21 May, 2019
Home / Διαφορα (Page 573)

”Ο κόσμος μας έλεγε τρελούς. Ημείς, αν δεν είμεθα τρελοί, δεν εκάναμε την επανάσταση….” είχε πει ο γέρος του Μοριά για την ελληνική επανάσταση του 1821.

Ο αρχιστράτηγος της Επανάστασης, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ξεσήκωσε τους υπόδουλους Έλληνες και πρωτοστάτησε στον αγώνα για την ανεξαρτησία. Κατατρόπωσε τον Δράμαλη στα Δερβενάκια, νίκησε στη θρυλική μάχη στο Βαλτέτσι και απελευθέρωσε την Τριπολιτσά.

«Όταν έμβηκα εις την Τριπολιτσά, με έδειξαν τον Πλάτανο εις το παζάρι όπου εκρέμαγαν τους Έλληνας. Αναστέναξα και είπα: «Άιντε, πόσοι από το σόγι μου και από το έθνος μου εκρεμάσθηκαν εκεί», και διέταξα και το έκοψαν», είχε πει στα απομνημονεύματά του.

Ο Κολοκοτρώνης μεγάλωσε στην Αλωνίσταινα της Αρκαδίας και από μικρή ηλικία εργαζόταν στο πλευρό της μητέρας του, η οποία έκοβε ξύλα και εκείνος τα πουλούσε στην Τρίπολη. Μια ιστορία από την παιδική του ηλικία αναφέρει ότι κάποτε ένα από τα ξύλα που πουλούσε έπεσε σε μια λακκούβα με νερό και έβρεξε έναν από τους Τούρκους που περνούσαν από το σημείο. Τότε, ένας από αυτούς του έδωσε δύο χαστούκια. Ο Κολοκοτρώνης με βουρκωμένα μάτια τον κοίταξε και ορκίστηκε μέσα του ότι θα έπαιρνε εκδίκηση.

Πράγματι, λίγα χρόνια αργότερα, ο Κολοκοτρώνης εντάχθηκε στο σώμα των κλεφταρματολών και δημιουργούσε προβλήματα στους Οθωμανούς. Σε ηλικία 17 ετών ήταν οπλαρχηγός της περιοχής και εντάχτηκε στα σώματα των κλεφτών της Πελοποννήσου. Το 1818 ήρθε σε επαφή με τον Πάγκαλο, ο οποίος είχε σταλεί από τον Αναγνωσταρά για να τον μυήσει στη Φιλική Εταιρεία. Όταν ο Πάγκαλος ξεκίνησε να τον προσεγγίζει και να του κάνει ερωτήσεις ο Κολοκοτρώνης του απάντησε: «Πες μου τα όλα, μίλα ξάστερα. Δεν ταιριάζουν σε μένα λόγια λοξά. Είναι χρόνια που προσμένω τέτοιο χαμπέρι».

<Στις 23 Μαρτίου 1821 σήκωσε τη σημαία της επανάστασης μαζί με τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, απελευθέρωσε την Καλαμάτα και ξεκίνησε τον αγώνα για την ελευθερία. Παρακινούσε στις μάχες όλους τους κατοίκους παρόλο που δεν είχαν στρατιωτική εμπειρία και ζητούσε τη βοήθεια των κτηνοτρόφων, οι οποίοι τροφοδοτούσαν τα στρατεύματα των επαναστατημένων.

Χάρη στην αποφασιστικότητά του και την στρατιωτική του ιδιοφυΐα οι Έλληνες νίκησαν σημαντικές μάχες και άρχισαν να απελευθερώνουν τις πόλεις της Πελοποννήσου. Ο Γερος του Μοριά, όπως τον αποκάλεσαν, ασκούσε μεγάλη επιρροή στον λαό και μέχρι το τέλος των αγώνων δεν σταμάτησε να μάχεται για την ανεξαρτησία των Ελλήνων.

Ακόμη και όταν ο Ιμπραήμ λεηλατούσε την Πελοπόννησο και οι οπλαρχηγοί τον προσκυνούσαν, λόγω των υψηλών χρηματικών αμοιβών που τους έδινε, ο Κολοκοτρώνης πήρε πρωτοβουλία και με το σύνθημα «Φωτιά στα σπίτια και τσεκούρι στην περιουσία και το λαιμό εκείνων που κάνουν τα χατίρια των Τούρκων. Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους!» εμπόδισε τον λαό της Πελοποννήσου να επιστρέψει κάτω από τον τουρκικό ζυγό.

Όπως είχε αναφέρει στα απομνήμονεύματά του: «Μόνον εις τον καιρόν του προσκυνήματος εφοβήθηκα διά την πατρίδα μου».

Παρά την τεράστια προσφορά του στην επανάσταση, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, τον οποίο υποστήριξε θερμά, φυλακίστηκε από την Αντιβασιλεία και το 1834 καταδικάστηκε σε θάνατο. Όταν ενηλικιώθηκε ο Όθωνας, έλαβε χάρη και απελευθερώθηκε.

Το 1838 εκφώνησε την ιστορική ομιλία του μπροστά σε μαθητές στην Πνύκα και αναφέρθηκε στην αρχή της επανάστασης και πώς αποφάσισαν οι υπόδουλοι Έλληνες να πολεμήσουν για την ελευθερία.

Διαβάστε τη συγκλονιστική ομιλία του Κολοκοτρώνη:

«Παιδιά μου!

Εις τον τόπο τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος και προ αυτού και ύστερα απ’ αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ’ αυτά να κάμωμε συμπερασμούς και δια την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα. Και δια τους παλαιούς Έλληνας, οποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, οποίους ήρωας, στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, δια ταύτα σας λέγουν καθ’ ημέραν οι διδάσκαλοί σας και οι πεπαιδευμένοι μας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον πως ήταν σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των.

Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους οποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν, διότι επροσκυνούσαν τες πέτρες και τα ξύλα. Αφού ύστερα ήλθε στον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιό του, και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα. Δεν επήρε μαζί του ούτε σοφούς ούτε προκομμένους, αλλ’ απλούς ανθρώπους, χωρικούς καί ψαράδες, και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος έμαθαν όλες τες γλώσσες του κόσμου, οι οποίοι, μολονότι όπου και αν έβρισκαν εναντιότητες και οι βασιλείς και οι τύραννοι τους κατέτρεχαν, δεν ημπόρεσε κανένας να τους κάμη τίποτα. Αυτοί εστερέωσαν την πίστιν.

Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοια και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι καί τους υπόταξαν. Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, δια να αλλάξη ο λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ’ εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον ένα έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε. Σαν είδε τούτο ο σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ [αντιβασιλέα], έναν πατριάρχη, καί του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο σουλτάνος. Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες [προεστοί] εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξη, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλύτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέρνοντες τον ζυγό έφευγαν, και οι γραμματισμένοι επήραν και έφευγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε κάθε ήμερα χειρότερα· διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντας τες δόξες και τες ηδονές οπού ανελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο Μουσουλμάνοι. Καί τοιουτοτρόπως κάθε ήμερα ο λαός ελίγνευε καί επτώχαινε.

Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία, και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς οπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποίους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν η Εταιρεία.

Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.

Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιαν άρμάδα. Άλλά δεν εβάσταξε!

Ήλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι. Μας πονούσε το μπαρμπέρισμά τους. Μα τι να κάμομε; Είχαμε και αυτουνών την ανάγκη. Από τότε ήρχισεν η διχόνοια και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια. Και όταν έλεγες τον Κώστα να δώσει χρήματα διά τας ανάγκας του έθνους ή να υπάγει εις τον πόλεμο, τούτος επρόβαλλε τον Γιάννη. Και μ’ αυτόν τον τρόπο κανείς δεν ήθελε ούτε να συνδράμει ούτε να πολεμήσει. Και τούτο εγίνετο, επειδή δεν είχαμε ένα αρχηγό και μίαν κεφαλή. Άλλά ένας έμπαινε πρόεδρος έξι μήνες, εσηκώνετο ο άλλος και τον έριχνε και εκάθετο αυτός άλλους τόσους, και έτσι ο ένας ήθελε τούτο και ο άλλος το άλλο. Ισως όλοι ηθέλαμε το καλό, πλην καθένας κατά την γνώμη του. Όταν προστάζουνε πολλοί, ποτέ το σπίτι δεν χτίζεται ούτε τελειώνει. Ο ένας λέγει ότι η πόρτα πρέπει να βλέπει εις το ανατολικό μέρος, ο άλλος εις το αντικρινό και ο άλλος εις τον Βορέα, σαν να ήτον το σπίτι εις τον αραμπά και να γυρίζει, καθώς λέγει ο καθένας. Με τούτο τον τρόπο δεν κτίζεται ποτέ το σπίτι, αλλά πρέπει να είναι ένας αρχιτέκτων, οπού να προστάζει πως θα γενεί. Παρομοίως και ημείς εχρειαζόμεθα έναν αρχηγό και έναν αρχιτέκτονα, όστις να προστάζει και οι άλλοι να υπακούουν και να ακολουθούν. Αλλ’ επειδή είμεθα εις τέτοια κατάσταση, εξ αιτίας της διχόνοιας, μας έπεσε η Τουρκιά επάνω μας και κοντέψαμε να χαθούμε, και εις τους στερνούς επτά χρόνους δεν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.

Εις αυτή την κατάσταση έρχεται ο βασιλεύς, τα πράγματα ησυχάζουν και το εμπόριο και ή γεωργία και οι τέχνες αρχίζουν να προοδεύουν και μάλιστα ή παιδεία. Αυτή η μάθησις θα μας αυξήσει και θα μας ευτυχήσει. Αλλά διά να αυξήσομεν, χρειάζεται και η στερέωσις της πολιτείας μας, η όποία γίνεται με την καλλιέργεια και με την υποστήριξη του Θρόνου. Ο βασιλεύς μας είναι νέος και συμμορφώνεται με τον τόπο μας, δεν είναι προσωρινός, αλλ’ η βασιλεία του είναι διαδοχική και θα περάσει εις τα παιδιά των παιδιών του, και με αυτόν κι εσείς και τα παιδιά σας θα ζήσετε. Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος. Όλα τα έθνη του κόσμου έχουν και φυλάττουν μια Θρησκεία. Και αυτοί, οι Εβραίοι, οι όποίοι κατατρέχοντο και μισούντο και από όλα τα έθνη, μένουν σταθεροί εις την πίστη τους.

Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ’ ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέραν των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ήμερα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε· και, δια να γίνη τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του Θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία.

Τελειώνω το λόγο μου. Ζήτω ο Βασιλεύς μας Όθων! Ζήτω οι σοφοί διδάσκαλοι! Ζήτω η Ελληνική Νεολαία!»



Πηγή: sansimera.grΠηγή Κολοκοτρώνης προς τους Νέους: «Ο κόσμος μας έλεγε τρελούς. Ημείς, αν δεν είμεθα τρελοί, δεν εκάναμε την επανάσταση»

Τη δεκαετία του ’70 τα κόμματα, πέραν της Νέας Δημοκρατίας, είχαν εξαιρετική οργανωτική δομή και μεγάλη διάχυση στην κοινωνία. Αν την εποχή που ο Καραμανλής προετοίμαζε την…
είσοδό μας στην ΕΟΚ προκαλείτο συλλογή υπογραφών για Δημοψήφισμα από όλα τα κόμματα που αντιδρούσαν στην ιστορική πρωτοβουλία, ουδείς μπορεί να είναι σίγουρος για το αποτέλεσμα.

Η περίπτωση να ήμασταν σήμερα μία πτωχευμένη χώρα με δραχμές δεν μπορεί να αποκλειστεί από κανένα, αν σκεφτεί κανείς ότι ούτε οι συντηρητικοί ψηφοφόροι τότε είχαν συνειδητοποιήσει την τεράστια σημασία που θα είχε για το μέλλον της χώρας η εισδοχή στην ΕΟΚ, και ίσως η συμμετοχή τους δεν θα είχε τη μαζικότητα που σίγουρα θα πετύχαιναν οι αριστερές κινητοποιήσεις. Οι μεγάλες αλλαγές που επέφερε στο Οικογενειακό Δίκαιο το ΠΑΣΟΚ, στην πρώτη του τετραετία, είχαν προκαλέσει σεισμό στη συντηρητική μας κοινωνία.

