που καθορίζουν εν τέλει την ταυτότητα μας.

Όπως έλεγε ο Μπουνιουέλ στην Τελευταία πνοή,

“Πρέπει κανείς ν’ αρχίσει να χάνει τη μνήμη του, έστω και μικρά της κομμάτια, για να αντιληφθεί ότι η μνήμη είναι αυτή που φτιάχνει όλη μας τη ζωή. Μια ζωή δίχως μνήμη δε θα ήταν ζωή… Η μνήμη μας είναι η συνοχή μας, η λογική μας, η δράση μας, το συναίσθημά μας. Χωρίς αυτή,δεν είμαστε τίποτα…“

*Στο λεξικό της Οχφόρδης,προστέθηκε ένας νέος όρος το 2013: F.O.M.O(Fear Of Missing Out)

http://time.com/4358140/overcome-fomo/

Εύη Νικολοπούλου

Πηγή Tα ψηφιακά χαμστερ του Φρόυντ στην χώρα του Facebook

Στην ταινία «Τα τέρατα» του γνωστού Ιταλού σκηνοθέτη Dino Risi, σε ένα σημείο αναφέρεται με προκλητικό και ελιτίστικο τρόπο:
Κάποιος βλέποντας ότι οι ηλίθιοι ήταν η πλειοψηφία, σκέφτηκε την ίδρυση του Κόμματος των Ηλιθίων, αλλά κανείς δεν τον ακολούθησε. Έτσι άλλαξε το όνομα σε Κόμμα των Ευφυών και τότε όλοι οι ηλίθιοι τον ακολούθησαν. 

Πρόλογος από: Γιώργο Κουτσαντώνη και Μιχάλη Θεοδοσιάδη

Ακολουθεί απόσπασμα από το βιβλίο της Σιμόν Βέιλ Για την Κατάργηση των Κομμάτων το οποίο προτείνουμε να διαβαστεί παράλληλα με προηγούμενη ανάρτησή μας: Simone Weil – Σκέψεις για τη γενική κατάργηση των πολιτικών κομμάτων. Σε αντίθεση με τα τέρατα του Risi, η Σιμόν Βέιλ, με τον στιβαρό και δομημένο λόγο της, δεν ασκεί απλά μια ειρωνική και καυστική κριτική στα πολιτικά κόμματα. Η Βέιλ χωρίς να υποτιμά τον άνθρωπο «ξεμπροστιάζει» τον ίδιο το θεσμό και τον απογυμνώνει από την φαινομενική του αίγλη. Χρησιμοποιεί τη λογική και ορίζει ρητά ως θεραπευτική επιλογή/ανάγκη την απελευθέρωσή μας από τα κόμματα, τα οποία (όπως γράφει η ίδια) σαν τη λέπρα αρρωσταίνουν τη σκέψη και τη λογική.

Επιπλέον, μας είναι γνωστό ότι η φιλοσοφία της Βέιλ έχει βαθιές θρησκευτικές και μεταφυσικές βάσεις. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, δεν τη φέρνει σε αντίθεση με τη ρεπουμπλικανική ηθική (την ηθική της δημοκρατίας, με άλλα λόγια). Αντίθετα, η σκέψη της Βέιλ παρότι εκλαμβάνει ως αφετηρία της θεωρητικά σχήματα τα οποία -τυπικά τουλάχιστον- δε συσχετίζονται με τη δημοκρατική παράδοση της δύσης (θα έλεγε κανείς), οδηγείται σε μια υβριδική φιλοσοφία που προσεγγίζει μια από τις βασικότερες πτυχές αυτής της παράδοσης: τη σημασία της ατομικής δόξας, που αποτελούσε βασική συνιστώσα της Αθηναϊκής δημοκρατίας, του αἰὲν ἀριστεύειν, κοινώς του ανταγωνισμού όλων των προσωπικών απόψεων κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων της εκκλησίας του δήμου. Ένας από τους λόγους που οφείλουμε να αποκηρύξουμε τα πολιτικά κόμματα, όπως λέει η Βέιλ, έγκειται στο γεγονός ότι τα κόμματα προσπαθούν να διαλύσουν και να πολτοποιήσουν όλα τα πολιτικά υποκείμενα, προσπαθώντας να τα συνενώσουν κάτω από μία ιδεολογική ομπρέλα, εφόσον κάθε άτομο και κάθε υποκείμενο συνθλίβεται μέσα στους ιεραρχικούς τους μηχανισμούς ώστε να απαιτείται πάντα να μιλάει κάποιος άλλος εξ ονόματός αυτών, κάποιος που εκφράζει τη «γενική βούληση». Τούτη η πολιτική ομογενοποίησης και σαλαμοποίησης, έχοντας εκμηδενίσει όλους τους εσωτερικούς ανταγωνισμούς γνώμων, παραβλέπει τη σημασία της σύγκρουσης ιδεών, ως αποτέλεσμα του λεγόμενου self-reliance (αυτοδυναμία) κατά τον Ralph Waldo Emerson, οδηγώντας στο GroupThink, στη λογική του consensus που κατά βάση πρόκειται για ιδεολογική ειρηνοποίηση. Το να εγγυώνται, λοιπόν, τέτοιοι πολιτικοί οργανισμοί τον «εκδημοκρατισμό» της κοινωνίας είναι αντίφαση εν τοις όροις, καθότι στρεβλώνει την ιδέα περί δημοκρατίας.

Κοριτσάκια που θαρρούσαν ότι πρόσκεινται στον γκωλισμό σαν να ήταν το γαλλικό ισοδύναμο του χιτλερισμού, πρόσθεταν: «Η αλήθεια είναι σχετική, ακόμη και στη γεωμετρία». Άγγιζαν άθελά τους την ουσία. Αν δεν υπάρχει αλήθεια, είναι νόμιμο να σκεφτόμαστε κατά τον άλφα ή βήτα τρόπο. Έχουμε μαύρα μαλλιά, καστανά, κόκκινα, ή ξανθά, από φυσικού μας. Η σκέψη, όπως τα μαλλιά, είναι τότε προϊόν μια φυσικής διεργασίας αφαίρεσης. Αν παραδεχτούμε ότι υπάρχει μια αλήθεια, δεν επιτρέπεται να σκεφτούμε παρά αυτό που είναι αληθινό. Σκεφτόμαστε τότε κάτι, όχι επειδή τυχαίνει να είμαστε Γάλλοι, καθολικοί ή σοσιαλιστές, αλλά επειδή το ακατάβλητο φως του αυτονότητου μας υποχρεώνει να σκεφτούμε έτσι και όχι διαφορετικά.

