18 April, 2019
Home / Διαφορα (Page 1297)

Κι αν ξύπναγες ένα πρωί και μάθαινες πως έχεις άλλα πέντε χρόνια για να ζήσεις;

“Κι αν ξύπναγες ένα πρωί και μάθαινες πως έχεις άλλα πέντε χρόνια για να ζήσεις;”

Αυτό γυρνάει στις σκέψεις μου τον τελευταίο μήνα κι εκεί που νόμιζα πως είμαι χορτασμένη απ’ τη ζωή, και ότι πρέπει, πλέον, να ζυγίζω καταστάσεις, έρχεται αυτή η ερώτηση και φέρνει μέσα μου τα πάνω κάτω. Ξάφνου θυμήθηκα πως όταν ήμουνα παιδί, μου υποσχέθηκα να ζήσω! Να νικήσω! Μα η νίκη δεν ταυτίζεται με την υπεροχή, δεν έχει αντιπάλους. Νίκη θα πει ταξίδια πλούσια, θα πει βιβλία, μουσικές. Νίκη είναι οι καινούργιοι άνθρωποι που σου χαρίζουν γνώσεις, συναισθήματα και όμορφες στιγμές. Σχετίζεται με ήθος και αρχές, προτεραιότητες κι επιλογές, κι αυτό δεν το κατάλαβα νωρίς.
Πόσα δεν έμαθα αλήθεια; Πόσα δεν έκανα που πάντα ονειρευόμουν; Πόσα στερήθηκα για να’ χω να πληρώνω τη ΔΕΗ και να φοράω όμορφα παπούτσια; Πόσους ανθρώπους έχασα γιατί είχα πάντοτε πολλή δουλειά; Πού χάθηκε το τρένο που περίμενα για να με πάει εκεί που θ’ άλλαζα τον κόσμο;
Ο χρόνος τρέχει σαν τρελός, δε σταματά και ούτε ξαποσταίνει. Ένα τσουνάμι από πανομοιότυπες στιγμές που λίγο λίγο σ΄εξοντώνουν. Ξυπνάς, όμως, ένα πρωί, κι ενώ ετοιμάζεσαι για τη δουλειά ξεσπάς σε κλάμα γοερό για όλα αυτά που ξέχασες. Γι’ αυτά που ήθελες μα κάπως τα προσπέρασες, για όσα πέτυχες αλλά τα έθαψες σε τσάντες και συρτάρια. Ξυπνάς ένα πρωί και βλέπεις τη ζωή να ξεγυμνώνεται από την όμορφη ρουτίνα της κι αυτό πονάει. Είναι σκληρό και δύσκολο.
Δύσκολα αφήνεις τη ρουτίνα σου ακόμα κι αν στο τέλος τη μισείς. Είναι σχεδόν αδύνατον ν’ απαρνηθείς την καθημερινότητα που έχτισες με κόπο και θυσίες. Και μοιάζει ακόμα πιο ανέφικτο να τσαλακώσεις την εικόνα σου, να δεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη και να παραδεχθείς πως έσφαλες και πως κατέκτησες πολλά αλλά όχι αυτό που ονομάζεις “ευτυχία”.
Κι αυτό το πρωινό το έζησα. Δεν πάει πολύς καιρός…
Ξύπνησα όπως πάντα στις εφτά, έφτιαξα τον καφέ μου, ετοίμασα τα ρούχα μου για τη δουλειά κι έπειτα ξέσπασα σε κλάματα χωρίς να ξέρω το γιατί, χωρίς να πολυκαταλαβαίνω. Τα είχα όλα! Υγεία, ένα παιδί, μία δουλειά, τους φίλους μου, μα κάτι έλειπε. Αυτό το κάτι που σε κρατάει ζωντανό και κάνει το κορμί να περπατάει ίσιο. Αυτό το κάτι που σε βγάζει απ’ το κενό και βάζει χρώμα στη ζωή σου. Το γύρευα παντού. Ήξερα πως υπάρχει όμως δεν ήξερα πού θα το βρω, μέχρι που έπεσε στα χέρια μου ένα βιβλίο με τίτλο φούξια και γράμματα μεγάλα: “Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΖΩΗ ΣΟΥ ΞΕΚΙΝΑ ΟΤΑΝ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙΣ ΠΩΣ ΕΧΕΙΣ ΜΟΝΟ ΜΙΑ”. Μπορείτε να βρείτε το βιβλίο εδώ
Δεν είμαι σίγουρη εάν ταυτίστηκα εγώ με την πρωταγωνίστρια ή η πρωταγωνίστρια μαζί μου. Το μόνο σίγουρο πως ζούσε τη ζωή μου. Ζούσε τη ζωή εκατομμύρια ανθρώπων που η ρουτίνα τους είναι ισχυρή και που τους καταπίνει όπως το φίδι το αυγό: ολόκληρους! Θυμάμαι ότι το διάβασα μεμιάς και μέσα απ’ τις σελίδες του παρακολούθησα αυτή που ζούσε τη ζωή μου να γίνεται αυτή που πάντα ήθελε χωρίς εκπτώσεις και άσκοπους συμβιβασμούς, να είναι ήρεμη και σταθερή, να είναι ευτυχισμένη.
Το ξαναδιάβασα πολλές φορές και ακολούθησα τις οδηγίες του με αφοσίωση και πείσμα. Ήταν η πρώτη φορά μετά από χρόνια που θέλησα να κατακτήσω τη ζωή, ήθελα να νικήσω! Αν είχα μόνο πέντε χρόνια για να ζήσω, θα’ θελα να είναι πέντε χρόνια γεμάτα αυτοπεποίθηση και στόχους, θα ήθελα να τα ορίζω και να ζω την κάθε τους στιγμή. Θα ήθελα να είναι ακριβώς όπως τα ζήτησα! Χρόνια γεμάτα – η κάθε μέρα τους, μια ολόκληρη ζωή.
Μεγάλωσα πολύ και πλέον ζω σαν να’ χω μόνο πέντε χρόνια. Δεν θέλω άλλη μιζέρια. Η κριτική δεν μ ακουμπά, την άγνοια και την γκρίνια τις κλωτσώ. Δεν θέλω άλλα νεύρα, ούτε άλλο κλάμα. Δεν θέλω απωθημένα κι ανθρώπους τοξικούς, τους έδιωξα, έχτισα τείχη και τους άφησα απ’ έξω. Μεγάλωσα πολύ και πλέον ζω πρώτα για μένα.
Μονάχα ο θάνατος δεν έχει επιστροφή, μόνο στο θάνατο δεν ψάχνουμε για λύσεις. Για όλα τα άλλα υπάρχει πάντα εναλλακτική και σίγουρα δε βρίσκεται στην άχαρη ρουτίνα μας που ζει μέσα από εμάς για εμάς. Μεγάλωσα πολύ και έμαθα ότι ο κόσμος δεν αλλάζει αλλά ευτυχώς αλλάζουμε εμείς, κι αυτό είναι πάντοτε το πρώτο βήμα.

