22 May, 2019
Home / Περιβαλλον (Page 14)

Τώρα πια ο Σκαρίμπας είναι μια παγιωμένη αξία. Όμως, πριν είκοσι-τριάντα χρόνια, συνήθως όποιος μίλαγε για τον Σκαρίμπα συνόδευε τα λεγόμενά του μ’ ένα ηλίθιο γελάκι -για να διαχωρίσει τη θέση του. Ο Σκαρίμπας έζησε στο λογοτεχνικό περιθώριο σαν μια ιδιάζουσα περίπτωση, που δεν μας κάνει ούτε κρύο ούτε ζέστη. Απ’ όσο θυμάμαι, ο Σκαρίμπας
ζούσε σε μιαν ατμόσφαιρα αδιάπτωτου (αλλά, χλιαρού) σνομπαρίσματος. Όλοι μας είμαστε δυτικοθρεμένοι, τουτέστιν μικροψεύτες. Ο Σκαρίμπας προβάλλει σαν ο Μέγας Αυτοδίδακτος. Και, ακριβώς, αυτή είναι η βασική διαφορά ανάμεσα σ’ έναν αναγνωρισμένο ποιητή (π.χ. τον Ελύτη) και στον παραγνωρισμένο μας λόγιο, τον Σκαρίμπα. Ο Ελύτης κουβαλάει στη ράχη του τη Γαλλία. Ο Σκαρίμπας αντλεί από τ’ άντερά του. Και δεν εχρησιμοποίησα τυχαίως τον τίτλο λόγιος. Ο Σκαρίμπας δεν είναι μια μπουρμπουλήθρα που ξεφυσάει αλλόκοτες χρωματιστές λέξεις. Με τον καιρό απέβη λίαν ενοχλητικός. Υπαινίσσομαι το ιστορικό του έργο, που οι πάνσοφοί μας πανεπιστημιακοί υπεδέχθησαν με μορφασμούς. Γιαυτό, ο κύριος Ασδραχάς δεν περιλαμβάνει τα ιστορικά βιβλία του Σκαρίμπα στις εκατόν-πενήντα σελίδες της ιστοριο-βιβλιογραφίας του. Σπεύδω να δηλώσω: εκτιμώ περισσότερο τον παραμυθά-ιστοριογράφο Σκαρίμπα από τα επιστημονικοφανή παραμύθια των Σβορόνων.


Ηλίας Πετρόπουλος


Και ένα ποίημα του για τη Χαλκίδα

Σπασμένο καράβι Σπασμένο καράβι νάμαι, πέρα βαθιά 
–έτσι νάμαι– 
με χώρις κατάρτια με χώρις πανιά να κοιμάμαι. 
Νάν’ αφράτος ο τόπος κι η ακτή νεκρική γύρω γύρω, 
με κουφάρι γυρτό και με πλώρη εκεί που θα γείρω. 
Νάν’ η θάλασσα άψυχη και τα ψάρια νεκρά –έτσι νάναι!
– και τα βράχια κατάπληχτα και τ’ αστέρια μακριά να κυττάνε… Δίχως χτύπο οι ώρες, και οι μέρες θλιβές 
–δίχως χάρη
– κι έτσι κούφιο κι ακίνητο μέσ’ σε νύχτες βουβές το φεγγάρι. ……………………………………….. Έτσι νάμαι καράβι γκρεμισμένο, νεκρό 
–έτσι νάμαι
– σ’ αμμουδιά πεθαμένη και σε κούφιο νερό, να κοιμάμαι.


Απέναντι Όχθη

Πηγή Σκαρίμπας σαν σήμερα..

