20 February, 2019
Home / 2018 / Δεκέμβριος (Page 55)

Οι ειδικοί κάνουν λόγο για μείζον θέμα Δημόσιας Υγείας, προειδοποιώντας ότι 3.000 άνθρωποι χάνονται κάθε χρόνο στη χώρα μας εξαιτίας σοβαρών ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων.

Υπέστη γενικευμένη λοίμωξη (σήψη) έπειτα από μικροεπέμβαση για κιρσούς σε άλλο νοσηλευτικό ίδρυμα.

Το μικρόβιο που προκάλεσε τη λοίμωξη είναι σταφυλόκοκκος και σύμφωνα με πληροφορίες δεν πρόκειται για πολυανθεκτικό στέλεχος, αλλά μεταδόθηκε κατά την επέμβαση.

Ο σταφυλόκοκκος δεν θεωρείται πολύ επικίνδυνο μικρόβιο, αλλά μπορεί να οδηγήσει και σε σοβαρά περιστατικά. Στην περίπτωση του Θάνου Πλεύρη, η λοίμωξη ξεκίνησε ήπια, αλλά εξελίχθηκε δυσμενώς, με αποτέλεσμα να απειλείται σήμερα ακόμη και η ζωή του.

Το φαινόμενο των ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων είναι συχνό και στην Ελλάδα, δεδομένου ότι η χώρα μας είναι “πρωταθλήτρια” σε κατανάλωση αντιβιοτικών και σε παρουσία πολυανθεκτικών μικροβίων.

Όπως αναφέρεται σήμερα στο “Έθνος”, η υπερβολική κατανάλωση αντιβιοτικών “εκπαιδεύει” τους παθογόνους μικροοργανισμούς να επιβιώνουν, με αποτέλεσμα να καθίσταται δύσκολη η αντιμετώπισή τους όταν υπάρξει σοβαρή ανάγκη. Χειρουργεία, εντατικές και κοινοί θάλαμοι νοσηλείας βρίθουν ανθεκτικών μικροβίων…

Την υπερκατανάλωση αντιβιοτικών και τη δημιουργία πολυανθεκτικών, ακόμη και πανανθεκτικών μικροβίων, φέρνει στο φως η περίπτωση του Θάνου Πλεύρη, σύμφωνα με το iatronet.gr.

Ο 39χρονος δικηγόρος και πολιτικός νοσηλεύεται για τρίτη μέρα, σε ιδιαίτερα κρίσιμη κατάσταση, στη μονάδα εντατικής θεραπείας του Ιατρικού Κέντρου Αθηνών.

Αντιβιοτικά

Το μέλλον είναι δύσκολο, καθώς η επιστημονική έρευνα δεν παράγει πλέον νέα αντιβιοτικά, με τον ρυθμό που απαιτεί η αυξανόμενη αντοχή των παθογόνων μικροοργανισμών.

Ενδεικτικό είναι πως την περίοδο 1983 – 1987 είχαν κυκλοφορήσει 16 νέα αντιβιοτικά, αριθμός που μειώθηκε σε μόλις δέκα την πενταετία 1993 – 1997, σε πέντε την περίοδο 2003 – 2007 και σε μόλις δύο την πενταετία 2008 – 2012.

Η διασπορά στελεχών ανθεκτικών στα περισσότερα αντιβιοτικά ευθύνεται για την πρόκληση σοβαρών λοιμώξεων, ιδίως σε βαρέως πάσχοντες ασθενείς με αποτέλεσμα την παράταση της νοσηλείας τους, την αύξηση της θνητότητας και την αύξηση του κόστους νοσηλείας για τα νοσηλευτικά ιδρύματα.

Τα στοιχεία του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕΕΛΠΝΟ) δείχνουν ότι οι περισσότερες λοιμώξεις καταγράφονται στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας (54,9%), στις παθολογικές κλινικές (27,4%) και στους χειρουργικούς τομείς (17,7%).

Πηγή: zaxarini.gr

The post AYTOΣ είναι ο ΛΟΓΟΣ που προκάλεσε το σοβαρό πρόβλημα του Θάνου Πλεύρη appeared first on LINE LIFE.

Πηγή AYTOΣ είναι ο ΛΟΓΟΣ που προκάλεσε το σοβαρό πρόβλημα του Θάνου Πλεύρη

Πρόσφατα ανακαλύψαμε πως ο αγαπημένος μας τραγουδιστής Πασχάλης Τερζής, εκτός από τη Γιάννα Τερζή, έχει ένα ακόμα παιδί, τον γιο του που απέκτησε από τον πρώτο του γάμο. Ο γάμος εκείνος έληξε άδοξα καθώς η σύζυγός του πέθανε και ο ίδιος, σε συνέντευξη που παραχώρησε το 2016 στη Real, μίλησε για την πιο δύσκολη περίοδο της ζωής του.

– Πότε έκανες οικογένεια;

«Μόλις απολύθηκα από τον Στρατό. Η πρώτη µου γυναίκα δεν υπάρχει. Νόμιζα τότε πως ήρθε η συντέλεια του κόσμου. Παρ’ όλο που είχα μαζί της έναν γιο, τον Γιώργο µου.

Δεν σ’ το κρύβω, είχα την έντονη επιθυμία να τελειώσω. Αλλά µε φώναξε ένας παππούς και µου είπε: «Τι είναι αυτά που λες, ρε; Αυτό γιατί το έφερες στον κόσμο;». Και µου έδειξε τον μικρό.

Η ζωή συνεχίστηκε και ευτύχησα πράγματι να αποκτήσω μία εξαιρετική οικογένεια. Η ζωή συνεχίζεται κι εγώ με τη γυναίκα µου και τα παιδιά µου είµαστε ευτυχισµένοι. Αλλά δεν θέλω να µιλάω για εκείνα…» εξομολογήθηκε ενώ η κόρη του Γιάννα του λέει: «Πρέπει να μιλάς, ρε πατέρα, για εκείνα. Δεν ήταν μόνο η γυναίκα σου, ήταν η μάνα του παιδιού σου».

– Έφτασες σε µία ηλικία που έχεις χορτάσει τα πάντα. Τι δεν έχεις χορτάσει στη ζωή σου;

«Θα ήμουνα αχάριστος αν έλεγα ότι η ζωή µε αδίκησε. Έχω εισπράξει τόση αγάπη από τον κόσµο, που θα ήταν αχαριστία. Αλλά βέβαια το στήριγμα είναι η οικογένεια».

Πηγή Πασχάλης Τερζής, ένας δυνατός μόνος μπαμπάς: Χήρεψε νέος με ένα μικρό παιδί και ξαναπαντρεύτηκε

Πρόσφατα ανακαλύψαμε πως ο αγαπημένος μας τραγουδιστής Πασχάλης Τερζής, εκτός από τη Γιάννα Τερζή, έχει ένα ακόμα παιδί, τον γιο του που απέκτησε από τον πρώτο του γάμο. Ο γάμος εκείνος έληξε άδοξα καθώς η σύζυγός του πέθανε και ο ίδιος, σε συνέντευξη που παραχώρησε το 2016 στη Real, μίλησε για την πιο δύσκολη περίοδο της ζωής του.

– Πότε έκανες οικογένεια;

«Μόλις απολύθηκα από τον Στρατό. Η πρώτη µου γυναίκα δεν υπάρχει. Νόμιζα τότε πως ήρθε η συντέλεια του κόσμου. Παρ’ όλο που είχα μαζί της έναν γιο, τον Γιώργο µου.

Δεν σ’ το κρύβω, είχα την έντονη επιθυμία να τελειώσω. Αλλά µε φώναξε ένας παππούς και µου είπε: «Τι είναι αυτά που λες, ρε; Αυτό γιατί το έφερες στον κόσμο;». Και µου έδειξε τον μικρό.

Η ζωή συνεχίστηκε και ευτύχησα πράγματι να αποκτήσω μία εξαιρετική οικογένεια. Η ζωή συνεχίζεται κι εγώ με τη γυναίκα µου και τα παιδιά µου είµαστε ευτυχισµένοι. Αλλά δεν θέλω να µιλάω για εκείνα…» εξομολογήθηκε ενώ η κόρη του Γιάννα του λέει: «Πρέπει να μιλάς, ρε πατέρα, για εκείνα. Δεν ήταν μόνο η γυναίκα σου, ήταν η μάνα του παιδιού σου».