Πώς να προσυπογράψουμε διακηρύξεις που δεν γνωρίζουμε; Αρκεί να υποταχτούμε άνευ όρων στην αυθεντία από την οποία εκπορεύονται.

Γι’ αυτό ο άγιος Θωμάς (ενν. ο Ακινάτης) δεν θέλει να υποστηρίξει τις διακηρύξεις του παρά διαμέσου της αυθεντίας της Εκκλησίας, εξαιρώντας κάθε άλλο επιχείρημα. Επειδή, λέει, δεν χρειάζονται περισσότερα γι’ αυτούς που τις αποδέχονται, ενώ κανένα επιχείρημα δεν θα έπειθε αυτούς που τις αρνούνται.

Έτσι το εσωτερικό φως του αυτονόητου, αυτής της ικανότητας αντίληψης που παραχωρήθηκε άνωθεν στην ψυχή του ανθρώπου για να ανταποκρίνεται στην επιθυμία της αλήθειας, έχει απορριφτεί, καταδικασμένο σε έργα δουλοπρεπή, κάπως σαν να κάνεις προσθέσεις, αποκλείοντας κάθε έρευνα που σχετίζεται με το πνευματικό πεπρωμένο του ανθρώπου. Το κίνητρο της σκέψης δεν είναι πια η άνευ όρων και καθορισμών επιθυμία της αλήθειας, αλλά η επιθυμία συμμόρφωσης με μια εκ των προτέρων θεσμοθετημένη διδασκαλία.

Το γεγονός ότι η Εκκλησία που ίδρυσε ο Χριστός κατέπνιξε έτσι σε τόσο ευρεία κλίμακα το πνεύμα της αλήθειας -και αν δεν το κατάφερε ολοκληρωτικά με την Ιερά Εξέταση, τούτο οφείλεται στο ότι η μυστική (εμπειρία) πρόσφερε ένα ασφαλές καταφύγιο- αποτελεί τραγική ειρωνεία. Το έχουν παρατηρήσει επανειλημμένα. Εκείνο που έχουν παρατηρήσει λιγότερο είναι μια άλλη τραγική ειρωνεία. Ότι το κίνημα εξέγερσης ενάντια στην κατάπνιξη των πνευμάτων υπό το καθεστώς της Ιεράς ‘Εξέτασης προσανατολίστηκε έτσι ώστε να εξακολουθήσει το έργο της κατάπνιξης.

Η Μεταρρύθμιση και ο ουμανισμός της Αναγέννησης, διπλό προϊόν αυτής της εξέγερσης, συνέβαλαν τα μέγιστα στη δημιουργία, ύστερα από τρείς αιώνες ωρίμανσης, του πνεύματος του 1789. Από εδώ προήλθε ύστερα από ένα διάστημα ή δημοκρατία μας, θεμελιωμένη στο παιχνίδι των κομμάτων, που το καθένα τους είναι μια μικρή κοσμική Εκκλησία, οπλισμένη με την απειλή του αφορισμού. Η επίδραση των κομμάτων έχει μολύνει ολόκληρη τη διανοητική ζωή της εποχής μας.

Ένας άνθρωπος που προσχωρεί σε ένα κόμμα έχει προσέξει ότι υπάρχουν πιθανώς στην πράξη και στην προπαγάνδα αυτού του κόμματος πράγματα που του φάνηκαν σωστά και καλά. Ποτέ του όμως δεν μελέτησε τη θέση του κόμματος αναφορικά με τα προβλήματα του δημόσιου βίου. Μπαίνοντας στο κόμμα, αποδέχεται θέσεις που αγνοεί. Έτσι, υποτάσσει τη σκέψη του στην αυθεντία του κόμματος. Όταν, σιγά σιγά θα μάθει τις θέσεις αυτές, θα τις αποδεχτεί ανεξέταστα.

Είναι ακριβώς το ίδιο που συμβαίνει σε όποιον προσχωρεί στην καθολική ορθοδοξία, τη σύμφωνη με τη σύλληψη του άγιου Θωμά [1].

Εάν ένας ρωτούσε, ζητώντας την κάρτα του μέλους : «Συμφωνώ με το κόμμα στο τάδε, τάδε και τάδε σημείο. Δεν έχω μελετήσει τις άλλες θέσεις του και διατηρώ όλες μου τις επιφυλάξεις, για όσο δεν θα το έχω κάνει», θα τον παρακαλούσαν σίγουρα να ξαναπεράσει αργότερα.

Στην πραγματικότητα όμως, πλην σπανίων εξαιρέσεων, όποιος εισέρχεται σε ένα κόμμα υιοθετεί πειθήνια την πνευματική στάση που θα εκφράσει αργότερα λέγοντας: «Όντας μοναρχικός, όντας σοσιαλιστής, σκέφτομαι ότι…». Είναι τόσο αναπαυτικό! Γιατί αυτό δεν είναι σκέψη. Δεν υπάρχει τίποτα πιο αναπαυτικό από το να μη σκέφτεσαι.

Όσο για το τρίτο χαρακτηριστικό των κομμάτων (βλέπε εδώ σ. 26) και για το ότι πρόκειται για μηχανές παραγωγής συλλογικού πάθους, είναι τόσο ορατό που δεν χρειάζεται να αποδειχτεί. Το συλλογικό πάθος είναι η μοναδική ενέργεια την οποία διαθέτουν τα κόμματα για να ασκήσουν εξωτερική προπαγάνδα και πίεση στην ψυχή κάθε μέλους.

Ομολογείται ότι το πνεύμα του κόμματος αποτυφλώνει τον άνθρωπο, τον καθιστά αναίσθητο στο δίκαιο, εξωθεί ακόμη και έντιμους πολίτες σε πιο άγρια και ωμή επίθεση κατά αθώων. Το ομολογούμε, αλλά δεν σκεφτόμαστε να καταργήσουμε τους οργανισμούς που παρασκευάζουν αυτό το πνεύμα.

Ωστόσο, απαγορεύουν τα ναρκωτικά.

Κι όμως, υπάρχουν άνθρωποι εξαρτημένοι από αυτά. Αλλά θα υπήρχαν περισσότεροι, εάν το κράτος οργάνωνε την πώληση του όπιου και της κοκαΐνης σε όλα τα καπνοπωλεία, με διαφημιστικές αφίσες που να ενθαρρύνουν την κατανάλωσή τους.

Το συμπέρασμα είναι ότι ο θεσμός των κομμάτων φαίνεται να συνιστά σχεδόν απόλυτο κακό. Είναι κακά στην ίδια τους την αρχή, και έχουν κακές πρακτικές συνέπειες.