Photo: Author/Depositphotos

Συγγραφέας Αλεξάνδρα Κεντρωτή

 

enallaktikidrasi.com 

Πηγή Κι αν ξύπναγες ένα πρωί και μάθαινες πως έχεις άλλα πέντε χρόνια για να ζήσεις;

Πείτε μου τώρα αν το παιδί δεκαεφτά χρόνων που θα ψηφίσει για πρώτη φορά και το ενδιαφέρει πώς θα είναι η Ελλάδα το 2030 αν το ενδιαφέρει τι έγινε το 1963», «Αυτά…
αφορούν κάποιους ανθρώπους που έζησαν αυτά τα γεγονότα. Καλό είναι να γνωρίζουμε την ιστορία μας. Αυτό έχει αναφορές και στο Σκοπιανό που θα συζητήσουμε στη συνέχεια».

Θα μπορούσε κάποιος να θεωρήσει πως στη ροή του λόγου του, ο Κυριάκος Μητσοτάκης άφησε άλλο ένα στιβαρό ρητορικό σημείο για τους πολιτικούς ανθολόγους του μέλλοντος. Κάτι μαζί με τα: «Εγώ ήμουν πολιτικός κρατούμενος 6 μηνών από τη χούντα», τη διάκριση των εξουσιών που τη διατύπωσε ο Ρουσό (ο Μοντεσκιέ το έκανε), τον ορισμό της παράνοιας που (δεν) έδωσε ο Αϊνστάιν, τον εξωγήινο που διατάζει αλλαγές φύλου από τον Υμηττό κ.λπ.

Στην πραγματικότητα, όμως, η παραπάνω δήλωση δεν είναι ένα ρητορικό ολίσθημα στη ροή του λόγου.

Αποτελεί μια άγαρμπη διατύπωση ιδεολογίας. Κάτι πιο κοντά στο «Δεν τρέφω αυταπάτες για μια κοινωνία χωρίς ανισότητες, κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στην ανθρώπινη φύση» που είπε στη ΔΕΘ. Μια άτσαλη συμπύκνωση πολιτικού αμοραλισμού απέναντι στην αλήθεια. Πιο πολύ λοιπόν πολιτική απαίτηση και επιταγή παρά τυχαία διαπίστωση.

Μέσα στον πυρήνα της η φράση κρύβει την αποθέωση της ψυχρής και πέρα από την ηθική λειτουργικότητας. Η ιστορία είναι ένα άχρηστο πράγμα μια και δεν απαντά στις τεχνοκρατικές αναζητήσεις που χτίζουν το μέλλον.

Η διατύπωση αποτελεί τη μη ιδεολογία ως απόλυτη ιδεολογία, τη λήθη ως απόλυτο ρυθμιστή του παρελθόντος, το πρακτικό ως απόλυτο αντικαταστάτη του πραγματικού.

Αυτό που έκανε ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι να προσπαθήσει να ρυθμίσει το κομμάτι της λήθης που περιέχει το κάθε ιστορικό γεγονός. Οχι την απαίτηση για μνήμη αλλά την απαίτηση κάποια πράγματα να ξεχαστούν.

Κυρίως πολιτικά γεγονότα που είναι μη λειτουργικά για την επίτευξη του προσδοκώμενου πολιτικού στόχου. Το ποσοστό της λήθης είναι η κατασκευή του παρελθόντος με βάση αποκλειστικά τις πολιτικές σκοπιμότητες.

Με τον ίδιο τρόπο που απαιτεί να ξεχαστεί ο Λαμπράκης, απαιτεί να θυμόμαστε τη Μακεδονία. Οχι ως μια σειρά ιστορικών γεγονότων και περιόδων αλλά ως ένα λειτουργικό επιχείρημα που κολακεύει ένα συγκεκριμένο εθνικιστικό κοινό. Εδώ η ιστορία δεν πλησιάζει τη λήθη αλλά τη μυθολογία. Η απαίτηση όμως είναι η ίδια.

Γιατί, όντως, ιστορία δεν σημαίνει να θυμάσαι. Ιστορία σημαίνει κυρίως να ξεχνάς. Να κρατάς μέσα από ένα χάος γεγονότων τα κομβικά σημεία, τις στιγμές αυτές που συμπυκνώνουν ολόκληρες ιστορικές περιόδους, αξίες και ιδεολογίες, κάθε τι που αξίζει να μείνει στη μνήμη. Με γνώμονα όμως την ιστορική επιστήμη. Κάθε τι άλλο είναι παραχάραξη. Στο όνομα μιας πολιτικής ή μιας ιδεολογίας.