Τώρα πια ο Σκαρίμπας είναι μια παγιωμένη αξία. Όμως, πριν είκοσι-τριάντα χρόνια, συνήθως όποιος μίλαγε για τον Σκαρίμπα συνόδευε τα λεγόμενά του μ’ ένα ηλίθιο γελάκι -για να διαχωρίσει τη θέση του. Ο Σκαρίμπας έζησε στο λογοτεχνικό περιθώριο σαν μια ιδιάζουσα περίπτωση, που δεν μας κάνει ούτε κρύο ούτε ζέστη. Απ’ όσο θυμάμαι, ο Σκαρίμπας
ζούσε σε μιαν ατμόσφαιρα αδιάπτωτου (αλλά, χλιαρού) σνομπαρίσματος. Όλοι μας είμαστε δυτικοθρεμένοι, τουτέστιν μικροψεύτες. Ο Σκαρίμπας προβάλλει σαν ο Μέγας Αυτοδίδακτος. Και, ακριβώς, αυτή είναι η βασική διαφορά ανάμεσα σ’ έναν αναγνωρισμένο ποιητή (π.χ. τον Ελύτη) και στον παραγνωρισμένο μας λόγιο, τον Σκαρίμπα. Ο Ελύτης κουβαλάει στη ράχη του τη Γαλλία. Ο Σκαρίμπας αντλεί από τ’ άντερά του. Και δεν εχρησιμοποίησα τυχαίως τον τίτλο λόγιος. Ο Σκαρίμπας δεν είναι μια μπουρμπουλήθρα που ξεφυσάει αλλόκοτες χρωματιστές λέξεις. Με τον καιρό απέβη λίαν ενοχλητικός. Υπαινίσσομαι το ιστορικό του έργο, που οι πάνσοφοί μας πανεπιστημιακοί υπεδέχθησαν με μορφασμούς. Γιαυτό, ο κύριος Ασδραχάς δεν περιλαμβάνει τα ιστορικά βιβλία του Σκαρίμπα στις εκατόν-πενήντα σελίδες της ιστοριο-βιβλιογραφίας του. Σπεύδω να δηλώσω: εκτιμώ περισσότερο τον παραμυθά-ιστοριογράφο Σκαρίμπα από τα επιστημονικοφανή παραμύθια των Σβορόνων.


Ηλίας Πετρόπουλος


Και ένα ποίημα του για τη Χαλκίδα

Σπασμένο καράβι Σπασμένο καράβι νάμαι, πέρα βαθιά 
–έτσι νάμαι– 
με χώρις κατάρτια με χώρις πανιά να κοιμάμαι. 
Νάν’ αφράτος ο τόπος κι η ακτή νεκρική γύρω γύρω, 
με κουφάρι γυρτό και με πλώρη εκεί που θα γείρω. 
Νάν’ η θάλασσα άψυχη και τα ψάρια νεκρά –έτσι νάναι!
– και τα βράχια κατάπληχτα και τ’ αστέρια μακριά να κυττάνε… Δίχως χτύπο οι ώρες, και οι μέρες θλιβές 
–δίχως χάρη
– κι έτσι κούφιο κι ακίνητο μέσ’ σε νύχτες βουβές το φεγγάρι. ……………………………………….. Έτσι νάμαι καράβι γκρεμισμένο, νεκρό 
–έτσι νάμαι
– σ’ αμμουδιά πεθαμένη και σε κούφιο νερό, να κοιμάμαι.


Απέναντι Όχθη

Πηγή Σκαρίμπας σαν σήμερα..

Ο Χακουίν,διδάσκαλος του Ζεν, ζούσε σε μια κωμόπολη της Ιαπωνίας. Έχαιρε μεγάλου σεβασμού και πολλοί άνθρωποι πήγαιναν σε αυτόν για πνευματική καθοδήγηση.Έτυχε κάποια στιγμή να μείνει έγκυος η έφηβη κόρη του γείτονα του.Όταν ρωτήθηκε από τους οργισμένους γονείς της σχετικά με την ταυτότητα του πατέρα, εκείνη τους είπε τελικά ότι ήταν ο Χακουίν.Οργισμένοι, οι γονείς όρμησαν στο σπίτι του Χακουίν και του είπαν φωνάζοντας και κατηγορώντας τον ότι η κόρη τους είχε ομολογήσει ότι εκείνος ήταν ο πατέρας.Το μόνο που απάντησε ήταν:«Έτσι,ε;».

Η είδηση του σκανδάλου εξαπλώθηκε σε όλη την πόλη κι ακόμα πιο πέρα. Ο διδάσκαλος έχασε τη φήμη του. Δεν ενοχλήθηκε. Κανείς δεν ερχόταν πια να τον δει.