Η κατάργηση των κομμάτων θα ήταν το σχεδόν απόλυτο καλό. Είναι εμμενώς νόμιμο καταρχήν και δεν φαίνεται πρακτικά παρά να έχει αγαθές συνέπειες.

Οι υποψήφιοι θα έλεγαν στους ψηφοφόρους όχι ότι «έχω αυτή την ετικέτα» -πράγμα που πρακτικά δεν μαθαίνει τίποτα στο κοινό σχετικά με τη συγκεκριμένη στάση τους απέναντι σε απτά προβλήματα- αλλά θα τους έλεγαν: «σκέφτομαι αυτό, εκείνο και το άλλο απέναντι σε αυτό, εκείνο και το άλλο σοβαρό πρόβλημα».

Οι εκλεγμένοι θα συνασπίζονταν και θα διαλύονταν ανάλογα με τη φυσική κινητικότητα που δημιουργεί ή συμφωνία ή ή διαφωνία απόψεων. Μπορώ Θαυμάσια να είμαι σύμφωνος με τον κ. Α. για την αποικοκρατία και να διαφωνώ μαζί του για την ιδιοκτησία των χωρικών. Το αντίστροφο με τον κ. Β. Εάν το θέμα ήταν η αποικιοκρατία θα πήγαινα, πριν τη συνεδρίαση, να κουβεντιάσω λίγο με τον κ. Α. ή, εάν ήταν η ιδιοκτησία των χωρικών, με τον κ. Β.

Η τεχνητή συγκρότηση σε κόμματα έχει συμπέσει τόσο λίγο με πραγματικές συγγενικές απόψεις, που ένας βουλευτής μπορεί να διαφωνεί σε όλες τις συγκεκριμένες στάσεις με ένα συνάδελφο του ίδιου κόμματος και να συμφωνεί με βουλευτή άλλου κόμματος.
Πόσες φορές στη Γερμανία, στα 1932, ένας κομμουνιστής και ένας ναζιστής, κουβεντιάζοντας στο δρόμο, έπαθαν σκοτοδίνη όταν διαπίστωσαν ότι συμφωνούν σε όλα!

Μπροστά από το Κοινοβούλιο, καθώς υπήρχαν περιοδικά ιδεών, φυσικό ήταν να δημιουργούν γύρω τους και τα ανάλογα περιβάλλοντα. Αυτά τα περιβάλλοντα έπρεπε να διατηρούνται σε ρευστή κατάσταση. Αυτή η ρευστότητα κάνει αυτά τα περιβάλλοντα συγγενών απόψεων να διακρίνονται από τα κόμματα και τα εμποδίζει να ασκούν κακή επιδραση. Όταν συναναστρεφόμαστε φιλικά αυτόν που διευθύνει ένα τέτοιο περιοδικό, αυτούς που γράφουν συχνά σε αυτό, όταν γράφουμε κι εμείς οι ίδιοι, ξέρουμε ότι είμαστε σε επαφή με το περιβάλλον αυτού του περιοδικού. Αλλά δεν ξέρούμε εάν εμείς οι ίδιοι ανήκουμε σ’αυτό. Δεν υπάρχει σαφής διάκριση ανάμεσα στο έξω και το μέσα. Σε ευρύτερο κύκλο βρίσκονται αυτοί που διαβάζουν το περιοδικό και γνωρίζουν έναν ή δύο από τους συγγραφείς του. Ακόμα πιο πέρα οι τακτικοί αναγνώστες που αντλούν από αυτό κάποια έμπνευση. Πιο μακριά οι ευκαιριακοί αναγνώστες. Κανενός ομως δεν θα του περνούσε από το νου να σκεφτεί ή να πει: «Όντας συνδεδεμένος με αυτό το περιοδικό, σκέφτομαι ότι…».

Όταν οι συνεργάτες ενός περιοδικού παρουσιάζονται στις εκλογές, θα έπρεπε να τους απαγορεύεται να παρουσιάζονται με την ιδιότητα συνεργάτη. Θα έπρεπε να απαγορεύεται στο περιοδικό να τους προσφέρει αξιώματα ή να βοηθήσει άμεσα ή έμμεσα την υποψηφιότητά τους, ή έστω απλώς να άναφερθεί σ’ αυτήν.

Κάθε ομάδα «φίλων» τέτοιου περιοδικού έπρεπε να απαγορεύεται.

Εάν ένα περιοδικό εμπόδιζε τους συνεργάτες του, επί ποινή αποκλεισμού, να συνεργαστούν σε οποιεσδήποτε άλλες εκδόσεις, θα έπρεπε να ανασταλεί η έκδοση του μόλις αποδεικνυόταν το γεγονός.

Αυτό προϋποθέτει ένα καθεστώς τύπου που θα καθιστούσε αδύνατο να συνεργαστείς σε εκδόσεις ατιμωτικές.

Κάθε φορά που ένα τέτοιο περιβάλλον θα επιχειρούσε να προσδιοριστεί με βάση συγκεκριμένα χαρακτηριστικά μέλους, θα υπήρχε ποινική καταστολή, όταν θα είχαμε επιβεβαίωση του γεγονότος. Εννοείται ότι θα υπήρχαν παράνομα κόμματα. Αλλά τα μέλη τους δεν θα είχαν ήσυχη συνείδηση. Δεν θα μπορούσαν πιά να επιδείξουν δημόσια πνεύμα δουλαγωγίας. Δεν θα μπορούσαν να προπαγανδίζουν τίποτα εν ονόματι του κόμματος. Το κόμμα δεν θα μπορούσε πιά να τα κρατά σ’ ένα αδιέξοδο δίκτυο ενδιαφερόντων, αισθημάτων και υποχρεώσεων.

Κάθε φορά που ένας νόμος είναι αδέκαστος, δίκαιος και θεμελιωμένος σε μια θεώρηση του κοινού αγαθού, αφομοιώσιμη από το λαό, αδυνατίζει όλα όσα απαγορεύει. Τα αδυνατίζει από μόνο το γεγονός ότι υπάρχει και ανεξάρτητα από τα κατασταλτικά μέτρα που επιδιώκουν να εξασφαλίσουν εφαρμόζοντάς τον.

Αυτή η ενυπάρχουσα μεγαλοσύνη του νόμου είναι παράγοντας της δημόσιας ζωής, που την έχουμε από καιρό λησμονήσει και στην οποία πρέπει να επανέλθουμε.