Οι φοβικές αντιδράσεις για τις πρωτόγνωρες για τα ήθη μας προτάσεις, στις οποίες ασφαλώς πρωτοστατούσε πάλι η Εκκλησία, διαπερνούσαν οριζοντίως το πολιτικό φάσμα. Ακόμα και μέλη του ΚΚΕ δεν μπορούσαν να αποδεχτούν την αποποινικοποίηση της μοιχείας και τη διατήρηση του επωνύμου της συζύγου. Το πιθανότερο είναι ότι αν γινόταν ένα δημοψήφισμα την εποχή εκείνη, που θα οργάνωνε η Ιερά Σύνοδος ή η Νέα Δημοκρατία (που είχε βγει στα κάγκελα με το σύνθημα «Το ΠΑΣΟΚ διαλύει την οικογένεια»), θα είχε ως αποτέλεσμα ακόμα να τυλίγουν τις μοιχαλίδες στα σεντόνια. Σύνταγμα: Οι προτάσεις που δεν τολμούν να κάνουν… Πατήστε εδώ Αλλά ας έλθουμε στο παρόν. Υπάρχει κανείς που πιστεύει ότι δεν είναι δυνατόν να συγκεντρωθούν οι απαραίτητες υπογραφές για να προκληθεί δημοψήφισμα με το αίτημα «κανείς μετανάστης στη χώρα μας»; Μπορεί κανείς να προδικάσει το αποτέλεσμα της λαϊκής ετυμηγορίας για το θέμα; Πιστεύει κανείς στα σοβαρά ότι αν υπήρχε ήδη η δυνατότητα δεν θα προκαλείτο δημοψήφισμα για το όνομα της ΠΓΔΜ;

Εδώ δεν χρειάζονται υποθέσεις για το αποτέλεσμα – όλοι το γνωρίζουμε. Πόσο μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι τα θέματα της δικαιωματικής ατζέντας που επιτέλους τακτοποιήθηκαν νομοθετικά τα τελευταία χρόνια, όπως το σύμφωνο συμβίωσης, η αναδοχή από ομόφυλα ζευγάρια κ.λπ. δεν θα κινητοποιούσαν συλλογές υπογραφών; – μη λησμονούμε ότι έχουμε μια κοινωνία με ισχυρούς ομοφοβικούς, θρησκόληπτους, ρατσιστικούς θύλακες. Και ακόμα και αν το αποτέλεσμα τέτοιων δημοψηφισμάτων ήταν το ευκταίο, ποιος ο λόγος να προκληθεί κοινωνικός διχασμός, ποιος ο λόγος να βρίσκουν επίσημο προεκλογικό βήμα τα λούμπεν ακροδεξιά φαντάσματα για να εξακοντίζουν χυδαίες επιθέσεις σε κοινωνικές μειονότητες; Ας μη μιλήσουμε για τα Μνημόνια γιατί θα πικραθούμε. Οχι μισό αλλά τρία εκατομμύρια υπογραφές θα μάζευαν και τώρα θα ήμασταν μια χαρούμενη, αμεσοδημοκρατική, πτωχευμένη χώρα. Και η μόνη περίπτωση να είχαμε διασωθεί θα ήταν αν οι πολιτικές ηγεσίες έγραφαν τη λαϊκή ετυμηγορία στα παλιά τους παπούτσια, όπως έκανε ο Τσίπρας.

Στην αντιπροσωπευτική Δημοκρατία τις μεγάλες αποφάσεις τις παίρνουν οι πολιτικοί. Αυτοί έχουν την εξουσία, τη νομιμοποίηση και την ευθύνη. Αυτοί οφείλουν να έχουν τη νηφαλιότητα, τις ακριβείς πληροφορίες, την επίγνωση των συσχετισμών και των συνεπειών, το ανοιχτό βλέμμα στο σύγχρονο κόσμο. Εμείς οφείλουμε να εκλέγουμε ηγεσίες που πραγματικά θα καθοδηγούν την κοινωνία και δεν θα περιμένουν να κρυφτούν πίσω από αυτήν. Γιατί τότε υπάρχει ορατός ο κίνδυνος να παραχωρηθεί εξουσία σε συντηρητικούς μηχανισμούς με μεγάλη επιρροή, όπως είναι η Εκκλησία, ή, ακόμα χειρότερα, σε οργανωμένες σκοτεινές δυνάμεις όπως είναι η Χρυσή Αυγή…

Ανδρέας Πετρουλάκης

Πηγή Και αν το ΟΧΙ δεν γίνει ΝΑΙ;..


Ξεπουλιέται χαλκιδικό κράνος του 4ου αι. π.Χ. για 34.000 ευρώ!!! Άγγλοι και Ισραηλίτες, αρχαιολόγοι και Πανεπιστήμια είναι πίσω από αυτήν φρικιαστική εμπορική πράξη!

Του Γιώργου Λεκάκη

«Χαλκιδικού» τύπου κράνη-υπερόπλα της αρχαίας εποχής εχρησιμοποιήθησαν ευρέως στον αρχαίο ελληνικό κόσμο και στις ελληνικές αποικίες στην Μεγάλη Ελλάδα (νότιο Ιταλία).
Τώρα, ένα (ακόμη) αρχαίο χάλκινο κράνος «χαλκιδικού» τύπου, κατασκευασμένο στις αρχές του 4ου αι. π.Χ., δημοπρατείται από τον οίκο δημοπρασιών Time Line Auctions, στις 23 Νοεμβρίου 2018… Και μάλιστα πιστεύεται ότι θα «πιάσει»… 34.000 ευρώ!


Το κράνος σχηματίσθηκε αρχικώς ως ένα ενιαίο χάλκινο σύνολο. Υπάρχουν επαναλαμβανόμενες ζώνες στα αυτιά με ανοίγματα και περιγράμματα στα φρύδια, ένα «ρινικό βραχιόλι» (στην μύτη), ενισχυτικό των φρυδιών, ενσωματωμένα προστατευτικά «μάγουλα» και προς τα πίσω υπάρχει ένας στενός «λαιμός», επίσης για προστασία, κλπ.
Το κράνος ζυγίζει 1,6 κιλά, και έχει ύψος 49 εκατ. συμπεριλαμβανομένης της βάσης.

Άγγλοι και Ισραηλίτες, Αρχαιολογικά Κέντρα και Πανεπιστήμια είναι πίσω από αυτήν φρικιαστική εμπορική πράξη και την ξεπλένουν!
«Ανήκε», λένε οι ξεπουλητές, στην συλλογή Wiedman (Ηνωμένο Βασίλειο) από το 2001. Προηγουμένως «ήταν» στον Ισραηλίτη αρχαιολόγο Robert Deutsch! Συνοδεύεται από αντίγραφο της αρχικής «άδειας εξαγωγής» (!!!), AWB και… τιμολόγιο / invoice (!!!) από το Αρχαιολογικό Κέντρο της Jaffa. Συνοδεύεται και από μια μεταλλουργική αναλυτική έκθεση, που γράφτηκε από τον μεταλλουργό dr. Brian Gilmour του Ερευνητικού Εργαστηρίου Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης!

Από πότε ένας «αρχαιολόγος» μπορεί να κατέχει αρχαία αντικείμενα – και μάλιστα όχι της χώρας του;
Να παίρνει «άδεια εξαγωγής»;
Από πότε μπορούμε επισήμως να μιλάμε για «τιμολόγια» αγοράς, όταν πρόκειται για αρχαία τέχνεργα;
Από πότε ένα Πανεπιστήμιο – και δη του κύρους της Οξφόρδης – μπορεί να εργάζεται και να αποφαίνεται (με το αζημίωτο, φαντάζομαι) επί αρχαίων αντικειμένων, αδιαφορώντας για την νόμιμη κατοχή τους από τον «πελάτη» που παραγγέλνει μια έκθεση;
Είναι πολλά τα ερωτηματικά…

ΔΕΙΤΕ βίντεο αυτού του κράνους στην ιστοσελίδα των Auctions Time Line!

Για παρόμοια κράνη βλ. H. Born «Die Helme des Hephaistos. Handwerk und Technik griescchischer Bronzen in Olympia», Μόναχο, 2009.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ για παρόμοιες ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΕΣ, ΕΔΩ.

arxeion-politismou.gr Πηγή Ξεπουλιέται χαλκιδικό κράνος του 4ου αι. π.Χ. για 34.000 ευρώ!!! Άγγλοι και Ισραηλίτες, αρχαιολόγοι και Πανεπιστήμια είναι πίσω από αυτήν φρικιαστική εμπορική πράξη!

Η Nicole Skyes, στο προσωπικό της κανάλι στο YouTube «Beauty Hack or Wack?» δοκιμάζει και μας παρουσιάζει τα καλύτερα DIY projects ομορφιάς που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο, για να ξεχωρίσει αυτά που έχουν πραγματικά αποτέλεσμα. Ειδικά όμως το βίντεο στο οποίο τυλίγει τα πόδια της με διαφανή μεμβράνη, έχει κάνει τις γυναίκες να παραμιλούν καθώς πιστεύεται ότι μπορεί να βοηθήσει να χάσετε βάρος γρήγορα, χωρίς παρενέργειες.

Αυτή η θεραπεία απαιτεί να τυλίξουμε την προβληματική περιοχή για ένα ολόκληρο βράδυ, προκειμένου η μάσκα σώματος να «κάψει» το περιττό λίπος μέσα σε λίγες ώρες.

qxcjzpjpf5gy1pgvt5zp

Έτσι λοιπόν, αποφάσισε να δοκιμάσει αυτό το hack στον εαυτό της και χρησιμοποίησε λάδι καρύδας για τη μάσκα, κάνοντας μασάζ στην κοιλιά και τους μηρούς.

Χωρίς τίτλο (2)

Στη συνέχεια, τύλιξε τις περιοχές (αφήνοντας τη μάσκα φυσικά) με διαφανή μεμβράνη και φόρεσε τις πιτζάμες της.

1nslffoqw5zngv172m7d

Την ενοχλούσε για κάποιο χρονικό διάστημα επειδή ίδρωνε και της πήρε αρκετή ώρα μέχρι να καταφέρει να κοιμηθεί.

3mdynw8jz8r10kb4k0py

Η Nicole έβγαλε τη μεμβράνη στις 5 το πρωί και τότε είδε τα εκπληκτικά αποτελέσματα: η κοιλιά και οι μηροί της φαίνονταν όντως πιο αδύνατοι!

zd2l4vrlou2wzracxa56

Αυτή η μάσκα σώματος βοήθησε στη διαδικασία της απώλειας βάρους, αλλά δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως θαύμα γιατί λειτουργεί βάσει της αρχής της απώλειας υγρών.

z6xjhbbz7osxw4pqf2r2

Αυτή η DIY μάσκα σώματος στην ουσία είναι σαν σάουνα και προκαλεί εφίδρωση κατά τη διάρκεια της νύχτας.

rynjzlemvyeq5ppsjs9j

Και φυσικά, ως θεραπεία, είναι προσωρινή επειδή τη στιγμή που θα αντικαταστήσετε τα υγρά, θα επανέλθει και το βάρος.

i4wprk2tf2xbcj9h1wsd

Ωστόσο, όντως δουλεύει και μας κάνει να φαινόμαστε πιο αδύνατες, μέχρι ένα βαθμό πάντα.

mlq0y7ag5mageo89isin

The post Τύλιξε τα πόδια της με διαφανή μεμβράνη!! Το επόμενο πρωί ΕΣΠΑΣΕ ΣΤΟ ΚΛΑΜΑ… appeared first on LINE LIFE.

Πηγή Τύλιξε τα πόδια της με διαφανή μεμβράνη!! Το επόμενο πρωί ΕΣΠΑΣΕ ΣΤΟ ΚΛΑΜΑ…

ΣΙΩΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΠΡΟ ΤΩΝ ΠΥΛΩΝ Γ΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ


https://youtu.be/zqB40IuUfqE

Σχόλιο ΡΩΜΙΟΥ: Μην την χάσετε αυτή την εκπομπή….
Θα κατανοήσετε καλύτερα την εκπομπή αν πρώτα ρίξετε μια γεωπολιτική ματιά στα »μελλούμενα» σύμφωνα με την ορθοδοξία ΕΔΩ

Πηγή έρευνας: odysseiatvΠηγή ΣΙΩΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΠΡΟ ΤΩΝ ΠΥΛΩΝ Γ΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ


Κοντοζυγώνει η ΩΡΑ του ξεσηκωμού των «ΠΑΛΑΒΩΝ» για την απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου αδέρφια μου..! ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ: «Μὴ φοβάστε. Ἐσᾶς θὰ σᾶς ἐλευθερώσουν κάτι παλαβοί• ἀπὸ μέσα καὶ ἀπὸ ἔξω.»

»ΘΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΤΗΝ ΒΟΡΕΙΟ ΗΠΕΙΡΟ» (ΘΑ ΓΙΝΕΙ & ΑΝΤΑΡΤΙΚΟ) ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ – ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗ ΠΡΟΣΑΡΤΗΣΗ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ ΣΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΕΛΛΑΔΑ!

Γιὰ τὴ Βόρειο Ἤπειρο, ὁ Γέροντας εἶχε πεῖ μεταξὺ ἄλλων: «Μὴ φοβάστε. Ἐσᾶς θὰ σᾶς ἐλευθερώσουν κάτι παλαβοί• ἀπὸ μέσα καὶ ἀπὸ ἔξω. Παλαβοὶ μὲ τὴν καλὴ ἔννοια, δηλαδὴ παλικάρια. Αὐτοὶ δὲ θὰ καταλαβαίνουν ἀπὸ πολιτικές, καὶ θὰ μποῦν μέσα νὰ βοηθήσουν. Οἱ πολιτικοὶ θὰ τὸ χαροῦν κι αὐτοὶ κατὰ βάθος, ἀλλὰ αὐτοὶ δεσμεύονται καὶ δὲν μποροῦν νὰ ἐνεργήσουν. Οἱ ἄλλοι θὰ τὸ δεχτοῦν. Ἔ! ἀφοῦ ἔγινε τώρα, ἔγινε, θὰ ποῦν. Μὴ φοβάστε. Λειτουργοῦν καὶ οἱ πνευματικοὶ νόμοι. Πόνος εἶναι αὐτός. Μιὰ οἰκογένεια εἴμαστε καὶ μᾶς χώρισαν. Σὰν νὰ λένε, αὐτὰ τὰ παιδιὰ νὰ πᾶνε χώρια ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους. Πονάει αὐτό!! Τόσες φορὲς τὴν ἐλευθερώσαμε τὴ Βόρεια Ἤπειρο, τόσα αἵματα, τόσα κρυοπαγήματα! Δὲ θὰ πᾶν χαμένα ὅλα αὐτά.»

