23 January, 2019
Home / Lifestyle (Page 62)

Εντυπωσιακές εικόνες με τα χριστουγεννιάτικα στολισμένα Τρίκαλα κατέγραψε από ψηλά ένα drone.

To drone του trikalaola απαθανάτισε το Φρούριο, την κεντρική πλατεία με το μεγαλύτερο φυσικό Χριστουγεννιάτικο δέντρο της Ελλάδας, την κεντρική πεζογέφυρα, τον Ληθαίο ποταμό που διασχίζει το κέντρο της πόλης, τα σιντριβάνια, το μουσείο Τσιτσάνη (παλιές φυλακές) και τον Άγιο Κωνσταντίνο, τις άλλες γέφυρες, κεντρικούς δρόμους και την οδό Απόλλωνος με τις ομπρέλες.

Δείτε το βίντεο

Πηγή Eντυπωσιακό βίντεο με τα στολισμένα Τρίκαλα από ψηλά

Πρόσφατα ανακαλύψαμε πως ο αγαπημένος μας τραγουδιστής Πασχάλης Τερζής, εκτός από τη Γιάννα Τερζή, έχει ένα ακόμα παιδί, τον γιο του που απέκτησε από τον πρώτο του γάμο. Ο γάμος εκείνος έληξε άδοξα καθώς η σύζυγός του πέθανε και ο ίδιος, σε συνέντευξη που παραχώρησε το 2016 στη Real, μίλησε για την πιο δύσκολη περίοδο της ζωής του.

– Πότε έκανες οικογένεια;

«Μόλις απολύθηκα από τον Στρατό. Η πρώτη µου γυναίκα δεν υπάρχει. Νόμιζα τότε πως ήρθε η συντέλεια του κόσμου. Παρ’ όλο που είχα μαζί της έναν γιο, τον Γιώργο µου.

Δεν σ’ το κρύβω, είχα την έντονη επιθυμία να τελειώσω. Αλλά µε φώναξε ένας παππούς και µου είπε: «Τι είναι αυτά που λες, ρε; Αυτό γιατί το έφερες στον κόσμο;». Και µου έδειξε τον μικρό.

Η ζωή συνεχίστηκε και ευτύχησα πράγματι να αποκτήσω μία εξαιρετική οικογένεια. Η ζωή συνεχίζεται κι εγώ με τη γυναίκα µου και τα παιδιά µου είµαστε ευτυχισµένοι. Αλλά δεν θέλω να µιλάω για εκείνα…» εξομολογήθηκε ενώ η κόρη του Γιάννα του λέει: «Πρέπει να μιλάς, ρε πατέρα, για εκείνα. Δεν ήταν μόνο η γυναίκα σου, ήταν η μάνα του παιδιού σου».

– Έφτασες σε µία ηλικία που έχεις χορτάσει τα πάντα. Τι δεν έχεις χορτάσει στη ζωή σου;

«Θα ήμουνα αχάριστος αν έλεγα ότι η ζωή µε αδίκησε. Έχω εισπράξει τόση αγάπη από τον κόσµο, που θα ήταν αχαριστία. Αλλά βέβαια το στήριγμα είναι η οικογένεια».

Πηγή Πασχάλης Τερζής, ένας δυνατός μόνος μπαμπάς: Χήρεψε νέος με ένα μικρό παιδί και ξαναπαντρεύτηκε

Πρόσφατα ανακαλύψαμε πως ο αγαπημένος μας τραγουδιστής Πασχάλης Τερζής, εκτός από τη Γιάννα Τερζή, έχει ένα ακόμα παιδί, τον γιο του που απέκτησε από τον πρώτο του γάμο. Ο γάμος εκείνος έληξε άδοξα καθώς η σύζυγός του πέθανε και ο ίδιος, σε συνέντευξη που παραχώρησε το 2016 στη Real, μίλησε για την πιο δύσκολη περίοδο της ζωής του.

– Πότε έκανες οικογένεια;

«Μόλις απολύθηκα από τον Στρατό. Η πρώτη µου γυναίκα δεν υπάρχει. Νόμιζα τότε πως ήρθε η συντέλεια του κόσμου. Παρ’ όλο που είχα μαζί της έναν γιο, τον Γιώργο µου.

Δεν σ’ το κρύβω, είχα την έντονη επιθυμία να τελειώσω. Αλλά µε φώναξε ένας παππούς και µου είπε: «Τι είναι αυτά που λες, ρε; Αυτό γιατί το έφερες στον κόσμο;». Και µου έδειξε τον μικρό.

Η ζωή συνεχίστηκε και ευτύχησα πράγματι να αποκτήσω μία εξαιρετική οικογένεια. Η ζωή συνεχίζεται κι εγώ με τη γυναίκα µου και τα παιδιά µου είµαστε ευτυχισµένοι. Αλλά δεν θέλω να µιλάω για εκείνα…» εξομολογήθηκε ενώ η κόρη του Γιάννα του λέει: «Πρέπει να μιλάς, ρε πατέρα, για εκείνα. Δεν ήταν μόνο η γυναίκα σου, ήταν η μάνα του παιδιού σου».

– Έφτασες σε µία ηλικία που έχεις χορτάσει τα πάντα. Τι δεν έχεις χορτάσει στη ζωή σου;

«Θα ήμουνα αχάριστος αν έλεγα ότι η ζωή µε αδίκησε. Έχω εισπράξει τόση αγάπη από τον κόσµο, που θα ήταν αχαριστία. Αλλά βέβαια το στήριγμα είναι η οικογένεια».

Πηγή Πασχάλης Τερζής, ένας δυνατός μόνος μπαμπάς: Χήρεψε νέος με ένα μικρό παιδί και ξαναπαντρεύτηκε

Μια υπέροχη Χριστουγεννιάτικη Ιστορία – Ένα Δέντρο, Μία Φορά
Το δέντρο

Σ’ ένα άχαρο πεζοδρόμιο μιας πολύβουης πολιτείας ήταν κάποτε ένα άσχημο παραμελημένο δέντρο. Κανείς δεν το πρόσεχε. Κανείς δεν το φρόντιζε. Κανείς δεν του έδινε την παραμικρή σημασία. Τα φύλλα του είχαν μαραζώσει, είχαν πέσει από καιρό κι είχε απομείνει γυμνό, σκονισμένο και καχεκτικό.

Ποτέ δεν είχε γνωρίσει του δάσους τη δροσιά. Δεν είχαν κελαηδήσει ποτέ στα φύλλα του πουλιά, με δυσκολία να το άγγιζε πού και πού κάποια πονετική ηλιαχτίδα που γλιστρούσε στα κρυφά ανάμεσα στις μουντές και άχαρες πολυκατοικίες που το περιστοίχιζαν.

