18 July, 2019
Home / Lifestyle  / Αλκίνοος Ιωάννίδης: Αγωνίστηκα πολύ για να μειώσω το κοινό μου

Αλκίνοος Ιωάννίδης: Αγωνίστηκα πολύ για να μειώσω το κοινό μου

Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης αισθάνεται πιο άνετα όταν γράφει, παρά όταν μιλάει. Όχι τραγούδια, αλλά κείμενα. 

«Σταμάτησα όμως, διότι δεν βοηθάνε σε τίποτε. Προκαλούν είτε υπερενθουσιώδεις αντιδράσεις θεοποίησης είτε ακραίες αντιδράσεις, μίσους. Δεν υπάρχει περιθώριο για συζήτηση στη μέση». Οπότε, μας ανοίγει παράθυρο για να ρίξουμε αδιάκριτες ματιές σε αυτό που ο ίδιος ονομάζει «το υπόγειο του τρελού». Εκεί, όπου τις νύχτες τον επισκέπτεται η μούσα. «Γίνομαι παλαβός, όταν φτιάχνω μουσική. Παραμιλάω, βγάζω άναρθρους ήχους, αρπάζω το μολύβι, το παρατάω, πιάνω το ποτήρι για να πιω, το κρατάω μισή ώρα, τέτοια. Θα ανησυχήσω πολύ, αν βάλω μία κάμερα να με καταγράφει, αργά το βράδυ που με πιάνει η τρέλα».


-Πέρασαν 4,5 χρόνια, από τότε που κυκλοφόρησε η «Μικρή Βαλίτσα». Πότε θα γεμίσει ξανά με τραγούδια;

Έχω διάφορες σκέψεις, λέξεις και νότες σημειωμένες σε σκόρπια χαρτάκια δεξιά κι αριστερά. Πρέπει να βρω ησυχία, να είμαι μόνος, να μην περιμένει κάποιος κάτι άμεσα από μένα. Αργά το βράδυ, βρίσκω τον εαυτό μου. Γράφω όταν βαριέμαι! Όταν η ζωή απουσιάζει. Αλλιώς αισθάνομαι ότι είναι ύβρις το να την παραμερίσεις για να την επινοήσεις εξαρχής ή να την περιγράψεις σε ένα τραγούδι. Άλλοι συνάδελφοι γράφουν σε αεροπλάνα και σε λεωφορεία. Εγώ πρέπει να είμαι μόνος και να μην έχω κάτι άλλο να κάνω. Δεν είμαι τραγουδοποιός παντός καιρού.

Και τι καιρό πρέπει να κάνει, για να έρθει η μούσα;

Το φθινόπωρο, όταν όλα κλείνουν, εγώ ανοίγω. Μου φαίνεται αστείο, όταν μου λένε ότι τα τραγούδια μου είναι λυπητερά (σ.σ.: γελάει). Φαντάζομαι ότι έχουν δίκιο, αλλά εγώ δεν μπορώ να το δω αυτό. Είμαι άνθρωπος αισιόδοξος, ανοιχτός και κοινωνικός. Κάθε τραγούδι έχει εκ φύσεως τη χαρά της μοιρασιάς. Το γράφω αρχικά για να το ακούσω ο ίδιος, αλλά δεν είμαι μόνος, απευθύνομαι σε κάποιον. Και δεν με απασχολεί το αν θα αρέσει αυτό που γράφω. Στον φίλο σου λες αυτό που θέλεις να του πεις, δίχως να νοιάζεσαι αν θα του αρέσει.

Ναι, αλλά πρέπει και να πουλήσει.

Γλίτωσα νωρίς από αυτό το άγχος. Η εμπορική επιτυχία ήρθε με τους πρώτους δίσκους, όταν ήμουν ακόμα 23 χρονών. Δεν χρειάστηκε να παλέψω για αυτήν. Ήρθε μόνη της, σαν δώρο και ταυτόχρονα σαν πρόβλημα. Μέχρι τότε, ό,τι αγαπούσα δεν αφορούσε τους πολλούς. Ξαφνιάστηκα. Και σιγά-σιγά κατάλαβα ότι ξεκινούσε ένας αγώνας να ζήσω με τους όρους μου. Αγωνίστηκα πολύ για να μειώσω το κοινό μου!