Φαίνεται ότι τα κωλύματα που αναγνωρίζομε στην ύπαρξη παράνομων κομμάτων απαντώνται σε βαθμό υψηλότερο στα νόμιμα κόμματα.

Γενικά θα λέγαμε ότι μια προσεκτική εξέταση δεν αφήνει να φανεί από κάθε άποψη κανενός είδους κώλυμα ως επακόλουθο της κατάργησης των κομμάτων.

Κατά έναν παράδοξο τρόπο τα απρόσκοπτα μέτρα αυτού του είδους είναι εκείνα που έχουν τις λιγότερες πιθανότητες να ληφθούν. Λένε: αν ήταν τόσο απλό, γιατί δεν εφαρμόστηκαν πολύ πρωτύτερα;

Κι όμως, γενικά, τα σπουδαία πράγματα είναι εύκολα και απλά.

Αυτό το γεγονός θα άπλωνε την εξυγιαντική του επενέργεια πολύ πέρα από τα δημόσια πράγματα. Γιατί το πνεύμα του κόμματος κατάφερε να τα μολύνει όλα.

Οι θεσμοί που καθορίζουν το παιχνίδι της δημόσιας ζωής σε μια χώρα επηρεάζουν πάντα τη σκέψη στην ολότητά της, εξαιτίας του γοήτρου της εξουσίας.

Φτάσαμε στο σημείο να μη σκεφτόμαστε σχεδόν καθόλου, σε κανέναν τομέα, παρά να παίρνουμε θέση «υπέρ» ή «κατά» μιας γνώμης. Έπειτα αναζητούμε επιχειρήματα, ανάλογα με την περίπτωση, είτε υπέρ είτε κατά. Είναι ακριβώς σαν να μεταθέτουμε την προσχώρηση σε ένα κόμμα.

Όπως στα πολιτικά κόμματα, υπάρχουν δημοκράτες που αποδέχονται πολλά κόμματα, το ίδιο και στο πεδίο των γνωμών τα ανοιχτά πνεύματα αναγνωρίζουν άξια στις γνώμες με τις οποίες διαφωνούν.

Αυτό σημαίνει να έχεις χάσει την ίδια την αίσθηση του αληθινού και του ψευδούς.

Άλλοι, έχοντας πάρει θέση για μια γνώμη, δεν συναινούν να εξεταστεί τίποτα αντίθετό της. Να η μετάθεση του ολοκληρωτικού πνεύματος.

Όταν ο Αϊνστάιν ήρθε στη Γαλλία, όλοι οι ανήκοντες σε περιβάλλοντα διανόησης, περιλαμβανομένων ακόμη και των σοφών, διαιρέθηκαν σε δύο στρατόπεδα, υπέρ του και κατά. Κάθε νέα επιστημονική σκέψη έχει τους οπαδούς της και τους αντιπάλους της. Και οι δύο υποκινούνται σε θλιβερό βαθμό από το κομματικό πνεύμα. Άλλωστε, αποκρυσταλλώνονται λίγο-πολύ σε αυτά τα περιβάλλοντα τάσεις και φατρίες.

Στην τέχνη και τη λογοτεχνία τα πράγματα είναι ακόμη πιο ξεκάθαρα. Ο κυβισμός και ο υπερρεαλισμός υπήρξαν κάτι σαν κόμματα. Ήμασταν «ζιντιανοί», όπως ήμασταν «μωρουαϊστες» [2]. Για να έχουμε όνομα, χρειάζεται να περιστοιχιζόμαστε από ομήγυρη θαυμαστών εμπνεόμενων από κομματικό πνεύμα.

Το ίδιο δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην αφοσίωση στο κόμμα και σε μια Εκκλησία, ή πάλι σε μια αντιθρησκευτική στάση. Ήμασταν υπέρ ή κατά της πίστης στο Θεό, υπέρ ή κατά του χριστιανισμού, και ούτω καθεξής. Φτάσαμε στο σημείο, στο χώρο της θρησκείας, να μιλούμε για αγωνιστές.

Ακόμη και στα σχολεία δεν έχουμε άλλο τρόπο να ενδυναμώσομε τη σκέψη των παιδιών παρά καλώντας τα να τοποθετηθούν υπέρ ή κατά. Παραθέτουμε μια φράση από έναν μεγάλο συγγραφέα και τους λέμε: «Συμφωνείτε ή όχι; Αναπτύξτε τα επιχειρήματά σας». Στο διαγώνισμα οι δύστυχοι μαθητές, όντας υποχρεωμένοι να τελειώσουν την έκθεση μέσα σε τρείς ώρες, δεν έχουν ούτε πέντε λεπτά για να αναρωτηθούν αν συμφωνούν. Κι όμως είναι τόσο εύκολο να τους πούμε: «Μελετήστε αυτό το κείμενο και εκφράστε τις σκέψεις που σας έρχονται στο νου».

Παντού σχεδόν -συχνά και για καθαρά τεχνικά προβλήματα- η διεργασία της υπεράσπισης, το να πάρουμε θέση υπέρ ή κατά, υποκατέστησε τη διεργασία της σκέψης.

Είναι κάτι σαν λέπρα, που προέρχεται από τα πολιτικά περιβάλλοντα και που εξαπλώθηκε σε ολόκληρη τη χώρα, προσβάλλοντας τη σκέψη σχεδόν στο σύνολό της.

Είναι αμφίβολο αν μπορούμε να θεραπεύσουμε αυτή τη λέπρα, που μας σκοτώνει, αν δεν κάνουμε την αρχή καταργώντας τα πολιτικά κόμματα.

[1]. Ας σκεφτούν οι αναγνώστες και το παρακάτω απόσπασμα από το βιβλίο της Βέιλ Επιστολή πρός έναν Ιερέα (μτφρ. Π. Υφαντής, Ευθύνη, Σειρά Αναλόγιο, 2007, σ. 46): «Η θωμιστική αντληψη για την πίστη συνεπάγεται έναν «ολοκληρωτισμό» έξίσου ή καί περισσότερο ασφυκτικό από έκείνον του Χίτλερ. Διότι άν τό πνεύμα αποδέχεται όχι μόνο όσα η Εκκλησία έχει αναγνωρίσει ως αρκούντως υποχρεωτικά για την πίστη αλλά και όσα αυτή θα αναγνωρίσει ενδεχομένως ως τέτοια, η διανόηση πρέπει να είναι φιμωμένη και περιορισμένη σέ δουλικά καθήκοντα»

[2]. Οι πρώτοι, προφανώς, οπαδοί του Αντρέ Ζίντ, συγγραφέα μεταξύ άλλων των βιβλίων Ποιμενική συμφωνία. Επίγειες τροφές κ.ά. (βραβειο Νόμπελ 1947). Οι δεύτεροι οπαδοί του Αντρέ Μωρουά (1885-1967), επίσης συγγραφέα, ακαδημαϊκού και βιογράφου διασημοτήτων, όπως του Σέλλεϋ, της Γεωργίας Σάνδη κ.ά.