Μέσα στη λειτουργική παραχάραξη ο Κυριάκος Μητσοτάκης απαίτησε την κατάφασή μας στο γεγονός πως ο Γρηγόρης Λαμπράκης πρέπει να ξεχαστεί.

Η πολιτική απαίτηση που κρύβει μέσα της η φράση απλώνεται και σε ένα ακόμα σημείο της πρότασης. Αυτή του 17χρονου.

Μιλώντας στο όνομά του ο Κυριάκος Μητσοτάκης ορίζει έναν ανθρωπότυπο. Ενα παιδί που δεν ενδιαφέρεται για το παρελθόν (ακόμη και το πρόσφατο) και το ενδιαφέρει αποκλειστικά το μέλλον του. ‘Εναν θριαμβευτή του ατομισμού που ποδοπατά ιστορίες και αξίες στο όνομα του ατομικού του μέλλοντος.

Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης το περιγράφει σαν δυσκολία και σαν επιβίωση αλλά μέσα στο όλο πλαίσιο λειτουργεί ως άνευ όρων επιτυχία.

Στην πραγματικότητα, όμως, ούτε καν περιγράφει αλλά δημιουργεί και μας εκθέτει ένα πρότυπο. Με τις συγκεκριμένες αξίες και στόχους, οι οποίες δεν έχουν ανάγκη να θυμούνται τον Γρηγόρη Λαμπράκη.

Ακριβώς γιατί οι αξίες που ο ίδιος πρέσβευε ως άνθρωπος και ως πολιτικός και πρεσβεύει ακόμη ως σύμβολό τους είναι ξένες. Τους αγώνες ενάντια στο παρακράτος, τους αγώνες για τη δημοκρατία και την ελευθερία, τη γενναιότητα και την αυτοθυσία.

Μέσω λοιπόν της ταύτισης με τους νέους και της προσποίησης του πολιτικού που συμπάσχει, ο Κυριάκος Μητσοτάκης κολακεύει ενώ ταυτόχρονα χειραγωγεί.

Είναι η περιγραφή μιας νεολαίας και ταυτόχρονα η στάση απέναντί της που πήρε την πιο ξεκάθαρη απάντηση στα γεγονότα που ακολούθησαν τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου και στις αντιφασιστικές πορείες που ακολούθησαν τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Απαντήσεις μιας νεολαίας που δεν είναι διατεθειμένη να δεχτεί κανενός είδους τρίκυκλα…

Θωμάς Τσαλαπάτης

Πηγή Άγαρμπη διατύπωση ιδεολογίας…

Πείτε μου τώρα αν το παιδί δεκαεφτά χρόνων που θα ψηφίσει για πρώτη φορά και το ενδιαφέρει πώς θα είναι η Ελλάδα το 2030 αν το ενδιαφέρει τι έγινε το 1963», «Αυτά…
αφορούν κάποιους ανθρώπους που έζησαν αυτά τα γεγονότα. Καλό είναι να γνωρίζουμε την ιστορία μας. Αυτό έχει αναφορές και στο Σκοπιανό που θα συζητήσουμε στη συνέχεια».

Θα μπορούσε κάποιος να θεωρήσει πως στη ροή του λόγου του, ο Κυριάκος Μητσοτάκης άφησε άλλο ένα στιβαρό ρητορικό σημείο για τους πολιτικούς ανθολόγους του μέλλοντος. Κάτι μαζί με τα: «Εγώ ήμουν πολιτικός κρατούμενος 6 μηνών από τη χούντα», τη διάκριση των εξουσιών που τη διατύπωσε ο Ρουσό (ο Μοντεσκιέ το έκανε), τον ορισμό της παράνοιας που (δεν) έδωσε ο Αϊνστάιν, τον εξωγήινο που διατάζει αλλαγές φύλου από τον Υμηττό κ.λπ.

Στην πραγματικότητα, όμως, η παραπάνω δήλωση δεν είναι ένα ρητορικό ολίσθημα στη ροή του λόγου.

Αποτελεί μια άγαρμπη διατύπωση ιδεολογίας. Κάτι πιο κοντά στο «Δεν τρέφω αυταπάτες για μια κοινωνία χωρίς ανισότητες, κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στην ανθρώπινη φύση» που είπε στη ΔΕΘ. Μια άτσαλη συμπύκνωση πολιτικού αμοραλισμού απέναντι στην αλήθεια. Πιο πολύ λοιπόν πολιτική απαίτηση και επιταγή παρά τυχαία διαπίστωση.

Μέσα στον πυρήνα της η φράση κρύβει την αποθέωση της ψυχρής και πέρα από την ηθική λειτουργικότητας. Η ιστορία είναι ένα άχρηστο πράγμα μια και δεν απαντά στις τεχνοκρατικές αναζητήσεις που χτίζουν το μέλλον.

Η διατύπωση αποτελεί τη μη ιδεολογία ως απόλυτη ιδεολογία, τη λήθη ως απόλυτο ρυθμιστή του παρελθόντος, το πρακτικό ως απόλυτο αντικαταστάτη του πραγματικού.

Αυτό που έκανε ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι να προσπαθήσει να ρυθμίσει το κομμάτι της λήθης που περιέχει το κάθε ιστορικό γεγονός. Οχι την απαίτηση για μνήμη αλλά την απαίτηση κάποια πράγματα να ξεχαστούν.

Κυρίως πολιτικά γεγονότα που είναι μη λειτουργικά για την επίτευξη του προσδοκώμενου πολιτικού στόχου. Το ποσοστό της λήθης είναι η κατασκευή του παρελθόντος με βάση αποκλειστικά τις πολιτικές σκοπιμότητες.