Παρέμεινε ασυγκίνητος.’Όταν γεννήθηκε το παιδί, οι γονείς το έφεραν στον Χακουίν.»Εσύ είσαι ο πατέρας, εσύ να το φροντίσεις». Ο διδάσκαλος το φρόντιζε με αγάπη.

Ένα χρόνο αργότερα, η μητέρα εξομολογήθηκε με τύψεις στους γονείς της ότι ο αληθινός πατέρας ήταν ο νεαρός που δούλευε στο χασάπικο.Με μεγάλη συντριβή, πήγαν στον Χακουίν για να απολογηθούν και να του ζητήσουν συγνώμη.»Λυπούμαστε πραγματικά. Ήρθαμε να πάρουμε το μωρό. Η κόρη μας ομολόγησε ότι δεν είσαι εσύ ο πατέρας».

«Έτσι,ε;» ήταν το μόνο που είπε εκείνος καθώς τους παρέδιδε το μωρό.

Ο διδάσκαλος αποκρίνεται στο ψέμα και στην αλήθεια, στα καλά και στα κακά νέα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο:«Έτσι,ε;»Επιτρέπει στη μορφή της στιγμής, καλή ή κακή, να είναι όπως είναι κι έτσι δε γίνεται συμμέτοχος στο ανθρώπινο δράμα.Γι’αυτόν υπάρχει μόνο τούτη η στιγμή, και τούτη η στιγμή είναι όπως είναι.

Τα περιστατικά δεν προσωποποιούνται. Δε νοιώθει θύμα κανενός.
Είναι τόσο απόλυτα ένα με αυτό που συμβαίνει, ώστε αυτό δεν έχει πια δύναμη πάνω του. Μόνο αν αντιστέκεσαι σ’αυτό που συμβαίνει είσαι στο έλεος του, και ο κόσμος θα καθορίζει την ευτυχία ή την δυστυχία σου.

Eckhart Tolle :.»Για μια νέα ζωή»

Πηγή Έτσι,ε;

«Ο έρωτας, στην αρχή, ζητά πολύ λίγα στοιχεία για να υπάρξει. Μια ελκυστική εμφάνιση. Ένα ευχάριστο περιβάλλον. Δύο όμορφα λόγια. Μια υπόσχεση. Ένα λουλούδι. Λίγο μυστήριο. Μια οικειότητα. Αργότερα, ο έρωτας γίνεται
πολύ απαιτητικός. Ζητά την τιμιότητα, τον σεβασμό, τη συνέπεια, την έκπληξη, τη σταθερότητα, την ανανέωση, την εμπιστοσύνη, την προσωπική αυτογνωσία, το ξεπέρασμα των αποτυχιών, την ανατροφοδοσία της επιθυμίας, το αέναο μοίρασμα. Η παραίτηση από το να είμαστε ερωτικοί οδηγεί στην παραίτηση από την ίδια τη ζωή»


FOTO BY Fuyang Zhou ,China
Καραγιάννης Δημήτρης

By : Άλεξ Κουπί

Πηγή Έρωτας ή τίποτα

«Ο έρωτας, στην αρχή, ζητά πολύ λίγα στοιχεία για να υπάρξει. Μια ελκυστική εμφάνιση. Ένα ευχάριστο περιβάλλον. Δύο όμορφα λόγια. Μια υπόσχεση. Ένα λουλούδι. Λίγο μυστήριο. Μια οικειότητα. Αργότερα, ο έρωτας γίνεται
πολύ απαιτητικός. Ζητά την τιμιότητα, τον σεβασμό, τη συνέπεια, την έκπληξη, τη σταθερότητα, την ανανέωση, την εμπιστοσύνη, την προσωπική αυτογνωσία, το ξεπέρασμα των αποτυχιών, την ανατροφοδοσία της επιθυμίας, το αέναο μοίρασμα. Η παραίτηση από το να είμαστε ερωτικοί οδηγεί στην παραίτηση από την ίδια τη ζωή»