Επιμέλεια: Γιώργος Κουτσαντώνης

Πηγή Simone Weil-Αποκηρύξτε τα πολιτικά κόμματα

Στην ταινία «Τα τέρατα» του γνωστού Ιταλού σκηνοθέτη Dino Risi, σε ένα σημείο αναφέρεται με προκλητικό και ελιτίστικο τρόπο:
Κάποιος βλέποντας ότι οι ηλίθιοι ήταν η πλειοψηφία, σκέφτηκε την ίδρυση του Κόμματος των Ηλιθίων, αλλά κανείς δεν τον ακολούθησε. Έτσι άλλαξε το όνομα σε Κόμμα των Ευφυών και τότε όλοι οι ηλίθιοι τον ακολούθησαν. 

Πρόλογος από: Γιώργο Κουτσαντώνη και Μιχάλη Θεοδοσιάδη

Ακολουθεί απόσπασμα από το βιβλίο της Σιμόν Βέιλ Για την Κατάργηση των Κομμάτων το οποίο προτείνουμε να διαβαστεί παράλληλα με προηγούμενη ανάρτησή μας: Simone Weil – Σκέψεις για τη γενική κατάργηση των πολιτικών κομμάτων. Σε αντίθεση με τα τέρατα του Risi, η Σιμόν Βέιλ, με τον στιβαρό και δομημένο λόγο της, δεν ασκεί απλά μια ειρωνική και καυστική κριτική στα πολιτικά κόμματα. Η Βέιλ χωρίς να υποτιμά τον άνθρωπο «ξεμπροστιάζει» τον ίδιο το θεσμό και τον απογυμνώνει από την φαινομενική του αίγλη. Χρησιμοποιεί τη λογική και ορίζει ρητά ως θεραπευτική επιλογή/ανάγκη την απελευθέρωσή μας από τα κόμματα, τα οποία (όπως γράφει η ίδια) σαν τη λέπρα αρρωσταίνουν τη σκέψη και τη λογική.

Επιπλέον, μας είναι γνωστό ότι η φιλοσοφία της Βέιλ έχει βαθιές θρησκευτικές και μεταφυσικές βάσεις. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, δεν τη φέρνει σε αντίθεση με τη ρεπουμπλικανική ηθική (την ηθική της δημοκρατίας, με άλλα λόγια). Αντίθετα, η σκέψη της Βέιλ παρότι εκλαμβάνει ως αφετηρία της θεωρητικά σχήματα τα οποία -τυπικά τουλάχιστον- δε συσχετίζονται με τη δημοκρατική παράδοση της δύσης (θα έλεγε κανείς), οδηγείται σε μια υβριδική φιλοσοφία που προσεγγίζει μια από τις βασικότερες πτυχές αυτής της παράδοσης: τη σημασία της ατομικής δόξας, που αποτελούσε βασική συνιστώσα της Αθηναϊκής δημοκρατίας, του αἰὲν ἀριστεύειν, κοινώς του ανταγωνισμού όλων των προσωπικών απόψεων κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων της εκκλησίας του δήμου. Ένας από τους λόγους που οφείλουμε να αποκηρύξουμε τα πολιτικά κόμματα, όπως λέει η Βέιλ, έγκειται στο γεγονός ότι τα κόμματα προσπαθούν να διαλύσουν και να πολτοποιήσουν όλα τα πολιτικά υποκείμενα, προσπαθώντας να τα συνενώσουν κάτω από μία ιδεολογική ομπρέλα, εφόσον κάθε άτομο και κάθε υποκείμενο συνθλίβεται μέσα στους ιεραρχικούς τους μηχανισμούς ώστε να απαιτείται πάντα να μιλάει κάποιος άλλος εξ ονόματός αυτών, κάποιος που εκφράζει τη «γενική βούληση». Τούτη η πολιτική ομογενοποίησης και σαλαμοποίησης, έχοντας εκμηδενίσει όλους τους εσωτερικούς ανταγωνισμούς γνώμων, παραβλέπει τη σημασία της σύγκρουσης ιδεών, ως αποτέλεσμα του λεγόμενου self-reliance (αυτοδυναμία) κατά τον Ralph Waldo Emerson, οδηγώντας στο GroupThink, στη λογική του consensus που κατά βάση πρόκειται για ιδεολογική ειρηνοποίηση. Το να εγγυώνται, λοιπόν, τέτοιοι πολιτικοί οργανισμοί τον «εκδημοκρατισμό» της κοινωνίας είναι αντίφαση εν τοις όροις, καθότι στρεβλώνει την ιδέα περί δημοκρατίας.

Κοριτσάκια που θαρρούσαν ότι πρόσκεινται στον γκωλισμό σαν να ήταν το γαλλικό ισοδύναμο του χιτλερισμού, πρόσθεταν: «Η αλήθεια είναι σχετική, ακόμη και στη γεωμετρία». Άγγιζαν άθελά τους την ουσία. Αν δεν υπάρχει αλήθεια, είναι νόμιμο να σκεφτόμαστε κατά τον άλφα ή βήτα τρόπο. Έχουμε μαύρα μαλλιά, καστανά, κόκκινα, ή ξανθά, από φυσικού μας. Η σκέψη, όπως τα μαλλιά, είναι τότε προϊόν μια φυσικής διεργασίας αφαίρεσης. Αν παραδεχτούμε ότι υπάρχει μια αλήθεια, δεν επιτρέπεται να σκεφτούμε παρά αυτό που είναι αληθινό. Σκεφτόμαστε τότε κάτι, όχι επειδή τυχαίνει να είμαστε Γάλλοι, καθολικοί ή σοσιαλιστές, αλλά επειδή το ακατάβλητο φως του αυτονότητου μας υποχρεώνει να σκεφτούμε έτσι και όχι διαφορετικά.

Πώς να προσυπογράψουμε διακηρύξεις που δεν γνωρίζουμε; Αρκεί να υποταχτούμε άνευ όρων στην αυθεντία από την οποία εκπορεύονται.

Γι’ αυτό ο άγιος Θωμάς (ενν. ο Ακινάτης) δεν θέλει να υποστηρίξει τις διακηρύξεις του παρά διαμέσου της αυθεντίας της Εκκλησίας, εξαιρώντας κάθε άλλο επιχείρημα. Επειδή, λέει, δεν χρειάζονται περισσότερα γι’ αυτούς που τις αποδέχονται, ενώ κανένα επιχείρημα δεν θα έπειθε αυτούς που τις αρνούνται.