Απόσπασμα από το βιβλίο: «Ὁ πατήρ Παΐσιος μοῦ εἶπε…» ἔκδοση 26η, σελ. 76, του Ἀθανάσιου Ρακοβαλῆ 


ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΒΙΝΤΕΟ: ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΕΝ ΟΨΕΙ



https://www.youtube.com/watch?v=R9GjIEJlh34

Δείτε επίσης:
 
Άγιος Παΐσιος: «Αυτά που θα συμβούν σε Αλβανία και Βόρεια Ήπειρο…»Πηγή Κοντοζυγώνει η ΩΡΑ των «ΠΑΛΑΒΩΝ» για την απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου | Προφητείες Αγίου Παϊσίου

Ένα από τα πιο διαδεδομένα έθιμα σε όλο τον κόσμο είναι το σβήσιμο των κεριών της τούρτας την ημέρα των γενεθλίων. Στις περισσότερες χώρες ακολουθείται η ίδια διαδικασία.

Πάνω στην τούρτα τοποθετούνται τόσα κεριά όσα τα χρόνια ζωής του εορτάζοντος. Φίλοι και συγγενείς λένε με μια φωνή το τραγούδι των γενεθλίων και στο τέλος ο εορτάζων σβήνει τα κεριά, κάνοντας μια ευχή.(Διαβάστε την συνέχεια Παρακάτω)

Διαβάστε την Συνέχεια…………………………………………………

Ποια είναι όμως, η προέλευση αυτού του εθίμου;

Σύμφωνα με μια θεωρία, το έθιμο αυτό έχει τις ρίζες του στην αρχαία Ελλάδα. Οι αρχαίοι Έλληνες λέγεται ότι έφτιαχναν πίτες με μέλι, τις οποίες στόλιζαν με κεριά, προς τιμήν της θεάς Αρτέμιδος. Τα κεριά συμβόλιζαν τα αστέρια και το φεγγάρι.

Οι αρχαίοι έσβηναν τα κεριά γιατί πίστευαν ότι ο καπνός μεταφέρει τις ευχές τους στους θεούς.

Την ίδια τελετή έκαναν και στα γενέθλια των παιδιών τους γιατί θεωρούσαν ότι η θεά Άρτεμις ήταν προστάτιδα των παιδιών και έτσι θα τα προστάτευε από αρρώστιες και κάθε κακό.

Tο έθιμο αυτό έχει τις ρίζες του στην αρχαία Ελλάδα.
«Ω κορυφαία Θεά των γεννήσεων, Ακραία Άρτεμη δέξου αυτόν τον σεμνό ύμνο και χάρισε την ευλογία σου σε αυτόν που γιορτάζει την ημέρα της γεννήσεως του στο υλαίο πεδίο της ύπαρξης….Σεμνή Θεά δώρισε την σπουδαιότητα και τον σεβασμό σε τούτη την ύπαρξη.» έλεγε η αρχαία ελληνική ευχή για τα γενέθλια.

Σύμφωνα με μια άλλη θεωρία, το σβήσιμο των κεριών προέρχεται από την Γερμανία του 18ου αιώνα. Οι Γερμανοί εμπλούτισαν λίγο τα κέικ που φτιάχνονταν μέχρι τότε και άρχισαν να φτιάχνουν τούρτες με ζαχαρόπαστα, τις οποίες στόλιζαν με κεριά. Συγκεκριμένα, το έθιμο καθιερώθηκε στο φεστιβάλ για παιδιά Kinderfeste. Συνήθως, έβαζαν πάνω στην τούρτα τόσα κεριά όσα ήταν τα χρόνια που ζούσε το παιδί, συν ακόμα ένα που συμβόλιζε την μακροζωία.

Για πολλούς τα αναμμένα κεριά συμβολίζουν «το φως της ζωής», ενώ άλλοι θεωρούν ότι διώχνουν μακριά το κακό.

Το έθιμο όμως, δεν αφορούσε μόνο τα παιδιά. Το 1746 ο Γερμανός κληρικός Nikolaus Ludwig von Zinzendorf γιόρτασε τα γενέθλιά του με μια τεράστια τούρτα γεμάτη κεριά.

Κρατήστε όποια από τις δύο εκδοχές θέλετε και διαβάστε παρακάτω ολόκληρη την ευχή των αρχαίων: «Ω κορυφαία Θεά των γεννήσεων, Ακραία Άρτεμη δέξου αυτόν τον σεμνό ύμνο και χάρισε την ευλογία σου σε αυτόν που γιορτάζει την ημέρα της γεννήσεως του στο υλαίο πεδίο της ύπαρξης.

Εσύ που δίνεις το τέλειο δώρο Ανυσιδώρα χάρισε δώρα υγίειας, ευδαιμονίας, πνευματικής και υλικής ανάπτυξης, χαράς, ευθυμίας, και κάθε άλλου ψυχικού ή υλικού δώρου που εσύ κρίνεις για την αρετοδρομία της υπάρξεως.

Στάσου Βοηθός της υπάρξεως τούτης και Ευπλόκαμος, στρώνοντας άριστους δρόμους αρετής που οδηγούν σε έπαθλα αιώνια ώστε η ψυχή να ομοιάζει την Ευστέφανη χάρη Σου.

Καθαρά Θεά, κράτα αμόλυντη την ψυχή από κάθε κακό.

Μεγαλώνυμη και Ολβιόμοιρη Θεά χάρισε την μέγιστη ευτυχία της μοίρας ως Περασία βοήθησε την σκέψη να οδεύει ασφαλής από τις αναζητήσεις της.

Σαόφρων χάρισε υγιή σκέψη.

Σεμνή Θεά δώρισε την σπουδαιότητα και τον σεβασμό σε τούτη την ύπαρξη.»
athensmagazine.gr

The post Αποκλείεται να το γνώριζες: Γιατί σβήνουμε κεριά στα γενέθλια; appeared first on LINE LIFE.

Πηγή Αποκλείεται να το γνώριζες: Γιατί σβήνουμε κεριά στα γενέθλια;


Το Αρχαίο θέατρο των Συρακουσών ήταν ένα από τα μεγαλύτερα Ελληνικά θέατρα της αρχαιότητας. Συγκεκριμένα ήταν το τρίτο σε μέγεθος μετά από της Μιλήτου και της Μεγαλόπολης.

Κτίσθηκε τον 5ο αιώνα π.Χ., επί βασιλείας Ιέρωνος του Α΄, (478 – 466 π.Χ.), από τον Έλληνα αρχιτέκτονα Δημοκόπο τον Μύριλλο, με λάξευση της νότιας πλευράς του Τεμενίτη λόφου που βρίσκεται βόρεια του μυχού του λιμένα των Συρακουσών. Σημειώνεται ότι στη θέση του υπήρχε από το 550 π.Χ. παλαιότερο πρόχειρο θέατρο που αντικαταστάθηκε από το νέο αυτό του Δημοκόπου.

Η αρχική λάξευση του βράχου είχε τραπεζοειδές σχήμα. Στο τέλος του 4ου αιώνα π.Χ. επί άρχοντος Τιμολέοντος διασκευάστηκε και απέκτησε το τελικό ημικυκλικό σχήμα, όπως διασώζεται σήμερα.

Η διάμετρός του είναι 150 μ. επί του οποίου και ξεχωρίζουν 59 καλώς διατηρημένες σειρές εδωλίων από τις οποίες οι 11 χαμηλότερες καλύπτονταν παλαιότερα από μάρμαρο. Το όλο κοίλο του θεάτρου χωρίζονταν σε εννέα κερκίδες, που κάθε μία έφερε ιδιαίτερη ονομασία. Πέντε ονομασίες εξ αυτών έχουν διασωθεί, χαραγμένες σε βράχο, που είναι: Ζευς, Ηρακλής, Ιέρων Β΄, Φιλιστίς, και Νηρίς.


https://youtu.be/SfqXWAidD40

ΠΗΓΗΠηγή Η μεγαλειώδης σκηνή του αρχαίου θεάτρου των Συρακουσών – Δείτε βίντεο σε τρισδιάστατη αναπαράσταση


Μια ημέρα από τη ζωή ενός αρχαίου Αθηναίου
 
Στην Αθήνα η μέρα άρχιζε με την ανατολή του ήλιου. Στον Αθηναίο δεν άρεσε η τεμπελιά. Πλούσιος ή φτωχός, σηκωνόταν μόλις φώτιζε η μέρα. Η ζωή της Αθήνας ήταν έτσι ρυθμισμένη, που εκείνος που θα επέτρεπε στον εαυτό του να τεμπελιάσει τις πρώτες ώρες της μέρας δεν θα εβρισκε κανέναν στο σπίτι.
Όταν ο Ιπποκράτης ήθελε να περάσει από τον Σωκράτη να τον πάρει για να κάνουν μαζί μια επίσκεψη στον Πρωταγόρα, που είχε έρθει στην Αθήνα, πήγε στον Σωκράτη πριν από την ανατολή του ήλιου, κι όπως λέει ο Πλάτωνας «έκανε μεγάλη φασαρία χτυπώντας τη θύρα με ένα ραβδί».
Ο Σωκράτης κοιμόταν. Ο Ιπποκράτης τον σήκωσε απ’ το κρεβάτι και επέμεινε να πάνε χωρίς καθυστέρηση. Αλλά ο φιλόσοφος του απάντησε: «Όχι, είναι πολύ νωρίς. Να πάμε όταν φέξει».
Μόλις φάνηκαν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου κατευθύνθηκαν προς το σπίτι του Καλλία, όπου είχε καταλύσει ο Πρωταγόρας. Όταν όμως έφτασαν εκεί, βρήκαν το σπίτι γεμάτο καλεσμένους. Ο Πρωταγόρας έκανε περίπατο στη στοά μαζί με τον Καλλία και τους ακολουθούσε μια ομάδα ξένων, που είχαν έρθει από άλλες πόλεις, ακολουθώντας τα ίχνη του Πρωταγόρα. Στην άλλη άκρη της στοάς ένας άλλος σοφιστής, ο Πρόδικος, ήταν ακόμα ξαπλωμένος και σκεπασμένος με την κουβέρτα στο δωμάτιο, που είχε μετατραπεί σε κοιτώνα εξαιτίας των πολλών καλεσμένων, και συζητούσε κι αυτός για κάτι, αλλά ο Σωκράτης δεν κατάφερε να μάθει για ποιο πράγμα γινόταν λόγος γιατί ο Πρόδικος μιλούσε πάρα πολύ σιγανά.
Έτσι, λοιπόν, ο Αθηναίος έκανε τις επισκέψεις του την αυγή. Η πρωινή προετοιμασία των Αθηναίων δεν ήταν και τόσο πολύπλοκη. ‘Έπλεναν μονάχα το πρόσωπο και τα χέρια, έπειτα ντύνονταν και έβγαιναν.

Ενδυμασία

Συνήθως πιστεύουν ότι οι Έλληνες ντύνονταν στα λευκά, αλλά αυτή η γνώμη είναι λαθεμένη. Το πλήθος στην Αθήνα παρουσίαζε μια εικόνα, που δεν έμοιαζε καθόλου με μια μονότονη πομπή λευκών μορφών. Η ενδυμασία ήταν κατασκευασμένη από υφάσματα με ζωηρά χρώματα, κάποτε μάλιστα από πολλά χρώματα (ειδικότερα η ενδυμασία των νέων) : πορφυρό, κόκκινο, πράσινο και γαλάζιο.
Στους άντρες δεν άρεσε το κίτρινο χρώμα, το θεωρούσαν καλό μόνο για τις γυναίκες. Τα λευκά ενδύματα στολίζονταν με μια λωρίδα χρωματιστή. Το κύριο αντικείμενο της αντρικής ενδυμασίας ήταν ο χιτώνας, που τον φορούσαν κατάσαρκα. Ο χιτώνας ήταν ένα κομμάτι πανί, με τρύπες για τα χέρια, που το έπιαναν στον έναν ώμο με πόρπη. Το μήκος του χιτώνα ποίκιλλε ανάλογα με την εποχή. Στην αρχή ήταν πολύ μακρύς, μα αργότερα άρχισαν να τον σφίγγουν στη μέση με ένα κορδόνι και έτσι έφτανε ως τα γόνατα. Κάποτε στο χιτώνα έβαζαν και μανίκια. Οι χιτώνες, που προορίζονταν για τους υπηρέτες, τους βιοτέχνες, τους στρατιώτες και τους δούλους είχαν μια τρύπα, μονάχα για το αριστερό χέρι, ο δεξιός ώμος έμενε ακάλυπτος. Πάνω από το χιτώνα οι Αθηναίοι φορούσαν ένα είδος μανδύα ή πελερίνα που το έλεγαν ιμάτιο. Τη μια άκρη του ιματίου την έσφιγγαν στο στήθος κάτω από την αριστερή μασχάλη, ενώ το υπόλοιπο το έριχναν στην πλάτη, πάνω από τον αριστερό ώμο, περνώντας το κάτω ή πάνω από το δεξί χέρι και ξαναπερνώντας το πάνω από τον αριστερό ώμο έτσι που η άλλη άκρη να κρέμεται στην πλάτη.
Ένα ιμάτιο για να θεωρείται σεμνό έπρεπε να καλύπτει τα γόνατα, αλλά να μη φτάνει ως τους αστράγαλους. Υπήρχε και ένας κοντός μανδύας, πιασμένος με μια πόρπη κάτω απ’ το λαιμό και αφημένος να πέφτει ελεύθερα πάνω απ’ τους ώμους και τις πλάτες. Αυτή η πελερίνα ονομαζόταν χλαμύδα και τη φορούσαν στον πόλεμο, στο κυνήγι και στα ταξίδια. Στην Αθήνα η χλαμύδα ήταν το συνηθισμένο ένδυμα της νεολαίας.