FOTO BY Fuyang Zhou ,China
Καραγιάννης Δημήτρης

By : Άλεξ Κουπί

Πηγή Έρωτας ή τίποτα

Περπατούσαν πλάι πλάι χωρίς να μιλάνε καθόλου..Η αλήθεια ήταν πως δεν ξέραν να μιλάνε.Αν και είχαν αυτιά, τα χρησιμοποιούσαν μόνο σαν κεραίες. Είχαν παραιτηθεί από κάθε φωνητική δραστηριότητα, απλά
κοιτιόνταν..Συνενογιόντουσαν μόνο με το νου.Γιατί μπορούσαν. Τα ρούχα τους, τα παπούτσια τους, τα καπέλα και τα γυαλιά τους όλα ήσαν φτιαγμένα από λάστιχο. Πολυχρησιμοποιημένα πλαστικά δις και τρις ανακυκλωμένα.Τα σπίτια τους όλα στριμωγμένα σε κοινότητες μέσα στα πελώρια κούφια βουνά. Βουνά γυμνά, βουνά ξερά. Αχόρταγα τα σκάβανε για αιώνες, τα λαστιχένια ανθρωπάκια ρουφώντας ουγκιά την ουγκιά την ζωή από μέσα τους. Και τα βουνά εγίνηκαν χρυσάφι, γινήκαν πετρέλαιο, γινήκαν ναοί. Ναοί λατρείας, ναοί εξουσίας. Με λιγοστούς αρχόντους, πιότερους μεσολαβητές και πλείστους διοικούμενους. Οι αρχόντοι ήσαν δερμάτινοι και καβαντζωμένοι καλά στα υπέργεια πολυτελή καλύβια τους. Απάνθρωποι και γλοιώδεις λιάζονταν στον πύρινο Ήλιο.Ίδια ράτσα, άλλα προνόμια. Είχαν ότι χρειάζονταν και ακόμα παραπάνω. Είχαν και παχιά χείλια για να ρουφάν τις πεταλίδες. Τα μόνα ζωντανά που είχαν απομείνει. Η καλύτερη και η πιο σπάνια τροφή ήσαν οι βουνίσιες πεταλίδες. Γλύφανε τα κελύφια των αρσενικών πεταλίδων, σωριάζοντας τα στις τεράστιες δεξαμενές τους. Έπειτα καθόντουσαν με τις ώρες και χάζευαν τα αμέτρητα κελύφια τους.. Μεταξύ τους όλο τσακώνονταν οι αρχόντοι, ποιος έχει παραπάνω, μα στους άλλους φαίνονταν ενωμένοι. Έτσι τους είχαν όλους του χεριού τους..Όλους όσους τους μισούσαν και τους λάτρευαν, μαζί. Οι μεσολαβητές, που ήτανε πιότεροι είχαν μακρυά γλώσσα που όλο έγλειφε.Συνήθως ήτανε από φαμίλια ετών, ίδιοι και ίδιοι, που κομπορρημονωντας υπνώτιζαν τα ανθρωπάκια και τα οδήγαγαν στον τόπο που ορίζονταν γι αυτά. Πριν ενηλικιωθούν τα πήγαιναν στα εκδορεία , να γδάρουν την καθαρή πέτσα τους, να δόκουνε το δέρμα τους στους δερμάτινους, να το ντυθούν, να φαίνονται καμπόσοι. Μετά τους έντυναν με λάστιχα, για να μην τσούζουν και να εργάζονται χωρίς παράπονα πολλά. Τα συνόδευαν στα τρύπια βουνά που θα ζούσαν όλη τους την ζωή βγάζοντας βουνίσιες πεταλίδες. Για αμοιβή τους έδιναν ένα βρεγμένο πανί, ίσα να ξεδιψάσουν την απαίδευτη δίψα τους. Τα λαστιχένια ανθρωπάκια δεν βγάζαν το κεφάλι τους από την μικρή τους πραγματικότητα. Ζούσανε βυθισμένα στο μικρό τους κόσμο, αφήνοντας τις μέρες τους παρακαταθήκη για τα γεράματα. Αφήνοντας τις νύχτες τους απλωμένες στα μανταλάκια για να μην ιδρώνουν και μυρίζουν. Τα λαστιχένια ανθρωπάκια ήταν καθαρά, λούζονταν καθημερινά με χίλια δυο απορρυπαντικά.Για να μην μυρίζουν… 
Ώσπου μια μέρα κάτω από τον θαμπό ουρανό, ένα λουλούδι φύτρωσε από ένα ξεχασμένο βρεγμένο πανί και έναν σπόρο. Σπόρο χρόνια φυλαγμένο στην καρδιά ενός βουνού. Σπόρο που είχε κολλήσει στο λαστιχένιο παπουτσάκι κάποιου γδαρμένου, που είχε την φαεινή ιδέα να πάρει το φίλο του και να βαδίσουνε μαζί. Έξω από το τρύπιο βουνό, στον απαγορευμένο πύρινο ήλιο. Και άλλοι ακολουθήσανε και βγήκανε έξω. Κολλημένοι στα παπούτσια τους σπόροι παλιοί, που δεν ήξεραν καν ότι τους έχουν. Σπόροι ικανοί να ανθίσουν για ότι πιστεύουν οι μικροί πως δεν έχει ανατροπή.. 