Έτσι το εσωτερικό φως του αυτονόητου, αυτής της ικανότητας αντίληψης που παραχωρήθηκε άνωθεν στην ψυχή του ανθρώπου για να ανταποκρίνεται στην επιθυμία της αλήθειας, έχει απορριφτεί, καταδικασμένο σε έργα δουλοπρεπή, κάπως σαν να κάνεις προσθέσεις, αποκλείοντας κάθε έρευνα που σχετίζεται με το πνευματικό πεπρωμένο του ανθρώπου. Το κίνητρο της σκέψης δεν είναι πια η άνευ όρων και καθορισμών επιθυμία της αλήθειας, αλλά η επιθυμία συμμόρφωσης με μια εκ των προτέρων θεσμοθετημένη διδασκαλία.

Το γεγονός ότι η Εκκλησία που ίδρυσε ο Χριστός κατέπνιξε έτσι σε τόσο ευρεία κλίμακα το πνεύμα της αλήθειας -και αν δεν το κατάφερε ολοκληρωτικά με την Ιερά Εξέταση, τούτο οφείλεται στο ότι η μυστική (εμπειρία) πρόσφερε ένα ασφαλές καταφύγιο- αποτελεί τραγική ειρωνεία. Το έχουν παρατηρήσει επανειλημμένα. Εκείνο που έχουν παρατηρήσει λιγότερο είναι μια άλλη τραγική ειρωνεία. Ότι το κίνημα εξέγερσης ενάντια στην κατάπνιξη των πνευμάτων υπό το καθεστώς της Ιεράς ‘Εξέτασης προσανατολίστηκε έτσι ώστε να εξακολουθήσει το έργο της κατάπνιξης.

Η Μεταρρύθμιση και ο ουμανισμός της Αναγέννησης, διπλό προϊόν αυτής της εξέγερσης, συνέβαλαν τα μέγιστα στη δημιουργία, ύστερα από τρείς αιώνες ωρίμανσης, του πνεύματος του 1789. Από εδώ προήλθε ύστερα από ένα διάστημα ή δημοκρατία μας, θεμελιωμένη στο παιχνίδι των κομμάτων, που το καθένα τους είναι μια μικρή κοσμική Εκκλησία, οπλισμένη με την απειλή του αφορισμού. Η επίδραση των κομμάτων έχει μολύνει ολόκληρη τη διανοητική ζωή της εποχής μας.

Ένας άνθρωπος που προσχωρεί σε ένα κόμμα έχει προσέξει ότι υπάρχουν πιθανώς στην πράξη και στην προπαγάνδα αυτού του κόμματος πράγματα που του φάνηκαν σωστά και καλά. Ποτέ του όμως δεν μελέτησε τη θέση του κόμματος αναφορικά με τα προβλήματα του δημόσιου βίου. Μπαίνοντας στο κόμμα, αποδέχεται θέσεις που αγνοεί. Έτσι, υποτάσσει τη σκέψη του στην αυθεντία του κόμματος. Όταν, σιγά σιγά θα μάθει τις θέσεις αυτές, θα τις αποδεχτεί ανεξέταστα.

Είναι ακριβώς το ίδιο που συμβαίνει σε όποιον προσχωρεί στην καθολική ορθοδοξία, τη σύμφωνη με τη σύλληψη του άγιου Θωμά [1].

Εάν ένας ρωτούσε, ζητώντας την κάρτα του μέλους : «Συμφωνώ με το κόμμα στο τάδε, τάδε και τάδε σημείο. Δεν έχω μελετήσει τις άλλες θέσεις του και διατηρώ όλες μου τις επιφυλάξεις, για όσο δεν θα το έχω κάνει», θα τον παρακαλούσαν σίγουρα να ξαναπεράσει αργότερα.

Στην πραγματικότητα όμως, πλην σπανίων εξαιρέσεων, όποιος εισέρχεται σε ένα κόμμα υιοθετεί πειθήνια την πνευματική στάση που θα εκφράσει αργότερα λέγοντας: «Όντας μοναρχικός, όντας σοσιαλιστής, σκέφτομαι ότι…». Είναι τόσο αναπαυτικό! Γιατί αυτό δεν είναι σκέψη. Δεν υπάρχει τίποτα πιο αναπαυτικό από το να μη σκέφτεσαι.

Όσο για το τρίτο χαρακτηριστικό των κομμάτων (βλέπε εδώ σ. 26) και για το ότι πρόκειται για μηχανές παραγωγής συλλογικού πάθους, είναι τόσο ορατό που δεν χρειάζεται να αποδειχτεί. Το συλλογικό πάθος είναι η μοναδική ενέργεια την οποία διαθέτουν τα κόμματα για να ασκήσουν εξωτερική προπαγάνδα και πίεση στην ψυχή κάθε μέλους.

Ομολογείται ότι το πνεύμα του κόμματος αποτυφλώνει τον άνθρωπο, τον καθιστά αναίσθητο στο δίκαιο, εξωθεί ακόμη και έντιμους πολίτες σε πιο άγρια και ωμή επίθεση κατά αθώων. Το ομολογούμε, αλλά δεν σκεφτόμαστε να καταργήσουμε τους οργανισμούς που παρασκευάζουν αυτό το πνεύμα.

Ωστόσο, απαγορεύουν τα ναρκωτικά.

Κι όμως, υπάρχουν άνθρωποι εξαρτημένοι από αυτά. Αλλά θα υπήρχαν περισσότεροι, εάν το κράτος οργάνωνε την πώληση του όπιου και της κοκαΐνης σε όλα τα καπνοπωλεία, με διαφημιστικές αφίσες που να ενθαρρύνουν την κατανάλωσή τους.

Το συμπέρασμα είναι ότι ο θεσμός των κομμάτων φαίνεται να συνιστά σχεδόν απόλυτο κακό. Είναι κακά στην ίδια τους την αρχή, και έχουν κακές πρακτικές συνέπειες.

Η κατάργηση των κομμάτων θα ήταν το σχεδόν απόλυτο καλό. Είναι εμμενώς νόμιμο καταρχήν και δεν φαίνεται πρακτικά παρά να έχει αγαθές συνέπειες.