Το κεφάλι έμενε ακάλυπτο. Οι Έλληνες φορούσαν κάλυμμα μόνο όταν έβγαιναν έξω απ’ την πόλη για να προστατεύουν το κεφάλι τους από τη ζέστη και τη Βροχή. Στους δρόμους της Αθήνας μπορούσε να συναντήσει κανείς με κάλυμμα μόνο ταξιδιώτες ή ανάπηρους. Κανένας δεν μπορούσε να φαντασθεί τον Πλάτωνα ή τον Δημοσθένη να διασχίζει την Αγορά με κάλυμμα στο κεφάλι. Υπήρχαν ορισμένα είδη καλύμματος λευκά ή καφέ. Ο πίλος ήταν ένα είδος καλύμματος από πίλημα με πολύ μικρούς γύρους ή και χωρίς γύρους και ο πέτασος ένα αληθινό καπέλο από πίλημα, ίσιο στην κορυφή, με μια κορδελίτσα. Η κορδελίτσα είχε σκοπό να σφίγγει καλά τον πέτασο κάτω από το σαγόνι ή να τον κρατάει όταν τον έβγαζαν και τον έριχναν πίσω στις πλάτες. Η κυνή ήταν ένα κάλυμμα χωρίς γύρους, δηλαδή ένας απλός στρογγυλός σκούφος, από δέρμα σκυλιού.

http://4.bp.blogspot.com/-5qE925CLhw4/Tdd-MgzTqMI/AAAAAAAAAWc/o0jlnRFyEtI/s1600/7160678.jpg

Κόμη

Οι Έλληνες είχαν πυκνά μαλλιά. Δεν έκοβαν τα μαλλιά τους πολύ κοντά. Τα έκοβαν έτσι που να καλύπτουν το κεφάλι, αλλά να μη φτάνουν ως τους ώμους. Μερικοί κομψευόμενοι νεανίες, σαν τον Αλκιβιάδη π.χ., είχανε μακριούς Βοστρύχους χτενισμένους με φροντίδα. Οι αθλητές, αντίθετα, έκοβαν τα μαλλιά τους πολύ κοντά. Εκτός απ’ τους κομψευόμενους νέους, Βοστρύχους άφηναν και οι φιλόσοφοι, αυτό ήταν άλλωστε το διακριτικό τους γνώρισμα.

Υποδήματα

Στα πόδια οι Έλληνες φορούσαν σανδάλια, που τα ‘δεναν με δερμάτινους ιμάντες, αλλά υπήρχαν κι άλλοι τύποι υποδημάτων, όπως μπότες, άρβυλα και σκαρπίνια. Τα υποδήματα τα κατασκεύαζαν από δέρμα λευκό, μαύρο ή ερυθρό και συχνά ήταν πολύ κομψά, κυρίως αυτά που φορούσε ο Αθηναίος όταν πήγαινε επίσκεψη ή ήταν καλεσμένος σε τραπέζι. Ακριβώς η υπόδηση ήταν το αντικείμενο όπου εκδηλωνόταν η φαντασία των κομψών Αθηναίων. Μας είναι γνωστοί μερικοί τύποι υποδημάτων που συνδέονται με το όνομα ορισμένων προσώπων. ΟΙ Αθηναίοι είχαν να λένε για τα «υποδήματα του Αλκιβιάδη», και για τα «άρβυλα του Ιπποκράτη». Γενικά τα υποδήματα γίνονταν από δέρμα, αλλά κάποτε τα έφτιαχναν κι από πίλημα, όπως τα καλύμματα της κεφαλής. Μερικοί κομψευόμενοι στόλιζαν τα υποδήματά τους με χρυσό και ασήμι. Τα μαύρα υποδήματα τα στίλβωναν με σφουγγάρι. Σχετικά με το στίλβωμα των υποδημάτων έφτασε ως εμάς το εξής διασκεδαστικό ανέκδοτο: ένας Αθηναίος συναντήθηκε στο δρόμο με έναν γνωστό του και παρατήρησε ότι τα υποδήματά του ήταν θαυμάσια στιλβωμένα. Απ’ αυτό έβγαλε το συμπέρασμα ότι ο φίλος του περνάει οικονομικές δυσκολίες και ήταν υποχρεωμένος να λουστρίζει μόνος του τα υποδήματά του, γιατί ένας δούλος δεν θα του τα λούστριζε ποτέ τόσο καλά. Στο σπίτι οι Αθηναίοι πάντα γυρνούσαν ξυπόλητοι. Οι δρόμοι όμως είχαν τέτοιες βρωμιές, που ήταν απόλυτη ανάγκη να προφυλάγει κανένας τα πόδια του. Άλλωστε αυτό ήταν και ζήτημα διάθεσης και συνήθειας. Οι ψημένοι άνθρωποι της παλιάς σχολής, όπως ο Σωκράτης ή ο Φωκίωνας, γυρνούσαν ξυπόλητοι και στους δρόμους. Ο Σωκράτης δεν φορούσε υποδήματα ούτε το χειμώνα. Η περιβολή των Αθηναίων συμπληρωνόταν με ένα δαχτυλίδι κι ένα ραβδί. Τα δαχτυλίδια με γλυφές χρησιμοποιούνταν και σαν κόσμημα και σαν σφραγίδα. Μερικοί φορούσαν μάλιστα πολλά δαχτυλίδια. Το ραβδί ήταν ένα εξάρτημα απόλυτα υποχρεωτικό, η τελευταία λέξη της κομψότητας, για να εκφραστούμε έτσι, που ολοκλήρωνε την εμφάνιση του Αθηναίου. Ούτε περνούσε από το μυαλό ενός σεβαστού πολίτη να βγει στο δρόμο χωρίς ραβδί. Έτσι ο Αθηναίος ήταν έτοιμος να βγει. Δεν του έμενε παρά το πρόγευμα. Το φαγητό τού έτρωγε πολύ λίγο χρόνο. Μερικά κομματάκια ψωμί βουτηγμένα σε κρασί, αυτό ήταν όλο κι όλο το πρωινό του φαγητό. Οποιαδήποτε κι αν ήταν τα ελαττώματά του, η λαιμαργία δεν περιλαμβανόταν σ’ αυτά. Ύστερα απ’ αυτό το πρόγευμα, ο Αθηναίος έβγαινε στην πόλη. Τον ακολουθούσαν δύο δούλοι: αυτοί θα μετέφεραν τα ψώνια ή θα πήγαιναν κάποια είδηση στο σπίτι ή σε κάποιον φίλο. Αν δεν ήταν πολύ πλούσιος, τον ακολουθούσε ένας δούλος. Κι αν δεν είχε τη δυνατότητα να διατηρεί έστω κι έναν δούλο, θα συμφωνούσε έναν αχθοφόρο στην αγορά, όπου πρώτα – πρώτα θα κατευθυνθεί.

Συμπεριφορά

Οι Αθηναίοι ήταν πολύ απαιτητικοί στα ζητήματα της καλής συμπεριφοράς. Δεν τους άρεσαν οι νευρικοί ή οι βιαστικοί και δεν υπέφεραν την υπεροψία. Την έπαρση, το αλαζονικό περπάτημα, οι Αθηναίοι τα κατέκριναν. μα δεν επαινούσαν και το βιαστικό περπάτημα. Δεν θεωρούνταν αξιοπρεπές για έναν άντρα να ρίχνει το βλέμμα του παντού, όπως δεν θεωρούνταν ωραίο να βαδίζει κανείς με τα μάτια χαμηλωμένα στη γη και με ύφος λυπημένο. Συνεπώς, είναι άπρεπο να βαδίζεις γρήγορα και να μιλάς δυνατά. Κατά τον Αριστοτέλη, ένας που σέβεται τον εαυτό του κινείται ήσυχα, μιλάει σιγανά κι ήρεμα. Ο Θεόφραστος χαρακτηρίζει έτσι τον ανάγωγο.