– Έφτασες σε µία ηλικία που έχεις χορτάσει τα πάντα. Τι δεν έχεις χορτάσει στη ζωή σου;

«Θα ήμουνα αχάριστος αν έλεγα ότι η ζωή µε αδίκησε. Έχω εισπράξει τόση αγάπη από τον κόσµο, που θα ήταν αχαριστία. Αλλά βέβαια το στήριγμα είναι η οικογένεια».

Πηγή Πασχάλης Τερζής, ένας δυνατός μόνος μπαμπάς: Χήρεψε νέος με ένα μικρό παιδί και ξαναπαντρεύτηκε


Χριστούγεννα 1982. Την παραμονή έριχνε χιόνι αποβραδίς. Πυκνό χιόνι σε όλη την Αθήνα. Έξω, τα γνωστά. Κόσμος πάει κι έρχεται για το ρεβεγιόν, σπίτια φωταγωγημένα σαν φορτηγά της Λαχώρης, χαρούμενη διάθεση στο όριο της ευφορίας. Είχαμε ΠΑΣΟΚ, βλέπετε, και…
η Αλλαγή βημάτιζε αργά αλλά σταθερά προς το πεπρωμένο της…

Εκείνος ήταν μόνος, σ΄ένα δυάρι στου Ζωγράφου. Οι συγκάτοικοι είχαν φύγει για τα χωριά τους, ο αδελφός του ήταν φαντάρος, η φιλεναδίτσα του θα έκανε ρεβεγιόν με τους δικούς της και για να πάει στο πατρικό του, στο χωριό, ούτε σκέψη. Εδώ δεν είχε χρήματα ούτε για τσιγάρα.

Δεν είχε πεί τίποτε στους συγκάτοικους για δανεικά. Ούτε στη φίλη του. Τον είχε κυριεύσει μια παράξενη διάθεση αυτοτιμωρητικής απομόνωσης, χωρίς να ξέρει γιατί.

Επεφτε η νύχτα κι άρχισε να πεινάει. Αλλά το ψυγείο ήταν άδειο. Εψαξε τα ντουλάπια για καμιά κονσέρβα. Τίποτε… Ηπιε νερό, έφτιαξε καφέ-ήταν ο τέταρτος απο το πρωί- κι άναψε την τηλεόραση. Είδε λίγο κάτι πανηγυριώτικα, αλλά βαρέθηκε. Την έκλεισε, έσβησε τα φώτα και ξάπλωσε στο κρεβάτι κι έμεινε εκεί για ώρες με τα μάτια ανοιχτά.

Είχε πάει τρείς και κάτι. Σηκώθηκε, έριξε νερό στο πρόσωπό του κι άρχισε να ντύνεται. Θα έβγαινε, χωρίς να ξέρει που θα πάει… Βγήκε στο δρόμο κι άρχισε να κατηφορίζει την κεντρική Λεωφόρο του Ζωγράφου, βουλιάζοντας στο χιόνι που είχε καλύψει τα πάντα.

Κόσμος πολύς για τέτοια ώρα. Παρέες που γυρνούσαν από το ρεβεγιόν κι έπαιζαν χιονοπόλεμο, ζευγαράκια χαρούμενα, αυτοκίνητα που είχαν αράξει στην άκρη του δρόμου γιατί δεν είχαν αλυσίδες. Αλλά δεν τα ένοιαζε. Είχαν αναμμένα τα αλάρμ κι έμοιαζαν σαν γιορτινά στολίδια μιάς ιδιότυπης γιορτής του δρόμου.

Εκείνος με δυσκολία συγκρατούσε έναν λυγμό που ανέβαινε στο στήθος του. Ενιωθε ξένος σ΄αυτό το πανηγύρι της χαράς. Πεινασμένος, άφραγκος και μόνος.

Σκέφτηκε να γυρίσει σπίτι και ν΄ανοίξει κάνα βιβλίο, απ΄αυτά που λένε οι γραμματιζούμενοι ότι γιατρεύουν τις πληγές και τον πόνο των ανθρώπων, αλλά υπαναχώρησε. Αγαπούσε τα βιβλία. Μα δεν τα έβλεπε σαν φάρμακο. Λίπασμα ήταν γι αυτόν τα βιβλία, οπωροφόρα δέντρα και ήσυχα ποτάμια, αλλά όχι ίαμα…

Και τότε, εκεί, στο τέλος της Λεωφόρου του ήρθε μια ιδέα και φωτίστηκε ο μέσα κόσμος. Θα πήγαινε σ΄ένα μπάρ! Σ’ ένα φαρμακείο νυκτός, όπως τα έλεγε τα μπάρ, από τότε που ανακάλυψε το περίφημο Dada, στα Εξάρχεια .

Λίγες φορές είχε πάει, αλλά του άρεσε. Κάθε βράδυ γεμάτο από καλλιτέχνες, συγγραφείς, δημοσιογράφους και παρέες της γειτονιάς. «Ωραία ιδέα», είπε μέσα του και τάχυνε το βήμα.

Ούτε κατάλαβε πότε έφτασε. Εσιαξε λίγο τα μαλλιά του, σκούπισε προσεκτικά τα παπούτσια και μπήκε. Κάπως αμήχανος είναι η αλήθεια, γιατί δεν ήξερε κανέναν προσωπικά από τις συνήθεις θαμώνες. Τους έβλεπε τόσο καιρό, λέγανε ένα γειά με το βλέμμα, αλλά δεν είχαν συστηθεί ποτέ.

«Εεεεε, χρόνια πολλά, καλώστον»! Ετσι τον υποδέχτηκαν. Λές και τον ήξεραν χρόνια. Λές και ήταν της παρέας. «Πάρε κρασί, ουίσκι, ο,τι θές… Εχει και φαί και μελομακάρονα, κόπιασε».

Ηταν ο Τσαπέκος, ηθοποιός και ιδιοκτήτης τoυ Dada. «Χρόνια πολλά», ψέλλισε εκείνος. Και μέχρι να βγάλει την καπαρντίνα του, άκουσε έναν γνωστό συγγραφέα να λέει στον μπάρμαν. «Βάλε μια βότκα τόνικ για το παιδί. Ναι, βότκα τόνικ πίνει».

Προτού προλάβει να συνέλθει από την έκπληξη ο δικός μας τον χαιρετάει ο συγγραφέας και του συστήνεται. «Γειά σου. Γιώργος. Τ’ ονομά σου;»… Ηταν ο Γιώργος Σκούρτης. Κι από τότε γίνανε φίλοι. Όπως και μ΄αυτούς που ήταν στην παρέα. Τον Μπάμπη τον Τσικληρόπουλο και τον Μήτσο τον Ευθυμιάδη.

Ηταν τόσο χαρούμενος ο δικός μας που ξέχασε και την πείνα και την ταλαιπωρία μέχρι να φτάσει στο μπάρ. Ένιωθε ένα με τους υπόλοιπους, μέλος μιας οικογένειας που γιορτάζει και ξεφαντώνει.

Αφού να φανταστείτε, αυτός που δεν είχε χορέψει στη ζωή του, έριξε ένα βαρύ ζεϊμπέκικο σιμά το πρωϊ, λές και το χόρευε χρόνια τις νύχτες στα μαγαζιά που συχνάζουν εκείνοι που ξέρουν τι πά να πεί ζεϊμπέκικο και το τιμούν όπως του πρέπει…

Είχε ανέβει αρκετά ο ήλιος όταν έφτασε στο σπίτι. Αλλά δεν ένιωθε ούτε κούραση ούτε πείνα κι ας μην είχε φάει τίποτε. Είχε χορτάσει την ζεστασιά της παρέας, εκείνη τη νύχτα που ξημέρωνε Χριστούγεννα και η πόλη έμοιαζε σαν επίγειο, χρωματιστό αστέρι τυλιγμένο στα λευκά…

Υ.Γ. Η ιστορία είναι πραγματική. Και αφιερώνεται στη μνήμη του αείμνηστου φίλου Γιώργου Σκούρτη.