Οι περαστικοί διάβαιναν δίπλα του με αδιαφορία, βλοσυροί και βιαστικοί, χωρίς να του δίνουν καθόλου σημασία, μερικοί μάλιστα πετούσαν αποτσίγαρα, φλούδια από κάστανα και λερωμένα χαρτομάντηλα κι άλλοι φτύνανε στο χωμάτινο τετραγωνάκι γύρω από τη ρίζα του.
Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, κατάλαβε από κάτι μηχανικούς με σκούρες καμπαρντίνες και κρεμαστά μουστάκια, που έσκυβαν και μουρμούριζαν κι όλο μετρούσαν σκυθρωποί, ότι θα πλάταιναν το δρόμο πλάι του. Κι αν συνέβαινε αυτό, τι τύχη το περίμενε; Θα το πελέκιζαν, θα το ξερίζωναν; Θα το πετούσαν μήπως στα σκουπίδια;

Εκείνο το χριστουγεννιάτικο δειλινό το δέντρο αισθανόταν πιο παραμελημένο, πιο παραπονεμένο από ποτέ. Στα ολόφωτα παράθυρα γύρω του διέκρινε ανάμεσα από τις κουρτίνες χριστουγεννιάτικα έλατα, που χαρωπά παιδιά τα στόλιζαν με κόκκινα κεριά, καμπανούλες, αγγελούδια, ασημένια πέταλα και γιορτινές γιρλάντες και ζήλευε. Ζήλευε πολύ. Πόσο θα ήθελε να είναι έτσι κι αυτό. Χριστουγεννιάτικο έλατο στη θαλπωρή ενός σπιτιού. Να το φροντίζουν, να το στολίζουν, να το καμαρώνουν…

Το παιδί

Ήταν κι ένα παιδί. Τις μέρες έκανε δουλειές του ποδαριού. Τα βράδια κοιμόταν στο πάτωμα ενός κρύου πλυσταριού στην αυλή ενός εγκαταλελειμμένου κτιρίου με ετοιμόρροπα μπαλκόνια. Κανείς δεν το πρόσεχε. Κανείς δεν το φρόντιζε. Κανείς δεν του έδινε την παραμικρή σημασία. Τα μάγουλά του είχαν χλωμιάσει, τα χέρια του είχαν ροζιάσει, τα μάτια του είχαν γεμίσει θλίψη. Ποτέ δεν είχε γνωρίσει τη ζεστασιά μιας αγκαλιάς, τη θαλπωρή ενός αληθινού σπιτιού.

Εκείνο το κρύο χριστουγεννιάτικο βράδυ το αγόρι αισθανόταν πιο παραμελημένο, πιο παραπονεμένο από ποτέ, γιατί είχε μάθει ότι μετά τις γιορτές θα κατεδάφιζαν το μιζεροκτίριο με το πλυσταριό και δεν θα ‘χε πού να μείνει.

Τυλιγμένο στο τριμμένο του παλτό, κοιτούσε απ’ τα φωτισμένα παράθυρα τα λαμπερά σαλόνια με τα γκι και τα μπαλόνια, τις φρουτιέρες με τα ρόδια και τα χρυσωμένα κουκουνάρια, έβλεπε γελαστά αγόρια και κορίτσια να κρεμούν στα χριστουγεννιάτικα δέντρα πλουμίδια αστραφτερά και ζήλευε. Ζήλευε πολύ, πόσο θα ‘θελε να στόλιζε κι αυτό ένα έλατο σε κάποιου τζακιού το αντιφέγγισμα, με τα δώρα υποσχέσεις μαγικές ολόγυρά του…

Πώς το ‘φερε η τύχη έτσι κι εκείνο το χριστουγεννιάτικο βράδυ και συναντήθηκαν κάποια στιγμή το δέντρο εκείνο κι εκείνο το παιδί.

H συνάντηση

Εκείνο το δειλινό το παιδί γυρνούσε άσκοπα στους δρόμους της πολύβουης πολιτείας. Κάθε τόσο σταματούσε σε κάποια βιτρίνα. Κόλλαγε τη μύτη του στο τζάμι και κοιτούσε με μάτια εκστατικά όλα εκείνα τα λαχταριστά, σε μια βιτρίνα λόφοι από μελομακάρονα, κουραμπιέδες και πολύχρωμα τρενάκια φορτωμένα με σοκολατάκια, σε μια άλλη ζαχαρένιοι Αγιο-Βασίληδες με μύτες από κερασάκια και μια παραμυθένια πριγκίπισσα από πορσελάνη να κοιτάζει από το αψιδωτό παράθυρο ενός φιλντισένιου κάστρου και λίγο παρακάτω, σε μια άλλη βιτρίνα, μια ονειρεμένη τρόικα με έναν πρόσχαρο αμαξά, μολυβένια στρατιωτάκια με κόκκινες στολές καβάλα σε άλογα πιτσιλωτά να καλπάζουν στοιχισμένα στη σειρά και στο βάθος ένα οπάλινο παλάτι σε μια χιονισμένη στέπα.

Έτσι όπως περπατούσε με τα μάτια στραμμένα στις καταστόλιστες βιτρίνες, έπεσε άθελά του πάνω σ’ έναν περαστικό με καμηλό παλτό και γκρενά κασκόλ που γύριζε στο σπίτι του φορτωμένος με σακούλες και πακέτα που φύγανε από τα χέρια του, σκόρπισαν στο δρόμο εδώ και κεί. Το παιδί έχασε την ισορροπία του, γλίστρησε, το κεφάλι του χτύπησε με φόρα στο πεζοδρόμιο, ένιωσε μια σκοτοδίνη. Ο περαστικός του ‘βαλε οργισμένος τις φωνές, το κατσάδιασε για τα καλά.

Το αλητάκι σηκώθηκε, το ‘βαλε στα πόδια, κατηφόρισε παραπατώντας ένα σοκάκι με μια υπαίθρια αγορά, έστριψε ένα δυο στενά και βρέθηκε στο δρόμο με το παραμελημένο δέντρο. Σταμάτησε λαχανιασμένο να πάρει ανάσα, από τα φωτισμένα παράθυρα, τα χνωτισμένα, αχνοφαίνονταν τα γιορτινά σαλόνια με τα έλατα τα στολισμένα.

– Όμορφα δεν είναι; Ακούει τότε μια φωνή.
Ήταν το δέντρο του δρόμου.

– Πολύ. Αποκρίθηκε το παιδί, χωρίς να παραξενευτεί καθόλου που ένα δέντρο μιλούσε, του άρεσε να του μιλάει κάποιος χωρίς να το σπρώχνει, χωρίς να το κατσαδιάζει, χωρίς να το αποπαίρνει.

– Στόλισέ με! – ψιθύρισε το δέντρο – Στόλισέ με και εμένα έτσι!

– Μακάρι να μπορούσα! Πικρογέλασε το παιδί.