Η αγορά

Ο Αθηναίος θα περάσει από τις κιονοστοιχίες που στολίζονται με τα αγάλματα των επιφανών ανδρών της πόλης και θα φτάσει μπροστά στην αγορά τροφίμων. Στις ελληνικές πόλεις η αγορά δεν ήταν ένας τόπος αποκλειστικά για τους εμπόρους. Στην αγορά της Αθήνας Βρίσκονταν τα κύρια δημόσια καταστήματα: η Βουλή, τα δικαστήρια, οι ναοί, το αρχείο, καθώς και δενδροστοιχίες από πλατάνια και λεύκες. Οι αγρότες της Αττικής πάνε στην αγορά πριν ξημερώσει σαλαγώντας γίδια και κατσίκια, ή κουβαλώντας σ’ ένα ξύλο στηριγμένο στον ώμο λαγούς και τσίχλες με τις φτερούγες γυρισμένες προς το ράμφος. Οι ιδιοκτήτες των αγροκτημάτων που ήταν γύρω από την πόλη, έστελναν τα προϊόντα τους για ανταλλαγή. Από τον Πειραιά και το Φάληρο έφταναν ψαράδες. στα καλάθια τους έφερναν τόνο, από τον Εύξεινο Πόντο χέλια, που τα αγαπούσαν πάρα πολύ οι Αθηναίοι, και μπαρμπούνια από το Αρχιπέλαγος. Από τα μικρομάγαζα και τα μαγειρεία των πραματευτάδων σκορπάει στον καθαρό πρωινό αέρα το άρωμα των ώριμων φρούτων, η οσμή του θυμιάματος, η μυρωδιά από τα δέρματα, το τουρσί, την ώριμη μελιτζάνα, το πηγμένο αίμα, το κρασί, την πρασινάδα, κι απ’ τις αρμάθες των ζεστών κουλουριών, που τραβούν τη ματιά των πεινασμένων αγοραστών. Ο θόρυβος σε ξεκουφαίνει. το πλήθος κινείται προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο Αριστοφάνης μάς παρουσιάζει μέσα σ’ αυτό το πλήθος έναν αλλαντοπώλη που πουλάει ζεστά λουκάνικα με την τάβλα κρεμασμένη από το λαιμό και μερικούς «επόπτες» της αγοράς, τους ονομαζόμενους αγορανόμους, που παρακολουθούν αν τηρούν οι έμποροι τις διατάξεις του νόμου. Αυτοί φροντίζουν τα ψωμιά να είναι όσο χρειάζεται μακριά και να μην καταβρέχουν οι έμποροι τα ψάρια με νερό. Οι φτωχές γυναίκες ήρθαν με φύλλα για πίτες ή με στεφάνια από λουλούδια. Στο μέρος πάλι που πουλούν τα οπωρικά και τα λαχανικά μπορεί να δει κανείς τη μάνα του Ευριπίδη, που, όπως μας διαβεβαιώνει ο Αριστοφάνης, ήταν μια απλή λαχανοπώλισσά. Πουλούσε σουσάμι, κρεμμύδια, όσπρια και σύκα. Η αγορά είναι τακτοποιημένη με ένα ορισμένο σχέδιο. Για κάθε λογής προϊόντα είχαν καθορίσει ειδικούς χώρους. Ο αγοραστής ξέρει πού ακριβώς θα βρει ψωμί και ψάρια, τυρί σε πλεχτά καλαθάκια, λαχανικά και λάδι, ξέρει πού θα βρει να συμφωνήσει μια χορεύτρια ή μάγειρα για ένα συμπόσιο. Αν θέλει να συναντηθεί με τους φίλους του στην αγορά, θα τους πει με βεβαιότητα: «στο ιχθυοπωλείο» «στο τυροπωλείο» «στα σύκα». Οι πωλητές κι οι πραματευτάδες άπλωναν το εμπόρευμά τους στο ύπαιθρο ή σε μερικές παράγκες από κλαδιά ή καλάμια πλεχτά, που το απόγευμα τις χαλούσαν. Γύρω από την αγορά ήταν πολλά καταστήματα που κατείχαν ειδικά κουρείς, αρωματοπώλες, σαγματοποιοί και οινοπώλες. Πολύ κοντά σ’ αυτά βρίσκονταν κάθε λογής εργαστήρια. Οι αργυραμοιβοί, που τους ονόμαζαν τραπεζίτες, στέκονταν στην αγορά μπροστά σε ένα ειδικό τραπέζι. Προς την πλευρά του Κολωνού συγκεντρώνονταν άνθρωποι ελεύθεροι που ασκούσαν διάφορα επαγγέλματα και ήθελαν να συμφωνήσουν για μερικές ώρες δουλειά, το περισσότερο για μια μέρα ή ως τη δύση του ήλιου. Αργότερα (αρχίζοντας από τον 5ο αιώνα) στις ελληνικές πόλεις οικοδομήθηκαν ειδικά κτίρια για αγορές. Τον καιρό του Περικλή υπήρχε στην Αθήνα μια αίθουσα για αλεύρι στον Πειραιά, ένα κτίριο όπου είχαν εκτεθειμένα δείγματα εμπορευμάτων. Η γυναίκα, αν ήταν πλούσια ή και απλώς εύπορη, δεν πήγαινε ποτέ στην αγορά ούτε έστελνε τις υπηρέτριές της. Όλα τα ψώνια τής τα έκανε ο άντρας. Συχνά μπορούσε να δει κανείς έναν στρατιώτη, πάνοπλο, να αγοράζει σαρδέλες ή σύκα. Δεν συναντήθηκε η Λυσιστράτη με μερικούς αξιωματικούς του ιππικού, που είχαν γεμίσει τις περικεφαλαίες τους με βραστά λαχανικά; Όπως είπαμε, στη ζωηρή αγορά της Αθήνας μπορούσαν να συναντηθούν κάθε λογής άνθρωποι, πλούσιοι και φτωχοί. Να ένας ανάπηρος, πελάτης του ρήτορα Λυσία που ζει με τη σύνταξη που του πληρώνει το κράτος. Γύρω του έχουν μαζευτεί μερικοί πλούσιοι νέοι. Τα καυστικά, τα δηκτικά του αστεία τούς διασκεδάζουν. Ένας χωριάτης κουβαλάει στην πλάτη ένα σακί, μέσα από το οποίο ακούονται να γρυλίζουν μερικά γουρουνάκια. τώρα παραμέρισε από το δρόμο για να περάσει ένας στρατηγός. Δαμαστές φιδιών συναγωνίζονται με τους ιδιοκτήτες άλλων εξημερωμένων ή άγριων ζώων. μια ομάδα εύθυμων θεατών πηγαίνουν από τους θαυματοποιούς και τους ταχυδακτυλουργούς σ’ αυτόν που καταπίνει σπαθιά και αναμμένα ξύλα. Τα αγαλματάκια από οπτή γη (τερακότα) μας παρουσιάζουν ορισμένους συνηθισμένους τύπους των ελληνικών δρόμων: Ένας μάγειρας δούλος με ξυρισμένο κεφάλι κρατάει με το ένα χέρι ένα πινάκιο και με το άλλο βάζει κάτι στο στόμα. Άλλοι μάγειροι φορτώνουν από την αγορά κουνέλια και καλάθια με σταφύλια. Ένας χωριάτης κατέβηκε στην πόλη. Ο δρόμος είναι μακρύς, γεμάτος σκόνη, ο ήλιος καίει αλύπητα κι ο προβλεπτικός οδοιπόρος πήρε μαζί του ένα αγγείο με νερό. Τυλιγμένο με φροντίδα με τη χλαμύδα, ένα παιδάκι κάνει περίπατο κρατώντας το χέρι μιας γριάς και καμπούρας παραμάνας. Ένα κοριτσάκι βαδίζει μαζί με τη μητέρα του. σηκώνει το κεφάλι προς αυτήν και τη ρωτάει για όλα όσα βλέπει γύρω του. Για να μη χαθεί κρατιέται από την άκρη του ιματίου της μητέρας του. Πηγαίνοντας από τον ένα έμπορο στον άλλο, ο Αθηναίος διαλέγει τα τρόφιμα και τα στέλνει στην κατοικία του με το δούλο. Ο αέρας είναι γεμάτος από τις φωνές των πραματευτάδων που διαλαλούν τα εμπορεύματά τους: «άιντε στο ξίδι», «αγοράστε λάδι!», «ξεχάσατε να πάρετε κάρδαμο!», «νέε μου, ορκίζομαι στην Αφροδίτη πως η αγαπημένη σου στολισμένη με το στεφανάκι αυτό, θα γίνει ακόμα ομορφότερη!», «κρέας ψητό, μισός οβολός το κομμάτι!». Κάθε πράγμα και κάθε άνθρωπος έχουν τιμή. Σε μερικές συνοικίες μπορείς να βρεις ό,τι υπάρχει για πούλημα στην Αθήνα: «Σύκα, συκοφάντες, σταφύλια κι αχλάδια, γογγύλια, τριαντάφυλλα, εφευρέσεις, μούσμουλα και μήλα. Κοιλιά βραστή φρέσκο τυρί και μέλι, γλυκό, μπιζέλια και ψηφοδόχες, μύρτο, υάκινθο και μάρτυρες για δίκη». Όποιος επιθυμεί μπορεί να ντυθεί από το κεφάλι ως τα πόδια και μάλιστα εδώ, στην αγορά. Ο έμπορος των έτοιμων ενδυμάτων πουλάει για δώδεκα δραχμές (το πιο μικρό ασημένιο νόμισμα στην Αθήνα ήταν ο οβολός. Έξι οβολοί έκαναν μια δραχμή. Μια μνα είχε εκατό δραχμές. Εξήντα μνες κάναν ένα τάλαντο, που δεν ήταν πια νόμισμα αλλά μονάδα μέτρησης και υπολογισμού) το ιμάτιο και για οκτώ δραχμές ο υποδηματοπώλης προσφέρει κάθε χρώματος σανδάλια. Ο πιο ενδιαφέρων όμως κι ο πιο ελκυστικός τομέας της αγοράς ήταν τα ιχθυοπωλεία. Η αδυναμία των Αθηναίων ήταν το ψάρι, όχι το κρέας. Απ’ όλους τους πραματευτάδες, οι πιο ανεξάρτητοι ήταν οι ιχθυοπώλες, για να μην πούμε οι πιο αυθάδεις. Ένας κωμωδιογράφος τους ονομάζει «ληστές», ένας άλλος «λωποδύτες της νύχτας»… Ζητούν για το εμπόρευμά τούς όσα θέλουν. Αν τους απαντήσεις ότι είναι πολύ ακριβά, ακούς να σου λένε κοφτά: «Αυτή είναι η τιμή, αν δεν σου αρέσει, δρόμο!». Δεν θα δίσταζαν να ζητήσουν ακόμα πιο μεγάλη Τιμή αν κατάφερναν να κρατήσουν τα ψάρια φρέσκα. Αλλά οι προνοητικοί αγορανόμοι δεν τους επιτρέπουν να τα Βρέξουν με νερό. Όταν όμως φοβάται μη του χαλάσει το ψάρι, ο ψαράς Βιάζεται να το πουλήσει και δεν ζητάει εξαιρετικά μεγάλη Τιμή. Μια μέρα ένας Αθηναίος ζαλίστηκε και λιποθύμησε στην αγορά. ‘Ένας ιχθυοπώλης ήθελε να τον Βοηθήσει για να συνέλθει κι έχυσε απάνω του ένα αγγείο με νερό. Πράγματι ο διαβατής συνήλθε, αλλά όταν ο έμπορος άδειασε το αγγείο με το νερό, ράντισε όλους τους γειτόνους κι όλους όσοι Βρέθηκαν εκεί τυχαία. Οι αγορανόμοι που ήρθαν τρέχοντας διαπίστωσαν ότι και το δοχείο με τα ψάρια γέμισε ως τη μέση νερό και τα ψάρια ζωντάνεψαν κι άρχισαν να κουνούν τις ουρές τους. Αυτή τη φορά η παράβαση των νόμων είχε ελαφρυντικά και στους αγορανόμους δεν έμεινε τίποτε άλλο να κάνουν, παρά μόνο να τον διατάξουν να αδειάσει αμέσως το νερό από το δοχείο, πράγμα που έκανε. ο έμπορος είχε πετύχει άλλωστε το σκοπό του! Ο περαστικός που είχε λιποθυμήσει τα ‘χε συμφωνήσει για δύο οβολούς! Για να πουλιέται όσο το δυνατόν πιο φρέσκο το ψάρι, ο ερχομός στην αγορά ενός κάρου φορτωμένου ψάρια γινόταν γνωστός στους Αθηναίους με το χτύπημα μιας ειδικής καμπάνας. Διηγούνται πως την ώρα που ένας μουσικός έπαιζε ορισμένα τραγούδια για μια ομάδα φίλων που είχαν συγκεντρωθεί στο σπίτι του, το οποίο Βρισκόταν κοντά στην αγορά, ακούστηκε ο ήχος της καμπάνας του ψαράδικου. .Όλοι οι φίλοι σηκώθηκαν ευθύς και τρέξαν για την αγορά, εκτός από ένα μισόκουφο γέρο. Ο μουσικός πλησίασε τον γέροντα τότε και του είπε: «Σε ευχαριστώ. Σε ευχαριστώ, είσαι ο μόνος άνθρωπος που τηρείς τους κανόνες της καλής συμπεριφοράς και δεν με εγκατέλειψες στο άκουσμα της καμπάνας». «Τι είναι;» του απάντησε ο γέρος. «Είπες ότι ακούστηκε η καμπάνα του ψαράδικου; Ευχαριστώ! Καλή αντάμωση». Κι έφυγε βιαστικός, ακολουθώντας τα ίχνη των άλλων. Τις πρώτες ώρες του πρωινού ο Αθηναίος λογάριαζε ότι δεν έπρεπε να λείψει από την αγορά. Αν δεν περίμενε ξένους, περιοριζόταν να αγοράσει τα συνηθισμένα τρόφιμα που ο δούλος τα πήγαινε στο σπίτι. Αν όμως είχε καλεσμένους τα πράγματα μπερδεύονταν. Τα ψάρια, το κρέας, τα λαχανικά έπρεπε να διαλεχτούν με ξεχωριστή φροντίδα.

Το φαγητό

Τώρα δεν του έμεινε πια παρά μόνο να συμφωνήσει μια χορεύτρια, αυλητές και ένα μάγειρα, έναν απ’ αυτούς τους τεχνίτες που έμαθαν στις Συρακούσες την τέχνη της παρασκευής φαγητού. Τους μάγειρους μπορούσε να τους Βρει κανείς κάθε μέρα σε ένα ορισμένο μέρος της αγοράς. ‘Έπαιζαν ρόλο αρκετά σημαντικό στη ζωή της πόλης, αν κρίνουμε από το πλήθος τις ειρωνείες που αφθονούν στις αρχαίες κωμωδίες. Ο τύπος του μάγειρα είναι ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς της ελληνικής κωμωδίας. Τον παρουσιάζουν σαν ψεύτη, κλέφτη, φαγά και φαφλατά. Ο Ξενοφώντας ήταν αγανακτισμένος από το πλήθος των λεπτεπίλεπτων φαγητών που μαγείρευαν στον καιρό του, ο Πλάτωνας έδιωξε, χωρίς δισταγμό, από την Πολιτεία του όλους τους μαγείρους. Οι Σπαρτιάτες λογάριαζαν ίσως πως το λεπτό γούστο για το φαγητό οδηγεί στην εξασθένηση του κράτους, γι’ αυτό δεν έπαιρναν παρά μόνο μάγειρους που μαγείρευαν τα πιο απλά φαγητά από κρέας, ενώ εκείνους που δοκίμαζαν να καθιερώσουν καινούργια φαγητά τούς έδιωχναν από την πόλη. Αφού τελείωνε όλες τις δουλειές, δηλαδή ανάμεσα στις 1011 το πρωί, ο Αθηναίος κατευθυνόταν σε μια από τις στοές που ήταν γύρω από την αγορά, όπου συναντιόταν με τους φίλους του.

Χαιρετισμοί

Όταν συναντιόντουσαν δυο γνωστοί χαιρετιόνταν με μια κίνηση του χεριού. Δεν ταίριαζε να υποκλιθείς, να προσκυνήσεις κάποιον, γιατί οι περήφανοι πολίτες της Αθήνας θα το θεωρούσαν αυτό υπόλειμμα του καιρού της τυραννίας. Οι Αθηναίοι έδιναν το χέρι μονάχα όταν ορκίζονταν ή στους επίσημους αποχωρισμούς. Ο συνηθισμένος χαιρετισμός ήταν «Χαίρε!», που συνοδευόταν ορισμένες φορές από μια παρατήρηση για τον καιρό. Είναι γνωστοί επίσης και άλλοι τύποι χαιρετισμών: «Υγίαινε!», «Τα ωφέλιμα εργάζου!», «Εργάζου και ευτύχει!».

Συζητήσεις

Μετά τους καθιερωμένους χαιρετισμούς, ο Αθηναίος μιλούσε με τους φίλους και τους γνωστούς για την πολιτική, σχολίαζε τα τελευταία νέα ή μπλεκόταν σε φιλοσοφικές συζητήσεις, αν είχε τέτοια κλίση. Συνήθως οι συναντήσεις και οι συζητήσεις γίνονταν στα αρωματοπωλεία και στα κουρεία. Και τα υποδηματοποιεία ήταν επίσης κατάλληλος χώρος για συναντήσεις, μια φορά μάλιστα ο Σωκράτης μπήκε σ’ έναν τεχνίτη που έφτιαχνε χάμουρα για να τελειώσει μια συζήτηση. Η επίσκεψη στα καταστήματα είχε γίνει μια συνήθεια τόσο διαδεδομένη, που ο Δημοσθένης σ’ ένα λόγο του κατηγορεί έναν Αθηναίο για «ακοινώνητο», γιατί «δεν μπαίνει ποτέ σε κουρεία, αρωματοπωλεία και άλλα καταστήματα». Ο προτιμούμενος τόπος συναντήσεων ήταν, αναμφισβήτητα, τα κουρεία. Ο Αθηναίος κουρέας μπορούσε να περηφανευτεί για την πλατιά και πολύπλευρη πείρα του. Οι άντρες, όπως και οι γυναίκες, έβαφαν τα μαλλιά τους ή για να τα κάνουν πιο ανοιχτά ή για να κρύψουν τη λευκότητά τους.