Με τον ίδιο τρόπο που απαιτεί να ξεχαστεί ο Λαμπράκης, απαιτεί να θυμόμαστε τη Μακεδονία. Οχι ως μια σειρά ιστορικών γεγονότων και περιόδων αλλά ως ένα λειτουργικό επιχείρημα που κολακεύει ένα συγκεκριμένο εθνικιστικό κοινό. Εδώ η ιστορία δεν πλησιάζει τη λήθη αλλά τη μυθολογία. Η απαίτηση όμως είναι η ίδια.

Γιατί, όντως, ιστορία δεν σημαίνει να θυμάσαι. Ιστορία σημαίνει κυρίως να ξεχνάς. Να κρατάς μέσα από ένα χάος γεγονότων τα κομβικά σημεία, τις στιγμές αυτές που συμπυκνώνουν ολόκληρες ιστορικές περιόδους, αξίες και ιδεολογίες, κάθε τι που αξίζει να μείνει στη μνήμη. Με γνώμονα όμως την ιστορική επιστήμη. Κάθε τι άλλο είναι παραχάραξη. Στο όνομα μιας πολιτικής ή μιας ιδεολογίας.

Μέσα στη λειτουργική παραχάραξη ο Κυριάκος Μητσοτάκης απαίτησε την κατάφασή μας στο γεγονός πως ο Γρηγόρης Λαμπράκης πρέπει να ξεχαστεί.

Η πολιτική απαίτηση που κρύβει μέσα της η φράση απλώνεται και σε ένα ακόμα σημείο της πρότασης. Αυτή του 17χρονου.

Μιλώντας στο όνομά του ο Κυριάκος Μητσοτάκης ορίζει έναν ανθρωπότυπο. Ενα παιδί που δεν ενδιαφέρεται για το παρελθόν (ακόμη και το πρόσφατο) και το ενδιαφέρει αποκλειστικά το μέλλον του. ‘Εναν θριαμβευτή του ατομισμού που ποδοπατά ιστορίες και αξίες στο όνομα του ατομικού του μέλλοντος.

Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης το περιγράφει σαν δυσκολία και σαν επιβίωση αλλά μέσα στο όλο πλαίσιο λειτουργεί ως άνευ όρων επιτυχία.

Στην πραγματικότητα, όμως, ούτε καν περιγράφει αλλά δημιουργεί και μας εκθέτει ένα πρότυπο. Με τις συγκεκριμένες αξίες και στόχους, οι οποίες δεν έχουν ανάγκη να θυμούνται τον Γρηγόρη Λαμπράκη.

Ακριβώς γιατί οι αξίες που ο ίδιος πρέσβευε ως άνθρωπος και ως πολιτικός και πρεσβεύει ακόμη ως σύμβολό τους είναι ξένες. Τους αγώνες ενάντια στο παρακράτος, τους αγώνες για τη δημοκρατία και την ελευθερία, τη γενναιότητα και την αυτοθυσία.

Μέσω λοιπόν της ταύτισης με τους νέους και της προσποίησης του πολιτικού που συμπάσχει, ο Κυριάκος Μητσοτάκης κολακεύει ενώ ταυτόχρονα χειραγωγεί.

Είναι η περιγραφή μιας νεολαίας και ταυτόχρονα η στάση απέναντί της που πήρε την πιο ξεκάθαρη απάντηση στα γεγονότα που ακολούθησαν τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου και στις αντιφασιστικές πορείες που ακολούθησαν τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Απαντήσεις μιας νεολαίας που δεν είναι διατεθειμένη να δεχτεί κανενός είδους τρίκυκλα…

Θωμάς Τσαλαπάτης

Πηγή Άγαρμπη διατύπωση ιδεολογίας…

Πείτε μου τώρα αν το παιδί δεκαεφτά χρόνων που θα ψηφίσει για πρώτη φορά και το ενδιαφέρει πώς θα είναι η Ελλάδα το 2030 αν το ενδιαφέρει τι έγινε το 1963», «Αυτά…
αφορούν κάποιους ανθρώπους που έζησαν αυτά τα γεγονότα. Καλό είναι να γνωρίζουμε την ιστορία μας. Αυτό έχει αναφορές και στο Σκοπιανό που θα συζητήσουμε στη συνέχεια».

Θα μπορούσε κάποιος να θεωρήσει πως στη ροή του λόγου του, ο Κυριάκος Μητσοτάκης άφησε άλλο ένα στιβαρό ρητορικό σημείο για τους πολιτικούς ανθολόγους του μέλλοντος. Κάτι μαζί με τα: «Εγώ ήμουν πολιτικός κρατούμενος 6 μηνών από τη χούντα», τη διάκριση των εξουσιών που τη διατύπωσε ο Ρουσό (ο Μοντεσκιέ το έκανε), τον ορισμό της παράνοιας που (δεν) έδωσε ο Αϊνστάιν, τον εξωγήινο που διατάζει αλλαγές φύλου από τον Υμηττό κ.λπ.

Στην πραγματικότητα, όμως, η παραπάνω δήλωση δεν είναι ένα ρητορικό ολίσθημα στη ροή του λόγου.

Αποτελεί μια άγαρμπη διατύπωση ιδεολογίας. Κάτι πιο κοντά στο «Δεν τρέφω αυταπάτες για μια κοινωνία χωρίς ανισότητες, κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στην ανθρώπινη φύση» που είπε στη ΔΕΘ. Μια άτσαλη συμπύκνωση πολιτικού αμοραλισμού απέναντι στην αλήθεια. Πιο πολύ λοιπόν πολιτική απαίτηση και επιταγή παρά τυχαία διαπίστωση.