Αντιλαμβάνεσαι, βέβαια, ότι αυτό που λες είναι οξύμωρο.

Καθόλου! Με τις επιλογές μου και τον τρόπο που στάθηκα στα χρόνια, ελαττώθηκε η προσέλευση, αλλά βελτιώθηκε η ποιότητα των ακροατών. Το κέρδος είναι πολύ μεγάλο. Ήθελα να μοιραστώ κάτι ουσιαστικό. Πρέπει ο δημιουργός να είναι επιπέδου Σαίξπηρ, για να παραδώσει κάτι που να αφορά τους πάντες. Δεν προτιμώ χώρους όπου πηγαίνει ο άλλος για να πει τα νέα του με τους φίλους του. Δεν με προσβάλλει προσωπικά αυτό, άλλωστε έχω υποβάλει τη ζωή με σε πολύ χειρότερες δοκιμασίες, αλλά αισθάνομαι ότι ευτελίζει την τέχνη που υπηρετώ. Στα χρόνια πριν τον ηλεκτρισμό, γίνονταν πανηγύρια στα χωριά με πεντακόσια άτομα κοινό, ένα βιολί και ένα λαούτο. Το έχω δει με τα μάτια μου στην Ινδία, σε γιορτή με δύο χιλιάδες κόσμο. Χωρίς μικρόφωνα, και ακούγαμε όλοι. Αυτή είναι η ανάσα της ανθρωπότητας ανά τους αιώνες. Σήμερα βαράνε χιλιάδες βατ και δεν ακούει κανείς.

Και η μουσική τείνει να γίνει χαλί, χωρίς να την ακούει κανείς.

Ναι. Υποχρεωτική ακρόαση στο ταξί, στο σούπερ μάρκετ, στην τηλεόραση. Κατήντησε μια ενοχλητική συνοδεία. Ακούς, και ταυτόχρονα πλένεις τα πιάτα, μιλάς στο τηλέφωνο ή χαζεύεις στο Facebook. Ο ακροατής δεν είναι ούτε πελάτης, ούτε κομπάρσος σε μια συναυλία, αλλά πρωταγωνιστής. Με ενδιαφέρει η συμμετοχή του. Όταν ο ίδιος πηγαίνω σε συναυλίες άλλων, είμαι δοσμένος σε αυτό που ακούγεται, συνδημιουργός. Η ψυχή μου, είτε βρίσκομαι επί σκηνής, είτε στο ακροατήριο, είναι πραγματικά εκεί. Όταν γράφω μουσική, άλλωστε, γράφω κυρίως για να την ακούσω ο ίδιος. Οπότε, και ο δημιουργός σαν ακροατής δημιουργεί.

Πάντως δεν πηγαίνεις συχνά σε συναυλίες συναδέλφων.

Με το ζόρι πηγαίνω καμιά φορά στις δικές μου! Μένω και μακριά, εκατοντάδες χιλιόμετρα από την Αθήνα. Μου λείπουν οι συναυλίες, όπως και το θέατρο, που το έχω σπουδάσει. Μου λείπει το σινεμά. Δεν μου λείπουν τόσο όμως ώστε να βγω από το σπίτι. Όταν είσαι γονιός, η νύχτα στο σπίτι είναι ιερή, με τον ύπνο των παιδιών. Τη χάνω αυτή την ευτυχία όταν περιοδεύω. Όποτε λοιπόν επιστρέφω στη βάση μου, μου φαίνεται παράδοξο να βγω έξω.