Κουρεία

Οι Αθηναίοι για να βοηθούν το μεγάλωμα των μαλλιών τα άλειφαν με λάδι ανακατεμένο με αρωματικές ουσίες. Τον 6ο αιώνα οι άντρες είχαν μακριούς βοστρύχους, αλλά μετά τη μάχη του Μαραθώνα άρχισαν να τους κόβουν πιο κοντούς. Αργότερα, μετά τον Αλέξανδρο το Μεγάλο, ξύριζαν τα μουστάκια και τα γένια. Οι Έλληνες δεν άφηναν ποτέ μουστάκι χωρίς γένια. Έπειτα ο κουρέας τούς περιποιόταν τα χέρια κι όταν τελείωνε έδινε στον πελάτη έναν καθρέφτη για να θαυμάσει τον εαυτό του, έτσι ακριβώς όπως κάνουν οι κουρείς στις μέρες μας. Τον καιρό που ο κουρέας έφτιαχνε τη ν κόμη ενός πελάτη, οι άλλοι περίμεναν τη σειρά τους φλυαρώντας για όλα. χάρη σ’ αυτό τον τρόπο ζωής, οι κουρείς έγιναν εξαιρετικά κοινωνικοί. Ήταν κατατοπισμένοι για όλα τα νέα και τα κουτσομπολιά, που τα διέδιδαν και τα ερμήνευαν όπως ήθελαν. Δεν είναι παράξενο που είχαν τη φήμη ότι ήταν φλύαροι και αθυρόστομοι Ο πρώτος άνθρωπος που έφερε στην Αθήνα την είδηση της καταστροφής στη Σικελία ήταν ένας κουρέας από τον Πειραιά. Είχε μάθει τη θλιβερή είδηση από το δούλο ενός λιποτάκτη και χωρίς να αργήσει άφησε το κουρείο κι έτρεξε με μια ανάσα στην Αθήνα, από φόβο μην τον προλάβει κανένας άλλος. Στην πόλη, όπου δεν ήξεραν τίποτε, η είδηση προκάλεσε μεγάλη ανησυχία. Ο κόσμος περικύκλωσε τον κουρέα και άρχισε να τον ξεψαχνίζει, μα αυτός δεν ήξερε ούτε το όνομα εκείνου που του είχε ανακοινώσει το τραγικό νέο. Οι πολίτες αγανακτισμένοι άρχισαν να φωνάζουν: «0 ψεύτης στην ανάκριση!», «στα Βασανιστήρια!». Ο φουκαράς ο κουρέας είχε δεθεί κιόλας στον τροχό, όταν κατά καλή του τύχη έφτασαν κάμποσοι οπλίτες που είχαν γλιτώσει από το μακελειό και επιβεβαίωσαν την τρομερή αλήθεια. Αναστατωμένοι οι Αθηναίοι από τη φοβερή είδηση, σκόρπισαν στα σπίτια τους για να κλάψουν τους χαμένους τους συγγενείς και ξέχασαν τον κουρέα. Άφησαν δεμένο τον αγγελιοφόρο των κακών ειδήσεων. Τον θυμήθηκαν αργά τη νύχτα. Αλλά όταν ο δήμιος ήρθε να τον λύσει, η πρώτη ερώτηση που του έθεσε ο κουρέας ήταν αν υπήρχε, Καμιά είδηση για τον Νικία, κι αν είναι γνωστό πως πέθανε. Οι κουρείς ήταν ενήμεροι για όλα τα νέα και μιλούσαν για τα πάντα. «Πώς θέλετε να σας κουρέψω;», ρώτησε ο κουρέας το Βασιλιά της Μακεδονίας Αρχέλαο. «χωρίς πολλές κουβέντες», απάντησε ο Βασιλιάς.

Κοινωνικοί

Στους Έλληνες δεν άρεσε να σιωπούν. ήταν εξαιρετικά κοινωνικοί. Σ’ ένα ελληνικό τραγούδι, όπου απαριθμούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την ανθρώπινη ευτυχία, μετά την υγεία, την ομορφιά και τον πλούτο ακολουθεί η φιλία. χωρίς τη φιλία δεν υπάρχει χαρά, γιατί η φιλία στολίζει τη ζωή. Φυσικά ο χαρακτήρας της φιλίας ποίκιλλε ανάλογα με την ηλικία και τις κλίσεις. Εκτός από την αληθινή φιλία, που τόσο ποθούσε ο Σωκράτης, στους Έλληνες άρεσε ανείπωτα να φλυαρούν για όλα τα μικροπράγματα. Γιατί, άλλωστε, μαζεύονταν στα κουρεία και στα αρωματοπωλεία; Αλλά και η φλυαρία είχε όρια, που τα καθόριζαν οι κανόνες καλής συμπεριφοράς. Όποιος ξεπερνούσε αυτά τα όρια έβγαζε τη φήμη ότι είναι αθυρόστομος κι ο κόσμος άρχιζε να τον κοροϊδεύει.

Στο σπίτι

Ο Αθηναίος αφού χορτάσει συζήτηση πηγαίνει στο σπίτι του για φαγητό. Τρώει ή κάτω από μια σκεπασμένη στοά ή στην εσωτερική αυλή, μαζί με την οικογένειά του. Μετά το φαγητό ξεκουράζεται ή ίσως διαβάζει. Στη Βιβλιοθήκη του βρίσκονται τα έπη του Ομήρου ο πάπυρος είναι παλιός και σκοροφαγωμένος καθώς και τα έργα των ξακουστών ποιητών. Κάθε χειρόγραφο φυλάγεται μέσα σ’ ένα μετάλλινο σωλήνα με κάλυμμα. Σ’ ένα ξεχωριστό ράφι βρίσκονται οι λόγοι των ρητόρων και των φιλοσόφων, καθώς και τα έργα των ιστορικών. Όλα έχουν αντιγραφεί με μεγάλη φροντίδα από τους αντιγραφείς. Έτσι, λοιπόν, αν θέλει να διαβάσει, ο Αθηναίος έχει από πού να διαλέξει. Μετά το φαγητό δεν κοιμάται. Γενικά ο ύπνος δεν κατέχει μεγάλη θέση στη ζωή του. Του αρέσει πάρα πολύ η ζωή σ’ όλες τις εκδηλώσεις της και δεν χάνει με τον ύπνο περισσότερο χρόνο από ό,τι είναι απόλυτα απαραίτητο.

Γυμνάσια

Αφού ξεκουραστεί, ο Αθηναίος κατευθύνεται προς ένα από τα τρία μεγάλα δημόσια γυμνάσια των προαστίων της Αθήνας: το Λύκειο, την Ακαδημία, το Κυνοσάργες. Τα γυμνάσια ήταν μεγάλα, επιβλητικά, με σκιερούς διαδρόμους, με ευρείες στοές, λουτρά και άλλα διαμερίσματα προορισμένα γι, τον αθλητισμό, τις επιστημονικές απασχολήσεις και την ανάπαυση. Γενικά τα γυμνάσια αποτελούνταν: από το εφηβείο, μια αίθουσα προορισμένη για τις γυμναστικές ασκήσεις της νεολαίας. τα λουτρά, τα οποία μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν όλοι οι επισκέπτες του γυμνασίου. τα αποδυτήρια, μια αίθουσα όπου οι παλαιστές άλειφαν το σώμα τους με λάδι, μι, άλλη αίθουσα όπου «πασπάλιζαν» το σώμα τους με λεπτή άμμο, για να μπορούν να πιάνονται εύκολα στη διάρκεια της πάλης. τους διαδρόμους, σκεπαστούς και ξεσκέπαστους για περίπατο και τρέξιμο. Οι λεγόμενες ξυστές (δηλαδή διάδρομοι στιλβωμένοι) ήταν κάτι διάδρομοι σκεπαστοί, πιο ψηλά στις πλευρές, που ήταν προορισμένοι για περιπάτους, ενώ το κεντρικό μέρος, που ήταν πιο χαμηλό, προοριζόταν για ασκήσεις όταν ο καιρός ήταν ακατάλληλος και το χειμώνα. Όλοι αυτοί οι χώροι περιβάλλονταν με στοές, με καθίσματα και εξέδρες, μερικές αίθουσες ημικυκλικές, σκεπαστές ή ξεσκέπαστες, όπου οι φιλόσοφοι και οι ρήτορες έκαναν μαθήματα και συζητήσεις. Ο Αθηναίος δεν μετείχε υποχρεωτικά στις αθλητικές ασκήσεις, αλλά παρακολουθούσε, σχολίαζε και χειροκροτούσε. Οι γεροντότεροι πολίτες δεν ξεχνούσαν, φυσικά, να διηγηθούν τι θαυμάσιοι αθλητές ήταν στα νιάτα τους και παραπονούνταν για την αδυναμία των σημερινών. Οι θεατές μαζεύονταν ομάδες – ομάδες και συζητούσαν διάφορα προβλήματα. Κάποιος σχεδιάζει κάτι με το ραβδί στον άμμο, εξηγώντας στους γύρω του μια πρωτότυπη ιδέα. Στο κέντρο μιας άλλης ομάδας ένα άτομο σιμό και άσχημο αναλύει με τόνο ειρωνικό τι είναι προτιμότερο: να είσαι ψεύτης από άγνοια ή να είσαι συνειδητός ψεύτης. Ο σιμός είναι ο Σωκράτης. Στην Ακαδημία ο Πλάτωνας εκθέτει, με νέα ύφος διαλεχτό, τις φιλοσοφικές του θεωρίες, μπροστά σ’ ένα ακροατήριο από θαυμαστές και αντιπάλους κάθε ηλικίας. Στο Λύκειο, στο μέρος που λέγεται «Περίπατος», ένας άνθρωπος με μεγάλο κεφάλι και φανερή κλίση προς την κομψότητα, συζητεί σε μια γλώσσα όχι τόσο ωραία, μα πολύ καθαρή και εκφραστική, τις θεμελιακές αρχές της πολιτικής, της ηθικής, της ποίησης και της λογικής. Ο ομιλητής είναι ο Αριστοτέλης. Στο γυμνάσιο ο Αθηναίος περνάει μια ή δυο ώρες. Πριν από το γεύμα θέλει να λουστεί, γι’ αυτό κατευθύνεται προς το λουτρό. Το λουτρό είναι ένα κτίριο πολύ σεμνό, ένα απλό δωμάτιο με ένα καζάνι για το νερό και πολλά αγγεία. Οι επισκέπτες αλείφονταν πρώτα σ’ όλο το σώμα με ελαιόλαδο ανακατεμένο με αρωματικές ουσίες, έπειτα έξυναν το κορμί μ’ έναν ειδικό ξύστη από ορείχαλκο (στλεγγίδα) και ξεπλένονταν με νερό. ‘Έτσι τελείωνε το λουτρό κι ο Αθηναίος θα μπορούσε να ντυθεί και να φύγει, αν δεν είχε διάθεση να καθυστερήσει λιγάκι και να μιλήσει με τον άνθρωπο του λουτρού, που, όπως κι ο κουρέας, ήταν μια ζωντανή εφημερίδα και ο οποίος ήξερε συχνά για τους πελάτες του περισσότερα απ’ ό,τι ήξεραν κι αυτοί οι ίδιοι για τον εαυτό τους.

