13 December, 2018
Home / Διαφορα  / Περί Παιδείας Παρακαταθήκη Ιωάννου Καποδίστρια (Μέρος 2ον)

Περί Παιδείας Παρακαταθήκη Ιωάννου Καποδίστρια (Μέρος 2ον)



Περί Παιδείας Παρακαταθήκη Ιωάννου Καποδίστρια (Μέρος 2ον)
 
ΜΕΡΟΣ 2ον


Το ζήτημα τής αξιοσύνης, κατά το ως άνω θεμελιώδες άρθρο τών τριών Επαναστατικών Συνταγμάτων, ως τού μοναδικού κριτηρίου προσλήψεων στο Δημόσιο, συμπεριλαμβανομένου και τού τομέα τής δημόσιας Παιδείας, ήταν τότε και έκτοτε ένα κρίσιμο θέμα για μια πραγματικά ανεξάρτητη Ελλάδα: Ο Καποδίστριας θεωρούσε ότι τό Δημόσιο έπρεπε να στελεχώνεται από “νέους” στην ηλικία πολίτες, οι οποίοι θα επιλέγονται προς τούτο αξιοκρατικώς, βάσει τού κριτηρίου τής κατ’ αξίαν “ικανότητός” τους και μόνον—ότι δηλαδή ισχύει σήμερα στις αμερικανικές και άλλες πολυεθνικές εταιρείες που είναι οι σύγχρονοι επικυρίαρχοι τής Παγκόσμιας Οικονομίας—και όχι με κοινωνικά, πολιτικά, πελατειακά ή άλλα κριτήρια αδιαφάνειας και διαφθοράς. Μόνον με αυτόν τόν τρόπο θα καθίστατο δυνατόν να διασφαλισθεί ότι η Νεώτερη Ελλάδα θα ήταν “εμμελώς διοικουμένη” και άρα ισχυρή και ανεξάρτητη. Αυτός ο εθνικός στόχος (“Ελλάς εμμελώς διοικουμένη” από “νέους πολίτας ικανούς”) ήταν τότε και έκτοτε τόσο κεφαλαιώδης, ώστε ο Καποδίστριας ευλόγως θεωρούσε ότι προς αυτόν τόν στόχο “οφείλομεν να κατατείνωμεν πάντα τόν αγώνα”, όπως ρητώς και σαφώς διετύπωσε ως Κυβερνήτης τής χώρας σε επιστολή του προς τόν Ανδρέα Μουστοξύδη στις 14 Απριλίου 1828, επί λέξει ως εξής:




Ελλάς εμμελώς διοικουμένη δεν θέλει υπάρξη, πριν εύρωμεν μεταξύ τών ημετέρων νέων πολίτας ικανούς να αναλάβωσι τά τής δημοσίου υπηρεσίας. Τούτο δε ούπω ενέστηκε, διό και πρός τό καταντήσαι τάχιον εκείσε, οφείλομεν να κατατείνωμεν πάντα τόν αγώνα.




Σε αυτό τό πλαίσιο, ο Καποδίστριας, κατά τήν άσκηση τών κυβερνητικών του καθηκόντων, προσέδιδε εμπράκτωςτεράστια έμφαση στην Παιδεία, και μάλιστα τήν δωρεάν δημόσια Παιδεία, “κρούων πάσαν θύραν” προς τούτο, όπως συνοψίζει στη συνέχεια τής επιστολής του, ως εξής:




Διά τούτο και εγώ ετοιμάζω πολυάριθμον φυτευτήριον μαθητών διά τά σχολεία μας, συνάξας μέχρι τούδε ικανούς, και μέλλων να συνάξω και άλλους, άμα ευπορήσας δαπάνης πρός ιματισμόν, διατροφήν και διδασκαλίαν αυτών. Κρούω δε πάσαν θύραν ζητών αργύριον διά τήν τράπεζαν, και ίδε και εσύ αν δύνασαι να καταφέρης τινάς τών αυτόθι μεγαλοπλούτων μας να συνεισφέρωσιν. 