Και οι σπόροι ψήλωσαν, κάμανε ρίζες βαθιές δώσαν φύλλα, δώσαν λουλούδια, δώσαν καρπούς.. Καρπούς τεράστιους και βαριούς που πέσαν σαν κομήτες στα κεφάλια των δερμάτινων και επειδής ήσαν λίγοι τους συνέθλισαν.. Και αυτούς και τα κελύφια τους. Τα λαστιχένια ανθρωπάκια άρχισαν να βγαίνουν έξω και να χαίρονται τον πύρινο ήλιο..Άρχισαν να μην χρειάζονται τα λάστιχα και να κρατούν το δικό τους δέρμα… Ώσπου οι μεσολαβητές με τις μακριές γλώσσες έπεισαν τους πιο πονηρούς να αρχίσουν να τρώνε πεταλίδες και να μαζεύουν τα κελύφια τους .. 
Και ο κύκλος γινότανε όλος και πιο μεγάλος κι ολόκληρη την γη μας αγκάλιασε θαρρώ..

Άλεξ Κουπί

Πηγή Ένα αληθινό παραμύθι κύκλου

Περπατούσαν πλάι πλάι χωρίς να μιλάνε καθόλου..Η αλήθεια ήταν πως δεν ξέραν να μιλάνε.Αν και είχαν αυτιά, τα χρησιμοποιούσαν μόνο σαν κεραίες. Είχαν παραιτηθεί από κάθε φωνητική δραστηριότητα, απλά
κοιτιόνταν..Συνενογιόντουσαν μόνο με το νου.Γιατί μπορούσαν. Τα ρούχα τους, τα παπούτσια τους, τα καπέλα και τα γυαλιά τους όλα ήσαν φτιαγμένα από λάστιχο. Πολυχρησιμοποιημένα πλαστικά δις και τρις ανακυκλωμένα.Τα σπίτια τους όλα στριμωγμένα σε κοινότητες μέσα στα πελώρια κούφια βουνά. Βουνά γυμνά, βουνά ξερά. Αχόρταγα τα σκάβανε για αιώνες, τα λαστιχένια ανθρωπάκια ρουφώντας ουγκιά την ουγκιά την ζωή από μέσα τους. Και τα βουνά εγίνηκαν χρυσάφι, γινήκαν πετρέλαιο, γινήκαν ναοί. Ναοί λατρείας, ναοί εξουσίας. Με λιγοστούς αρχόντους, πιότερους μεσολαβητές και πλείστους διοικούμενους. Οι αρχόντοι ήσαν δερμάτινοι και καβαντζωμένοι καλά στα υπέργεια πολυτελή καλύβια τους. Απάνθρωποι και γλοιώδεις λιάζονταν στον πύρινο Ήλιο.Ίδια ράτσα, άλλα προνόμια. Είχαν ότι χρειάζονταν και ακόμα παραπάνω. Είχαν και παχιά χείλια για να ρουφάν τις πεταλίδες. Τα μόνα ζωντανά που είχαν απομείνει. Η καλύτερη και η πιο σπάνια τροφή ήσαν οι βουνίσιες πεταλίδες. Γλύφανε τα κελύφια των αρσενικών πεταλίδων, σωριάζοντας τα στις τεράστιες δεξαμενές τους. Έπειτα καθόντουσαν με τις ώρες και χάζευαν τα αμέτρητα κελύφια τους.. Μεταξύ τους όλο τσακώνονταν οι αρχόντοι, ποιος έχει παραπάνω, μα στους άλλους φαίνονταν ενωμένοι. Έτσι τους είχαν όλους του χεριού τους..Όλους όσους τους μισούσαν και τους λάτρευαν, μαζί. Οι μεσολαβητές, που ήτανε πιότεροι είχαν μακρυά γλώσσα που όλο έγλειφε.