– Προσπάθησε, σε παρακαλώ. Ίσως αυτά, ξέρεις, να ‘ναι τα στερνά μου Χριστούγεννα, να μην δω άλλα.

– Γιατί το λες αυτό;

– Άκουσα ότι θα πλατύνουν το δρόμο, πελέκι ή ξεριζωμός με περιμένει, ένα από τα δύο… Δεν είμαι σίγουρο ακόμα.

Το παιδί σκέφτηκε ότι θα κατεδάφιζαν το ετοιμόρροπο κτίριο με το ξεχαρβαλωμένο πλυσταριό, το καταφύγιό του. Σε λίγο δεν θα ‘χε ούτε ‘κείνο πού να μείνει. Σε κάποιο χαρτόκουτο ίσως;

– Στόλισε με! Παρακάλεσε άλλη μια φορά το δέντρο. Το παιδί κοίταξε ολόγυρά του.

– Με τι; Απόρησε.

– Ό,τι να ‘ναι… κάτι θα βρεις εσύ!! Δεν μπορεί.

– Καλά… Αφού το θέλεις τόσο πολύ, κάτι θα βρω να σε στολίσω…

Συμφώνησε το παιδί κι άρχισε να ψάχνει.

Τα στολίδια

Εκείνη τη στιγμή, λες και κάτι ψυχανεμίστηκε ο ουρανός,έπιασε να χιονίζει, το χιόνι έπεφτε πυκνό… Χάδι απαλό σκέπαζε ανάλαφρα με πάλλευκες νιφάδες στα ολόγυμνα κλωνιά του παραμελημένου δέντρου. Πήρε τότε το μάτι του παιδιού κάτι να αστράφτει λίγο παραπέρα. Μια παρέα πλουσιόπαιδα, που είχαν περάσει από το δρόμο λίγο νωρίτερα, είχαν πετάξει χρωματιστά χρυσόχαρτα από τις καραμέλες που έτρωγαν με λαιμαργία τη μια μετά την άλλη. Το αγόρι μάζεψε ένα ένα τα πεταμένα χρυσόχαρτα, τα μάλαξε με τα δάχτυλά του και έπλασε αστραφτερές πράσινες μπλε και βυσσινόχρωμες μπαλίτσες, μετά ξήλωσε τα κουμπιά του φθαρμένου παλτού και με τις κλωστές κρέμασε τις φανταχτερές μπαλίτσες στα χιονοσκέπαστα κλωνιά του δέντρου.

– Ευχαριστώ! Είπε το δέντρο, ανατριχιάζοντας απ’ τη χαρά του.

– Με τι άλλο άραγε να το στολίσω; Μονολόγησε το παιδί.

Λες κι είχε ακούσει τα λόγια του, μια νοικοκυρά τρεις δρόμους παρακάτω άδειασε με φόρα απ’ το παράθυρο μιας κουζίνας μια λεκάνη με σαπουνάδα σε μια πλακόστρωτη αυλή. Ο άνεμος πήρε ένα πανάλαφρο σύννεφο από σαπουνόφουσκες και τις ταξίδεψε παιχνιδίζοντας μαζί τους, το αγόρι τις είδε να πλησιάζουν στραφταλίζοντας στο φεγγαρόφωτο, τις κοίταξε με τέτοια λαχτάρα που εκείνες, λες και κατάλαβαν την επιθυμία του, άφησαν τον άνεμο να τις φέρει ένα – δυο γύρους και να τις κρεμάσει στα κλωνιά του δέντρου.

– Όσο πάω κι ομορφαίνω! Καμάρωσε το δέντρο.

– Σίγουρα ομορφαίνεις! Συμφώνησε το αγόρι σφίγγοντας γύρω του το παλτό γιατί έκανε πολύ, πάρα πολύ κρύο…

– Κοίτα! Έρχονται!

Ένα φωτεινό σύννεφο πλησίαζε τρεμοπαίζοντας στο σκοτάδι.

– Ελάτε! Τις κάλεσε με το βλέμμα το παιδί.

Και οι πυγολαμπίδες, λάμψεις αλλόκοσμες, τρεμοσβήνοντας ονειρικά, κάθισαν νεραϊδένιες γιρλάντες στα κλωνιά του δέντρου.

Το κρύο γινόταν όσο πήγαινε πιο τσουχτερό. Το χιόνι έπεφτε ολοένα πιο πυκνό. Το αγόρι σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό και τότε το είδε! Είδε το πεφταστέρι κι εκείνο, λες και συνάντησε το βλέμμα του, διέγραψε στο σκοτάδι μια φαντασμαγορική χρυσαφένια τροχιά και ακούμπησε απαλά στην κορφή του δέντρου.

Και ήταν τώρα πράγματι όμορφο το δέντρο λουσμένο στο φεγγαρόφωτο με τα χρυσαφένια μπαλάκια να στραφταλίζουν, τις σαπουνόφουσκες να σιγοτρέμουν, τις πυγολαμπίδες να αναβοσβήνουν κέντημα δαντελένιο στα χιονισμένα του κλωνιά και το πεφταστέρι ν’ ανασαίνει χρυσαφένιο φως στην κορφή του.

– M’ έκανες τόσο, μα τόσο όμορφο – είπε το δέντρο στο παιδί – Σ’ ευχαριστώ πολύ. Σ’ ευχαριστώ αληθινά… Πόσο θα ‘θελα να μπορούσα να σου χάριζα κι εγώ ένα δώρο…

– Μπορείς! Αποκρίθηκε το παιδί χουχουλίζοντας τα χέρια – Άσε με, σε παρακαλώ, να καθίσω στη ρίζα σου για λίγο. Νιώθω τόσο, μα τόσο κουρασμένο, πονάω… και δεν έχω πού να πάω…

– Αμέ! Έλα, κάθισε. Κάθισε στη ρίζα μου όσο θέλεις. Είπε το δέντρο.

– Και να δεις… Θα κάνω εγώ μια ευχή για σένα.

Το παιδί σήκωσε το γιακά, τυλίχτηκε στο παλιό του πανωφόρι, κάθισε στο χιονοσκέπαστο πεζοδρόμιο, αγκάλιασε το κορμί του δέντρου και σφίχτηκε όσο μπορούσε πιο κοντά του.

Το ταξίδι

Το χιόνι έπεφτε γύρω του. Πάνω του πυκνό. Όλο του το σώμα έτρεμε, τα χέρια του είχαν μουδιάσει, τα δόντια του χτυπούσαν. Έκλεισε τα μάτια για να τα προστατέψει από τις ριπές του χιονιού, όταν ξαφνικά – τι παράξενο – άκουσε εκείνον τον ήχο… Τον ήχο τον χαρμόσυνο! Κουδουνάκια τρόικας! Ένα μαστίγιο ακούστηκε να κροταλίζει, άλογα να καλπάζουν ρυθμικά.