Μέσα στον πυρήνα της η φράση κρύβει την αποθέωση της ψυχρής και πέρα από την ηθική λειτουργικότητας. Η ιστορία είναι ένα άχρηστο πράγμα μια και δεν απαντά στις τεχνοκρατικές αναζητήσεις που χτίζουν το μέλλον.

Η διατύπωση αποτελεί τη μη ιδεολογία ως απόλυτη ιδεολογία, τη λήθη ως απόλυτο ρυθμιστή του παρελθόντος, το πρακτικό ως απόλυτο αντικαταστάτη του πραγματικού.

Αυτό που έκανε ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι να προσπαθήσει να ρυθμίσει το κομμάτι της λήθης που περιέχει το κάθε ιστορικό γεγονός. Οχι την απαίτηση για μνήμη αλλά την απαίτηση κάποια πράγματα να ξεχαστούν.

Κυρίως πολιτικά γεγονότα που είναι μη λειτουργικά για την επίτευξη του προσδοκώμενου πολιτικού στόχου. Το ποσοστό της λήθης είναι η κατασκευή του παρελθόντος με βάση αποκλειστικά τις πολιτικές σκοπιμότητες.

Με τον ίδιο τρόπο που απαιτεί να ξεχαστεί ο Λαμπράκης, απαιτεί να θυμόμαστε τη Μακεδονία. Οχι ως μια σειρά ιστορικών γεγονότων και περιόδων αλλά ως ένα λειτουργικό επιχείρημα που κολακεύει ένα συγκεκριμένο εθνικιστικό κοινό. Εδώ η ιστορία δεν πλησιάζει τη λήθη αλλά τη μυθολογία. Η απαίτηση όμως είναι η ίδια.

Γιατί, όντως, ιστορία δεν σημαίνει να θυμάσαι. Ιστορία σημαίνει κυρίως να ξεχνάς. Να κρατάς μέσα από ένα χάος γεγονότων τα κομβικά σημεία, τις στιγμές αυτές που συμπυκνώνουν ολόκληρες ιστορικές περιόδους, αξίες και ιδεολογίες, κάθε τι που αξίζει να μείνει στη μνήμη. Με γνώμονα όμως την ιστορική επιστήμη. Κάθε τι άλλο είναι παραχάραξη. Στο όνομα μιας πολιτικής ή μιας ιδεολογίας.

Μέσα στη λειτουργική παραχάραξη ο Κυριάκος Μητσοτάκης απαίτησε την κατάφασή μας στο γεγονός πως ο Γρηγόρης Λαμπράκης πρέπει να ξεχαστεί.

Η πολιτική απαίτηση που κρύβει μέσα της η φράση απλώνεται και σε ένα ακόμα σημείο της πρότασης. Αυτή του 17χρονου.

Μιλώντας στο όνομά του ο Κυριάκος Μητσοτάκης ορίζει έναν ανθρωπότυπο. Ενα παιδί που δεν ενδιαφέρεται για το παρελθόν (ακόμη και το πρόσφατο) και το ενδιαφέρει αποκλειστικά το μέλλον του. ‘Εναν θριαμβευτή του ατομισμού που ποδοπατά ιστορίες και αξίες στο όνομα του ατομικού του μέλλοντος.

Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης το περιγράφει σαν δυσκολία και σαν επιβίωση αλλά μέσα στο όλο πλαίσιο λειτουργεί ως άνευ όρων επιτυχία.

Στην πραγματικότητα, όμως, ούτε καν περιγράφει αλλά δημιουργεί και μας εκθέτει ένα πρότυπο. Με τις συγκεκριμένες αξίες και στόχους, οι οποίες δεν έχουν ανάγκη να θυμούνται τον Γρηγόρη Λαμπράκη.

Ακριβώς γιατί οι αξίες που ο ίδιος πρέσβευε ως άνθρωπος και ως πολιτικός και πρεσβεύει ακόμη ως σύμβολό τους είναι ξένες. Τους αγώνες ενάντια στο παρακράτος, τους αγώνες για τη δημοκρατία και την ελευθερία, τη γενναιότητα και την αυτοθυσία.

Μέσω λοιπόν της ταύτισης με τους νέους και της προσποίησης του πολιτικού που συμπάσχει, ο Κυριάκος Μητσοτάκης κολακεύει ενώ ταυτόχρονα χειραγωγεί.

Είναι η περιγραφή μιας νεολαίας και ταυτόχρονα η στάση απέναντί της που πήρε την πιο ξεκάθαρη απάντηση στα γεγονότα που ακολούθησαν τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου και στις αντιφασιστικές πορείες που ακολούθησαν τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Απαντήσεις μιας νεολαίας που δεν είναι διατεθειμένη να δεχτεί κανενός είδους τρίκυκλα…

Θωμάς Τσαλαπάτης

Πηγή Άγαρμπη διατύπωση ιδεολογίας…

Στα τέλη του 1968, οι πραξικοπηματίες διαπραγματεύονται με τον Αριστοτέλη Ωνάση το σχέδιο «Ω», δηλαδή την κατασκευή και εκμετάλλευση του τρίτου για τη χώρα συγκροτήματος διυλιστηρίων και άλλων μεγάλων βιομηχανικών μονάδων, στις περιοχές Πάχη (Βασιλικά) και Λάκκα Καλογήρου των Μεγάρων. Το σχέδιο αφορά σε μια επένδυση ύψους 400-500 εκατ. δολαρίων.

Οι παρασκηνιακές συγκρούσεις μεταξύ των ισχυρών οικονομικών παραγόντων της εποχής οδηγούν τελικά την ανάθεση του έργου στην εταιρεία Στραν Α. Ε. του επιχειρηματία και τραπεζίτη Στρατή Ανδρεάδη, το 1972. Η σχετική σύμβαση καταγγέλθηκε, από την πλευρά του ελληνικού Δημοσίου, το 1977.