Γιάννης Τριάντης

Πηγή Μια Χριστουγεννιάτικη ιστορία…

Μια υπέροχη Χριστουγεννιάτικη Ιστορία – Ένα Δέντρο, Μία Φορά
Το δέντρο

Σ’ ένα άχαρο πεζοδρόμιο μιας πολύβουης πολιτείας ήταν κάποτε ένα άσχημο παραμελημένο δέντρο. Κανείς δεν το πρόσεχε. Κανείς δεν το φρόντιζε. Κανείς δεν του έδινε την παραμικρή σημασία. Τα φύλλα του είχαν μαραζώσει, είχαν πέσει από καιρό κι είχε απομείνει γυμνό, σκονισμένο και καχεκτικό.

Ποτέ δεν είχε γνωρίσει του δάσους τη δροσιά. Δεν είχαν κελαηδήσει ποτέ στα φύλλα του πουλιά, με δυσκολία να το άγγιζε πού και πού κάποια πονετική ηλιαχτίδα που γλιστρούσε στα κρυφά ανάμεσα στις μουντές και άχαρες πολυκατοικίες που το περιστοίχιζαν.

Οι περαστικοί διάβαιναν δίπλα του με αδιαφορία, βλοσυροί και βιαστικοί, χωρίς να του δίνουν καθόλου σημασία, μερικοί μάλιστα πετούσαν αποτσίγαρα, φλούδια από κάστανα και λερωμένα χαρτομάντηλα κι άλλοι φτύνανε στο χωμάτινο τετραγωνάκι γύρω από τη ρίζα του.
Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, κατάλαβε από κάτι μηχανικούς με σκούρες καμπαρντίνες και κρεμαστά μουστάκια, που έσκυβαν και μουρμούριζαν κι όλο μετρούσαν σκυθρωποί, ότι θα πλάταιναν το δρόμο πλάι του. Κι αν συνέβαινε αυτό, τι τύχη το περίμενε; Θα το πελέκιζαν, θα το ξερίζωναν; Θα το πετούσαν μήπως στα σκουπίδια;

Εκείνο το χριστουγεννιάτικο δειλινό το δέντρο αισθανόταν πιο παραμελημένο, πιο παραπονεμένο από ποτέ. Στα ολόφωτα παράθυρα γύρω του διέκρινε ανάμεσα από τις κουρτίνες χριστουγεννιάτικα έλατα, που χαρωπά παιδιά τα στόλιζαν με κόκκινα κεριά, καμπανούλες, αγγελούδια, ασημένια πέταλα και γιορτινές γιρλάντες και ζήλευε. Ζήλευε πολύ. Πόσο θα ήθελε να είναι έτσι κι αυτό. Χριστουγεννιάτικο έλατο στη θαλπωρή ενός σπιτιού. Να το φροντίζουν, να το στολίζουν, να το καμαρώνουν…

Το παιδί

Ήταν κι ένα παιδί. Τις μέρες έκανε δουλειές του ποδαριού. Τα βράδια κοιμόταν στο πάτωμα ενός κρύου πλυσταριού στην αυλή ενός εγκαταλελειμμένου κτιρίου με ετοιμόρροπα μπαλκόνια. Κανείς δεν το πρόσεχε. Κανείς δεν το φρόντιζε. Κανείς δεν του έδινε την παραμικρή σημασία. Τα μάγουλά του είχαν χλωμιάσει, τα χέρια του είχαν ροζιάσει, τα μάτια του είχαν γεμίσει θλίψη. Ποτέ δεν είχε γνωρίσει τη ζεστασιά μιας αγκαλιάς, τη θαλπωρή ενός αληθινού σπιτιού.

Εκείνο το κρύο χριστουγεννιάτικο βράδυ το αγόρι αισθανόταν πιο παραμελημένο, πιο παραπονεμένο από ποτέ, γιατί είχε μάθει ότι μετά τις γιορτές θα κατεδάφιζαν το μιζεροκτίριο με το πλυσταριό και δεν θα ‘χε πού να μείνει.

Τυλιγμένο στο τριμμένο του παλτό, κοιτούσε απ’ τα φωτισμένα παράθυρα τα λαμπερά σαλόνια με τα γκι και τα μπαλόνια, τις φρουτιέρες με τα ρόδια και τα χρυσωμένα κουκουνάρια, έβλεπε γελαστά αγόρια και κορίτσια να κρεμούν στα χριστουγεννιάτικα δέντρα πλουμίδια αστραφτερά και ζήλευε. Ζήλευε πολύ, πόσο θα ‘θελε να στόλιζε κι αυτό ένα έλατο σε κάποιου τζακιού το αντιφέγγισμα, με τα δώρα υποσχέσεις μαγικές ολόγυρά του…

Πώς το ‘φερε η τύχη έτσι κι εκείνο το χριστουγεννιάτικο βράδυ και συναντήθηκαν κάποια στιγμή το δέντρο εκείνο κι εκείνο το παιδί.

H συνάντηση

Εκείνο το δειλινό το παιδί γυρνούσε άσκοπα στους δρόμους της πολύβουης πολιτείας. Κάθε τόσο σταματούσε σε κάποια βιτρίνα. Κόλλαγε τη μύτη του στο τζάμι και κοιτούσε με μάτια εκστατικά όλα εκείνα τα λαχταριστά, σε μια βιτρίνα λόφοι από μελομακάρονα, κουραμπιέδες και πολύχρωμα τρενάκια φορτωμένα με σοκολατάκια, σε μια άλλη ζαχαρένιοι Αγιο-Βασίληδες με μύτες από κερασάκια και μια παραμυθένια πριγκίπισσα από πορσελάνη να κοιτάζει από το αψιδωτό παράθυρο ενός φιλντισένιου κάστρου και λίγο παρακάτω, σε μια άλλη βιτρίνα, μια ονειρεμένη τρόικα με έναν πρόσχαρο αμαξά, μολυβένια στρατιωτάκια με κόκκινες στολές καβάλα σε άλογα πιτσιλωτά να καλπάζουν στοιχισμένα στη σειρά και στο βάθος ένα οπάλινο παλάτι σε μια χιονισμένη στέπα.

Έτσι όπως περπατούσε με τα μάτια στραμμένα στις καταστόλιστες βιτρίνες, έπεσε άθελά του πάνω σ’ έναν περαστικό με καμηλό παλτό και γκρενά κασκόλ που γύριζε στο σπίτι του φορτωμένος με σακούλες και πακέτα που φύγανε από τα χέρια του, σκόρπισαν στο δρόμο εδώ και κεί. Το παιδί έχασε την ισορροπία του, γλίστρησε, το κεφάλι του χτύπησε με φόρα στο πεζοδρόμιο, ένιωσε μια σκοτοδίνη. Ο περαστικός του ‘βαλε οργισμένος τις φωνές, το κατσάδιασε για τα καλά.

Το αλητάκι σηκώθηκε, το ‘βαλε στα πόδια, κατηφόρισε παραπατώντας ένα σοκάκι με μια υπαίθρια αγορά, έστριψε ένα δυο στενά και βρέθηκε στο δρόμο με το παραμελημένο δέντρο. Σταμάτησε λαχανιασμένο να πάρει ανάσα, από τα φωτισμένα παράθυρα, τα χνωτισμένα, αχνοφαίνονταν τα γιορτινά σαλόνια με τα έλατα τα στολισμένα.

– Όμορφα δεν είναι; Ακούει τότε μια φωνή.
Ήταν το δέντρο του δρόμου.

– Πολύ. Αποκρίθηκε το παιδί, χωρίς να παραξενευτεί καθόλου που ένα δέντρο μιλούσε, του άρεσε να του μιλάει κάποιος χωρίς να το σπρώχνει, χωρίς να το κατσαδιάζει, χωρίς να το αποπαίρνει.

– Στόλισέ με! – ψιθύρισε το δέντρο – Στόλισέ με και εμένα έτσι!