Άνοιξε τα μάτια. Απίστευτο! Στα μελανιασμένα χείλη του άνθισε ένα χαμόγελο. Από βάθος του δρόμου, θαμπά στην αρχή, αλλά όλο και πιο ξεκάθαρα, την είδε. Είδε την παραμυθένια τρόικα με τα ασημένια κουδουνάκια να πλησιάζει φορτωμένη δώρα διαλεχτά. Την οδηγούσε ένας ροδομάγουλος αμαξάς με γούνινο σκούφο, κόκκινη μύτη και πυκνή κυματιστή γενειάδα. Πίσω από την τρόικα κάλπαζαν στρατιώτες με πορφυρές στολές, καβάλα σε περήφανα άλογα στολισμένα με χρυσαφένιες φούντες…

Παραξενεύτηκε το παιδί. Πώς βρέθηκε εδώ αυτή η τρόικα φορτωμένη τόσα δώρα; Και οι καβαλάρηδες; Κάπου τους ήξερε. Κάπου τους είχε ξαναδεί!

H τρόικα σταμάτησε μπροστά του, τα άλογα χρεμέτισαν, ο αμαξάς χαμογέλασε, από το παράθυρο της άμαξας πρόβαλε το πρόσωπο της πριγκιποπούλας.

– Τι όμορφο δέντρο! – Χαμογέλασε – Ποιος να το στόλισε άραγε;

– Εγώ! Αποκρίθηκε το παιδί.

– Αλήθεια;

– Ναι.

– Έλα μαζί μου τότε. Έλα να στολίσεις έτσι όμορφα και το έλατο του βασιλιά, να ζήσεις στο παλάτι μας παντοτινά.

– Δεν πάω πουθενά χωρίς το δέντρο μου! Απάντησε το αγόρι.

H πριγκιποπούλα έδωσε τότε εντολή και οι στρατιώτες του βασιλιά έσκαψαν βαθιά, πήρανε το δέντρο μαζί με τις ρίζες του και το φύτεψαν σε μια πορσελάνινη γλάστρα, μετά το φόρτωσαν στην τρόικα.
Γελώντας πρόσχαρα, ο αμαξάς άπλωσε το χέρι του, βοήθησε το παιδί να ανέβει στην άμαξα να κάτσει πλάι του, τα άλογα στράφηκαν, τον κοίταξαν με τα μεγάλα τους μάτια και ρουθούνισαν ανυπόμονα.

Όλα τα κτίρια, όλα τα φανάρια, όλες οι βιτρίνες, τα πάντα, είχαν τώρα εξαφανιστεί. Μπροστά τους ανοιγόταν μια απέραντη στέπα κι εκεί στο βάθος μέσα από τα διάφανα πέπλα του χιονιού αχνοφαίνονταν μαγευτικοί οι μεγαλόπρεποι τρούλοι κι οι αψιδωτές πύλες του οπάλινου παλατιού!

Ο ροδομάγουλος αμαξάς τράβηξε τα γκέμια. Κροτάλισε το μαστίγιο, τα άλογα χύθηκαν χλιμιντρίζοντας μπροστά, καλπάζοντας όλο και πιο γοργά… λες κι είχανε φτερά… Σε λίγο η τρόικα κι η ακολουθία της είχαν χαθεί στο βάθος της χιονισμένης στέπας.

Το χιόνι που συνέχισε ολοένα πιο πυκνό το σιωπηλό χορό του έσβησε σχεδόν αμέσως τα ίχνη από τις ρόδες και τα πέταλα των αλόγων..

Λένε οι παλιοί…

Λένε οι παλιοί ότι το πεζοδρόμιο εκείνο ήταν κάποτε κάπως πιο φαρδύ, ότι φύτρωνε κάποτε κάποιο δέντρο εκεί.

Διηγούνται επίσης οι παλιοί ότι ένα χριστουγεννιάτικο πρωί βρήκαν στη ρίζα του δέντρου ξεπαγιασμένο ένα παιδί σκεπασμένο από το χιόνι, τυλιγμένο σ’ ένα τριμμένο παλτό χωρίς κουμπιά, με ένα γαλήνιο χαμόγελο, ένα χαμόγελο ευτυχίας ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του.

Λένε ακόμα ότι από τότε κάθε παραμονή Χριστουγέννων, γύρω στα μεσάνυχτα, κάτι παράξενο συμβαίνει, κάτι που κανείς δεν μπορεί να το εξηγήσει. Ένα σμάρι πυγολαμπίδες τριγυρνούν επίμονα τρεμοσβήνοντας σε εκείνο το σημείο, λες και κάτι αναζητούν, λες και γυρεύουνε να θυμηθούνε κάτι, ότι ένας άνεμος αναπάντεχος φέρνει, ποιος ξέρει από πού, ανάλαφρες σαπουνόφουσκες και χρυσόχαρτα αστραφτερά, ενώ την ίδια στιγμή ένα υπέροχο πεφταστέρι διαγράφει στον ουρανό μια φαντασμαγορική τροχιά και πέφτει στο σημείο ακριβώς εκείνο.
Έτσι λένε…
Ποιος ξέρει;

[πηγή: Ευγένιος Τριβιζάς, «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία-Ένα δέντρο μια φορά», εφ. Τα Νέα, 24 Δεκεμβρίου 2003

Πηγή Το πιο συγκινητικό, ελληνικό χριστουγεννιάτικο παραμύθι το έχει γράψει ο Ευγένιος Τριβιζάς

Μια υπέροχη Χριστουγεννιάτικη Ιστορία – Ένα Δέντρο, Μία Φορά
Το δέντρο

Σ’ ένα άχαρο πεζοδρόμιο μιας πολύβουης πολιτείας ήταν κάποτε ένα άσχημο παραμελημένο δέντρο. Κανείς δεν το πρόσεχε. Κανείς δεν το φρόντιζε. Κανείς δεν του έδινε την παραμικρή σημασία. Τα φύλλα του είχαν μαραζώσει, είχαν πέσει από καιρό κι είχε απομείνει γυμνό, σκονισμένο και καχεκτικό.

Ποτέ δεν είχε γνωρίσει του δάσους τη δροσιά. Δεν είχαν κελαηδήσει ποτέ στα φύλλα του πουλιά, με δυσκολία να το άγγιζε πού και πού κάποια πονετική ηλιαχτίδα που γλιστρούσε στα κρυφά ανάμεσα στις μουντές και άχαρες πολυκατοικίες που το περιστοίχιζαν.