Σενάριο: Γιώργος Τσεμπερόπουλος, Σάκης Μανιάτης
Φωτογραφία, Μοντάζ: Σάκης Μανιάτης
Βραβεία 1974 FIPRESCI Award, Berlin Film ForumInternational of the Young Cinema 1974 Best Production Award, Thessaloniki Film Festival of Greek Cinema

Πηγή: epitropiagonapanagias.blogspot.com

Πηγή Μέγαρα 1974 (Ντοκιμαντέρ)


Σε λίγες ημέρες ολοκληρώνεται η μεταβίβαση της ΠΑΕ Παναθηναϊκός»…
Σε καλό δρόμο, φαίνεται, πως, βρίσκονται οι διαπραγματεύσεις του Γιάννη Αλαφούζου με τον Παϊρότζ Πιεγκμπονσάντ, για τη μεταβίβαση των μετοχών του Παναθηναϊκού, σύμφωνα με…
τον (νυν) ιδιοκτήτη της «πράσινης» ΠΑΕ. 

Με δήλωσή του στη «Live Sport», προαναγγέλλει άμεσες εξελίξεις.

Οπως ειπε: «Πάμε εξαιρετικά. Σε λίγες ημέρες τελειώνουμε και ολοκληρώνεται η μεταβίβαση της ΠΑΕ Παναθηναϊκός». 

Όπως αναφέρεται στην εφημερίδα, ο μεγαλομέτοχος της ΠΑΕ Παναθηναϊκός εκτιμά ότι αυτή η πιθανή αλλαγή μπορεί να δημιουργήσει ιδανικές συνθήκες για το μέλλον του συλλόγου. 

Οι δύο πλευρές έριξαν στο… τραπέζι πολλά θέματα στη συνάντηση που είχαν. Μεταξύ άλλων, μίλησαν για ποδοσφαιριστές που μπορούν να φορέσουν την πράσινη φανέλα, αλλά η συζήτηση επεκτάθηκε σε επιχειρηματικά, αλλά και κοινωνικά θέματα…

Πηγή Αλαφούζος: «Πάμε εξαιρετικά…

ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΥΝΕ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΕΣ ΚΑΙ ΔΡΟΥΝ ΩΣ ΑΔΙΣΤΑΚΤΟΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΩΝ

Η ΕΠΙΤΟΜΗ ΤΗΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ.

ΤΑ ΒΑΜΜΕΝΑ ΜΕ ΑΙΜΑ ΧΕΡΙΑ ΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΩΝ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΣΤΑΥΡΟ ΚΟΝΤΟΝΗ, ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ ΝΙΚΟ ΤΟΣΚΑ, ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΤΗΣ ΕΥΠ ΓΙΑΝΝΗ ΡΟΥΜΠΑΤΗ.

ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΙΣ ΣΤΗΝ ΧΩΡΑ ΜΑΣ ;

ΕΧΟΥΜΕ ή ΟΧΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΙΣ ;

ΕΧΟΥΜΕ ή ΟΧΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ;

ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΣΑΣ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΟΤΑΝ ΘΑ ΣΑΣ ΚΛΩΤΣΟΥΝ ΟΙ ΈΛΛΗΝΕΣ ΣΤΙΣ ΠΛΑΤΕΙΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ.

Δείτε το βίντεο https://www.youtube.com/watch?v=o_97w0rIA1E&feature=youtu.be

Πηγή: triklopodia.gr

Πηγή ΜΑΝΩΛΗΣ ΧΑΤΖΗΣΑΒΒΑΣ : ΑΥΤΟΙ ΚΡΥΒΟΥΝ ΤΟΥΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΕΣ


Η ανακοίνωση για την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων για το Σκοπιανό δεν ήταν αναμενόμενη, παρά το γεγονός ότι αρκετοί αναλυτές υποψιάστηκαν ότι…
η υπερδραστηριότητα του προέδρου της γειτονικής χώρας, Γιόργκι Ιβάνοφ, προδιάθεσε ότι η αντίσταση για την επίλυση του προβλήματος στο εσωτερικό των Σκοπίων ήταν υπαρκτή και ισχυρή. 

Το αδιαμφισβήτητο γεγονός είναι ότι ισχύει αυτό που αναφέρει η διαρροή Έλληνα αξιωματούχου: ότι «η πλευρά της ΠΓΔΜ από ό,τι φαίνεται δεν είναι ακόμη έτοιμη να ανταποκριθεί στα όσα συμφωνήθηκαν στις Βρυξέλλες ανάμεσα στους δύο υπουργούς Εξωτερικών». 

Τι φαίνεται ότι συμφωνήθηκε στις Βρυξέλλες;

-Ότι η νέα ονομασία θα ήταν η «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας» («Severna Makedonija»).

-Ότι η σκοπιανή πλευρά αποδέχθηκε, μετά μεγάλης δυσκολίας, ότι η ονομασία θα ήταν για όλες τις χρήσεις (erga omnes), υπό την προϋπόθεση ότι θα γινόταν αποδεκτό αυτό από τα πολιτικά κόμματα του γειτονικού κράτους.

-Ότι τα Σκόπια θα προχωρούσαν σε συνταγματικές αλλαγές, όπως ζητούσε η Αθήνα. 

Ο Σκοπιανός υπουργός Εξωτερικών, Νικολά Ντιμιτρόφ, ένας γνωστός εθνικιστής, ενημέρωσε τον πρόεδρο της χώρας, ο οποίος άστραψε και βρόντηξε. Μίλησε δημόσια και απέρριψε τη χρήση της νέας ονομασίας έναντι όλων, απαιτώντας διπλή ονομασία. Να λέγονται, δηλαδή, τα Σκόπια στο εσωτερικό «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Με την απαίτηση αυτή απέρριπτε και τις συνταγματικές αλλαγές.