Οι υποψήφιοι θα έλεγαν στους ψηφοφόρους όχι ότι «έχω αυτή την ετικέτα» -πράγμα που πρακτικά δεν μαθαίνει τίποτα στο κοινό σχετικά με τη συγκεκριμένη στάση τους απέναντι σε απτά προβλήματα- αλλά θα τους έλεγαν: «σκέφτομαι αυτό, εκείνο και το άλλο απέναντι σε αυτό, εκείνο και το άλλο σοβαρό πρόβλημα».

Οι εκλεγμένοι θα συνασπίζονταν και θα διαλύονταν ανάλογα με τη φυσική κινητικότητα που δημιουργεί ή συμφωνία ή ή διαφωνία απόψεων. Μπορώ Θαυμάσια να είμαι σύμφωνος με τον κ. Α. για την αποικοκρατία και να διαφωνώ μαζί του για την ιδιοκτησία των χωρικών. Το αντίστροφο με τον κ. Β. Εάν το θέμα ήταν η αποικιοκρατία θα πήγαινα, πριν τη συνεδρίαση, να κουβεντιάσω λίγο με τον κ. Α. ή, εάν ήταν η ιδιοκτησία των χωρικών, με τον κ. Β.

Η τεχνητή συγκρότηση σε κόμματα έχει συμπέσει τόσο λίγο με πραγματικές συγγενικές απόψεις, που ένας βουλευτής μπορεί να διαφωνεί σε όλες τις συγκεκριμένες στάσεις με ένα συνάδελφο του ίδιου κόμματος και να συμφωνεί με βουλευτή άλλου κόμματος.
Πόσες φορές στη Γερμανία, στα 1932, ένας κομμουνιστής και ένας ναζιστής, κουβεντιάζοντας στο δρόμο, έπαθαν σκοτοδίνη όταν διαπίστωσαν ότι συμφωνούν σε όλα!

Μπροστά από το Κοινοβούλιο, καθώς υπήρχαν περιοδικά ιδεών, φυσικό ήταν να δημιουργούν γύρω τους και τα ανάλογα περιβάλλοντα. Αυτά τα περιβάλλοντα έπρεπε να διατηρούνται σε ρευστή κατάσταση. Αυτή η ρευστότητα κάνει αυτά τα περιβάλλοντα συγγενών απόψεων να διακρίνονται από τα κόμματα και τα εμποδίζει να ασκούν κακή επιδραση. Όταν συναναστρεφόμαστε φιλικά αυτόν που διευθύνει ένα τέτοιο περιοδικό, αυτούς που γράφουν συχνά σε αυτό, όταν γράφουμε κι εμείς οι ίδιοι, ξέρουμε ότι είμαστε σε επαφή με το περιβάλλον αυτού του περιοδικού. Αλλά δεν ξέρούμε εάν εμείς οι ίδιοι ανήκουμε σ’αυτό. Δεν υπάρχει σαφής διάκριση ανάμεσα στο έξω και το μέσα. Σε ευρύτερο κύκλο βρίσκονται αυτοί που διαβάζουν το περιοδικό και γνωρίζουν έναν ή δύο από τους συγγραφείς του. Ακόμα πιο πέρα οι τακτικοί αναγνώστες που αντλούν από αυτό κάποια έμπνευση. Πιο μακριά οι ευκαιριακοί αναγνώστες. Κανενός ομως δεν θα του περνούσε από το νου να σκεφτεί ή να πει: «Όντας συνδεδεμένος με αυτό το περιοδικό, σκέφτομαι ότι…».

Όταν οι συνεργάτες ενός περιοδικού παρουσιάζονται στις εκλογές, θα έπρεπε να τους απαγορεύεται να παρουσιάζονται με την ιδιότητα συνεργάτη. Θα έπρεπε να απαγορεύεται στο περιοδικό να τους προσφέρει αξιώματα ή να βοηθήσει άμεσα ή έμμεσα την υποψηφιότητά τους, ή έστω απλώς να άναφερθεί σ’ αυτήν.

Κάθε ομάδα «φίλων» τέτοιου περιοδικού έπρεπε να απαγορεύεται.

Εάν ένα περιοδικό εμπόδιζε τους συνεργάτες του, επί ποινή αποκλεισμού, να συνεργαστούν σε οποιεσδήποτε άλλες εκδόσεις, θα έπρεπε να ανασταλεί η έκδοση του μόλις αποδεικνυόταν το γεγονός.

Αυτό προϋποθέτει ένα καθεστώς τύπου που θα καθιστούσε αδύνατο να συνεργαστείς σε εκδόσεις ατιμωτικές.

Κάθε φορά που ένα τέτοιο περιβάλλον θα επιχειρούσε να προσδιοριστεί με βάση συγκεκριμένα χαρακτηριστικά μέλους, θα υπήρχε ποινική καταστολή, όταν θα είχαμε επιβεβαίωση του γεγονότος. Εννοείται ότι θα υπήρχαν παράνομα κόμματα. Αλλά τα μέλη τους δεν θα είχαν ήσυχη συνείδηση. Δεν θα μπορούσαν πιά να επιδείξουν δημόσια πνεύμα δουλαγωγίας. Δεν θα μπορούσαν να προπαγανδίζουν τίποτα εν ονόματι του κόμματος. Το κόμμα δεν θα μπορούσε πιά να τα κρατά σ’ ένα αδιέξοδο δίκτυο ενδιαφερόντων, αισθημάτων και υποχρεώσεων.

Κάθε φορά που ένας νόμος είναι αδέκαστος, δίκαιος και θεμελιωμένος σε μια θεώρηση του κοινού αγαθού, αφομοιώσιμη από το λαό, αδυνατίζει όλα όσα απαγορεύει. Τα αδυνατίζει από μόνο το γεγονός ότι υπάρχει και ανεξάρτητα από τα κατασταλτικά μέτρα που επιδιώκουν να εξασφαλίσουν εφαρμόζοντάς τον.

Αυτή η ενυπάρχουσα μεγαλοσύνη του νόμου είναι παράγοντας της δημόσιας ζωής, που την έχουμε από καιρό λησμονήσει και στην οποία πρέπει να επανέλθουμε.

Φαίνεται ότι τα κωλύματα που αναγνωρίζομε στην ύπαρξη παράνομων κομμάτων απαντώνται σε βαθμό υψηλότερο στα νόμιμα κόμματα.

Γενικά θα λέγαμε ότι μια προσεκτική εξέταση δεν αφήνει να φανεί από κάθε άποψη κανενός είδους κώλυμα ως επακόλουθο της κατάργησης των κομμάτων.

