37.1 C
Αθήνα
31 Ιουλίου 2021
Kliktv.gr
Lifestyle

Δύσκολες ώρες για την Ευρυδίκη και τον Μπομπ Κατσιώνη – Συγκινεί η ανάρτηση για την απώλεια του πατέρα του (photo)

«Έχασα μια κλήση του. Δυο μέρες μετά άφησε την τελευταία του πνοή την ώρα που εγώ δούλευα πυρετωδώς, χωρίς να πάρει κανέναν μας. Δεν ήθελε, δεν πρόλαβε… ποιος ξέρει… Δε θέλω να σας πω πώς νιώθω για εκείνη την κλίση που έχασα, είναι ένα φορτίο που θα κουβαλάω, δεν ξέρω πόσο θα ελαφρύνει με τον καιρό, αλλά δε θέλω να το κουβαλήσει κανένας άλλος. Και αυτός είναι ο κυριότερος λόγος αυτού του κειμένου…»

Στο πένθος βυθίστηκαν η Ευριδίκη και ο Μπομπ Κατσιώνης (Bob Katsionis), οι οποίοι είχαν παντρευτεί στις 31 Αυγούστου του 2019. Ο γνωστός μουσικός ανακοίνωσε χθες, Σάββατο, ότι έφυγε από τη ζωή ο αγαπημένος του πατέρας. Σε μία εξομολόγηση ψυχής, που συγκίνησε τους διαδικτυακούς του φίλους, έγραψε στο Facebook:
«Ποτέ δεν τα πήγαινα καλά, με τις ανακοινώσεις θανάτων στο Facebook. “Καταλάβαινα” (η νόμιζα ότι καταλάβαινα) τον πόνο κάποιου και την ανάγκη να το μοιραστεί, αλλά δε μου τα έσκαγε καλά η ιδέα κάτι τόσο σημαντικό να στοιβαχτεί ανάμεσα σε posts με ξέκ@λα και γνωμάρες για εμβόλια κλπ.
Παρ’ όλα αυτά, αποφάσισα να το κάνω, πρώτον γιατί το μυαλό μου πάει να σπάσει από τις σκέψεις, δεύτερον, δε θα άντεχα να κάνω το επόμενό μου post για το οτιδήποτε, λες και δεν συνέβηκε ποτέ και, τρίτο και σημαντικότερο, μήπως στο τέλος αφήσει και ένα μικρό μήνυμα που θα σας βοηθήσει σε κάτι. Και ας χαλάσουμε και λίγο το “perfect life profile” που πασχίζουμε όλοι να δείξουμε εδώ μέσα καθημερινά. Χαλάλι.
Προχθές λοιπόν το βράδυ της 1ης Ιουλίου, σε μια από τις πιο ζεστές και ανυπόφορες μέρες των τελευταίων ετών, σε μια από τις πιο δύσκολες μέρες μου, που πέρασα 15 ώρες να γυρίζω ΔΥΟ βιντεοκλιπ σε μία μέρα από το πρωί μέχρι τα μεσάνυχτα… ο Μιχαλάρας, μας “άφησε”, λίγο μετά τα 71 του.
Ίσως έτυχε, ίσως φρόντισε να λείπουν όλοι από το σπίτι (γιατί είχαμε και ένα άλλο κοντινό πρόσωπο να έχει μόλις κάνει μια δύσκολη εγχείρηση) βγήκε μέχρι την εξώπορτα να πάρει 2 ντομάτες από έναν γείτονα (με 40 βαθμούς γτχμ) και μέχρι να ξαναμπεί στο σπίτι να πάει στο οξυγόνο του και τη δροσιά του, είτε δεν άντεξε η καρδιά του, είτε απλά έκατσε στην καρέκλα του και, σαν γνήσιος γαύρος που ήταν, μας είπε το μεγάλο “Άντε Γεια”.
Ο Μιχαλάρας ήταν από χωριό, ήρθε στην Αθήνα, δούλεψε ΠΟΛΥ στα αυτοκίνητα, έζησε μια έντονη ζωή, έφτιαξε μια οικογένεια, πάντρεψε τα παιδιά του με δυο ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ ανθρώπους, και ήταν ΠΕΡΗΦΑΝΟΣ. Μάγκας, τσαμπουκάς και περήφανος.
Δεν ήθελε τους γιατρούς, (βάρεσε όμως τα εμβόλιά του πρώτος-πρώτος όμως για να μπορεί να μας βλέπει) και πέρυσι λίγο πριν τον κορονοϊό που μπήκε στο νοσοκομείο, τον έβλεπα ότι ΔΕΝ ΗΘΕΛΕ να τον βλέπουμε στο κρεβάτι ανήμπορο με τους καθετήρες και τα συναφή, ντρεπόταν να είναι έτσι μπροστά στη νύφη και τον γαμπρό του, τι να κάνουμε, έτσι ήταν.