Συνήθως ήτανε από φαμίλια ετών, ίδιοι και ίδιοι, που κομπορρημονωντας υπνώτιζαν τα ανθρωπάκια και τα οδήγαγαν στον τόπο που ορίζονταν γι αυτά. Πριν ενηλικιωθούν τα πήγαιναν στα εκδορεία , να γδάρουν την καθαρή πέτσα τους, να δόκουνε το δέρμα τους στους δερμάτινους, να το ντυθούν, να φαίνονται καμπόσοι. Μετά τους έντυναν με λάστιχα, για να μην τσούζουν και να εργάζονται χωρίς παράπονα πολλά. Τα συνόδευαν στα τρύπια βουνά που θα ζούσαν όλη τους την ζωή βγάζοντας βουνίσιες πεταλίδες. Για αμοιβή τους έδιναν ένα βρεγμένο πανί, ίσα να ξεδιψάσουν την απαίδευτη δίψα τους. Τα λαστιχένια ανθρωπάκια δεν βγάζαν το κεφάλι τους από την μικρή τους πραγματικότητα. Ζούσανε βυθισμένα στο μικρό τους κόσμο, αφήνοντας τις μέρες τους παρακαταθήκη για τα γεράματα. Αφήνοντας τις νύχτες τους απλωμένες στα μανταλάκια για να μην ιδρώνουν και μυρίζουν. Τα λαστιχένια ανθρωπάκια ήταν καθαρά, λούζονταν καθημερινά με χίλια δυο απορρυπαντικά.Για να μην μυρίζουν… 
Ώσπου μια μέρα κάτω από τον θαμπό ουρανό, ένα λουλούδι φύτρωσε από ένα ξεχασμένο βρεγμένο πανί και έναν σπόρο. Σπόρο χρόνια φυλαγμένο στην καρδιά ενός βουνού. Σπόρο που είχε κολλήσει στο λαστιχένιο παπουτσάκι κάποιου γδαρμένου, που είχε την φαεινή ιδέα να πάρει το φίλο του και να βαδίσουνε μαζί. Έξω από το τρύπιο βουνό, στον απαγορευμένο πύρινο ήλιο. Και άλλοι ακολουθήσανε και βγήκανε έξω. Κολλημένοι στα παπούτσια τους σπόροι παλιοί, που δεν ήξεραν καν ότι τους έχουν. Σπόροι ικανοί να ανθίσουν για ότι πιστεύουν οι μικροί πως δεν έχει ανατροπή.. 


Και οι σπόροι ψήλωσαν, κάμανε ρίζες βαθιές δώσαν φύλλα, δώσαν λουλούδια, δώσαν καρπούς.. Καρπούς τεράστιους και βαριούς που πέσαν σαν κομήτες στα κεφάλια των δερμάτινων και επειδής ήσαν λίγοι τους συνέθλισαν.. Και αυτούς και τα κελύφια τους. Τα λαστιχένια ανθρωπάκια άρχισαν να βγαίνουν έξω και να χαίρονται τον πύρινο ήλιο..Άρχισαν να μην χρειάζονται τα λάστιχα και να κρατούν το δικό τους δέρμα… Ώσπου οι μεσολαβητές με τις μακριές γλώσσες έπεισαν τους πιο πονηρούς να αρχίσουν να τρώνε πεταλίδες και να μαζεύουν τα κελύφια τους .. 
Και ο κύκλος γινότανε όλος και πιο μεγάλος κι ολόκληρη την γη μας αγκάλιασε θαρρώ..

