16 October, 2018
Home / Περιβαλλον  / Ο φίλος μου ο Τζίμης

Ο φίλος μου ο Τζίμης

Φοιτητής ήμουνα που τον γνώρισα. 

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 βγάζαμε το προδρομικό περιοδικό «Μια ΑΠΟΠΕΙΡΑ στην Χαλκίδα» και φτιάξαμε τον πρώτο μη κρατικό ραδιοφωνικό σταθμό στην Ελλάδα, το «Ράδιο
Χαλκίδα».
Οργανώσαμε τότε, για να υποστηρίξουμε τον πρώτο σύλλογο ραδιοερασιτεχνών, μια συναυλία με το συγκρότημά του, τις «Μουσικές Ταξιαρχίες», στο στάδιο της Χαλκίδας.
Τιγκάρισε το γήπεδο και οι εξέδρες από τα άγρια θεριά της νιότης, την γενιά της αμφισβήτησης.
Μόνο που – όπως εμείς τους μάθαμε – δεν βγάλανε εισιτήρια τα τσογλάνια, πηδήξανε από τις μάντρες και οι πιο τσαμπουκαλεμένοι κάνανε ντου από παντού.
«Μπήκαμε μέσα», τα έσοδα από τα εισιτήρια δεν φτάνανε ούτε να πληρώσουμε τα ηχητικά.
«Δεν θέλω τα λεφτά σου σύντροφε», μου είπε ο Τζίμης, «κάντε ένα ρεφενέ να τσοντάρουμε κάτι για τους μουσικούς, γιατί είναι προλεταριάτο».

Κάτι λίγο το τσοντάραμε με το ρεφενέ.
«Στο χρωστάω αυτό Τζίμη», του είπα.
Και πιστεύω ότι με τη φιλία μου, του το ξεπλήρωσα.


Ήμασταν οι «Εραστές της Ανοιξης».
«Θέλαμε τον κόσμο και τον θέλαμε τώρα»!
«Εδώ Ραδιοσυννεφούλα».
Κάναμε την πρώτη ζωντανή εκπομπή στην ελληνική ραδιοφωνία, με επικεφαλής τον Νίκο Λακόπουλο.
Το νεανικό ραδιομαγκαζίνο ξεκινούσε μόλις σχόλαγαν τα σχολεία.
Ετρεχαν τα παιδιά στο σπίτι να προλάβουν την εκπομπή.
Ο Τζίμης Πανούσης με τις «Μουσικές Ταξιαρχίες» του, δίνανε συναυλία στην κεντρική πλατεία της Λάρισας.
Ανεβήκανε οι μπάτσοι πάνω στην σκηνή και τον συλλάβανε την ώρα που τραγουδούσε : «Κι εγώ σ’ αγαπώ γαμώ τον Χριστό μου…».

Για πρώτη φορά, η ελληνική ραδιοφωνία μετέδιδε ζωντανά τη συναυλία μέσα από την εκπομπή μας, «Εδώ Ραδιοσυννεφούλα».
Μας έκοψαν την εκπομπή στον αέρα.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν ξαναβγήκε στο τηλέφωνο στον Νίκο τον Λακόπουλο, παρ’ όλο που τον είχε σαν παιδί του.

Ο ντροπαλός επαναστάτης ήταν ο Τζιμάκος μας.
Τις πρώτες φορές ερχόταν στο σπίτι μου κρατώντας δυο κρασιά στο χέρι και ήθελε ώρα πολλή, από την ντροπή, για να σηκώσει τα μάτια, να μιλήσουμε και να αστειευτούμε.
Δουλέψαμε μαζί και στον City 99,5 της Γιάννας, τον άγριο νεανικό Δεκέμβρη του 2008.
Εκεί διαπίστωσα από πολύ κοντά πόσο εργασιομανής, λεπτολόγος στα όρια του ψυχαναγκασμού, ήτανε.
Δεν άφηνε τίποτα στην τύχη: «το οκτάωρο να βγαίνει σύντροφε, το μεροκάματο».
Μακράν ο καλύτερος ραδιοφωνατζής.
Ο μεγαλύτερος ροκ καλλιτέχνης.
Αν ζούσε στο Αμέρικα θα κυκλοφορούσε με μαύρες λεμουζίνε, 500 γκόμενε και 200 μπράβους για να μην τον χώσουν σε κανένα χαντάκι.
Είχε τη σωστή δόση της κατάθλιψης για να γίνει κάποιος μεγάλος χιουμορίστας και σατιρικός τραγουδοποιός.
Μόνο με τους Sex Pistols μπορεί να τον συγκρίνει κάποιος.
Τέτοιου επιπέδου!
Μετά το έμφραγμα… όταν έπαθε το εγκεφαλικό, τον επισκεφθήκαμε να τον δούμε.
Κούναγε χέρια, πόδια, σαγόνι.
Τα πάντα όλα.
«Μια χαρά είσαι, δεν σου άφησε τίποτα Τζιμάκο το εγκεφαλικό», του είπα.
«Πώς δεν μ’ άφησε; Έχω πάθει μεγάλη ζημιά.»
«Τι σου άφησε ρε Τζίμη, αφού τα κουνάς όλα»;
«Τι μου άφησε… Μόνιμη στύση
Ξεραθήκαμε στα γέλια.

Αυτό είχε ο Τζιμάκος, που δεν έχει η Αριστερά και κάθε είδους αντιπολίτευση.
Μόνιμη στύση.

Υ.Γ.: Τον έζησα από κοντά την τελευταία δεκαετία. Δεν γκρίνιαξε ποτέ, που έφυγε ο μακρονησιώτης ο πατέρας του, που πέθανε από καρκίνο ο αδερφός του, για τα εμφράγματα, τα εγκεφαλικά, τα αλλεπάλληλα χειρουργεία. Στις 9 Μαρτίου θα επέστρεφε στο Κύτταρο, μετά την… επ’ αόριστο αναβολή του αιφνίδιου θανάτου του πάνω στην σκηνή, που τον έσωσαν τρεις γιατροί καρδιοχειρουργοί που ήταν τυχαία εκεί. Δεν γκρίνιαξε όταν τον έβγαζαν πάλι μετά την αγγειοπλαστική, με φορείο από το χειρουργείο:«Οι Θεσσαλονικιές είναι φαρμακομούνες», δήλωσε με στόμφο στην έκπληκτη δημοσιογράφο που τον ρωτούσε «πως είστε».


Ο φίλος μου ο Τζίμης