Ο Καποδίστριας δηλαδή προσέβλεπε σε μία αξιοκρατική και παράλληλα καθολική δωρεάν δημόσια εκπαίδευση, στην οποία θα είχαν πρόσβαση όλοι ανεξαιρέτως οι νέοι τής Ελλάδος, και διά τής οποίας θα επιβραβεύετο η αριστεία, ήτοι η ανάδειξη “τής εμφύτου κλίσεως και ικανότητος” τών χαρισματικών μαθητών και η επιβράβευση τής “φιλοτιμίας” (επιμέλειας) εκάστου. Προς τούτο, ο Καποδίστριας καθιέρωσε εξ αρχής τόν θεσμό τών προτύπων ή “πρωτοτύπων” σχολείων, στα οποία εγίνοντο δεκτοί οι πλέον διακεκριμένοι μαθητές με αξιοκρατικά και μόνον κριτήρια, κατόπιν εξετάσεών τους ενώπιον τής εκάστοτε ειδικής προς τούτο “συστηνομένης επιτροπής” επιφανών παιδαγωγών. Επί πλέον, ο Καποδίστριας είναι ο πρώτος παγκοσμίως πολιτικός ηγέτης που εφάρμοσε τόν ρηξικέλευθο θεσμό ειδικής “δωρεάς” (bonus ή πριμ θα λέγαμε σήμερα) από τήν Πολιτεία προς τούς διδασκάλους τών οποίων οι μαθητές εγίνοντο δεκτοί σε πρότυπα σχολεία. Επρόκειτο μάλιστα περί γενναιόδωρης “δωρεάς” εκ 300 γροσίων (ενάμισυ μισθό) ανά κάθε τέτοιο μαθητή, διότι ευλόγως ο Κυβερνήτης θεωρούσε ότι η αριστεία ενός μαθητή όσον αφορά στις σπουδές του είναι ταυτόχρονα αριστεία και τού διδασκάλου του όσον αφορά στο εκπαιδευτικό του έργο, όπως υποδηλούται στην Εγκύκλιό του “πρός τούς διδασκάλους τών εν Ελλάδι αλληλοδιδακτικών Σχολείων” στις 25 Απριλίου 1829, επί λέξει ως εξής:




Να μάς σημειώσης εκείνους τών μαθητών σου, όσοι έδωκαν αδιακόπως προφανή δείγματα τής εμφύτου κλίσεως και ικανότητός των εις τό επάγγελμα τού διδασκάλου τών αλληλοδιδακτικών σχολείων, καθότι έχομεν σκοπόν να τούς προσκαλέσωμεν διά να τελειοποιηθώσιν εις τό πρωτότυπον σχολείον, τό οποίον συσταίνομεν εις Αίγιναν.


     Άμα λαβόντες τήν σημείωσιν εκ μέρους όλων τών διδασκάλων τών ήδη καθεστώτων αλληλοδιδακτικών σχολείων, θέλομεν προσδιορίσει τόν αριθμόν τών εις τό πρωτότυπον σχολείον εισαχθησομένων. Αλλά προτού να γενούν παραδεκτοί, θέλουν εξετασθή από τήν επί τούτου συστηθησομένην επιτροπήν.


     Διά ν᾿ αποζημιώσωμεν δε κατά τό δίκαιον τούς διδασκάλους διά τά έξοδα, όσα μέχρι τούδε έκαμον, θέλοντες να διεγείρουν τών μαθητών τήν φιλοτιμίαν, προσφέρομεν εις αυτούς δωρεάν ανά 300 γρόσια δι᾿ έκαστον τών μαθητών όσοι μέλλουν να γενούν παραδεκτοί εις τό πρωτότυπον τούτο σχολείον.




Σημειωτέον ότι στο ως άνω πρότυπο σχολείο στην Αίγινα δίδασκε τότε ο διδάσκαλος τού Γένους Γεώργιος Γεννάδιος και ο επιφανής ελληνιστής αρχιμανδρίτης Νεόφυτος Δούκας.