Το γεύμα

Στο σπίτι όλα ήταν έτοιμα και δεν περίμεναν παρά την άφιξη των καλεσμένων. Τραπέζια, λεκάνες, μαξιλάρια, στεφάνια, τάπητες, ψωμιά, αρώματα, γυναίκες, ζαχαρωτά, πίτες, κουλούρια, χορεύτριες. Γλυκόψωμα και του Αρμόδιου τα τραγούδια. Στη διάρκεια του γεύματος ο οικοδεσπότης συνήθως είναι ξαπλωμένος σε κρεβάτι, ενώ η γυναίκα του κάθεται σε σκαμνί. Τα παιδιά εμφανίζονται στα επιδόρπια και στέκονται όρθια ή κάθονται, ανάλογα με την ηλικία τους και τις συνήθειες της οικογένειας. Αλλά σ’ ένα τραπέζι με καλεσμένους τα μέλη της οικογένειας δεν παρουσιάζονται. παίρνουν μπρος μονάχα οι άντρες, γιατί η συζήτηση θα είναι ή φιλοσοφική, επομένως ακατανόητη για τις γυναίκες και τα παιδιά, ή καθαρά αντρική, επομένως ακατάλληλη για τα αυτιά των γυναικών. Στο «Συμπόσιο» του Πλάτωνα, η Διοτίμα, μια ξένη από τη Μαντίνεια, έγινε δεκτή μόνο στο κατώφλι της θύρας, απ’ όπου σαν καλλιεργημένη γυναίκα που ήταν, μπορούσε να διακόπτει τις φαντασίες του Αριστοφάνη με τις ευφραδέστατες παρεμβάσεις της κι αυτό μονάχα γιατί στη χώρα της είχε το αξίωμα της μάντισσας. Όσο για τις συνηθισμένες καλεσμένες στα συμπόσια που παριστάνονται συχνά στα αγγεία, η θέση κι ο ρόλος τους είναι έξω από κάθε αμφιβολία. Οι γυναίκες αποζημιώνονται όμως στο γυναικωνίτη, όπου τα ζαχαρωμένα φρούτα και τα γλυκά των ζαχαροπλαστών της Κρήτης, της Σάμου και της Αθήνας τιμούνταν εξαιρετικά. Κάθε μαγείρισσα ετοίμαζε γλυκίσματα για τα Θεσμοφόρια και τις άλλες γιορτές, ενώ οι αξιοσέβαστες κυράδες τα κατανάλωναν σε μεγάλες ποσότητες με τη συντροφιά των γνωρίμων τους, που είχαν έρθει επίσκεψη στο σπίτι τους. Για τους Έλληνες ήταν αδιανόητο να φάνε μόνοι. Ο Πλούταρχος λέει ότι το να φάει κανείς μόνος του «δεν σημαίνει να γευματίσει, αλλά να γεμίσει το στομάχι του σαν τα ζώα». Γι’ αυτό, εκτός της πρόσκλησης καλεσμένων, υπήρχαν διάφοροι τρόποι να φάει κανείς με συντροφιά: οργάνωναν συμπόσια στα οποία οι συνδαιτυμόνες συνέβαλαν εξίσου ή ανάλογα με τις δυνατότητές τους. Αυτά τα συμπόσια γίνονταν σε νοικιασμένες αίθουσες ή στο σπίτι μιας εταίρας. Κάποτε κάθε συνδαιτυμόνας έφερνε το φαγητό του στο καλάθι. Τα προγράμματα του φαγητού δεν ήταν υπερβολικά. Σε μια κωμωδία λέγεται ότι ένα τραπέζι στην Αθήνα είναι πολύ ωραίο στην εμφάνιση, μα δεν χορταίνει ένα πεινασμένο στομάχι. Στους Διαλόγους του Πλάτωνα και του Ξενοφώντα οι συνδαιτυμόνες δεν συζητούν καθόλου για τα φαγητά. Το κλασικό ιδανικό της Αττικής απαιτούσε το φαγητό να προσφέρεται ωραία αλλά να μην είναι πολύ. Να είναι τόσο όσο χρειάζεται για να καταπραΰνει μια κανονική πείνα, γιατί το κύριο δεν ήταν το φαγητό αλλά η συντροφιά των συνδαιτυμόνων και οι συζητήσεις.

Φιλοξενία

Οι Έλληνες ήταν πολύ φιλόξενοι. Κάθε καλεσμένος μπορούσε να φέρει όποιον ήθελε. Αυτή η συνήθεια γέννησε μάλιστα μια ιδιαίτερη κατηγορία ανθρώπων, στην οποία έδωσαν το περιφρονητικό παρατσούκλι «παράσιτα». Ο Πλούταρχος έγραψε ένα ολόκληρο κεφάλαιο αφιερωμένο στο πρόβλημα: ως ποιο Βαθμό μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς αυτό το δικαίωμα χωρίς να ξεπεράσει τα όρια της καλής συμπεριφοράς. Στο «Συμπόσιο» ο Πλάτωνας διηγείται ότι ο Αριστόδημος συνάντησε τον Σωκράτη με επίσημο ένδυμα και μαθαίνοντας ότι πηγαίνει στο τραπέζι του Αγάθωνα, αποφάσισε να τον συνοδεύσει αν και δεν ήταν καλεσμένος. Στο δρόμο ο Σωκράτης, απασχολημένος καθώς ήταν με ένα φιλοσοφικό πρόβλημα, Βράδυνε το βήμα του. Ο Αριστόδημος δεν παρατήρησε ότι ο φιλόσοφος έμεινε πίσω και μπήκε μόνος στο σπίτι του Αγάθωνα. Παρ’ όλα αυτά δεν βρέθηκε σε δυσάρεστη θέση: οι θύρες ήταν διάπλατα ανοιχτές, και ένας δούλος τον οδήγησε αμέσως στην τραπεζαρία, όπου ο Αγάθωνας τον υποδέχτηκε με μεγάλη χαρά, λέγοντάς του ότι ήθελε να τον καλέσει προσωπικά, μα δεν μπόρεσε να τον βρει. Μόλις οι προσκαλεσμένοι έμπαιναν στο σπίτι, οι δούλοι τούς έβγαζαν τα υποδήματα. Θεωρούνταν αταίριαστο να κυκλοφορεί κανείς μέσα στο σπίτι με τα πέδιλα με τα οποία βάδιζε στο δρόμο. Πριν καθίσουν οι καλεσμένοι στο τραπέζι, τους έπλεναν και τους αρωμάτιζαν τα πόδια. Μα ούτε κι ύστερα απ’ αυτή τη διαδικασία ήταν ωραίο να ρίχνεται κανείς στο φαγητό. Προηγούμενα οι καλεσμένοι περιφέρονταν στα δωμάτια, θαύμαζαν τα έπιπλα και τα αντικείμενα διακόσμησης και επαινούσαν την καλαισθησία του νοικοκύρη. Οι Έλληνες έδιναν μεγάλη σημασία στους καλούς τρόπους. Αυτό ζητούσε η εθιμοτυπία. Η συνήθεια να τρώει κανείς ξαπλωμένος, αν και άγνωστη στην ομηρική εποχή, ήταν παρ’ όλα αυτά πολύ παλιά, όπως αποδεικνύεται από τα ζωγραφισμένα αγγεία του 7ου αιώνα. Σε κάθε κρεβάτι κάθονταν δυο άνθρωποι. Ξαπλώνονταν ακουμπώντας με τον αριστερό αγκώνα σε μαξιλάρι, έτσι που το στήθος τους ήταν μισοσηκωμένο. Αφού καθόταν όλος ο κόσμος, οι υπηρέτες έχυναν νερό στους καλεσμένους τους για να πλύνουν τα χέρια τους. έπειτα έφερναν κάτι τραπεζάκια χαμηλά, πάνω στα οποία ήταν έγκαιρα τακτοποιημένα τα φαγητά. ‘Έφερναν τόσα τραπεζάκια όσα κρεβάτια ήταν στην αίθουσα, δηλαδή σε κάθε τραπεζάκι έτρωγαν δύο άνθρωποι. Οι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν πιρούνια και μαχαίρια. Κουτάλια είχαν, αλλά προτιμούσαν να τα αντικαθιστούν με μια κόρα ψωμί. Το φαγητό το έπιαναν με τα χέρια. Τις μερίδες τις σέρβιραν ψιλοκομμένες για να πιάνονται εύκολα. Τα τραπεζομάντιλα και οι πετσέτες ήταν πράγματα άγνωστα. Οι αρχαίοι Έλληνες σκούπιζαν τα χέρια τους με ψίχα ψωμιού ή με ειδική κόλα που τη ζύμωναν με τα δάχτυλά τους και την έκαναν σφαιρίδια.

Το συμπόσιο

Στην Αθήνα ένα γεύμα δεν άρχιζε ποτέ με σούπα. Αν και οι σούπες θεωρούνταν υγιεινά και θρεπτικά φαγητά (το φαγητό που προτιμούσε ο Ηρακλής ήταν ζωμός από μπιζέλια), ήταν ταυτόχρονα «φαγητό των φτωχών» και γι’ αυτό σ’ ένα τραπέζι με καλεσμένους δεν ταίριαζε να προσφέρεις ζωμό. Στο πρώτο μέρος του γεύματος σέρβιραν χορταστικά φαγητά, και ειδικά ψάρια και πουλερικά: τη συνταγή για τις σάλτσες μάς τη μετέδωσε ο Αριστοφάνης: «… χύσε από πάνω σίλφιο, χύσε ξίδι, χύσε ακόμα λάδι, τρίψε τυρί, ρίξε από πάνω λίπη και σάλτσες ζεστές». Έτρωγαν σχετικά λίγο κρέας. Τα χορταρικά τα σέρβιραν με μια σάλτσα φτιαγμένη από λάδι, ξίδι και μέλι. Μερικά φαγητά των Ελλήνων μάς φαίνονται το λιγότερο παράξενα. Να ένα απόσπασμα του Αθήναιου στο οποίο περιγράφει το πρόγραμμα φαγητού ενός γεύματος: «Εμφανίστηκαν χέλια χοντρά και σχεδόν σκεπασμένα στο αλάτι, έπειτα ένα θαυμάσιο χέλι, από το οποίο δεν θα παραιτούνταν ούτε οι θεοί. ‘Έφεραν ένα μεγάλο στομάχι ψαριού στρογγυλό σαν τον ουρανό. Όταν τελειώσαμε με το στομάχι του ψαριού, μας φέρανε κάτι πινάκια: το ένα είχε ένα κομμάτι σκυλόψαρο, το άλλο παχιά σουπιά, το τρίτο χταπόδι και πολύποδες ζεστούς». Σ’ αυτό το μέρος του φαγητού δεν έπιναν κρασί. Οι Αθηναίοι προτιμούσαν να πιουν κρασί μετά το φαγητό. Άλλωστε το κρασί μπορούσε να αντικαταστήσει το φαγητό αν ήταν ανακατεμένο με κρίθινο αλεύρι και τριφτό τυρί. Αυτό το μείγμα ονομαζόταν κυκεώνας και ήταν το ποτό που προτιμούσαν οι Έλληνες. Οι δούλοι έφερναν ξανά νερό, οι συνδαιτυμόνες έπλεναν τα χέρια, έπειτα οι δούλοι σήκωναν τα κόκαλα και τα αποφάγια. Τώρα έφερναν άλλα τραπέζια φορτωμένα επιδόρπια και κρασιά. Άρχιζε το τραγούδι με τη συνοδεία αυλού, γέμιζαν τα κύπελλα κρασί με την ευχή «υγίαινε» και περνούσαν στο δεύτερο μέρος του γεύματος. Τα επιδόρπια ήταν νωποί και ξηροί καρποί, αλατισμένα αμύγδαλα, τυρί, σκόρδα, κρεμμύδια, γλυκές και αλμυρές πίτες, το καύχημα της Αττικής. Οι πίτες αυτές ήταν φτιαγμένες από μέλι, τυρί και λάδι. Ιδιαίτερη επιτυχία είχε το φαγητό που ονομαζόταν μυτλωτός, μια πίτα με τυρί ανακατεμένο με μέλι και σκόρδα. Αυτό το μέρος του γεύματος λεγόταν συμπόσιον. Τώρα έπιναν κρασί, «γλυκό και αρωματικό, που είχε τη μυρουδιά των λουλουδιών. Είναι ευχάριστο να πίνεις κρασί, το γάλα της Αφροδίτης», να συζητάς, να τραγουδάς, να διηγείσαι λογής-λογής περιστατικά, να ακούς μουσική, να παρακολουθείς τους χορούς. Οι Έλληνες δεν μπορούσαν να ακούν θλιβερές συζητήσεις στο τραπέζι. Ανάμεσα στις συνηθισμένες διασκεδάσεις των τραπεζιών ήταν και τα αινίγματα. Εκείνος που δεν ήξερε να απαντήσει τιμωρούνταν να πιει ένα κύπελλο κρασί. Να μερικά από τα αινίγματα αυτά: 1. Αν δεν μου πεις τίποτε, λες τ’ όνομά μου. μα αν προφέρεις το όνομά μου ω θαύμα! Τότε δεν θα με μαντέψεις. (Η σιωπή). 2. Είμαι το σταχτόχρωμο παιδί ενός λαμπερού πατέρα. πουλί χωρίς φτερά υψώνομαι ως τους ουρανούς. μόλις γεννήθηκα και σκόρπισα αμέσως στον αέρα. (0 καπνός). 3. Όταν με κοιτάς σε κοιτώ και γω, μα δεν σε Βλέπω γιατί δεν έχω μάτια. όταν μιλάς, κοιτάζοντάς με, ανοίγω και γω το στόμα και κινώ τα χείλη, αλλά σιωπηλά, γιατί φωνή δεν έχω. (Ο καθρέφτης).