– Μακάρι να μπορούσα! Πικρογέλασε το παιδί.

– Προσπάθησε, σε παρακαλώ. Ίσως αυτά, ξέρεις, να ‘ναι τα στερνά μου Χριστούγεννα, να μην δω άλλα.

– Γιατί το λες αυτό;

– Άκουσα ότι θα πλατύνουν το δρόμο, πελέκι ή ξεριζωμός με περιμένει, ένα από τα δύο… Δεν είμαι σίγουρο ακόμα.

Το παιδί σκέφτηκε ότι θα κατεδάφιζαν το ετοιμόρροπο κτίριο με το ξεχαρβαλωμένο πλυσταριό, το καταφύγιό του. Σε λίγο δεν θα ‘χε ούτε ‘κείνο πού να μείνει. Σε κάποιο χαρτόκουτο ίσως;

– Στόλισε με! Παρακάλεσε άλλη μια φορά το δέντρο. Το παιδί κοίταξε ολόγυρά του.

– Με τι; Απόρησε.

– Ό,τι να ‘ναι… κάτι θα βρεις εσύ!! Δεν μπορεί.

– Καλά… Αφού το θέλεις τόσο πολύ, κάτι θα βρω να σε στολίσω…

Συμφώνησε το παιδί κι άρχισε να ψάχνει.

Τα στολίδια

Εκείνη τη στιγμή, λες και κάτι ψυχανεμίστηκε ο ουρανός,έπιασε να χιονίζει, το χιόνι έπεφτε πυκνό… Χάδι απαλό σκέπαζε ανάλαφρα με πάλλευκες νιφάδες στα ολόγυμνα κλωνιά του παραμελημένου δέντρου. Πήρε τότε το μάτι του παιδιού κάτι να αστράφτει λίγο παραπέρα. Μια παρέα πλουσιόπαιδα, που είχαν περάσει από το δρόμο λίγο νωρίτερα, είχαν πετάξει χρωματιστά χρυσόχαρτα από τις καραμέλες που έτρωγαν με λαιμαργία τη μια μετά την άλλη. Το αγόρι μάζεψε ένα ένα τα πεταμένα χρυσόχαρτα, τα μάλαξε με τα δάχτυλά του και έπλασε αστραφτερές πράσινες μπλε και βυσσινόχρωμες μπαλίτσες, μετά ξήλωσε τα κουμπιά του φθαρμένου παλτού και με τις κλωστές κρέμασε τις φανταχτερές μπαλίτσες στα χιονοσκέπαστα κλωνιά του δέντρου.

– Ευχαριστώ! Είπε το δέντρο, ανατριχιάζοντας απ’ τη χαρά του.

– Με τι άλλο άραγε να το στολίσω; Μονολόγησε το παιδί.

Λες κι είχε ακούσει τα λόγια του, μια νοικοκυρά τρεις δρόμους παρακάτω άδειασε με φόρα απ’ το παράθυρο μιας κουζίνας μια λεκάνη με σαπουνάδα σε μια πλακόστρωτη αυλή. Ο άνεμος πήρε ένα πανάλαφρο σύννεφο από σαπουνόφουσκες και τις ταξίδεψε παιχνιδίζοντας μαζί τους, το αγόρι τις είδε να πλησιάζουν στραφταλίζοντας στο φεγγαρόφωτο, τις κοίταξε με τέτοια λαχτάρα που εκείνες, λες και κατάλαβαν την επιθυμία του, άφησαν τον άνεμο να τις φέρει ένα – δυο γύρους και να τις κρεμάσει στα κλωνιά του δέντρου.

– Όσο πάω κι ομορφαίνω! Καμάρωσε το δέντρο.

– Σίγουρα ομορφαίνεις! Συμφώνησε το αγόρι σφίγγοντας γύρω του το παλτό γιατί έκανε πολύ, πάρα πολύ κρύο…

– Κοίτα! Έρχονται!

Ένα φωτεινό σύννεφο πλησίαζε τρεμοπαίζοντας στο σκοτάδι.

– Ελάτε! Τις κάλεσε με το βλέμμα το παιδί.

Και οι πυγολαμπίδες, λάμψεις αλλόκοσμες, τρεμοσβήνοντας ονειρικά, κάθισαν νεραϊδένιες γιρλάντες στα κλωνιά του δέντρου.

Το κρύο γινόταν όσο πήγαινε πιο τσουχτερό. Το χιόνι έπεφτε ολοένα πιο πυκνό. Το αγόρι σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό και τότε το είδε! Είδε το πεφταστέρι κι εκείνο, λες και συνάντησε το βλέμμα του, διέγραψε στο σκοτάδι μια φαντασμαγορική χρυσαφένια τροχιά και ακούμπησε απαλά στην κορφή του δέντρου.

Και ήταν τώρα πράγματι όμορφο το δέντρο λουσμένο στο φεγγαρόφωτο με τα χρυσαφένια μπαλάκια να στραφταλίζουν, τις σαπουνόφουσκες να σιγοτρέμουν, τις πυγολαμπίδες να αναβοσβήνουν κέντημα δαντελένιο στα χιονισμένα του κλωνιά και το πεφταστέρι ν’ ανασαίνει χρυσαφένιο φως στην κορφή του.

– M’ έκανες τόσο, μα τόσο όμορφο – είπε το δέντρο στο παιδί – Σ’ ευχαριστώ πολύ. Σ’ ευχαριστώ αληθινά… Πόσο θα ‘θελα να μπορούσα να σου χάριζα κι εγώ ένα δώρο…

– Μπορείς! Αποκρίθηκε το παιδί χουχουλίζοντας τα χέρια – Άσε με, σε παρακαλώ, να καθίσω στη ρίζα σου για λίγο. Νιώθω τόσο, μα τόσο κουρασμένο, πονάω… και δεν έχω πού να πάω…

– Αμέ! Έλα, κάθισε. Κάθισε στη ρίζα μου όσο θέλεις. Είπε το δέντρο.

– Και να δεις… Θα κάνω εγώ μια ευχή για σένα.

Το παιδί σήκωσε το γιακά, τυλίχτηκε στο παλιό του πανωφόρι, κάθισε στο χιονοσκέπαστο πεζοδρόμιο, αγκάλιασε το κορμί του δέντρου και σφίχτηκε όσο μπορούσε πιο κοντά του.

Το ταξίδι

Το χιόνι έπεφτε γύρω του. Πάνω του πυκνό. Όλο του το σώμα έτρεμε, τα χέρια του είχαν μουδιάσει, τα δόντια του χτυπούσαν. Έκλεισε τα μάτια για να τα προστατέψει από τις ριπές του χιονιού, όταν ξαφνικά – τι παράξενο – άκουσε εκείνον τον ήχο… Τον ήχο τον χαρμόσυνο! Κουδουνάκια τρόικας! Ένα μαστίγιο ακούστηκε να κροταλίζει, άλογα να καλπάζουν ρυθμικά.

Άνοιξε τα μάτια. Απίστευτο! Στα μελανιασμένα χείλη του άνθισε ένα χαμόγελο. Από βάθος του δρόμου, θαμπά στην αρχή, αλλά όλο και πιο ξεκάθαρα, την είδε. Είδε την παραμυθένια τρόικα με τα ασημένια κουδουνάκια να πλησιάζει φορτωμένη δώρα διαλεχτά. Την οδηγούσε ένας ροδομάγουλος αμαξάς με γούνινο σκούφο, κόκκινη μύτη και πυκνή κυματιστή γενειάδα. Πίσω από την τρόικα κάλπαζαν στρατιώτες με πορφυρές στολές, καβάλα σε περήφανα άλογα στολισμένα με χρυσαφένιες φούντες…

Παραξενεύτηκε το παιδί. Πώς βρέθηκε εδώ αυτή η τρόικα φορτωμένη τόσα δώρα; Και οι καβαλάρηδες; Κάπου τους ήξερε. Κάπου τους είχε ξαναδεί!

H τρόικα σταμάτησε μπροστά του, τα άλογα χρεμέτισαν, ο αμαξάς χαμογέλασε, από το παράθυρο της άμαξας πρόβαλε το πρόσωπο της πριγκιποπούλας.