Άλεξ Κουπί

Πηγή Ένα αληθινό παραμύθι κύκλου

Όταν ήταν 17 είχε ένα όνειρο. Να αποκτήσει ένα smartphone και ένα tamblet γνωστής μάρκας. Δυστυχώς πραγματοποίησε το εφηβικό του όνειρο με τον χειρότερο τρόπο. Πούλησε τo νεφρό του για 2.816 ευρώ! Η αφαίρεση του νεφρού του έγινε όπως γράφει η Daily Mail σε μια παράνομη κλινική χωρίς άδεια και οι γιατροί και οι μεσάζοντες του έδωσαν αυτά τα χρήματα ενώ οι ίδιοι κράτησαν την μερίδα του λέοντος, αφού το νεφρό πουλήθηκε για 9.000 ευρώ…

Όλα αυτά έγιναν στην Κίνα. Ο Γουάνκγ έδωσε το νεφρό του χωρίς να το πάρουν είδηση οι γονείς του και μόλις ανάρρωσε έσπευσε να αγοράσει το κινητό και το τάμπλετ… Χωρίς να καταλαβαίνει προφανώς τι ακριβώς είχε κάνει. Οι γονείς του, δεν είχαν ιδέα και κατάλαβαν τι συνέβη όταν είδαν τα νέα αποκτήματά του, αφού ήξεραν πως δεν είχε ο ίδιος λεφτά για να τα αγοράσει…Τα πράγματα δεν πήγαν καλά και σήμερα 8 χρόνια μετά ο 25χρονος πλέον νέος αρρώστησε με αποτέλεσμα να νοσηλευτεί σε νοσοκομείο, με νεφρική ανεπάρκεια. Το νεφρό που έμεινε δεν άντεξε με αποτέλεσμα να κάνει συχνά αιμοκάθαρση για να κρατηθεί στη ζωή.

Ιδού ο φοβερός ζυγός που επιβάλλεται στους «κάτω» με δόλωμα την πίστη στην κοινωνική αναγνώριση μέσω της κατανάλωσης. Το κατοπτρίζομαι άρα υπάρχω, το έχω εικόνα άρα είμαι, θα διακρίνει τους ανθρώπους σε αυτούς που έχουν πρόσβαση στην αγορά της εικόνας και σε αυτούς που δεν έχουν, στους ορατούς και τους αόρατους.
Μόνο που το ρίσκο της ορατότητας είναι ο κανιβαλισμός που καταλήγει εντέλει στην αυτοφαγία. Γι’ αυτό κάποιοι ονόμασαν το σημερινό πολιτισμό της Δύσης «πολιτισμό του θανάτου».


Πηγή Αυτοκανιβαλισμός για ένα κινητό

Όταν ήταν 17 είχε ένα όνειρο. Να αποκτήσει ένα smartphone και ένα tamblet γνωστής μάρκας. Δυστυχώς πραγματοποίησε το εφηβικό του όνειρο με τον χειρότερο τρόπο. Πούλησε τo νεφρό του για 2.816 ευρώ! Η αφαίρεση του νεφρού του έγινε όπως γράφει η Daily Mail σε μια παράνομη κλινική χωρίς άδεια και οι γιατροί και οι μεσάζοντες του έδωσαν αυτά τα χρήματα ενώ οι ίδιοι κράτησαν την μερίδα του λέοντος, αφού το νεφρό πουλήθηκε για 9.000 ευρώ…