Με τα λόγια δεν τα πήγαινε καλά, ήξερε πέντε-δέκα “κουβέντες της ζωής” και με αυτές προσπάθησε να μας εφοδιάσει. Όποτε στη ζωή μου είχα κάποιο πρόβλημα, η απάντηση του ήταν “Πες του να πάει να γ*μ@θει”. Στα πιο δύσκολα ήταν “γράψτους στα @@ σου”.
Τότε δε με κάλυπταν σαν απαντήσεις, στην πορεία όμως, διαπίστωσα ότι ήταν ό,τι πιο σωστό μπορούσα να κάνω όταν μια κατάσταση με ζόριζε. Και προφανώς το έκανα. Επίσης πάντα μου έλεγε “τα δόντια σου να προσέχεις ψηλέ” εκεί όμως τον έγραψα εγώ. 
Όταν στα 17 μου έπρεπε να δώσω Πανελλήνιες, ήρθε και με ρώτησε “ρε ψηλέ, ο γιος του τάδε θα δώσει κάτι εξετάσεις, εσύ τι θα κάνεις, έχεις σκεφτεί;” Και εγώ του είπα τότε “Πατέρα, εγώ θα γίνω μουσικός”. “Καλά” μου είπε. Μπορεί άμα ήταν πιο “μορφωμένος” να μου πρότεινε ένα άλλο μέλλον, μια άλλη σχολή, μια άλλη επιλογή, να το συζητούσαμε όλοι μαζί στο τραπέζι, και τέτοια “πολιτισμένα”.
Είπε όμως το πιο σωστό που θα μπορούσε να μου πει, γιατί εκείνη τη στιγμή μου χάρισε ένα μέλλον που δεν θα μπορούσα καν να είχα ονειρευτεί. Λίγες μέρες μετά, όταν του ζήτησα να μου αγοράσει το πρώτο μου synthesizer που κόστιζε 500.000 δραχμές, και φυσικά τότε δεν είχαμε ΜΙΑ, βγαίνοντας άπω τον Νάκα θυμάμαι μου είπε “Ψηλέ, κανόνισε τώρα τι θα κάνεις και μη μου πεις μια μέρα τα παρατάω”.
Και πάλι μέσα έπεσε, τη συνεχεία την γνωρίζετε. Καμιά 20-ριά χρόνια μετά τριγυρνούσε με αφίσες Firewind κολλημένες στο αυτοκίνητο και του έλεγα, “ρε πάτερα βγάλτες από εκεί”, “ψηλέ, δικό μου είναι το αμάξι, ό,τι θέλω κάνω”.
Πού και πού θα μου ζητούσε και καμιά πένα με το όνομα μου ή κάνα CD μου να δώσει σε κάναν φίλο, γνωστό ή και άγνωστο στο δρόμο! Χθες που πήγα να ξεπαρκάρω το αμάξι του είχε μέσα το “Noemon” CD μου. Λεπτομέρεια: το αμάξι δεν είχε καν CD player. Όταν απολύθηκα από το στρατό, το Σεπτέμβρη του 1999, του ζήτησα ένα δεκαχίλιαρο (δραχμές πάντα ε;) να πάρω κάτι βιβλία για να διδάσκω, και από τότε δε του ξαναζήτησα ποτέ και τίποτα.
Μου είχε ήδη δώσει τα εφόδια, με έστειλε στο Ωδείο από το υστέρημα του (παρότι στο σχολείο περνούσα με το ζόρι τις τάξεις) και με φράσεις όπως “του φευγάτου η μάνα δεν έκλαψε ποτέ” και άλλα τέτοια “λαϊκά”, μου έδειξε τον δρόμο να πορευτώ.  Όποτε τον ήθελα, ήταν εκεί. Με πήγε να παίξω στο Rock Of Gods και κουβάλαγε και το synthesizer μέσα στη ζέστη στη Δραπετσώνα, με πήγαινε χαράματα στα αεροδρόμια να φύγω για περιοδεία για πολλά χρόνια, και όταν πολύ αργότερα, στα 37 μου πήρα και ένα αμάξι, μου έμαθε μερικά κόλπα του δρόμου, και μου έλεγε “μη βιάζεσαι, κάτσε στη λωρίδα σου, μη κάνεις μαγκιές και 5 λεπτά μετά να πας… πες τους να πάνε να γ*μ@θουν”!!!