– Τι όμορφο δέντρο! – Χαμογέλασε – Ποιος να το στόλισε άραγε;

– Εγώ! Αποκρίθηκε το παιδί.

– Αλήθεια;

– Ναι.

– Έλα μαζί μου τότε. Έλα να στολίσεις έτσι όμορφα και το έλατο του βασιλιά, να ζήσεις στο παλάτι μας παντοτινά.

– Δεν πάω πουθενά χωρίς το δέντρο μου! Απάντησε το αγόρι.

H πριγκιποπούλα έδωσε τότε εντολή και οι στρατιώτες του βασιλιά έσκαψαν βαθιά, πήρανε το δέντρο μαζί με τις ρίζες του και το φύτεψαν σε μια πορσελάνινη γλάστρα, μετά το φόρτωσαν στην τρόικα.
Γελώντας πρόσχαρα, ο αμαξάς άπλωσε το χέρι του, βοήθησε το παιδί να ανέβει στην άμαξα να κάτσει πλάι του, τα άλογα στράφηκαν, τον κοίταξαν με τα μεγάλα τους μάτια και ρουθούνισαν ανυπόμονα.

Όλα τα κτίρια, όλα τα φανάρια, όλες οι βιτρίνες, τα πάντα, είχαν τώρα εξαφανιστεί. Μπροστά τους ανοιγόταν μια απέραντη στέπα κι εκεί στο βάθος μέσα από τα διάφανα πέπλα του χιονιού αχνοφαίνονταν μαγευτικοί οι μεγαλόπρεποι τρούλοι κι οι αψιδωτές πύλες του οπάλινου παλατιού!

Ο ροδομάγουλος αμαξάς τράβηξε τα γκέμια. Κροτάλισε το μαστίγιο, τα άλογα χύθηκαν χλιμιντρίζοντας μπροστά, καλπάζοντας όλο και πιο γοργά… λες κι είχανε φτερά… Σε λίγο η τρόικα κι η ακολουθία της είχαν χαθεί στο βάθος της χιονισμένης στέπας.

Το χιόνι που συνέχισε ολοένα πιο πυκνό το σιωπηλό χορό του έσβησε σχεδόν αμέσως τα ίχνη από τις ρόδες και τα πέταλα των αλόγων..

Λένε οι παλιοί…

Λένε οι παλιοί ότι το πεζοδρόμιο εκείνο ήταν κάποτε κάπως πιο φαρδύ, ότι φύτρωνε κάποτε κάποιο δέντρο εκεί.

Διηγούνται επίσης οι παλιοί ότι ένα χριστουγεννιάτικο πρωί βρήκαν στη ρίζα του δέντρου ξεπαγιασμένο ένα παιδί σκεπασμένο από το χιόνι, τυλιγμένο σ’ ένα τριμμένο παλτό χωρίς κουμπιά, με ένα γαλήνιο χαμόγελο, ένα χαμόγελο ευτυχίας ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του.

Λένε ακόμα ότι από τότε κάθε παραμονή Χριστουγέννων, γύρω στα μεσάνυχτα, κάτι παράξενο συμβαίνει, κάτι που κανείς δεν μπορεί να το εξηγήσει. Ένα σμάρι πυγολαμπίδες τριγυρνούν επίμονα τρεμοσβήνοντας σε εκείνο το σημείο, λες και κάτι αναζητούν, λες και γυρεύουνε να θυμηθούνε κάτι, ότι ένας άνεμος αναπάντεχος φέρνει, ποιος ξέρει από πού, ανάλαφρες σαπουνόφουσκες και χρυσόχαρτα αστραφτερά, ενώ την ίδια στιγμή ένα υπέροχο πεφταστέρι διαγράφει στον ουρανό μια φαντασμαγορική τροχιά και πέφτει στο σημείο ακριβώς εκείνο.
Έτσι λένε…
Ποιος ξέρει;

[πηγή: Ευγένιος Τριβιζάς, «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία-Ένα δέντρο μια φορά», εφ. Τα Νέα, 24 Δεκεμβρίου 2003

Πηγή Το πιο συγκινητικό, ελληνικό χριστουγεννιάτικο παραμύθι το έχει γράψει ο Ευγένιος Τριβιζάς

Μια υπέροχη Χριστουγεννιάτικη Ιστορία – Ένα Δέντρο, Μία Φορά
Το δέντρο

Σ’ ένα άχαρο πεζοδρόμιο μιας πολύβουης πολιτείας ήταν κάποτε ένα άσχημο παραμελημένο δέντρο. Κανείς δεν το πρόσεχε. Κανείς δεν το φρόντιζε. Κανείς δεν του έδινε την παραμικρή σημασία. Τα φύλλα του είχαν μαραζώσει, είχαν πέσει από καιρό κι είχε απομείνει γυμνό, σκονισμένο και καχεκτικό.

Ποτέ δεν είχε γνωρίσει του δάσους τη δροσιά. Δεν είχαν κελαηδήσει ποτέ στα φύλλα του πουλιά, με δυσκολία να το άγγιζε πού και πού κάποια πονετική ηλιαχτίδα που γλιστρούσε στα κρυφά ανάμεσα στις μουντές και άχαρες πολυκατοικίες που το περιστοίχιζαν.

Οι περαστικοί διάβαιναν δίπλα του με αδιαφορία, βλοσυροί και βιαστικοί, χωρίς να του δίνουν καθόλου σημασία, μερικοί μάλιστα πετούσαν αποτσίγαρα, φλούδια από κάστανα και λερωμένα χαρτομάντηλα κι άλλοι φτύνανε στο χωμάτινο τετραγωνάκι γύρω από τη ρίζα του.
Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, κατάλαβε από κάτι μηχανικούς με σκούρες καμπαρντίνες και κρεμαστά μουστάκια, που έσκυβαν και μουρμούριζαν κι όλο μετρούσαν σκυθρωποί, ότι θα πλάταιναν το δρόμο πλάι του. Κι αν συνέβαινε αυτό, τι τύχη το περίμενε; Θα το πελέκιζαν, θα το ξερίζωναν; Θα το πετούσαν μήπως στα σκουπίδια;

Εκείνο το χριστουγεννιάτικο δειλινό το δέντρο αισθανόταν πιο παραμελημένο, πιο παραπονεμένο από ποτέ. Στα ολόφωτα παράθυρα γύρω του διέκρινε ανάμεσα από τις κουρτίνες χριστουγεννιάτικα έλατα, που χαρωπά παιδιά τα στόλιζαν με κόκκινα κεριά, καμπανούλες, αγγελούδια, ασημένια πέταλα και γιορτινές γιρλάντες και ζήλευε. Ζήλευε πολύ. Πόσο θα ήθελε να είναι έτσι κι αυτό. Χριστουγεννιάτικο έλατο στη θαλπωρή ενός σπιτιού. Να το φροντίζουν, να το στολίζουν, να το καμαρώνουν…

Το παιδί

Ήταν κι ένα παιδί. Τις μέρες έκανε δουλειές του ποδαριού. Τα βράδια κοιμόταν στο πάτωμα ενός κρύου πλυσταριού στην αυλή ενός εγκαταλελειμμένου κτιρίου με ετοιμόρροπα μπαλκόνια. Κανείς δεν το πρόσεχε. Κανείς δεν το φρόντιζε. Κανείς δεν του έδινε την παραμικρή σημασία. Τα μάγουλά του είχαν χλωμιάσει, τα χέρια του είχαν ροζιάσει, τα μάτια του είχαν γεμίσει θλίψη. Ποτέ δεν είχε γνωρίσει τη ζεστασιά μιας αγκαλιάς, τη θαλπωρή ενός αληθινού σπιτιού.

Εκείνο το κρύο χριστουγεννιάτικο βράδυ το αγόρι αισθανόταν πιο παραμελημένο, πιο παραπονεμένο από ποτέ, γιατί είχε μάθει ότι μετά τις γιορτές θα κατεδάφιζαν το μιζεροκτίριο με το πλυσταριό και δεν θα ‘χε πού να μείνει.