Συγκεφαλαιωτικά, ο Καποδίστριας ουδέποτε ασπάσθηκε τήν άποψη ότι «περισσότερη» εκπαίδευση σημαίνει κατ’ ανάγκην «καλύτερη» εκπαίδευση, ήτοι ότι μεγαλύτερη χρηματοδότηση τής εκπαίδευσης σε μαζικό επίπεδο σημαίνει κατ’ ανάγκην (δήθεν) παραγωγικότερη εκπαίδευση. Διότι κατά τόν Καποδίστρια τό Μέγα Ζητούμενο είναι μια δημοκρατική (καθολική) Παιδεία αξιοσύνης, μια (αξιοκρατική) Παιδεία πολιτών και όχι μια (αναξιοκρατική) εκπαίδευση υπηκόων, μια ουσιαστική Παιδεία προσωπικού ήθους και εθνικής αγωγής—τα οποία κατά τό πλείστον δεν είναι θέμα χρημάτων—και όχι μια μαζική χρησιμοθηρική (τεχνική) εκπαίδευση χαμερπούς ατομικής ιδιοτέλειας και εθνικής υποτέλειας.





6. Εθναρχικό έργο Παιδείας

 1ο (Καποδιστριακό) Δημοτικό Σχολείο Άργους


Πράγματι, τό έργο τού Καποδίστρια στον τομέα τής Παιδείας, εν μέσω τραγικών συνθηκών, ήτοι εν μέσω πολεμικής ερήμωσης τής χώρας και παντελούς απορίας τού Δημοσίου Ταμείου, συνιστά στέφανο δόξης λαμπρόν, αιωνίως απαστράπτοντα, για τόν Μεγάλο Κυβερνήτη τής Νεωτέρας Ελλάδος. Στα τρισήμισυ χρόνια που διακυβέρνησε τήν χώρα, ο Καποδίστριας πραγματοποίησε ένα θαύμα στις “ολόμαυρες ράχες” τής καταρρημαγμένης Ελλάδος, ιδρύοντας “121 σχολεία όλων τών βαθμίδων με 9.246 μαθητές (ο πληθυσμός τής τότε ελεύθερης Ελλάδος ανερχόταν μόλις στις 600.000), ενώ άλλοι 5.000 μαθητές διδάσκονταν από ελεύθερους δασκάλους, κυρίως εξαιτίας έλλειψης αιθουσών διδασκαλίας”.  




Μεταξύ δε τών εκπαιδευτηρίων που ίδρυσε ο Καποδίστριας ήσαν τό (πρότυπο) Τυπικό Σχολείο Αλληλοδιδακτικής στο υπ’ αυτού επίσης ιδρυθέν Ορφανοτροφείο στην Αίγινα, η Γεωργική Σχολή στην Τίρυνθα, η Εμπορική Σχολή στη Σκύρο, η Εκκλησιαστική Σχολή στον Πόρο, η Στρατιωτική Σχολή στο Ναύπλιο (η σημερινή Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων), ειδικά σχολεία κορασίδων, όπως επίσης και πολλά ελληνικά σχολεία σε ευρωπαϊκές χώρες προς ελληνόγλωσση εκπαίδευση τών νέων τής Ομογένειας.




Μάλιστα δε εκείνο τό ουσιαστικό έργο θεμελιώθηκε και εν πολλοίς πραγματοποιήθηκε εν καιρώ πολέμου (!), πριν κάν απελευθερωθεί η Ελλάδα (!), καθόν χρόνο δηλαδή τό αιγυπτιοαφρικανικό στράτευμα εισβολής τού Ιμπραήμ παρέμενε αήττητο στην Πελοπόννησο, η δε Ρούμελη, η Εύβοια και τά φρούριά τους, συμπεριλαμβανομένης τής Ακροπόλεως, όπως επίσης και φρούρια τής Πελοποννήσου, κατείχοντο από τουρκικά στρατεύματα (1827-1828), και πριν αναγνωρισθεί η ανεξαρτησία τής Ελλάδος από τίς Μεγάλες Δυνάμεις (1830) και από τήν Οθωμανική Αυτοκρατορία (1833).