Δεν υπάρχει κάτι πιο σωστό από αυτό, τελικά, άλλο που ο Μιχαλάρας στο δρόμο ήταν πάντα ο Fast & The Furious! Και όταν 2 φορές κατάφερα να κάψω κάναν κινητήρα, ήταν εκεί, να το πάρει να μου το φτιάξει, να το βρω έτοιμο όταν θα γυρίσω από το tour. Ο Μιχαλάρας λοιπόν, πάντα ήταν αυτός που κάθε μα κάθε μέρα μας έπαιρνε τηλέφωνο και μένα και την αδερφή μου, εγώ ήμουν λίγο πιο “δυσεύρετος” βεβαία. Μπράβο μου. Ωραίος, ε;
Μετά την εισαγωγή του στο νοσοκομείο πέρυσι, αυτό άλλαξε, σήκωνα σχεδόν πάντα τα τηλέφωνα ή τον έπαιρνα μετά εγώ και πάντα η συζήτηση ξεκινούσε έτσι: “Ποοουυυυυυσαι ρε ψηλέ;” “Που’να μαι ρε πατέρα, εδώ στο στούντιο, δουλεύω”, “Μπράβο, πάντα δουλειά να έχεις, δε βλέπεις τι γίνεται εκεί έξω;”
Μετά τα λέγαμε για καμιά μπάλα, για κάνα ψιλο-νέο, έκλεινα το τηλεφωνώ και πάντα έβλεπα την διάρκεια της κλήσης… “1:47”, “2:05” και σκεφτόμουν, “ωραίος, τόσα λεπτά του έδωσα σήμερα, καλός μ*λ@κας είμαι”.
Αλλά ήξερα ότι θα έχω πάντα ένα επόμενο τηλεφώνημα. Δεν μου έκανε ποτέ κανένα παράπονο, μου έλεγε μόνο “πάρε ρε ψηλέ κάνα τηλέφωνο τη μάνα σου”, άλλα ούτως ή άλλως μαζί ήταν, άπλα ήθελε να πάρω και εγώ. Αλλά δεν έπαιρνα γιατί… ξέρετε γιατί. Οι γονείς μας είναι εκεί, πιο δεδομένοι από οτιδήποτε άλλο έχουμε, μέχρι… να μην το έχουμε και μετά να βλέπουμε τις αναπάντητες και να χτυπάμε το κεφάλι μας στον τοίχο.
Τους τελευταίους μήνες, του είχαμε “επιβάλλει” ένα smartphone, του φτιάξαμε προφίλ και κάθε φορά που έβλεπα να μου κάνει “like” ήταν το σημαντικότερο Like που μπορούσα να έχω! Με έκανε απίστευτα χαρούμενο! Ύστερα τον έπαιρνα τηλέφωνο και μιλούσαμε για αυτό το post και χαιρόμουν που ήταν μέρος της καθημερινότητας μου, από την οποία άθελα μου τον είχα αφήσει απέξω. Τώρα όμως ένιωθε και αυτός λίγο πιο κοντά μας.
Όταν δε μια μέρα, πριν κανά μηνά ξαφνικά είδα στα stories μου ότι είχε ανεβάσει μια φώτο από τον τοίχο του πατρικού μας, τον οποίο είχε μονώσει ολομόναχος (μέσα στη ζεστή σαν σωστός Hulk που ήταν βεβαίως) μπήκα στο μυαλό του και έκλαιγα, κοιτώντας μια χαζή φώτο ενός τοίχου. Τις τελευταίες μέρες με το Euro μιλούσαμε πιο συχνά, του έλεγα που έπιανα κάνα στοίχημα, με έπαιρνε να μου θυμίσει τους αγώνες και τέτοια. Ήταν ωραία.
Την Δευτέρα 28 μιλήσαμε 5 λεπτά, ήταν μια χαρά, ήθελε να τελειώσει τον τοίχο, του είπα “κόψε τις μ*λ@κιες πατέρα με τους 40 βαθμούς” και την Τρίτη 29 έχασα μια κλήση του. Δυο μέρες μετά άφησε την τελευταία του πνοή την ώρα που εγώ δούλευα πυρετωδώς, χωρίς να πάρει κανέναν μας. Δεν ήθελε, δεν πρόλαβε… ποιος ξέρει.
Δε θέλω να σας πω πως νιώθω για εκείνη την κλίση που έχασα, είναι ένα φορτίο που θα κουβαλάω, δεν ξέρω πόσο θα ελαφρύνει με τον καιρό, αλλά δε θέλω να το κουβαλήσει κανένας άλλος. Και αυτός είναι ο κυριότερος λόγος αυτού του κειμένου. Για να κλείσω, θέλω να πω ότι όσοι τον γνωρίσατε έστω και για 5 λεπτά, ξέρετε τι τύπος ήταν.