Οι περαστικοί διάβαιναν δίπλα του με αδιαφορία, βλοσυροί και βιαστικοί, χωρίς να του δίνουν καθόλου σημασία, μερικοί μάλιστα πετούσαν αποτσίγαρα, φλούδια από κάστανα και λερωμένα χαρτομάντηλα κι άλλοι φτύνανε στο χωμάτινο τετραγωνάκι γύρω από τη ρίζα του.
Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, κατάλαβε από κάτι μηχανικούς με σκούρες καμπαρντίνες και κρεμαστά μουστάκια, που έσκυβαν και μουρμούριζαν κι όλο μετρούσαν σκυθρωποί, ότι θα πλάταιναν το δρόμο πλάι του. Κι αν συνέβαινε αυτό, τι τύχη το περίμενε; Θα το πελέκιζαν, θα το ξερίζωναν; Θα το πετούσαν μήπως στα σκουπίδια;

Εκείνο το χριστουγεννιάτικο δειλινό το δέντρο αισθανόταν πιο παραμελημένο, πιο παραπονεμένο από ποτέ. Στα ολόφωτα παράθυρα γύρω του διέκρινε ανάμεσα από τις κουρτίνες χριστουγεννιάτικα έλατα, που χαρωπά παιδιά τα στόλιζαν με κόκκινα κεριά, καμπανούλες, αγγελούδια, ασημένια πέταλα και γιορτινές γιρλάντες και ζήλευε. Ζήλευε πολύ. Πόσο θα ήθελε να είναι έτσι κι αυτό. Χριστουγεννιάτικο έλατο στη θαλπωρή ενός σπιτιού. Να το φροντίζουν, να το στολίζουν, να το καμαρώνουν…

Το παιδί

Ήταν κι ένα παιδί. Τις μέρες έκανε δουλειές του ποδαριού. Τα βράδια κοιμόταν στο πάτωμα ενός κρύου πλυσταριού στην αυλή ενός εγκαταλελειμμένου κτιρίου με ετοιμόρροπα μπαλκόνια. Κανείς δεν το πρόσεχε. Κανείς δεν το φρόντιζε. Κανείς δεν του έδινε την παραμικρή σημασία. Τα μάγουλά του είχαν χλωμιάσει, τα χέρια του είχαν ροζιάσει, τα μάτια του είχαν γεμίσει θλίψη. Ποτέ δεν είχε γνωρίσει τη ζεστασιά μιας αγκαλιάς, τη θαλπωρή ενός αληθινού σπιτιού.

Εκείνο το κρύο χριστουγεννιάτικο βράδυ το αγόρι αισθανόταν πιο παραμελημένο, πιο παραπονεμένο από ποτέ, γιατί είχε μάθει ότι μετά τις γιορτές θα κατεδάφιζαν το μιζεροκτίριο με το πλυσταριό και δεν θα ‘χε πού να μείνει.

Τυλιγμένο στο τριμμένο του παλτό, κοιτούσε απ’ τα φωτισμένα παράθυρα τα λαμπερά σαλόνια με τα γκι και τα μπαλόνια, τις φρουτιέρες με τα ρόδια και τα χρυσωμένα κουκουνάρια, έβλεπε γελαστά αγόρια και κορίτσια να κρεμούν στα χριστουγεννιάτικα δέντρα πλουμίδια αστραφτερά και ζήλευε. Ζήλευε πολύ, πόσο θα ‘θελε να στόλιζε κι αυτό ένα έλατο σε κάποιου τζακιού το αντιφέγγισμα, με τα δώρα υποσχέσεις μαγικές ολόγυρά του…

Πώς το ‘φερε η τύχη έτσι κι εκείνο το χριστουγεννιάτικο βράδυ και συναντήθηκαν κάποια στιγμή το δέντρο εκείνο κι εκείνο το παιδί.

H συνάντηση

Εκείνο το δειλινό το παιδί γυρνούσε άσκοπα στους δρόμους της πολύβουης πολιτείας. Κάθε τόσο σταματούσε σε κάποια βιτρίνα. Κόλλαγε τη μύτη του στο τζάμι και κοιτούσε με μάτια εκστατικά όλα εκείνα τα λαχταριστά, σε μια βιτρίνα λόφοι από μελομακάρονα, κουραμπιέδες και πολύχρωμα τρενάκια φορτωμένα με σοκολατάκια, σε μια άλλη ζαχαρένιοι Αγιο-Βασίληδες με μύτες από κερασάκια και μια παραμυθένια πριγκίπισσα από πορσελάνη να κοιτάζει από το αψιδωτό παράθυρο ενός φιλντισένιου κάστρου και λίγο παρακάτω, σε μια άλλη βιτρίνα, μια ονειρεμένη τρόικα με έναν πρόσχαρο αμαξά, μολυβένια στρατιωτάκια με κόκκινες στολές καβάλα σε άλογα πιτσιλωτά να καλπάζουν στοιχισμένα στη σειρά και στο βάθος ένα οπάλινο παλάτι σε μια χιονισμένη στέπα.

Έτσι όπως περπατούσε με τα μάτια στραμμένα στις καταστόλιστες βιτρίνες, έπεσε άθελά του πάνω σ’ έναν περαστικό με καμηλό παλτό και γκρενά κασκόλ που γύριζε στο σπίτι του φορτωμένος με σακούλες και πακέτα που φύγανε από τα χέρια του, σκόρπισαν στο δρόμο εδώ και κεί. Το παιδί έχασε την ισορροπία του, γλίστρησε, το κεφάλι του χτύπησε με φόρα στο πεζοδρόμιο, ένιωσε μια σκοτοδίνη. Ο περαστικός του ‘βαλε οργισμένος τις φωνές, το κατσάδιασε για τα καλά.

Το αλητάκι σηκώθηκε, το ‘βαλε στα πόδια, κατηφόρισε παραπατώντας ένα σοκάκι με μια υπαίθρια αγορά, έστριψε ένα δυο στενά και βρέθηκε στο δρόμο με το παραμελημένο δέντρο. Σταμάτησε λαχανιασμένο να πάρει ανάσα, από τα φωτισμένα παράθυρα, τα χνωτισμένα, αχνοφαίνονταν τα γιορτινά σαλόνια με τα έλατα τα στολισμένα.

– Όμορφα δεν είναι; Ακούει τότε μια φωνή.
Ήταν το δέντρο του δρόμου.

– Πολύ. Αποκρίθηκε το παιδί, χωρίς να παραξενευτεί καθόλου που ένα δέντρο μιλούσε, του άρεσε να του μιλάει κάποιος χωρίς να το σπρώχνει, χωρίς να το κατσαδιάζει, χωρίς να το αποπαίρνει.

– Στόλισέ με! – ψιθύρισε το δέντρο – Στόλισέ με και εμένα έτσι!

– Μακάρι να μπορούσα! Πικρογέλασε το παιδί.

– Προσπάθησε, σε παρακαλώ. Ίσως αυτά, ξέρεις, να ‘ναι τα στερνά μου Χριστούγεννα, να μην δω άλλα.

– Γιατί το λες αυτό;

– Άκουσα ότι θα πλατύνουν το δρόμο, πελέκι ή ξεριζωμός με περιμένει, ένα από τα δύο… Δεν είμαι σίγουρο ακόμα.