Όλα αυτά έγιναν στην Κίνα. Ο Γουάνκγ έδωσε το νεφρό του χωρίς να το πάρουν είδηση οι γονείς του και μόλις ανάρρωσε έσπευσε να αγοράσει το κινητό και το τάμπλετ… Χωρίς να καταλαβαίνει προφανώς τι ακριβώς είχε κάνει. Οι γονείς του, δεν είχαν ιδέα και κατάλαβαν τι συνέβη όταν είδαν τα νέα αποκτήματά του, αφού ήξεραν πως δεν είχε ο ίδιος λεφτά για να τα αγοράσει…Τα πράγματα δεν πήγαν καλά και σήμερα 8 χρόνια μετά ο 25χρονος πλέον νέος αρρώστησε με αποτέλεσμα να νοσηλευτεί σε νοσοκομείο, με νεφρική ανεπάρκεια. Το νεφρό που έμεινε δεν άντεξε με αποτέλεσμα να κάνει συχνά αιμοκάθαρση για να κρατηθεί στη ζωή.

Ιδού ο φοβερός ζυγός που επιβάλλεται στους «κάτω» με δόλωμα την πίστη στην κοινωνική αναγνώριση μέσω της κατανάλωσης. Το κατοπτρίζομαι άρα υπάρχω, το έχω εικόνα άρα είμαι, θα διακρίνει τους ανθρώπους σε αυτούς που έχουν πρόσβαση στην αγορά της εικόνας και σε αυτούς που δεν έχουν, στους ορατούς και τους αόρατους.
Μόνο που το ρίσκο της ορατότητας είναι ο κανιβαλισμός που καταλήγει εντέλει στην αυτοφαγία. Γι’ αυτό κάποιοι ονόμασαν το σημερινό πολιτισμό της Δύσης «πολιτισμό του θανάτου».


Πηγή Αυτοκανιβαλισμός για ένα κινητό

Όταν ήταν 17 είχε ένα όνειρο. Να αποκτήσει ένα smartphone και ένα tamblet γνωστής μάρκας. Δυστυχώς πραγματοποίησε το εφηβικό του όνειρο με τον χειρότερο τρόπο. Πούλησε τo νεφρό του για 2.816 ευρώ! Η αφαίρεση του νεφρού του έγινε όπως γράφει η Daily Mail σε μια παράνομη κλινική χωρίς άδεια και οι γιατροί και οι μεσάζοντες του έδωσαν αυτά τα χρήματα ενώ οι ίδιοι κράτησαν την μερίδα του λέοντος, αφού το νεφρό πουλήθηκε για 9.000 ευρώ…

Όλα αυτά έγιναν στην Κίνα. Ο Γουάνκγ έδωσε το νεφρό του χωρίς να το πάρουν είδηση οι γονείς του και μόλις ανάρρωσε έσπευσε να αγοράσει το κινητό και το τάμπλετ… Χωρίς να καταλαβαίνει προφανώς τι ακριβώς είχε κάνει. Οι γονείς του, δεν είχαν ιδέα και κατάλαβαν τι συνέβη όταν είδαν τα νέα αποκτήματά του, αφού ήξεραν πως δεν είχε ο ίδιος λεφτά για να τα αγοράσει…Τα πράγματα δεν πήγαν καλά και σήμερα 8 χρόνια μετά ο 25χρονος πλέον νέος αρρώστησε με αποτέλεσμα να νοσηλευτεί σε νοσοκομείο, με νεφρική ανεπάρκεια. Το νεφρό που έμεινε δεν άντεξε με αποτέλεσμα να κάνει συχνά αιμοκάθαρση για να κρατηθεί στη ζωή.

Ιδού ο φοβερός ζυγός που επιβάλλεται στους «κάτω» με δόλωμα την πίστη στην κοινωνική αναγνώριση μέσω της κατανάλωσης. Το κατοπτρίζομαι άρα υπάρχω, το έχω εικόνα άρα είμαι, θα διακρίνει τους ανθρώπους σε αυτούς που έχουν πρόσβαση στην αγορά της εικόνας και σε αυτούς που δεν έχουν, στους ορατούς και τους αόρατους.
Μόνο που το ρίσκο της ορατότητας είναι ο κανιβαλισμός που καταλήγει εντέλει στην αυτοφαγία. Γι’ αυτό κάποιοι ονόμασαν το σημερινό πολιτισμό της Δύσης «πολιτισμό του θανάτου».


Πηγή Αυτοκανιβαλισμός για ένα κινητό