Κατά έναν παράδοξο τρόπο τα απρόσκοπτα μέτρα αυτού του είδους είναι εκείνα που έχουν τις λιγότερες πιθανότητες να ληφθούν. Λένε: αν ήταν τόσο απλό, γιατί δεν εφαρμόστηκαν πολύ πρωτύτερα;

Κι όμως, γενικά, τα σπουδαία πράγματα είναι εύκολα και απλά.

Αυτό το γεγονός θα άπλωνε την εξυγιαντική του επενέργεια πολύ πέρα από τα δημόσια πράγματα. Γιατί το πνεύμα του κόμματος κατάφερε να τα μολύνει όλα.

Οι θεσμοί που καθορίζουν το παιχνίδι της δημόσιας ζωής σε μια χώρα επηρεάζουν πάντα τη σκέψη στην ολότητά της, εξαιτίας του γοήτρου της εξουσίας.

Φτάσαμε στο σημείο να μη σκεφτόμαστε σχεδόν καθόλου, σε κανέναν τομέα, παρά να παίρνουμε θέση «υπέρ» ή «κατά» μιας γνώμης. Έπειτα αναζητούμε επιχειρήματα, ανάλογα με την περίπτωση, είτε υπέρ είτε κατά. Είναι ακριβώς σαν να μεταθέτουμε την προσχώρηση σε ένα κόμμα.

Όπως στα πολιτικά κόμματα, υπάρχουν δημοκράτες που αποδέχονται πολλά κόμματα, το ίδιο και στο πεδίο των γνωμών τα ανοιχτά πνεύματα αναγνωρίζουν άξια στις γνώμες με τις οποίες διαφωνούν.

Αυτό σημαίνει να έχεις χάσει την ίδια την αίσθηση του αληθινού και του ψευδούς.

Άλλοι, έχοντας πάρει θέση για μια γνώμη, δεν συναινούν να εξεταστεί τίποτα αντίθετό της. Να η μετάθεση του ολοκληρωτικού πνεύματος.

Όταν ο Αϊνστάιν ήρθε στη Γαλλία, όλοι οι ανήκοντες σε περιβάλλοντα διανόησης, περιλαμβανομένων ακόμη και των σοφών, διαιρέθηκαν σε δύο στρατόπεδα, υπέρ του και κατά. Κάθε νέα επιστημονική σκέψη έχει τους οπαδούς της και τους αντιπάλους της. Και οι δύο υποκινούνται σε θλιβερό βαθμό από το κομματικό πνεύμα. Άλλωστε, αποκρυσταλλώνονται λίγο-πολύ σε αυτά τα περιβάλλοντα τάσεις και φατρίες.

Στην τέχνη και τη λογοτεχνία τα πράγματα είναι ακόμη πιο ξεκάθαρα. Ο κυβισμός και ο υπερρεαλισμός υπήρξαν κάτι σαν κόμματα. Ήμασταν «ζιντιανοί», όπως ήμασταν «μωρουαϊστες» [2]. Για να έχουμε όνομα, χρειάζεται να περιστοιχιζόμαστε από ομήγυρη θαυμαστών εμπνεόμενων από κομματικό πνεύμα.

Το ίδιο δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην αφοσίωση στο κόμμα και σε μια Εκκλησία, ή πάλι σε μια αντιθρησκευτική στάση. Ήμασταν υπέρ ή κατά της πίστης στο Θεό, υπέρ ή κατά του χριστιανισμού, και ούτω καθεξής. Φτάσαμε στο σημείο, στο χώρο της θρησκείας, να μιλούμε για αγωνιστές.

Ακόμη και στα σχολεία δεν έχουμε άλλο τρόπο να ενδυναμώσομε τη σκέψη των παιδιών παρά καλώντας τα να τοποθετηθούν υπέρ ή κατά. Παραθέτουμε μια φράση από έναν μεγάλο συγγραφέα και τους λέμε: «Συμφωνείτε ή όχι; Αναπτύξτε τα επιχειρήματά σας». Στο διαγώνισμα οι δύστυχοι μαθητές, όντας υποχρεωμένοι να τελειώσουν την έκθεση μέσα σε τρείς ώρες, δεν έχουν ούτε πέντε λεπτά για να αναρωτηθούν αν συμφωνούν. Κι όμως είναι τόσο εύκολο να τους πούμε: «Μελετήστε αυτό το κείμενο και εκφράστε τις σκέψεις που σας έρχονται στο νου».

Παντού σχεδόν -συχνά και για καθαρά τεχνικά προβλήματα- η διεργασία της υπεράσπισης, το να πάρουμε θέση υπέρ ή κατά, υποκατέστησε τη διεργασία της σκέψης.

Είναι κάτι σαν λέπρα, που προέρχεται από τα πολιτικά περιβάλλοντα και που εξαπλώθηκε σε ολόκληρη τη χώρα, προσβάλλοντας τη σκέψη σχεδόν στο σύνολό της.

Είναι αμφίβολο αν μπορούμε να θεραπεύσουμε αυτή τη λέπρα, που μας σκοτώνει, αν δεν κάνουμε την αρχή καταργώντας τα πολιτικά κόμματα.

[1]. Ας σκεφτούν οι αναγνώστες και το παρακάτω απόσπασμα από το βιβλίο της Βέιλ Επιστολή πρός έναν Ιερέα (μτφρ. Π. Υφαντής, Ευθύνη, Σειρά Αναλόγιο, 2007, σ. 46): «Η θωμιστική αντληψη για την πίστη συνεπάγεται έναν «ολοκληρωτισμό» έξίσου ή καί περισσότερο ασφυκτικό από έκείνον του Χίτλερ. Διότι άν τό πνεύμα αποδέχεται όχι μόνο όσα η Εκκλησία έχει αναγνωρίσει ως αρκούντως υποχρεωτικά για την πίστη αλλά και όσα αυτή θα αναγνωρίσει ενδεχομένως ως τέτοια, η διανόηση πρέπει να είναι φιμωμένη και περιορισμένη σέ δουλικά καθήκοντα»

[2]. Οι πρώτοι, προφανώς, οπαδοί του Αντρέ Ζίντ, συγγραφέα μεταξύ άλλων των βιβλίων Ποιμενική συμφωνία. Επίγειες τροφές κ.ά. (βραβειο Νόμπελ 1947). Οι δεύτεροι οπαδοί του Αντρέ Μωρουά (1885-1967), επίσης συγγραφέα, ακαδημαϊκού και βιογράφου διασημοτήτων, όπως του Σέλλεϋ, της Γεωργίας Σάνδη κ.ά.

Επιμέλεια: Γιώργος Κουτσαντώνης

Πηγή Simone Weil-Αποκηρύξτε τα πολιτικά κόμματα