Το παιδί σκέφτηκε ότι θα κατεδάφιζαν το ετοιμόρροπο κτίριο με το ξεχαρβαλωμένο πλυσταριό, το καταφύγιό του. Σε λίγο δεν θα ‘χε ούτε ‘κείνο πού να μείνει. Σε κάποιο χαρτόκουτο ίσως;

– Στόλισε με! Παρακάλεσε άλλη μια φορά το δέντρο. Το παιδί κοίταξε ολόγυρά του.

– Με τι; Απόρησε.

– Ό,τι να ‘ναι… κάτι θα βρεις εσύ!! Δεν μπορεί.

– Καλά… Αφού το θέλεις τόσο πολύ, κάτι θα βρω να σε στολίσω…

Συμφώνησε το παιδί κι άρχισε να ψάχνει.

Τα στολίδια

Εκείνη τη στιγμή, λες και κάτι ψυχανεμίστηκε ο ουρανός,έπιασε να χιονίζει, το χιόνι έπεφτε πυκνό… Χάδι απαλό σκέπαζε ανάλαφρα με πάλλευκες νιφάδες στα ολόγυμνα κλωνιά του παραμελημένου δέντρου. Πήρε τότε το μάτι του παιδιού κάτι να αστράφτει λίγο παραπέρα. Μια παρέα πλουσιόπαιδα, που είχαν περάσει από το δρόμο λίγο νωρίτερα, είχαν πετάξει χρωματιστά χρυσόχαρτα από τις καραμέλες που έτρωγαν με λαιμαργία τη μια μετά την άλλη. Το αγόρι μάζεψε ένα ένα τα πεταμένα χρυσόχαρτα, τα μάλαξε με τα δάχτυλά του και έπλασε αστραφτερές πράσινες μπλε και βυσσινόχρωμες μπαλίτσες, μετά ξήλωσε τα κουμπιά του φθαρμένου παλτού και με τις κλωστές κρέμασε τις φανταχτερές μπαλίτσες στα χιονοσκέπαστα κλωνιά του δέντρου.

– Ευχαριστώ! Είπε το δέντρο, ανατριχιάζοντας απ’ τη χαρά του.

– Με τι άλλο άραγε να το στολίσω; Μονολόγησε το παιδί.

Λες κι είχε ακούσει τα λόγια του, μια νοικοκυρά τρεις δρόμους παρακάτω άδειασε με φόρα απ’ το παράθυρο μιας κουζίνας μια λεκάνη με σαπουνάδα σε μια πλακόστρωτη αυλή. Ο άνεμος πήρε ένα πανάλαφρο σύννεφο από σαπουνόφουσκες και τις ταξίδεψε παιχνιδίζοντας μαζί τους, το αγόρι τις είδε να πλησιάζουν στραφταλίζοντας στο φεγγαρόφωτο, τις κοίταξε με τέτοια λαχτάρα που εκείνες, λες και κατάλαβαν την επιθυμία του, άφησαν τον άνεμο να τις φέρει ένα – δυο γύρους και να τις κρεμάσει στα κλωνιά του δέντρου.

– Όσο πάω κι ομορφαίνω! Καμάρωσε το δέντρο.

– Σίγουρα ομορφαίνεις! Συμφώνησε το αγόρι σφίγγοντας γύρω του το παλτό γιατί έκανε πολύ, πάρα πολύ κρύο…

– Κοίτα! Έρχονται!

Ένα φωτεινό σύννεφο πλησίαζε τρεμοπαίζοντας στο σκοτάδι.

– Ελάτε! Τις κάλεσε με το βλέμμα το παιδί.

Και οι πυγολαμπίδες, λάμψεις αλλόκοσμες, τρεμοσβήνοντας ονειρικά, κάθισαν νεραϊδένιες γιρλάντες στα κλωνιά του δέντρου.

Το κρύο γινόταν όσο πήγαινε πιο τσουχτερό. Το χιόνι έπεφτε ολοένα πιο πυκνό. Το αγόρι σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό και τότε το είδε! Είδε το πεφταστέρι κι εκείνο, λες και συνάντησε το βλέμμα του, διέγραψε στο σκοτάδι μια φαντασμαγορική χρυσαφένια τροχιά και ακούμπησε απαλά στην κορφή του δέντρου.

Και ήταν τώρα πράγματι όμορφο το δέντρο λουσμένο στο φεγγαρόφωτο με τα χρυσαφένια μπαλάκια να στραφταλίζουν, τις σαπουνόφουσκες να σιγοτρέμουν, τις πυγολαμπίδες να αναβοσβήνουν κέντημα δαντελένιο στα χιονισμένα του κλωνιά και το πεφταστέρι ν’ ανασαίνει χρυσαφένιο φως στην κορφή του.

– M’ έκανες τόσο, μα τόσο όμορφο – είπε το δέντρο στο παιδί – Σ’ ευχαριστώ πολύ. Σ’ ευχαριστώ αληθινά… Πόσο θα ‘θελα να μπορούσα να σου χάριζα κι εγώ ένα δώρο…

– Μπορείς! Αποκρίθηκε το παιδί χουχουλίζοντας τα χέρια – Άσε με, σε παρακαλώ, να καθίσω στη ρίζα σου για λίγο. Νιώθω τόσο, μα τόσο κουρασμένο, πονάω… και δεν έχω πού να πάω…

– Αμέ! Έλα, κάθισε. Κάθισε στη ρίζα μου όσο θέλεις. Είπε το δέντρο.

– Και να δεις… Θα κάνω εγώ μια ευχή για σένα.

Το παιδί σήκωσε το γιακά, τυλίχτηκε στο παλιό του πανωφόρι, κάθισε στο χιονοσκέπαστο πεζοδρόμιο, αγκάλιασε το κορμί του δέντρου και σφίχτηκε όσο μπορούσε πιο κοντά του.

Το ταξίδι

Το χιόνι έπεφτε γύρω του. Πάνω του πυκνό. Όλο του το σώμα έτρεμε, τα χέρια του είχαν μουδιάσει, τα δόντια του χτυπούσαν. Έκλεισε τα μάτια για να τα προστατέψει από τις ριπές του χιονιού, όταν ξαφνικά – τι παράξενο – άκουσε εκείνον τον ήχο… Τον ήχο τον χαρμόσυνο! Κουδουνάκια τρόικας! Ένα μαστίγιο ακούστηκε να κροταλίζει, άλογα να καλπάζουν ρυθμικά.