Μουσική-Χορός

Από τα πιο παλιά χρόνια η μουσική και ο χορός δεν έλειπαν από τα συμπόσια. Αργότερα (5ο-4ο αιώνα) για τη διασκέδαση των καλεσμένων συμφωνούσαν επαγγελματίες ηθοποιούς που ερμήνευαν σκηνές από τον Όμηρο αοιδούς, χορεύτριες, αυλητές. Τραγουδούσαν κι οι καλεσμένοι όλοι μαζί ή με τη σειρά. Ο Πλούταρχος μας λέει ότι το κλαδί της μυρτιάς περνούσε από χέρι σε χέρι. Αυτός που το έπαιρνε έπρεπε να τραγουδήσει παίζοντας λύρα, αν, βέβαια, ήταν σε θέση. Προς το τέλος του συμποσίου ο αριθμός των συνδαιτυμόνων που ήξεραν να τραγουδούν ήταν συνήθως μεγαλύτερος από ό,τι στην αρχή. Επίσης δεν υπήρχε συμπόσιο χωρίς κότταβο, ένα παιχνίδι που το έφεραν από τη Σικελία. Κάθε συνδαιτυμόνας άφηνε στο κύπελλο λίγο κρασί, το οποίο έχυνε σε καθορισμένο μέρος. Ενώ άδειαζε το κύπελλο έλεγε από μέσα του ή δυνατά το όνομα της γυναίκας που αγαπούσε. Ο ήχος του χυνόμενου υγρού λεπτότερος ή χοντρότερος καθώς και η ακριβής ή λιγότερο ακριβής επιτυχία του καθορισμένου στόχου, ήταν δείκτες αν το αγαπώμενο πρόσωπο συμμεριζόταν τα αισθήματά του. Κάποτε το κρασί το έχυναν στο δίσκο μιας ζυγαριάς, που έπρεπε να κατεβεί ως ένα ορισμένο σημείο ή να γκρεμίσει ένα σωρό αντικείμενα που ήταν στημένα από κάτω σε σχήμα πυραμίδας. Οι συνδαιτυμόνες εξέλεγαν έναν «πρόεδρο» του συμποσίου που επέβλεπε την τήρηση της τάξης. Αυτός αποφάσιζε πόσο κρασί θα πιουν και την ποιότητά του. Οι Έλληνες έπιναν με μέτρο. Να πιει κανείς κρασί χωρίς να το ανακατεύει με νερό, θεωρούνταν κατά τη γνώμη τους βάρβαρη συνήθεια. Μια κωμωδία λέει: Το πρώτο κροντήρι φέρνει υγεία, το δεύτερο ευχαρίστηση, το τρίτο ύπνο κι αφού το πιεις πρέπει να πας στο σπίτι σου. Το τέταρτο κροντήρι φέρνει αυθάδεια, το πέμπτο ουρλιαχτά, το έκτο φασαρία στους δρόμους, το έβδομο ένα μελανιασμένο μάτι, το όγδοο κλήση στο δικαστήριο. Ο Αριστοφάνης το λέει συγκεκριμένα: «Δεν είναι καλά να μπεκρουλιάζεις. μόλις πιεις πιο πολύ, μπαίνεις σε ξένες αυλές, ξυλοκοπάς και κάποιον. Ύστερα σαν συνέλθεις πληρώνεις τα σπασμένα». Ο Εύηνος ο Πάριος προσθέτει: «Για τον Βάκχο το καλύτερο μέτρο είναι η εγκράτεια ούτε πιο πολύ ούτε πιο λίγο. Αλλιώς μας οδηγεί στη μανία ή στη θλίψη». Παρ’ όλα αυτά, οι συγγραφείς που αναφέραμε δεν τολμούν να παρουσιάσουν τους Έλληνες εγκρατείς στο ποτό. Δεν λέει τυχαία το ελληνικό ρητό: «Όποιος πίνει νερό δεν θα κάνει τίποτε σοφό». και για να αναγκάσουν τους πολύ διστακτικούς καλεσμένους να κατανικήσουν το δισταγμό τους υπάρχει ένα άλλο ρητό: «Πίνε ή φύγε». Το κρασί το ανακάτευαν σε αναλογία δύο μέρη νερό και ένα κρασί ή τρία μέρη νερό κι ένα κρασί. Το κρασί που ήταν ανακατεμένο με τρία μέρη νερό θεωρούνταν πολύ αδύνατο και το έλεγαν «ποτό για τα βατράχια». Παρά τα προληπτικά μέτρα που αναφέραμε, ο Αθηναίος όταν γύριζε από ένα συμπόσιο δεν μπορούσε να περηφανευτεί ότι είναι σε θέση να σταθεί γερά στα πόδια του κι ότι δεν έχει ανάγκη από συνοδεία. Τους καλεσμένους που δεν είχαν υπηρέτες για να τους κρατούν, τους οδηγούσαν συνήθως στο σπίτι τους με ένα φανάρι, γιατί το δείπνο άρχιζε μετά τη δύση του ήλιου και τέλειωνε όταν σκοτείνιαζε για καλά. Το καλοκαίρι το κρασί το ανακάτευαν με πάγο που έφερναν από τα βουνά και τον διατηρούσαν σε άχυρα και κουρέλια. Γι’ αυτό το θέμα υπάρχει κι ένα ανέκδοτο: ένας συγγραφέας τραγωδίας ρώτησε την εταίρα με την οποία έτρωγε μαζί πώς τα καταφέρνει να κρατάει τόσο κρύο το κρασί. «Το τυλίγω με τους προλόγους σου», του απάντησε η εταίρα.

Οι Βιοτέχνες

Θα ‘ταν απλοϊκό να πιστέψει κανείς ότι όλοι οι Αθηναίοι περνούσαν μια άνετη ζωή… Μέχρι τώρα έγινε λόγος μονάχα για τους ευκατάστατους. Εντελώς διαφορετική ήταν η κατάσταση των πολυάριθμων Αθηναίων βιοτεχνών. Βαδίζουν για να φτάσουν μια ώρα αρχύτερα στη δουλειά, να εργασθούν σκληρά ως τη δύση του ήλιου για να κερδίσουν το ψωμί της μέρας. Οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν ούτε καιρό ούτε χρήματα για να μπουν στο κουρείο. Αυτοί δεν παίρνουν μέρος ούτε στις φιλοσοφικές συζητήσεις που γίνονται στις στοές. Η τύχη τούς έγραψε να εργάζονται σκληρά κάθε μέρα, από την ανατολή ως τη δύση του ήλιου. Τα παιδιά τους δεν τα διαπαιδαγωγούν παιδαγωγοί, τις γυναίκες τους δεν τις περιβάλλει η ευεργετική ησυχία του γυναικωνίτη. Βοηθούν το σύζυγο ή το γονιό στη σκληρή καθημερινή πάλη. Ο συναγωνισμός της φτηνής δουλειάς των δούλων έριχνε όλο πιο χαμηλά την τιμή των προϊόντων των ελεύθερων βιοτεχνών. Ακόμη πιο σκληρή ήταν η ζωή των απόρων, που ο αριθμός τους ήταν αρκετά μεγάλος στην Αθήνα.

Οι Φτωχοί

Η βασική τροφή των φτωχών ήταν το κριθάρι: ζωμός από κριθάρι, πίτες με κριθάλευρο και κρίθινα ψωμιά. Τους άρεσαν οι πηχτοί ζωμοί με μπιζέλια ή φακές, κι αγόραζαν φτηνά αλλαντικά. Ο Αριστοφάνης κατηγορεί τους αλλαντοποιούς ότι χρησιμοποιούν κρέας από σκυλί ή από γαϊδούρι, αλλά ας ελπίσουμε ότι ο ποιητής ήταν υπερβολικός. Το κρέας και το άσπρο ψωμί σπάνια εμφανίζονταν στο τραπέζι των φτωχών. Αντίθετα οι φτωχοί έτρωγαν πολλά αλατισμένα ψάρια φερμένα από τον Εύξεινο Πόντο. Έπιναν φτηνό κρασί νερωμένο, αλλά συνήθως έμεναν ευχαριστημένοι μονάχα με το νερό. Η Σπάρτη διέφερε εντελώς από την Αθήνα κι από όλη την υπόλοιπη Ελλάδα. Οι Σπαρτιάτες τρέφονταν με πιο πρωτόγονες και πιο χοντρές τροφές, μ’ έναν παχύ χυλό από μπιζέλια το ζωμό που ήταν το φαγητό που προτιμούσαν. «Μπορείς να φας μέλανα ζωμό» λέει ειρωνικά σ’ ένα Σπαρτιάτη ένα πρόσωπο μιας χαμένης κωμωδίας του Αριστοφάνη. Διηγούνται πως ένας Συβαρίτης, που έτυχε σ’ ένα σπαρτιατικό γεύμα, είπε: «Αληθινά οι Σπαρτιάτες είναι οι πιο γενναίοι άνθρωποι. Κάθε άλλος θα προτιμούσε χίλιες φορές να πεθάνει, παρά να ζήσει όπως αυτοί». «Τα συσσίτια των Σπαρτιατών αποτελούνταν από το μέλανα ζωμό», Βραστό χοιρινό κρέας, κρασί, πίτα γλυκιά και ψωμί από Βρώμη. τα δάχτυλα τα σκούπιζαν με τα ψίχουλα του ψωμιού. Αν θα πιστέψουμε τον Πλούταρχο, ήταν απαραίτητη μια ειδική αγωγή για να εκτιμήσει κανείς αυτό το ζωμό, που τόσο αγάπησαν οι Σπαρτιάτες. Ο Διόνυσος, ο τύραννος των Συρακουσών, αγόρασε ένα μάγειρα από τη Σπάρτη και του έδωσε εντολή να του παρασκευάσει το γνωστό φαγητό. Όμως δεν κατάφερε να καταπιεί ούτε την πρώτη κουταλιά και την έφτυσε. Τότε ο μάγειρας του είπε: «Για να δοκιμάσεις αυτό το φαγητό πρέπει να κάνεις σπαρτιατική γυμναστική και να κολυμπήσεις στον Ευρώτα». Επειδή η πλειοψηφία των Ελλήνων εκείνης της εποχής δεν έκανε κάτι τέτοιο, ο σπαρτιατικός ζωμός δεν είχε καμιά επιτυχία, εκτός από τη Σπάρτη βέβαια. Η καθημερινή ζωή των Αθηναίων πολιτών, η εύθυμη και γεμάτη χαρές για ορισμένους, η Βαριά και θλιβερή για τους άλλους, κυλούσε με την καθορισμένη τάξη, κάτω απ’ τον ήρεμο ουρανό της Αττικής, μέχρι τότε που οι τρομερές θύελλες των πολέμων αναστάτωναν την πόλη.

Οι Πόλεμοι

Οι δρόμοι ερήμωναν. Στην Αγορά Βασίλευε ησυχία. Οι γυναίκες και τα παιδιά κρύβονταν από το φόβο στους γυναικωνίτες περιμένοντας θλιβερές ή χαρούμενες ειδήσεις. Κάτω απ’ τις στέγες των στοών οι γέροι με τις κατάλευκες γενειάδες κλωθογύριζαν αναμνήσεις για τους αγώνες που έκαναν στα νιάτα τους, κριτικάροντας την τακτική των στρατηγών, και σκέφτονταν τι θα ‘φερνε στα παιδιά τους ο καινούργιος πόλεμος: δόξα ή πρόωρο χαμό στα μακρινά πεδία των μαχών. Μα αν από μακριά οι πόλεμοι έρχονταν κοντά, αν ο εχθρός, συντρίβοντας τον αθηναϊκό στρατό, επέδραμε στην Αττική, η πόλη γνώριζε τότε τη δυστυχία, τα ερείπια, την πείνα και συχνά το μαζικό χαμό και την υποδούλωση των αγαπημένων.



Πηγή: ΚΟΛΟΜΠΟΒΑ Μ., ΟΖΕΡΕΤΣΚΑΙΑ Ε.»Η καθημερινή ζωή στην αρχαία Ελλάδα», Εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 1999.


Πηγή: anaskafiΠηγή Μια ημέρα από τη ζωή ενός αρχαίου Αθηναίου

Η NASA αποκρυπτογράφησε εξωγήινο μήνυμα 80.000 ετών: Άγνωστος πολιτισμός προειδοποιούσε ότι βρίσκεται στα πρόθυρα εξαφάνισης – Δείτε περισσότερα για το μυστηριώδες μήνυμα…

Ένα μήνυμα από το διάστημα, που ελήφθη το 1998, κατάφερε μετά από αρκετά χρόνια να… αποκρυπτογραφήσει η NASA σύμφωνα με έγγραφο από το Βρετανικό Υπουργείο Άμυνας.

Ο Ρώσος αστροφυσικός Βίκτορ Κουλάκοφ πιστεύει ότι το σήμα εστάλη από εξωγήινο πολιτισμό, γειτονικού γαλαξία και είναι ηλικίας 80.000 ετών (ο χρόνος που απαιτείται για να φθάσει στη Γη).

Στο μήνυμα, σε ιδιαίτερα δραματικούς τόνους, έδιναν την ακριβή τοποθεσία τους με κρυπτογραφημένη απεικόνιση ενός πλανητικού συστήματος, με ένα ή δύο κυρίαρχα άστρα, ενώ καθόριζαν και την υλική σύσταση του πλανήτη. Ο άγνωστος πολιτισμός προειδοποιούσε ότι βρίσκεται στα πρόθυρα της εξαφάνισης, χωρίς ωστόσο να εξηγεί την αιτία.

Ο Ρώσος καθηγητής εκτιμά ότι με βάση τα γήινα δεδομένα, πιθανότερη αιτία να είναι ένας πυρηνικός πόλεμος.

Παράλληλα διαπιστώνεται αδυναμία των κατοίκων του άγνωστου πλανήτη να τον εγκαταλείψουν, είτε επειδή δεν υπήρχε η τεχνολογική ανάπτυξη που θα επέτρεπε τη δυνατότητα μαζικών ταξιδιών στο διάστημα, είτε γιατί δεν υπήρχε γειτονικός κατοικήσιμος πλανήτης.

Πηγή

Πηγή Η NASA αποκρυπτογράφησε εξωγήινο μήνυμα 80.000 ετών