Υπό εκείνες τίς ακραίες συνθήκες ολοκληρωτικού πολέμου—ο οποίος μάλιστα τότε είχε κλιμακωθεί σε τριηπειρωτικό πόλεμο, με πολεμική εμπλοκή στην Ελλάδα στρατών και στόλων από τρείς ηπείρους (Ασία, Αφρική, Ευρώπη)—ο Καποδίστριας παρέλαβε ένα σκιώδες κράτος, ήτοι ένα κράτος οικονομικώς ανύπαρκτο, με μηδενική φοροδοτική ικανότητα τών μαχομένων Ελλήνων και με Δημόσιο Ταμείο τού οποίου τό “κεφάλαιον δεν υπερέβαινε τό ποσόν τών δεκάδων τινών γροσίων”. Κατά συνακολουθία, παντελώς ανύπαρκτη ήταν και η δυνατότητα τότε τού ελληνικού κράτους να διαθέσει οποιοδήποτε κονδύλι για τήν εκπαίδευση, έστω και ένα γρόσι, όπως ο Καποδίστριας περιέγραψε επιγραμματικά τήν εξωπραγματική κατάσταστη τής οικονομίας τότε, σε επιστολή του στις 3 Οκτωβρίου 1829, προς τον Αδαμάντιο Κοραή, επί λέξει ως εξής:




Η δημοσία εκπαίδευσις δεν είναι δυνατόν να κατασκευασθή όσον ταχέως και αι χρείαι απαιτούσι και ημείς τό επιθυμούμεν. Διά τά σχολεία χρειάζονται οικήματα· εγώ δε φθάσας ενταύθα εύρηκα μόνον καλύβας όπου εσκεπάζοντο πλήθος οικογενειών πειναλέων. 




Την κοινωνικοοικονομική εξαθλίωση τής “προμαχούσης” Ελλάδος, ο Καποδίστριας τήν συνόψισε σε βαρυσήμαντο υπόμνημά του προς τίς Μεγάλες Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) στις 31 Αυγούστου 1827 (τέσσερις μήνες πριν ο ίδιος φθάσει στην Ελλάδα)—το οποίο συνέταξε κατά τήν επί ενάμισυ μήνα παραμονή του τότε στο Λονδίνο, όπου διεξήγαγε επικό διπλωματικό αγώνα με σκοπό αφ’ ενός τήν οικονομική τους βοήθεια προς τήν εμπόλεμη Ελλάδα, και αφ’ ετέρου τήν άμεση στρατιωτική τους επέμβαση με επικουρικούς στρατούς και στόλους στο πλευρό τών “προμαχούντων Ελλήνων”— επί λέξει μεταξύ άλλων ως εξής:




Εκ τριών ήδη χρόνων οι Έλληνες δεν ζώσιν ουδέ σώζονται προμαχούντες ειμή διά τών βοηθημάτων τής χριστιανικής φιλοπτωχίας. Αι γαίαι τών εν Πελοποννήσω και περί τήν Αττικήν και τήν Δυτικήν Ελλάδα κατεχερσώθησαν αφ᾿ ότου ο Ιβραΐμης και οι Αιγύπτιοι τήν εκτριβήν και τόν θάνατον επισπείρουσιν. Οπλοφόροι οι γεωργοί· αι δε αυτών οικογένειαι ή φρικώδη αιχμαλωσίαν υφίστανται, ή εις τάς νήσους είναι εσκορπισμέναι, ή εις βράχους απροσβάτους κατέφυγον. Πόλεις, κώμαι, χωρία, κατεστραμμένα, ερείπια, έρημα. Και μένει τούτο μόνον εις τόν πολυπαθή και θαυμάσιον τόπον, ο αρχαιότροπος τών οικητόρων αυτού χαρακτήρ, και απόφασις αυτών ομόψυχος τε και άτρεπος μηδέ ποτε να υποστώσι τόν τουρκικόν ζυγόν, ουδ᾿ άλλον ζυγόν ξένον οποιονδήποτε.