Άνοιξε τα μάτια. Απίστευτο! Στα μελανιασμένα χείλη του άνθισε ένα χαμόγελο. Από βάθος του δρόμου, θαμπά στην αρχή, αλλά όλο και πιο ξεκάθαρα, την είδε. Είδε την παραμυθένια τρόικα με τα ασημένια κουδουνάκια να πλησιάζει φορτωμένη δώρα διαλεχτά. Την οδηγούσε ένας ροδομάγουλος αμαξάς με γούνινο σκούφο, κόκκινη μύτη και πυκνή κυματιστή γενειάδα. Πίσω από την τρόικα κάλπαζαν στρατιώτες με πορφυρές στολές, καβάλα σε περήφανα άλογα στολισμένα με χρυσαφένιες φούντες…

Παραξενεύτηκε το παιδί. Πώς βρέθηκε εδώ αυτή η τρόικα φορτωμένη τόσα δώρα; Και οι καβαλάρηδες; Κάπου τους ήξερε. Κάπου τους είχε ξαναδεί!

H τρόικα σταμάτησε μπροστά του, τα άλογα χρεμέτισαν, ο αμαξάς χαμογέλασε, από το παράθυρο της άμαξας πρόβαλε το πρόσωπο της πριγκιποπούλας.

– Τι όμορφο δέντρο! – Χαμογέλασε – Ποιος να το στόλισε άραγε;

– Εγώ! Αποκρίθηκε το παιδί.

– Αλήθεια;

– Ναι.

– Έλα μαζί μου τότε. Έλα να στολίσεις έτσι όμορφα και το έλατο του βασιλιά, να ζήσεις στο παλάτι μας παντοτινά.

– Δεν πάω πουθενά χωρίς το δέντρο μου! Απάντησε το αγόρι.

H πριγκιποπούλα έδωσε τότε εντολή και οι στρατιώτες του βασιλιά έσκαψαν βαθιά, πήρανε το δέντρο μαζί με τις ρίζες του και το φύτεψαν σε μια πορσελάνινη γλάστρα, μετά το φόρτωσαν στην τρόικα.
Γελώντας πρόσχαρα, ο αμαξάς άπλωσε το χέρι του, βοήθησε το παιδί να ανέβει στην άμαξα να κάτσει πλάι του, τα άλογα στράφηκαν, τον κοίταξαν με τα μεγάλα τους μάτια και ρουθούνισαν ανυπόμονα.

Όλα τα κτίρια, όλα τα φανάρια, όλες οι βιτρίνες, τα πάντα, είχαν τώρα εξαφανιστεί. Μπροστά τους ανοιγόταν μια απέραντη στέπα κι εκεί στο βάθος μέσα από τα διάφανα πέπλα του χιονιού αχνοφαίνονταν μαγευτικοί οι μεγαλόπρεποι τρούλοι κι οι αψιδωτές πύλες του οπάλινου παλατιού!

Ο ροδομάγουλος αμαξάς τράβηξε τα γκέμια. Κροτάλισε το μαστίγιο, τα άλογα χύθηκαν χλιμιντρίζοντας μπροστά, καλπάζοντας όλο και πιο γοργά… λες κι είχανε φτερά… Σε λίγο η τρόικα κι η ακολουθία της είχαν χαθεί στο βάθος της χιονισμένης στέπας.

Το χιόνι που συνέχισε ολοένα πιο πυκνό το σιωπηλό χορό του έσβησε σχεδόν αμέσως τα ίχνη από τις ρόδες και τα πέταλα των αλόγων..

Λένε οι παλιοί…

Λένε οι παλιοί ότι το πεζοδρόμιο εκείνο ήταν κάποτε κάπως πιο φαρδύ, ότι φύτρωνε κάποτε κάποιο δέντρο εκεί.

Διηγούνται επίσης οι παλιοί ότι ένα χριστουγεννιάτικο πρωί βρήκαν στη ρίζα του δέντρου ξεπαγιασμένο ένα παιδί σκεπασμένο από το χιόνι, τυλιγμένο σ’ ένα τριμμένο παλτό χωρίς κουμπιά, με ένα γαλήνιο χαμόγελο, ένα χαμόγελο ευτυχίας ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του.

Λένε ακόμα ότι από τότε κάθε παραμονή Χριστουγέννων, γύρω στα μεσάνυχτα, κάτι παράξενο συμβαίνει, κάτι που κανείς δεν μπορεί να το εξηγήσει. Ένα σμάρι πυγολαμπίδες τριγυρνούν επίμονα τρεμοσβήνοντας σε εκείνο το σημείο, λες και κάτι αναζητούν, λες και γυρεύουνε να θυμηθούνε κάτι, ότι ένας άνεμος αναπάντεχος φέρνει, ποιος ξέρει από πού, ανάλαφρες σαπουνόφουσκες και χρυσόχαρτα αστραφτερά, ενώ την ίδια στιγμή ένα υπέροχο πεφταστέρι διαγράφει στον ουρανό μια φαντασμαγορική τροχιά και πέφτει στο σημείο ακριβώς εκείνο.
Έτσι λένε…
Ποιος ξέρει;

[πηγή: Ευγένιος Τριβιζάς, «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία-Ένα δέντρο μια φορά», εφ. Τα Νέα, 24 Δεκεμβρίου 2003

Πηγή Το πιο συγκινητικό, ελληνικό χριστουγεννιάτικο παραμύθι το έχει γράψει ο Ευγένιος Τριβιζάς

Όσα χρόνια και αν περάσουν θα γελάμε πάντα με αυτό το βίντεο…

Αν μεγάλωσες βλέποντας ΑΜΑΝ, τότε θα μας καταλάβεις. Αν πάλι όχι, πρέπει να δεις αυτό το βίντεο και να μάθεις για αυτήν την παρέα που μας έκανε να κλαίμε από τα γέλια.

Σήμερα λένε τα κάλαντα αλλά κανείς δεν τα έχει πει όπως οι ΑΜΑΝ. Όσα χρόνια και αν περάσουν θα γελάμε πάντα με αυτό το βίντεο…

Πηγή Τα καλύτερα κάλαντα ever από τους ΑΜΑΝ – BINTEO

Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων βρέθηκε σήμερα (24/12) το μεσημέρι νεκρό στο σπίτι του, στην περιοχή Άνω Λεχωνία του δήμου Βόλου.

Ο 68χρονος και η 74χρονη που ακόμα δεν έχουν

διευκρινιστεί τα αίτια θανάτου τους, βρέθηκαν νεκροί στο κρεβάτι τους από την κοινωνική λειτουργό που τους παρακολουθούσε.

Οι αστυνομικοί που έσπευσαν στο σημείο απέκλεισαν την εγκληματική ενέργεια, ενώ έχει παραγγελθεί νεκροψία – νεκροτομή. Προανάκριση το Αστυνομικό Τμήμα Ν. Πήλιου.

Πηγή Οικογενειακή τραγωδία στο Βόλο: Ζευγάρι βρέθηκε νεκρό στο σπίτι του

Η Σία Κοσιώνη δεν μας έχει συνηθίσει σε δημόσιες εξομολογήσεις και… εξωστρεφείς συμπεριφορές σε ό,τι αφορά τα προσωπικά της. Σήμερα, όμως, είπε να κάνει τη… διαφορά και έριξε το Instagram!