Τυλιγμένο στο τριμμένο του παλτό, κοιτούσε απ’ τα φωτισμένα παράθυρα τα λαμπερά σαλόνια με τα γκι και τα μπαλόνια, τις φρουτιέρες με τα ρόδια και τα χρυσωμένα κουκουνάρια, έβλεπε γελαστά αγόρια και κορίτσια να κρεμούν στα χριστουγεννιάτικα δέντρα πλουμίδια αστραφτερά και ζήλευε. Ζήλευε πολύ, πόσο θα ‘θελε να στόλιζε κι αυτό ένα έλατο σε κάποιου τζακιού το αντιφέγγισμα, με τα δώρα υποσχέσεις μαγικές ολόγυρά του…

Πώς το ‘φερε η τύχη έτσι κι εκείνο το χριστουγεννιάτικο βράδυ και συναντήθηκαν κάποια στιγμή το δέντρο εκείνο κι εκείνο το παιδί.

H συνάντηση

Εκείνο το δειλινό το παιδί γυρνούσε άσκοπα στους δρόμους της πολύβουης πολιτείας. Κάθε τόσο σταματούσε σε κάποια βιτρίνα. Κόλλαγε τη μύτη του στο τζάμι και κοιτούσε με μάτια εκστατικά όλα εκείνα τα λαχταριστά, σε μια βιτρίνα λόφοι από μελομακάρονα, κουραμπιέδες και πολύχρωμα τρενάκια φορτωμένα με σοκολατάκια, σε μια άλλη ζαχαρένιοι Αγιο-Βασίληδες με μύτες από κερασάκια και μια παραμυθένια πριγκίπισσα από πορσελάνη να κοιτάζει από το αψιδωτό παράθυρο ενός φιλντισένιου κάστρου και λίγο παρακάτω, σε μια άλλη βιτρίνα, μια ονειρεμένη τρόικα με έναν πρόσχαρο αμαξά, μολυβένια στρατιωτάκια με κόκκινες στολές καβάλα σε άλογα πιτσιλωτά να καλπάζουν στοιχισμένα στη σειρά και στο βάθος ένα οπάλινο παλάτι σε μια χιονισμένη στέπα.

Έτσι όπως περπατούσε με τα μάτια στραμμένα στις καταστόλιστες βιτρίνες, έπεσε άθελά του πάνω σ’ έναν περαστικό με καμηλό παλτό και γκρενά κασκόλ που γύριζε στο σπίτι του φορτωμένος με σακούλες και πακέτα που φύγανε από τα χέρια του, σκόρπισαν στο δρόμο εδώ και κεί. Το παιδί έχασε την ισορροπία του, γλίστρησε, το κεφάλι του χτύπησε με φόρα στο πεζοδρόμιο, ένιωσε μια σκοτοδίνη. Ο περαστικός του ‘βαλε οργισμένος τις φωνές, το κατσάδιασε για τα καλά.

Το αλητάκι σηκώθηκε, το ‘βαλε στα πόδια, κατηφόρισε παραπατώντας ένα σοκάκι με μια υπαίθρια αγορά, έστριψε ένα δυο στενά και βρέθηκε στο δρόμο με το παραμελημένο δέντρο. Σταμάτησε λαχανιασμένο να πάρει ανάσα, από τα φωτισμένα παράθυρα, τα χνωτισμένα, αχνοφαίνονταν τα γιορτινά σαλόνια με τα έλατα τα στολισμένα.

– Όμορφα δεν είναι; Ακούει τότε μια φωνή.
Ήταν το δέντρο του δρόμου.

– Πολύ. Αποκρίθηκε το παιδί, χωρίς να παραξενευτεί καθόλου που ένα δέντρο μιλούσε, του άρεσε να του μιλάει κάποιος χωρίς να το σπρώχνει, χωρίς να το κατσαδιάζει, χωρίς να το αποπαίρνει.

– Στόλισέ με! – ψιθύρισε το δέντρο – Στόλισέ με και εμένα έτσι!

– Μακάρι να μπορούσα! Πικρογέλασε το παιδί.

– Προσπάθησε, σε παρακαλώ. Ίσως αυτά, ξέρεις, να ‘ναι τα στερνά μου Χριστούγεννα, να μην δω άλλα.

– Γιατί το λες αυτό;

– Άκουσα ότι θα πλατύνουν το δρόμο, πελέκι ή ξεριζωμός με περιμένει, ένα από τα δύο… Δεν είμαι σίγουρο ακόμα.

Το παιδί σκέφτηκε ότι θα κατεδάφιζαν το ετοιμόρροπο κτίριο με το ξεχαρβαλωμένο πλυσταριό, το καταφύγιό του. Σε λίγο δεν θα ‘χε ούτε ‘κείνο πού να μείνει. Σε κάποιο χαρτόκουτο ίσως;

– Στόλισε με! Παρακάλεσε άλλη μια φορά το δέντρο. Το παιδί κοίταξε ολόγυρά του.

– Με τι; Απόρησε.

– Ό,τι να ‘ναι… κάτι θα βρεις εσύ!! Δεν μπορεί.

– Καλά… Αφού το θέλεις τόσο πολύ, κάτι θα βρω να σε στολίσω…

Συμφώνησε το παιδί κι άρχισε να ψάχνει.

Τα στολίδια

Εκείνη τη στιγμή, λες και κάτι ψυχανεμίστηκε ο ουρανός,έπιασε να χιονίζει, το χιόνι έπεφτε πυκνό… Χάδι απαλό σκέπαζε ανάλαφρα με πάλλευκες νιφάδες στα ολόγυμνα κλωνιά του παραμελημένου δέντρου. Πήρε τότε το μάτι του παιδιού κάτι να αστράφτει λίγο παραπέρα. Μια παρέα πλουσιόπαιδα, που είχαν περάσει από το δρόμο λίγο νωρίτερα, είχαν πετάξει χρωματιστά χρυσόχαρτα από τις καραμέλες που έτρωγαν με λαιμαργία τη μια μετά την άλλη. Το αγόρι μάζεψε ένα ένα τα πεταμένα χρυσόχαρτα, τα μάλαξε με τα δάχτυλά του και έπλασε αστραφτερές πράσινες μπλε και βυσσινόχρωμες μπαλίτσες, μετά ξήλωσε τα κουμπιά του φθαρμένου παλτού και με τις κλωστές κρέμασε τις φανταχτερές μπαλίτσες στα χιονοσκέπαστα κλωνιά του δέντρου.

– Ευχαριστώ! Είπε το δέντρο, ανατριχιάζοντας απ’ τη χαρά του.

– Με τι άλλο άραγε να το στολίσω; Μονολόγησε το παιδί.

Λες κι είχε ακούσει τα λόγια του, μια νοικοκυρά τρεις δρόμους παρακάτω άδειασε με φόρα απ’ το παράθυρο μιας κουζίνας μια λεκάνη με σαπουνάδα σε μια πλακόστρωτη αυλή. Ο άνεμος πήρε ένα πανάλαφρο σύννεφο από σαπουνόφουσκες και τις ταξίδεψε παιχνιδίζοντας μαζί τους, το αγόρι τις είδε να πλησιάζουν στραφταλίζοντας στο φεγγαρόφωτο, τις κοίταξε με τέτοια λαχτάρα που εκείνες, λες και κατάλαβαν την επιθυμία του, άφησαν τον άνεμο να τις φέρει ένα – δυο γύρους και να τις κρεμάσει στα κλωνιά του δέντρου.

– Όσο πάω κι ομορφαίνω! Καμάρωσε το δέντρο.

– Σίγουρα ομορφαίνεις! Συμφώνησε το αγόρι σφίγγοντας γύρω του το παλτό γιατί έκανε πολύ, πάρα πολύ κρύο…

– Κοίτα! Έρχονται!

Ένα φωτεινό σύννεφο πλησίαζε τρεμοπαίζοντας στο σκοτάδι.

– Ελάτε! Τις κάλεσε με το βλέμμα το παιδί.