 Οπότε, μόνο αν ήταν τρελός ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας θα δεχόταν τα παράλογα αιτήματα των Σκοπιανών. Από τη στιγμή, λοιπόν, που οι Σκοπιανοί διέλυαν τις ελληνικές «κόκκινες γραμμές», η Αθήνα δεν είχε καμία άλλη επιλογή παρά να πει ένα μεγαλοπρεπέστατο όχι. Και αυτό συνέβη, αν και δεν χρειάστηκε καν να τοποθετηθεί η ελληνική κυβέρνηση. Οι Σκοπιανοί ώθησαν τη διαδικασία σε αδιέξοδο και τα πράγματα επανήλθαν στο σημείο που ξεκίνησαν. 
Βέβαια, πιστεύω πως οι ξένοι ενδιαφερόμενοι για τη λύση, δεν θα καθίσουν με άδεια χέρια. Σίγουρα δεν έχουν κανένα δικαίωμα να ζητήσουν οτιδήποτε από την Ελλάδα, η οποία δεν έχει την παραμικρή δυνατότητα να ικανοποιήσει τους όρους των Σκοπίων. Η αλήθεια πρέπει να λέγεται: Η κυβέρνηση του κ. Τσίπρα έκανε μία ειλικρινή και με καλή πίστη προσπάθεια, έκανε ως μη όφειλε πικρές υποχωρήσεις και ξεπέρασε τα όρια της. 
Από την πλευρά τους, οι Σκοπιανοί που καίγονται να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στο τέλος έμειναν ανυποχώρητοι στις ανεδαφικές θέσεις τους. Έχασαν μία μεγάλη ευκαιρία και δεν εξυπηρέτησαν τα συμφέροντα του λαού τους. Αντίθετα, η ελληνική κυβέρνηση ρίσκαρε, καθώς σε μία λύση θα έχανε τα περισσότερα. Τόλμησε όμως, έχοντας απέναντί την συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού. 
Στην πολιτική απαγορεύονται οι προβλέψεις. Παρ’ όλα αυτά πιστεύω ότι η σκοπιανή πλευρά δέχεται ήδη σφοδρές πιέσεις για να επανέλθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Αν συμβεί αυτό, ο κ. Τσίπρας είναι υποχρεωμένος να κάνει ένα βήμα πίσω για να μην «καεί» σε περίπτωση που υπάρξει νέα υπαναχώρηση των Σκοπίων. 
Το θέμα της ονομασίας είναι εθνικό ζήτημα για την Ελλάδα, αλλά πρέπει να προσπαθήσει να το βγάλει από το πιάτο των προβλημάτων. Πρέπει να επιμένει σε μία ονομασία έναντι όλων και βέβαια να εξαλείψει με τη συμφωνία οποιαδήποτε αλυτρωτικό στοιχείο. 
Ουδείς αναμένει ότι τα Σκόπια θα επιτεθούν ποτέ στην Ελλάδα. Όμως σε μία μεγάλη αναταραχή στη Βαλκανική, όπου θα κονταροκτυπηθούν η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες, θα μπορούσαν να ξυπνήσουν αρρωστημένοι αλυτρωτισμοί και εθνικισμοί. Και η Ελλάδα πρέπει να προστατευθεί.

Μιχάλης Ιγνατίου

Πηγή Γιατί κατέρρευσαν οι συνομιλίες για το Σκοπιανό…

Πόσες φορές έχουμε ακούσει τη φράση «η κυριαρχία ανήκει στο λαό»; Όλοι επικαλούνται τον «κυρίαρχο λαό» και την «βούληση του λαού που πρέπει να γίνει σεβαστή» και την «νωπή λαϊκή εντολή» κλπ. Υποτίθεται με τις εκλογές αποτυπώνεται η «βούληση του λαού» και αποδεικνύεται η «κυριαρχία του λαού» ή η «λαϊκή κυριαρχία». Αυτή υποτίθεται είναι η έννοια της δημοκρατίας. Η «λαϊκή ετυμηγορία» που προκύπτει από τις εκλογές αποτελεί την ραχοκοκαλιά κάθε κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Η ετυμολογία άλλωστε, της λέξης δημοκρατία, γνωστή σε ολόκληρο τον κόσμο, είναι ότι ο λαός (δήμος) είναι αυτός που έχει την δύναμη (κράτος). Πρόκειται, δηλαδή, για ένα σύστημα κυβέρνησης στο οποίο η κυριαρχία ασκείται, έμμεσα, από τον λαό.

Όπως όλοι γνωρίζουμε, η Ιταλία είναι μια κοινοβουλευτική δημοκρατία , δηλαδή, ένα κράτος του οποίου η εκπροσώπηση της λαϊκής βούλησης γίνεται μέσω των εκλογών, από τις οποίες σχηματίζεται το εκάστοτε κοινοβούλιο. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται από το Κοινοβούλιο (όργανο έκφρασης της λαϊκής βούλησης) που με τη σειρά του έχει εκλεγεί από τους πολιτικά δραστήριους πολίτες που αποφάσισαν να εκφράσουν τις πολιτικές ιδέες τους μέσω της ψήφου τους. Τελικά ο κόμβος που δημιουργείται δεν είναι ούτε πολιτικός, ούτε τεχνικός, αλλά αυστηρά δεοντολογικός. Τι σημαίνει αυτό; Ότι ο Α (λαός) εκλέγει και εμπιστεύεται για τα θέματα λήψης αποφάσεων που επηρεάζουν το έθνος, τον Β (Κοινοβούλιο), ο οποίος με τη σειρά του εκλέγει τον Γ (Πρόεδρος Δημοκρατίας). Τελικά, είναι σαν ο Γ να έχει εκλεγεί από τον Α και συνεπάγεται ότι ο Γ είναι νόμιμο να παίξει αυτόν τον ρόλο όχι απευθείας από τον A αλλά μέσω του Β.