Από ιστορική άποψη, ανακύπτει βέβαια εύλογο τό ερώτημα: Πώς εξηγείται η μεγάλη επιτυχία τού Καποδίστρια όσον αφορά στο ρηξικέλευθο και εκπληκτικό έργο του στον τομέα τής Παιδείας, τό οποίο επετελέσθη εν μέσω τέτοιων τραγικών και εξωπραγματικών συνθηκών, επί τών ερειπίων μιας κατεστραμμένης πολεμικής οικονομίας, που ήταν τότε ημιθανής ή και ανύπαρκτη τόσον σε εθνικό όσον και σε τοπικό επίπεδο;




Κατ’ αρχάς, πέραν τής οραματικής διάστασης τού έργου του, ο Καποδίστριας αντλούσε αστείρευτες ψυχικές δυνάμεις από τό πατριωτικό του πάθος και τήν ακλόνητη πεποίθησή του για τό μέλλον και τήν μεγαλοσύνη τής εγειρομένης Ελλάδος, όπως αναδεικνύεται σε άλλη επιστολή του προς τόν Α. Μουστοξύδη, τήν οποία συνέταξε στις 8 Μαΐου 1828, δηλαδή μόλις 4 μήνες μετά τήν άφιξή του στην Ελλάδα, διατελών τότε “επηυλισμένος” σε παραλία τής Αίγινας—λόγω επιδημίας πανώλης, που μετέδωσαν στην Ελλάδα τά αιγυπτιοαφρικανικά στρατεύματα εισβολής—επί λέξει ως εξής:




Εδώ [Αίγινα] ευρίσκομαι επηυλισμένος παρά τήν θάλασσαν ίνα έχω πάρισον τήν απόστασιν τής κοινωνίας πρός τε τήν πόλιν και πρός τάς υποθέσεις και πρός τά επερχόμενα διάφορα πλοία τών συμμάχων Δυνάμεων. Οποία ζωή, αγαπητέ μου, η εμή! Και οποίαι δυσκολίαι αι πανταχόθεν περιβάλλουσαι και πιέζουσαί με! Μακράν όμως, πολλά μακράν είμαι τού αθυμήσαι. Ο Θεός είναι μετά τής Ελλάδος και υπέρ τής Ελλάδος, και αύτη σωθήσεται. Εκ ταύτης τής πεποιθήσεως αντλώ πάσας μου τάς δυνάμεις και πάντας τούς πόρους. 




Επιπροσθέτως, πέραν τού πατριωτισμού και τής βαθιάς πίστης τού Καποδίστρια στο μέλλον τής Ελλάδος, η αποτελεσματικότητά του στην Παιδεία οφείλεται μεταξύ άλλων στην εντιμότητα και ακεραιότητα τού χαρακτήρος του, ήτοι στις αρχές τής διαύγειας και διαφάνειας που εφήρμοσε κατά τήν διακυβέρνησή του (αντίστοιχες με τίς αρχές transparency και accountability που κατά κανόνα εφαρμόζει διαχρονικά η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση τής σημερινής Υπερδυνάμεως). Ως αποτέλεσμα, οι Μεγάλες Δυνάμεις, όπως επίσης και οι ανά τήν Ευρώπη Έλληνες ή Φιλέλληνες ιδιώτες δωρητές, και κυρίως η συντριπτική πλειοψηφία τού Ελληνικού λαού τότε, είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη στον Καποδίστρια, ως τόν ανιδιοτελή ηγέτη τού οποίου τό προσωπικό ήθος εγγυάτο ότι κάθε δωρεά ή δάνειο προς τήν εμπόλεμη Ελλάδα θα ετύγχαναν “οικονομικωτάτης διαχειρίσεως”, σύμφωνα με τά λόγια τού Καποδίστρια, τουτέστιν θα «έπιαναν τόπο». Ενδεικτική τής μηδενικής ανοχής τού Καποδίστρια κατά τής διαφθοράς είναι η επιστολή του προς τόν Μητροπολίτη Πίζης Ιγνάτιο (στην Ιταλία), στις 10 Ιουνίου 1828, σχετικά με “δωροφορίες” που άρχισε να λαμβάνει η εγειρομένη Ελλάς από τίς Μεγάλες Δυνάμεις επί διακυβερνήσεώς του (1,5 εκατομ. ρούβλια από τήν Ρωσία, 500 χιλ. φράγκα από τήν Γαλλία κ.ο.κ.), στην οποία γράφει μεταξύ άλλων τα εξής:




Οι γενναίοι μας Έλληνες χαίρονται. Μόνον ολίγοι τινές απατώνται, και μεγάλως, νομίζοντες ότι τά χρήματα ταύτα είναι δι᾿ αυτούς, και μέλλουσι πάθωσιν ό,τι έπαθον αι λίραι τού δανείου [των δύο πρώτων Δανείων τής Ανεξαρτησίας από τήν Αγγλία, 1823-1824].