Και οι πυγολαμπίδες, λάμψεις αλλόκοσμες, τρεμοσβήνοντας ονειρικά, κάθισαν νεραϊδένιες γιρλάντες στα κλωνιά του δέντρου.

Το κρύο γινόταν όσο πήγαινε πιο τσουχτερό. Το χιόνι έπεφτε ολοένα πιο πυκνό. Το αγόρι σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό και τότε το είδε! Είδε το πεφταστέρι κι εκείνο, λες και συνάντησε το βλέμμα του, διέγραψε στο σκοτάδι μια φαντασμαγορική χρυσαφένια τροχιά και ακούμπησε απαλά στην κορφή του δέντρου.

Και ήταν τώρα πράγματι όμορφο το δέντρο λουσμένο στο φεγγαρόφωτο με τα χρυσαφένια μπαλάκια να στραφταλίζουν, τις σαπουνόφουσκες να σιγοτρέμουν, τις πυγολαμπίδες να αναβοσβήνουν κέντημα δαντελένιο στα χιονισμένα του κλωνιά και το πεφταστέρι ν’ ανασαίνει χρυσαφένιο φως στην κορφή του.

– M’ έκανες τόσο, μα τόσο όμορφο – είπε το δέντρο στο παιδί – Σ’ ευχαριστώ πολύ. Σ’ ευχαριστώ αληθινά… Πόσο θα ‘θελα να μπορούσα να σου χάριζα κι εγώ ένα δώρο…

– Μπορείς! Αποκρίθηκε το παιδί χουχουλίζοντας τα χέρια – Άσε με, σε παρακαλώ, να καθίσω στη ρίζα σου για λίγο. Νιώθω τόσο, μα τόσο κουρασμένο, πονάω… και δεν έχω πού να πάω…

– Αμέ! Έλα, κάθισε. Κάθισε στη ρίζα μου όσο θέλεις. Είπε το δέντρο.

– Και να δεις… Θα κάνω εγώ μια ευχή για σένα.

Το παιδί σήκωσε το γιακά, τυλίχτηκε στο παλιό του πανωφόρι, κάθισε στο χιονοσκέπαστο πεζοδρόμιο, αγκάλιασε το κορμί του δέντρου και σφίχτηκε όσο μπορούσε πιο κοντά του.

Το ταξίδι

Το χιόνι έπεφτε γύρω του. Πάνω του πυκνό. Όλο του το σώμα έτρεμε, τα χέρια του είχαν μουδιάσει, τα δόντια του χτυπούσαν. Έκλεισε τα μάτια για να τα προστατέψει από τις ριπές του χιονιού, όταν ξαφνικά – τι παράξενο – άκουσε εκείνον τον ήχο… Τον ήχο τον χαρμόσυνο! Κουδουνάκια τρόικας! Ένα μαστίγιο ακούστηκε να κροταλίζει, άλογα να καλπάζουν ρυθμικά.

Άνοιξε τα μάτια. Απίστευτο! Στα μελανιασμένα χείλη του άνθισε ένα χαμόγελο. Από βάθος του δρόμου, θαμπά στην αρχή, αλλά όλο και πιο ξεκάθαρα, την είδε. Είδε την παραμυθένια τρόικα με τα ασημένια κουδουνάκια να πλησιάζει φορτωμένη δώρα διαλεχτά. Την οδηγούσε ένας ροδομάγουλος αμαξάς με γούνινο σκούφο, κόκκινη μύτη και πυκνή κυματιστή γενειάδα. Πίσω από την τρόικα κάλπαζαν στρατιώτες με πορφυρές στολές, καβάλα σε περήφανα άλογα στολισμένα με χρυσαφένιες φούντες…

Παραξενεύτηκε το παιδί. Πώς βρέθηκε εδώ αυτή η τρόικα φορτωμένη τόσα δώρα; Και οι καβαλάρηδες; Κάπου τους ήξερε. Κάπου τους είχε ξαναδεί!

H τρόικα σταμάτησε μπροστά του, τα άλογα χρεμέτισαν, ο αμαξάς χαμογέλασε, από το παράθυρο της άμαξας πρόβαλε το πρόσωπο της πριγκιποπούλας.

– Τι όμορφο δέντρο! – Χαμογέλασε – Ποιος να το στόλισε άραγε;

– Εγώ! Αποκρίθηκε το παιδί.

– Αλήθεια;

– Ναι.

– Έλα μαζί μου τότε. Έλα να στολίσεις έτσι όμορφα και το έλατο του βασιλιά, να ζήσεις στο παλάτι μας παντοτινά.

– Δεν πάω πουθενά χωρίς το δέντρο μου! Απάντησε το αγόρι.

H πριγκιποπούλα έδωσε τότε εντολή και οι στρατιώτες του βασιλιά έσκαψαν βαθιά, πήρανε το δέντρο μαζί με τις ρίζες του και το φύτεψαν σε μια πορσελάνινη γλάστρα, μετά το φόρτωσαν στην τρόικα.
Γελώντας πρόσχαρα, ο αμαξάς άπλωσε το χέρι του, βοήθησε το παιδί να ανέβει στην άμαξα να κάτσει πλάι του, τα άλογα στράφηκαν, τον κοίταξαν με τα μεγάλα τους μάτια και ρουθούνισαν ανυπόμονα.

Όλα τα κτίρια, όλα τα φανάρια, όλες οι βιτρίνες, τα πάντα, είχαν τώρα εξαφανιστεί. Μπροστά τους ανοιγόταν μια απέραντη στέπα κι εκεί στο βάθος μέσα από τα διάφανα πέπλα του χιονιού αχνοφαίνονταν μαγευτικοί οι μεγαλόπρεποι τρούλοι κι οι αψιδωτές πύλες του οπάλινου παλατιού!

Ο ροδομάγουλος αμαξάς τράβηξε τα γκέμια. Κροτάλισε το μαστίγιο, τα άλογα χύθηκαν χλιμιντρίζοντας μπροστά, καλπάζοντας όλο και πιο γοργά… λες κι είχανε φτερά… Σε λίγο η τρόικα κι η ακολουθία της είχαν χαθεί στο βάθος της χιονισμένης στέπας.

Το χιόνι που συνέχισε ολοένα πιο πυκνό το σιωπηλό χορό του έσβησε σχεδόν αμέσως τα ίχνη από τις ρόδες και τα πέταλα των αλόγων..

Λένε οι παλιοί…

Λένε οι παλιοί ότι το πεζοδρόμιο εκείνο ήταν κάποτε κάπως πιο φαρδύ, ότι φύτρωνε κάποτε κάποιο δέντρο εκεί.

Διηγούνται επίσης οι παλιοί ότι ένα χριστουγεννιάτικο πρωί βρήκαν στη ρίζα του δέντρου ξεπαγιασμένο ένα παιδί σκεπασμένο από το χιόνι, τυλιγμένο σ’ ένα τριμμένο παλτό χωρίς κουμπιά, με ένα γαλήνιο χαμόγελο, ένα χαμόγελο ευτυχίας ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του.