Για να το κάνουμε πιο πρακτικό, και σε σύγκριση με το ιταλικό παράδειγμα, μπορούμε εύκολα να συμπεράνουμε ότι η κυριαρχία είναι η πηγή της νομιμότητας της εξουσίας των συνταγματικών οργάνων, στην πραγματικότητα κάθε συνταγματικό όργανο είναι τέτοιο και μπορεί να ασκήσει τη λειτουργία του, γιατί βρίσκει τη νομιμότητα και την πρώτη πηγή στο λαό. Επομένως, δεν υπάρχει κανένα όργανο που να είναι ξένο προς τη λαϊκή κυριαρχία. Για το λόγο αυτό τα συνταγματικά όργανα ονομάζονται επίσης κυρίαρχα όργανα.

Με αυτό, ο νομοθέτης θέλησε να δώσει σε όλους τους πολίτες την ευκαιρία να συμμετάσχουν άμεσα ή έμμεσα στις κυβερνητικές αποφάσεις. Αυτή η δυνατότητα άμεσης δημοκρατίας ασκείται από τους πολίτες μέσω του δικαιώματος της ψήφου. Έτσι, ένας λαός, μορφωμένος ή με άγνοια, όταν ψηφίζει τους εκπροσώπους της πολιτικής του βούλησης (βουλευτές) , αυτοί έχουν ηθικό καθήκον να εκπροσωπούν τα συμφέροντα των ψηφοφόρων. Είτε αυτά τα συμφέροντα μπορεί να είναι τρελά και να ζητάνε να γίνουν αποικίες στο φεγγάρι, ή να χωριστεί η Ιταλία σε μικρο-κράτη ή να γυρίσει πίσω στην φεουδαρχία, όλα αυτά είναι προβλήματα με τα οποία οι ίδιοι άνθρωποι θα βρεθούν αντιμέτωποι αργότερα, σκεπτόμενοι εάν έπραξαν καλά ή όχι και εάν η επιλογή των εκπροσώπων αυτών ήταν σωστή ή όχι.

Η σημασία της έννοιας «κυρίαρχος λαός» σημαίνει ότι: η πλειοψηφία εκλέγει τους ανθρώπους που παίρνουν τις αποφάσεις, σωστές ή λάθος, αλλά στο τέλος θα είναι ο ίδιος ο λαός που θα κερδίσει ή θα χάσει. Εκτός από προφανείς επιθέσεις στην ακεραιότητα του ιταλικού Συντάγματος, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν μπορεί να λειτουργήσει ως «θεματοφύλακας» των αποφάσεων του λαού, σαν να έχει να κάνει με ένα άτομο ανίκανο να κρίνει και να αποφασίσει σωστά, διότι δουλειά του δεν είναι η εποπτεία των πολιτικών επιλογών που εκφράζονται με την ψήφο των πολιτών. Εάν ο ιταλικός λαός έχει επιλέξει κάποιους πολιτικούς ηγέτες, είναι επειδή τους εμπιστεύεται ανεξάρτητα από τις «συμβουλές» του εκάστοτε Προέδρου της Δημοκρατίας.

Σε διαφορετική περίπτωση, αν ένας λαός είναι «ανίκανος» να αποφασίσει σωστά, και η κρίση του πρέπει να «εποπτεύεται», τότε, η φράση «κυρίαρχος λαός» μοιάζει με ανέκδοτο. Ο λαός, όχι «κυριαρχία» δεν έχει, αλλά προφανώς, βρίσκεται σε μερική ή πλήρη ανικανότητα, οπότε πρέπει να μπει σε καθεστώς «δικαστικής συμπαράστασης».

Ό,τι ισχύει δηλαδή, για άτομα που έχουν από γεννήσεως κάποια διανοητική ή ψυχική υστέρηση ή διαταραχή ή σταδιακά την παρουσιάζουν. Η ψυχική ή διανοητική αυτή διαταραχή έχει ως συνέπεια την ολική ή μερική αδυναμία ενός ατόμου να φροντίζει μόνο του για τις υποθέσεις του. Οπότε, προκειμένου να «προστατευθεί» το αληθινό συμφέρον του «συμπαραστατέου» αναλαμβάνει την φροντίδα των υποθέσεών του ο «δικαστικός συμπαραστάτης».

Του οποίου το έργο εποπτεύει με την σειρά του το «εποπτικό συμβούλιο». Και στην περίπτωση των κρατών της Ευρώπης, όλοι ξέρουμε ποιο είναι αυτό.

ΚΟ / λίγο από εδώ

Πηγή «Κυρίαρχος λαός»; Το άλλο με τον Τοτό το ξέρεις;

 Οι Άγγλοι λένε ότι ο πλούσιος έχει πάγο το καλοκαίρι και ο φτωχός έχει το χειμώνα. Γι’ αυτό τους γουστάρω τους υπηκόους της Μέγκαν Μαρκλ. 
Ούτε…
ο Κουτσούμπας δεν θα μπορούσε να διατυπώσει καλύτερα αφενός τον ορισμό της ταξικής κοινωνίας και αφετέρου τα ισχύοντα στα καθ’ ημάς εν έτει 2018…

Aπό την στήλη «Πιττακιον» (matrix24.gr)

Πηγή Ο Κουτσούμπας, η Μέγκαν Μαρκλ και η (καταραμένη) φτώχεια…