Διατελούσε δε ο Καποδίστριας εν πλήρη επιγνώσει περί τού πώς η χυδαία διαφθορά “ολίγων τινών” “κλεπτιστάτων αρχόντων, υπουργών τε και καπιτάνων” καταδυνάστευε τήν πλειονότητα τού υπέρ ελευθερίας μαχομένου τότε ελληνικού λαού και υποθήκευε τό μέλλον τού έθνους, τότε και έκτοτε, όπως επισημαίνει στη συνέχεια τής επιστολής του:


  


Ότι μέν κλέπτουσιν παντού [στον Κόσμο] όπου διοίκησις υπάρχει, είναι αναμφίβολον. Αλλά δεν ευρίσκεται τόπος, εις εμέ γνωστός, όπου πλησίον τών κλεπτών να υφίστανται χιλιάδες και χιλιάδες οικογενειών αγαίων, ανεστίων και καταπείνων, καθώς εν Ελλάδι. Στοχασθήτε, δεσπότη μου, ότι αι άθλιαι αύται οικογένειαι πάσχουσιν εξ αιτίας τών κλεπτιστάτων αρχόντων, υπουργών τε και καπιτάνων, και ενθαρρύνετέ με, αν δύνασθε, να ήμαι συγκαταβατικός πρός μίαν δράκα ανθρωπαρίων μεταλλοθέων, επ᾿ουδέν τών οποίων όμως ουδέ κατέστησα τήν βαρείαν χείρα τής δικαιοσύνης, ουδέ καταστήσω, αρκούμενος να τούς γνωρίσω καλώς και να τούς παραδώσω ποτέ, ει χρεία, εις τάς αράς τού λαού.




Αντικείμενος βέβαια προς αυτήν τήν εν πολλοίς αδίστακτη (και ως απεδείχθη δολοφονική) “δράκα ανθρωπαρίων μεταλλοθέων” και περιορίζοντας, ή και συχνάκις εκμηδενίζοντας, τήν δυνατότητά τους να επιπέσουν για “πλιάτσικο”, ως λυσσώδεις ύαινες, επί τών σαρκών αυτής ταύτης τής καταματωμένης αλλά εν τούτοις εγειρομένης Ελλάδος, ήτοι επί τής καθημαγμένης οικονομίας τής νεοσύστατης Ελληνικής Πολιτείας, ο Καποδίστριας έθετε τήν ζωή του σε θανάσιμο κίνδυνο, ως αδέκαστος και άγρυπνος φρουρός τού Δημοσίου Ταμείου. Παράλληλα όμως, αυτή η αυταπάρνηση, ανιδιοτέλεια και λυσιτελής εγρήγορση τού πρώτου Κυβερνήτου, τού προσέδιδαν ένα τεράστιο ηθικό ανάστημα (moral standing) στην Ελλάδα και τό εξωτερικό, με αποτέλεσμα αφ’ ενός τήν συνεχή ροή δωρεών και δανείων από τό εξωτερικό για τήν Παιδεία, και εν γένει για τήν Διοίκηση επί διακυβερνήσεώς του—εν μέσω μαινομένου απελευθερωτικού αγώνος και πολεμικής εμπλοκής τού έθνους—και αφ’ ετέρου τήν ενεργό και πάνδημη λαϊκή κινητοποίηση τής κατά περίπτωση τοπικής κοινωνίας (εντόπιοι πολίτες, δάσκαλοι και μαθητές), οσάκις επρόκειτο να ανεγερθεί και λειτουργήσει ένα νέο σχολείο, όπως αναδεικνύεται στην αναφερθείσα Εγκύκλιό του “πρός τούς διδασκάλους τών εν Ελλάδι αλληλοδιδακτικών Σχολείων” στις 25 Απριλίου 1829, ήτοι μόλις 15 μήνες από τής αφίξεώς του στην Ελλάδα, επί λέξει ως εξής:




Όσα εκ τών ήδη υπαρχόντων αλληλοδιδακτικών σχολείων επεσκέφθημεν προσωπικώς, μάς επροξένησαν ευχαρίστησιν κατά πάντα· επιθυμούμεν να εκφράσωμε όσον τό δυνατόν ταχύτερον τήν ευγνωμοσύνην μας πρός τούς αξιολόγους πολίτας, οίτινες συνετέλεσαν εις τόν διοργανισμόν των, πρός τούς διδασκάλους, οι οποίοι, καίτοι σχεδόν πάντων στερούμενοι, κατώρθωσαν να προοδεύσουν τά καταστήματα ταύτα, και πρός τούς μαθητάς, οι οποίοι δεικνύουν ήδη τί εμπορεί να ελπίση παρ᾿ αυτών η πατρίς.




Δηλαδή εκείνο τό πραγματικό θαύμα Παιδείας εν μέσω πολέμου και οικονομικής απορίας επετεύχθη διότι ο Καποδίστριας είχε πλήρη επίγνωση ότι ένα δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα ουσιαστικής Παιδείας δεν μπορεί να συγκροτηθεί και λειτουργήσει σε πλαίσιο πολιτικο-οικονομικής διαφθοράς, ήτοι από ιδιοτελή άτομα εθισμένα στο πλιάτσικο και τήν κλεπτοκρατία («μιζαδόρους» θα λέγαμε σήμερα). Τήν απαγορευτική σχέση που υφίσταται μεταξύ διαφθοράς και Παιδείας—ήτοι ότι η καταπολέμηση τής διαφθοράς “κλεπτιστάτων αρχόντων, υπουργών τε και καπιτάνων” είναι μία θεμελιώδης προϋπόθεση για τήν ύπαρξη Παιδείας ελευθέρων πολιτών—την επεσήμανε ρητώς ο Καποδίστριας σε επιστολή του προς τόν Ρώσσο Φιλέλληνα Νικόλαο Ράϊκο, ο οποίος μεταξύ πολλών άλλων διετέλεσε Διοικητής τής Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, επί λέξει ως εξής:




Τά αλληλοδιδακτικά σχολεία και ολίγα στρέμματα εθνικής γής διδόμενα ως αποκλειστική ιδιοκτησία εις τούς δήμους θα προετοιμάσουσιν τά στοιχεία τής αληθούς κοινωνικής οργανώσεως τής Ελλάδος. Έως ότου γίνει αυτό, πρέπει να ευχαριστηθώμεν εμποδίζοντες τήν περαιτέρω ριζοβόλησιν τών καταχρήσεων. Τούτο δε, θα κατορθωθή ασφαλέστατα, εάν πολιτευθώμεν με τήν αυστηροτάτην αμεροληψίαν και πρός τούς φίλους τής Κυβερνήσεως και πρός εκείνους οι οποίοι τάσσονταν εναντίον της.


Επιπροσθέτως τών παραπάνω, τό εθναρχικό ηθικό ανάστημα τού Καποδίστρια μεγαλύνετο ακόμη περισσότερο, σε πρωτοφανή υψίπεδα προσωπικής υπέρβασης και πολιτικής ακεραιότητας, από τό ηγετικό παράδειγμα που έδινε ο ίδιος με τόν αλτρουϊσμό του υπέρ τού έθνους. Ο Καποδίστριας ήταν τότε ένα μοναδικό φαινόμενο πολιτικού ιδεαλισμού και εθνικής προσφοράς: Όχι μόνον δεν απεδέχετο να λαμβάνει μισθό ή άλλα οικονομικά οφελήματα ως Κυβερνήτης από τό Δημόσιο Ταμείο τής πασχούσης Ελλάδος, αλλά προσέφερε όλη τήν περιουσία του στον βωμό τής Εθνικής Παλιγγενεσίας. Εντός μόλις 12 μηνών από τήν άφιξή του στην Ελλάδα, τό σύνολο τής χρηματικής του περιουσίας είχε εξανεμισθεί, διότι χρηματοδοτούσε ο ίδιος, από τήν προσωπική του περιουσία, κατεπείγουσες ανάγκες τού κράτους για επισιτισμό τού πληθυσμού, μισθοδοσία τού Τακτικού Στρατού, κ.τ.λ., οσάκις τό Δημόσιο Ταμείο ήταν ελλειματικό ή και (συχνά) κενό χρημάτων, όπως αναδεικνύεται από τό κείμενο επιστολής του προς τόν Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη—ο οποίος ως συνήθως ζητούσε ή και απαιτούσε χρήματα από τό κράτος—στις 10 Φεβρουαρίου 1829, επί λέξει ως εξής:




Ήθελα να έχω κάμποσα εκατομμύρια τάλληρα, διά να σάς δώσω όσα ζητείτε· αλλά καθώς σάς είπα, τό μέν ιδιαίτερόν μου ταμείον είναι κενόν, τό δε δημόσιον μόλις δύναται να επαρκέση εις τάς μάλλον κατεπείγουσας χρείας τού τρέχοντος Φεβρουαρίου, και τό πολύ τού ημίσεως Μαρτίου. Τούτο είναι γνωστότατον και δύνασθε αυτοπροσώπως να τό βεβαιωθήτε βλέποντες τά κατάστιχα τής επί τών οικονομικών επιτροπής… Υπομείνατε καθώς υπομένω, και υπομένω ίσως επέκεινα τής ανθρωπίνης δυνάμεως.




Εκείνη η ολοκληρωτική αυταπάρνηση τού Καποδίστρια, και μάλιστα σε υπερβατικό βαθμό αγιότητος, πάντοτε σε διοικητικό πλαίσιο “αυστηροτάτης αμεροληψίας”, διαφάνειας τού Δημοσίου Ταμείου και “οικονομικωτάτης διαχειρίσεως”, ενδυνάμωνε τό χαλύβδινο ηθικό έρεισμα επί τού οποίου εδράζετο ο Καποδίστριας όταν ως Κυβερνήτης “έκρουε πάσαν θύραν” σε ξένες κυβερνήσεις και βασίλεια και στους όπου γης Έλληνες, αιτούμενος ή και ικετεύων “δωροφορίες” ή δάνεια υπέρ τής εμπολέμου Ελλάδος.




Υπό τό πρίσμα επομένως τού τεραστίου ηθικού αναστήματος τού Εθνάρχου Καποδίστρια είναι δυνατόν αφ’ ενός να γίνει κατανοητό από ιστοριογράφους τό θαύμα που η εμπόλεμος Ελληνική Πολιτεία επετέλεσε επί διακυβερνήσεώς του στον τομέα τής Παιδείας στην τελευταία τριετία τού Αγώνος τής Ανεξαρτησίας, και αφ’ ετέρου να γίνει εξ ίσου κατανοητή από μέλλουσες γενεές Ελλήνων η βαθύτερη ουσία τής περί Παιδείας εθνοσωτηρίου παρακαταθήκης του—παρακαταθήκης προσεπικυρωμένης από τό αίμα του, που εν γνώσει και πλήρει επιγνώσει τό προσέφερε προς τήν Πατρίδα, όπως αποκαλύπτεται σε επιστολή του στις 10 Ιουνίου 1827 προς τον Ελβετό τραπεζίτη Εϋνάρδο, επί λέξει ως εξής:




Αγωνιώ να προγνωρίσω τί θέλω απογείνη, και αν μοί δοθή να άρω τόν ουρανόθεν επικαταβαίνοντά μοι σταυρόν φήφω τής εν Τροιζήνι συνελεύσεως.

Συνεχίζεται
 
 
 
 

«Τριβέλι Πᾶνος»

ethnegersis


Δείτε επίσης:

Περί Παιδείας Παρακαταθήκη Ιωάννου Καποδίστρια (Μέρος 1ον)Πηγή Περί Παιδείας Παρακαταθήκη Ιωάννου Καποδίστρια (Μέρος 2ον)