Λένε ακόμα ότι από τότε κάθε παραμονή Χριστουγέννων, γύρω στα μεσάνυχτα, κάτι παράξενο συμβαίνει, κάτι που κανείς δεν μπορεί να το εξηγήσει. Ένα σμάρι πυγολαμπίδες τριγυρνούν επίμονα τρεμοσβήνοντας σε εκείνο το σημείο, λες και κάτι αναζητούν, λες και γυρεύουνε να θυμηθούνε κάτι, ότι ένας άνεμος αναπάντεχος φέρνει, ποιος ξέρει από πού, ανάλαφρες σαπουνόφουσκες και χρυσόχαρτα αστραφτερά, ενώ την ίδια στιγμή ένα υπέροχο πεφταστέρι διαγράφει στον ουρανό μια φαντασμαγορική τροχιά και πέφτει στο σημείο ακριβώς εκείνο.
Έτσι λένε…
Ποιος ξέρει;

[πηγή: Ευγένιος Τριβιζάς, «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία-Ένα δέντρο μια φορά», εφ. Τα Νέα, 24 Δεκεμβρίου 2003

Πηγή Το πιο συγκινητικό, ελληνικό χριστουγεννιάτικο παραμύθι το έχει γράψει ο Ευγένιος Τριβιζάς

Όλοι εμείς στο Autoblog.gr σου στέλνουμε τις θερμότερες ευχές για υγεία και ευτυχία, σε εσένα και τα αγαπημένα σου πρόσωπα. Όπως κάθε χρόνο, έτσι και αυτά τα Χριστούγεννα θέλουμε να δείξεις σε όλους πως είσαι υπερήφανος αναγνώστης του Autoblog.gr. Άφησε το αυτοκίνητο στο σπίτι, αν σκοπεύεις να τα πιεις με τη παρέα σου, και να […]Πηγή Ευχές για Καλά Χριστούγεννα από το Autoblog.gr


«Πόσο χρόνο έχεις ακόμη με τους αγαπημένους σου;»: Η συγκινητική διαφήμιση που κάνει το γύρο του διαδικτύου

Ένα από τα πιο συγκινητικά βίντεο της χρονιάς μας έρχεται από την Ισπανία και έχει περισσότερες από 12 εκατομμύρια προβολές στο διαδίκτυο. Το διαφημιστικό πρακτορείο Leo Burnett Madrid και το brand Ruavieja συνεργάστηκαν σε ένα άψογο διαφημιστικό εγχείρημα με τίτλο «Tenemos Que Vernos Más» ή αλλιώς «Πρέπει να βλέπουμε περισσότερο ο ένας τον άλλο».

Στη διαφήμιση, ένας άνδρας μιλά σε διάφορους ανθρώπους – σε δύο φίλους, μία μητέρα με το γιο της, δύο αδερφές – και τους ρωτά πόσο σημαντικοί είναι ο ένας για τον άλλο και πόσο συχνά βλέπονται μέσα στο χρόνο.

Στη συνέχεια, ο άνδρας χρησιμοποιεί έναν αλγόριθμο, ο οποίος λαμβάνοντας υπόψη τις απαντήσεις που έδωσαν οι συμμετέχοντες, την ηλικία και το μέσο προσδόκιμο ζωής, υπολογίζει πόσο ακόμη χρόνος τους απομένει για να τον περάσουν μαζί. Οι συμμετέχοντες, μην έχοντας πραγματικά συνειδητοποιήσει πόσο σπάνια συναντούν στην καθημερινότητα ο ένας τον άλλο, σοκάρονται και συγκινούνται• όπως και όσοι το παρακολουθούν.

Ο αλγόριθμος της καμπάνιας, αλλά και τα στατιστικά στοιχεία που εμφανίζονται κατά τη διάρκεια της διαφήμισης βασίζονται σε στοιχεία από το Εθνικό Ισπανικό Ινστιτούτο Στατιστικής, το Γραφείο Διαδραστικής Διαφήμισης, αλλά κι από άλλες μελέτες σχετικά με τη χρήση της τεχνολογίας.

Στόχος της διαφήμισης είναι να αποκαλύψει πόσο έχουμε απομακρυνθεί από τους αγαπημένους μας ανθρώπους, αλλά και πόσο πολύτιμες είναι οι προσωπικές μας αλληλεπιδράσεις σε έναν κόσμο που συνεχώς διακόπτεται από την τεράστια πια δύναμη της τεχνολογίας.

Η διαφήμιση κυκλοφόρησε τον περασμένο Νοέμβριο και έχει ήδη πάνω από 12 εκατομμύρια προβολές, αφού πλέον κάνει το γύρο του διαδικτύου. Το βίντεο είναι 4.5 λεπτών και αν και έχει ακόμα αγγλικούς υπότιτλους, αξίζει να τη δούμε και να αναρωτηθούμε για τις δικές μας διαπροσωπικές σχέσεις. Πόσο χρόνο έχουμε ακόμα με τους αγαπημένους μας;



https://youtu.be/kma1bPDR-rE?t=17



enallaktikidrasi.comΠηγή «Πόσο χρόνο έχεις ακόμη με τους αγαπημένους σου;»: Η συγκινητική διαφήμιση που κάνει το γύρο του διαδικτύου – Βίντεο


«Πόσο χρόνο έχεις ακόμη με τους αγαπημένους σου;»: Η συγκινητική διαφήμιση που κάνει το γύρο του διαδικτύου

Ένα από τα πιο συγκινητικά βίντεο της χρονιάς μας έρχεται από την Ισπανία και έχει περισσότερες από 12 εκατομμύρια προβολές στο διαδίκτυο. Το διαφημιστικό πρακτορείο Leo Burnett Madrid και το brand Ruavieja συνεργάστηκαν σε ένα άψογο διαφημιστικό εγχείρημα με τίτλο «Tenemos Que Vernos Más» ή αλλιώς «Πρέπει να βλέπουμε περισσότερο ο ένας τον άλλο».

Στη διαφήμιση, ένας άνδρας μιλά σε διάφορους ανθρώπους – σε δύο φίλους, μία μητέρα με το γιο της, δύο αδερφές – και τους ρωτά πόσο σημαντικοί είναι ο ένας για τον άλλο και πόσο συχνά βλέπονται μέσα στο χρόνο.

Στη συνέχεια, ο άνδρας χρησιμοποιεί έναν αλγόριθμο, ο οποίος λαμβάνοντας υπόψη τις απαντήσεις που έδωσαν οι συμμετέχοντες, την ηλικία και το μέσο προσδόκιμο ζωής, υπολογίζει πόσο ακόμη χρόνος τους απομένει για να τον περάσουν μαζί. Οι συμμετέχοντες, μην έχοντας πραγματικά συνειδητοποιήσει πόσο σπάνια συναντούν στην καθημερινότητα ο ένας τον άλλο, σοκάρονται και συγκινούνται• όπως και όσοι το παρακολουθούν.

Ο αλγόριθμος της καμπάνιας, αλλά και τα στατιστικά στοιχεία που εμφανίζονται κατά τη διάρκεια της διαφήμισης βασίζονται σε στοιχεία από το Εθνικό Ισπανικό Ινστιτούτο Στατιστικής, το Γραφείο Διαδραστικής Διαφήμισης, αλλά κι από άλλες μελέτες σχετικά με τη χρήση της τεχνολογίας.

Στόχος της διαφήμισης είναι να αποκαλύψει πόσο έχουμε απομακρυνθεί από τους αγαπημένους μας ανθρώπους, αλλά και πόσο πολύτιμες είναι οι προσωπικές μας αλληλεπιδράσεις σε έναν κόσμο που συνεχώς διακόπτεται από την τεράστια πια δύναμη της τεχνολογίας.

Η διαφήμιση κυκλοφόρησε τον περασμένο Νοέμβριο και έχει ήδη πάνω από 12 εκατομμύρια προβολές, αφού πλέον κάνει το γύρο του διαδικτύου. Το βίντεο είναι 4.5 λεπτών και αν και έχει ακόμα αγγλικούς υπότιτλους, αξίζει να τη δούμε και να αναρωτηθούμε για τις δικές μας διαπροσωπικές σχέσεις. Πόσο χρόνο έχουμε ακόμα με τους αγαπημένους μας;



https://youtu.be/kma1bPDR-rE?t=17



enallaktikidrasi.comΠηγή «Πόσο χρόνο έχεις ακόμη με τους αγαπημένους σου;»: Η συγκινητική διαφήμιση που κάνει το γύρο του διαδικτύου – Βίντεο

Όσα χρόνια και αν περάσουν θα γελάμε πάντα με αυτό το βίντεο…

Αν μεγάλωσες βλέποντας ΑΜΑΝ, τότε θα μας καταλάβεις. Αν πάλι όχι, πρέπει να δεις αυτό το βίντεο και να μάθεις για αυτήν την παρέα που μας έκανε να κλαίμε από τα γέλια.

Σήμερα λένε τα κάλαντα αλλά κανείς δεν τα έχει πει όπως οι ΑΜΑΝ. Όσα χρόνια και αν περάσουν θα γελάμε πάντα με αυτό το βίντεο…

Πηγή Τα καλύτερα κάλαντα ever από τους ΑΜΑΝ – BINTEO