H anchorwoman του κεντρικού δελτίου ειδήσεων του ΣΚΑΪ ανέβασε μία φωτογραφία του συζύγου της Κώστα Μπακογιάννη και του γιου που έχουν αποκτήσει.

Η οικογένεια Μπακογιάννη βρίσκεται στο Καρπενήσι για να αποδράσουν από την καθημερινότητα και τη ρουτίνα της Αθήνας και είναι ένας προορισμός με τον οποίο έτσι και αλλιώς έχουν ισχυρούς δεσμούς λόγω της καταγωγής του Περιφεριάρχη Στερεάς Ελλάδας.

Είναι ένας τόπος που λατρεύει μιας και διετέλεσε στο παρελθόν και δήμαρχος Καρπενησίου. Είναι λοιπόν ο δικός του παράδεισος και δίπλα του έμαθε και η γνωστή δημοσιογράφος να τον αγαπά. Σε μία βόλτα τους στην ύπαιθρο, η Σία Κοσιώνη απαθανάτισε τις τρυφερές αγκαλιές μπαμπά και γιου και ανέβασε ασπρόμαυρη τη φωτογραφία γράφοντας στη λεζάντα: «Οι άνδρες της ζωής μου! Χρόνια πολλά σε όλους με πολλή πολλή αγαπη! #menofmylife #happychristmas#christmas #love #happy #happytogether#foreverandever».

Δείτε παρακάτω την ανάρτησή της…

Η Σία Κοσιώνη «ανεβάζει» φωτογραφία με τους άνδρες της ζωής της και... ρίχνει το instagram!

Πηγή Η Σία Κοσιώνη «ανεβάζει» φωτογραφία με τους άνδρες της ζωής της και ρίχνει το instagram!

Η σπαρακτική στιγμή που ένας άντρας εγκαταλείπει τον σκύλο του στην άκρη του δρόμου λίγο πριν τα Χριστούγεννα με το ζώο να προσπαθεί απεγνωσμένο να τον ακολουθήσει έχει προκαλέσει οργή.

Η φιλανθρωπική οργάνωση Royal Society for the Prevention of Cruelty to Animals RSPCA έχει ξεκινήσει έρευνα για να εντοπίσει τον άντρα που εγκατέλειψε τον σκύλο του την περασμένη Δευτέρα, καθώς η πράξη του έχει καταγραφεί από κάμερα ασφαλείας.

Δείτε το βίντεο

Το βίντεο, που έχει τραβηχτεί περίπου στις 5 τα ξημερώματα, δείχνει ένα αυτοκίνητο να σταματά στην άκρη ενός δρόμου της πόλης Στόουκ ον Τρεντ, στη Βρετανία. Από το όχημα κατεβαίνει ένας άντρας, ο οδηγός, που στο ένα χέρι κρατάει από το λουρί έναν σκύλο, που μοιάζει ράτσας μπουλ τεριέ, και στο άλλο ένα κρεβατάκι.

Στη συνέχεια, αφού διασχίζει τον δρόμο, πετάει το κρεβατάκι στη μέση του δρόμου, κοντά στο πεζοδρόμιο και αφού λύνει τον σκύλο από το λουρί του, αρχίζει να τρέχει πίσω προς το αυτοκίνητο. Ο σκύλος τον ακολουθεί, κάνοντας απεγνωσμένες προσπάθειες να μπει ξανά στο όχημα, το οποίο περιτριγυρίζει και πηδάει πάνω στην πόρτα. Ο άντρας όμως βάζει μπροστά και απλώς φεύγει, με το ζώο να τρέχει απελπισμένο πίσω από το όχημα.

Τον σκύλο βρήκε να κάθεται μέσα στο κρεβατάκι του, λίγη ώρα αργότερα, ένας περαστικός, που τον πήγε αμέσως σε ένα κτηνιατρείο και τώρα τον έχει αναλάβει η RSPCA. Ο περίπου 2 ετών σκύλος, που τον ονόμασαν Snoop, είναι καλά στην υγεία του και «ένα καλό, φιλικό και αξιαγάπητο αγόρι».

«Πρέπει να δεις το βίντεο για να το πιστέψεις, είναι απλώς φρικτό. Να βλέπεις τον κακόμοιρο σκύλο σε τέτοια εμφανή κατάσταση στρες, να πηδάει πάνω στο αυτοκίνητο ενώ αυτό απομακρύνεται…σου ραγίζει την καρδιά. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς μπόρεσε κάποιος να κάνει κάτι τέτοιο. Σκανάραμε το τσιπ και βρήκαμε δυο πρώην ιδιοκτήτες στο Μπέρμινγχαμ, αλλά κανείς τους δεν ευθύνεται για την τωρινή εγκατάλειψη», σχολίασε μέλος της οργάνωσης, που έχει απευθύνει δημόσια έκκληση για τον εντοπισμό του άντρα.

Πηγή Εγκατέλειψε τον σκύλο του στον δρόμο λίγο πριν τα Χριστούγεννα

Η χαριτωμένη αντίδραση του κουταβιού αυτού στον λόξυγγά του.

Ο λόξυγγας είναι ακούσιες συσπάσεις του διαφράγματος που συμβαίνουν σπάνια στον οργανισμό και έχουν διάρκεια από πέντε έως δέκα λεπτά συνήθως. Λόξυγγα δεν έχουν μόνο οι άνθρωποι, αλλά και τα σκυλιά.

Το κουτάβι του βίντεο που ακολουθεί έχει λόξυγγα για πρώτη φορά στη ζωή του και τα έχει εντελώς χαμένα. Κοιτά δεξιά και αριστερά, κοιτάζει πίσω του, γαβγίζει σε κάθε σπασμό και προσπαθεί να καταλάβει τι του γίνεται. Το αποτέλεσμα είναι ένα άκρως χαριτωμένο βίντεο στο Youtube που φτάνει περίπου τις 19 εκατομμύρια προβολές.

Είναι συχνό φαινόμενο για τα κουτάβια να έχουν λόξυγγα και είναι απόλυτα φυσιολογικό. Όταν μεγαλώσουν μπορεί να τους ξανασυμβεί αν πίνουν γρήγορα νερό, αν φάνε γρήγορα (λόγω του ότι μεγάλη ποσότητα περιττού αέρα εισχωρεί στο στομάχι και απελευθερώνεται με τη μορφή λόξυγγα) ή ακόμα και αν είναι πολύ χαρούμενο.

Δείτε το βίντεο που κάνει πάταγο στο διαδίκτυο:

Πηγή Κουτάβι έχει λόξυγγα και δεν έχει την παραμικρή ιδέα τι του συμβαίνει