Μέσα στα χαβαλέ, την ατάκα, δεν άφηνε κανέναν ήσυχο, η να βαρεθεί και πάντα άρχιζε πρώτος την κουβέντα για να σπάει ο πάγος. Στα τραπέζια στο σπίτι, αν κάποιος δεν έτρωγε έλεγε “δε σε βλέπω να τρως ρε σουρουκλεμέ, μη χαίρεσαι, φας δε φας το ίδιο θα πληρώσεις” ή “ωραία περνάτε, είσοδος δωρεάν, έξοδος 10 ευρώ ,κανόνισε”.
Δε ήταν ποτέ τυπικός και formal και αυτό είναι κάτι που το πήρα και εγώ. Στην τράπεζα, στο σούπερ μάρκετ, παντού πείραζε τους πάντες και όλοι τον αγαπούσαν. Και όταν πήγαινα τα καλοκαίρια για δουλειά στο συνεργείο του, μου έκανε εντύπωση ότι μετά το πέρας της εργασίας, όταν κάθονταν και πίνανε ένα ουίσκι στο γραφείο και τον πληρώνανε, του έλεγαν πάντα “χίλια ευχαριστώ ρε Μάκη” και σκεφτόμουν “γιατί να λες ευχαριστώ σε κάποιον που πληρώνεις να σου κάνει μια δουλειά;”
Στην πορεία κατάλαβα ότι η δουλειά του ήταν η ζωή του και ήταν τόσο κάλος μάστορας και έβαζε όλο του το μεράκι που ο πελάτης πάντα το εκτιμούσε και έμπαινε σαν πελάτης και έβγαινε σαν φίλος. Και αυτό προσπαθώ να κάνω και εγώ στη δική μου δουλειά και ας μου κοστίζει λίγο χρόνο παραπάνω, το “ευχαριστώ” που λαμβάνω, πάντα θα μου θυμίζει το συνεργείο με τα ημερολόγια της Pirelli, την τσιγαρίλα και το καρφωμένο χιλιάρικο στον τοίχο.
Οι ιστορίες πολλές, οι κοντινοί μου τις έχετε ακούσει, όπως τότε που ήρθε ο άλλος με το σακάκι μετά την τράπεζα να πάρει το αμάξι του, πείραζε φιλικά τον πάτερα μου, με εκείνους τους χαζο-τσαμπουκάδες του συνεργείου, και όταν ο Μιχαλάρας τον έπιασε από πίσω και του λέει “ρεεεεε μη τα βάζεις με τα σιδερά” και άκουσε κάτι κρακ-κρακ, νόμιζε ότι έσπαγαν τίποτα μολύβια που είχε στο σακάκι, αλλά ήταν 4 πλευρά και τον τρέχαμε τον φουκαρά.
Ή ένα καλοκαίρι που μου έλεγε, “να έρθεις στο μαγαζί για δουλειά γιατί θα έρθει ο Δράκουλας την άλλη βδομάδα” και περίμενα εγώ τον Κομη Δράκουλα, ή κάναν τέτοιο μυστήριο πελάτη, και τελικά ήταν το όχημα της Κινητής Μονάδας Αιμοληψίας για επισκευή. 
Άμα φτάσατε μέχρι εδώ κάτω σας ευχαριστώ ειλικρινά, πάρτε και κρατήστε ότι θέλετε από την ιστορία μου, εγώ θα πάρω το κινητό του πάτερα μου για μια τελευταία φορά να μου κάνει ένα ακόμα “like” και να του πω ότι ΤΟΝ ΑΓΑΠΩ ΚΑΙ ΟΤΙ ΤΑ ΕΚΑΝΕ ΟΛΑ ΣΩΣΤΑ ακόμα και αν δε το ήξερε. Και στη μάνα μου ότι την αγαπώ και αυτήν και την ευχαριστώ για όλα και θα είμαστε δίπλα της.
RIP Michael Katsionis 1950-2021»

Το Διαβάσαμε Δύσκολες ώρες για την Ευρυδίκη και τον Μπομπ Κατσιώνη – Συγκινεί η ανάρτηση για την απώλεια του πατέρα του (photo)

Related posts

Ο Τάσος Δούσης και οι «Εικόνες» συνεχίζουν το ταξίδι τους στο Ηράκλειο (trailer)

rularulina_xo0ks4zq

Το τρένο του Τσερνόμπιλ (video)

rularulina_xo0ks4zq

Η συγκινητική ανάρτηση του Γρηγόρη Γκουντάρα: «Η χρονιά είναι για σένα, δε θα σε ξεχάσω ποτέ» (photo)

rularulina_xo0ks4zq