Και δεν μπορείς να αυξήσεις ξανά το κοινό, εάν το θελήσεις;

Δεν μπορώ να συνθέσω κατά παραγγελία, ακόμα και αν αυτή η παραγγελία προέρχεται από τον εαυτό μου. Εάν προσπαθήσω να φτιάξω κάτι για όλους, δεν θα αφορά κανέναν. Εάν γράψω ένα τραγούδι που με αφορά πραγματικά, ίσως να αγγίξει τελικά κάποιους. Όταν ξεκινάω, δεν ξέρω καν για ποιο πράγμα γράφω. Βλέπω μπροστά μου να γεννιέται ένα καινούριο πλάσμα. Εκείνη την ώρα είμαι τρελός. Παραμιλάω άναρθρα, πιάνω το μολύβι, το παρατάω, παίρνω το ποτήρι να πιω, το ξεχνάω σηκωμένο μισή ώρα. Αν βάλω μια κάμερα να με καταγράψει, θα ανησυχήσω πολύ παρακολουθώντας το βίντεο. Χωρίς τρέλα όμως, τι τραγούδι να γράψεις;

-Έστω ότι μπαίνει στο δωμάτιο κάποιος που δεν σε γνωρίζει και σου ζητάει να διαλέξεις ένα τραγούδι για να καταλάβει ποιος είσαι.

Θα πω ένα μεσαιωνικό κυπριακό τραγούδι. Εκεί εντοπίζω τη ρίζα μου. Αποτελώ μια συνέχεια των τροβαδούρων που περιόδευαν με ένα όργανο την αχανή επικράτεια πριν από 500 ή 1000 χρόνια και μετέφεραν θρύλους, παραδόσεις, αισθήματα, πανωλεθρίες, θριάμβους, όνειρα και πραγματικότητες. Στο ρεπερτόριό τους περιλάμβαναν το σπουδαίο που συνέβη στην άλλη άκρη της αυτοκρατορίας και το ασήμαντο που συνέβη στο διπλανό χωριό. Αυτό που συνέβη στον κόσμο και αυτό που συνέβη μέσα τους.

-Θα μπορούσες να κάνεις καριέρα τραγουδώντας συνεχώς τα ίδια και τα ίδια;

Μπορώ να αλλάζω ενορχηστρώσεις και στυλ συνεχώς. Το να αλλάζεις ύφος στη μουσική, είναι σαν να αλλάζεις ρούχα στο ίδιο σώμα. Δεν με απασχολεί όμως το ύφος, αλλά ο χαρακτήρας. Αυτός δεν περιγράφεται με λόγια. Τα σκόρπια σπαράγματα που σου έλεγα νωρίτερα, θα τα βάλω κάποια στιγμή στη σειρά, να γνωρίσω το πρόσωπό τους. Πού συγκρούονται και πού διαφωνούν; Πού ανθίζουν; Τι χαρακτήρα έχουν; Αυτό τον χαρακτήρα, και όχι το εκάστοτε ύφος, καλούνται να αναδείξουν οι μουσικοί. Ξέρεις, στα μαγαζιά της νύχτας υπάρχει ξεχωριστό καμαρίνι που γράφει «καλλιτέχνης» και άλλο που γράφει «μουσικοί». Λες και δεν είναι αυτοί καλλιτέχνες…

-Πώς φαντάζεσαι τον μέσο ακροατή σου;

Ελπίζω ότι ο μέσος ακροατής μου βρίσκει στιγμές μέσα στη μέρα για να συνομιλήσει με τον εαυτό του, να κοιτάξει βαθιά το παιδί του, να χαμογελάσει στον περιπτερά. Μου δίνει μεγάλη χαρά η ευρύτητα του ακροατηρίου. Στα 23 μου, όταν είχα κοτσίδα και φορούσα σκουλαρίκια, το 80% του κοινού το αποτελούσαν κορίτσια. Ωραία ήταν. Τώρα είναι μοιρασμένο, και βλέπεις παιδιά 10 χρονών, φρικιά, τραπεζικούς, μέχρι ανθρώπους στα 85 τους. Άλλαξε και ο τρόπος που με πλησιάζουν. «Γεια σου ρε μεγάλε», μου φώναζαν παλιά. Τότε είχα θαυμαστές, και η επαφή ήταν πιο στιγμιαία και επιθετική. Τώρα έχω συνανθρώπους. Θα πούμε και πέντε κουβέντες, αν με σταματήσει κάποιος στον δρόμο. Θα συζητήσουμε στο πόδι, θα συμφωνήσουμε και θα διαφωνήσουμε ήσυχα. Είναι πιο ανθρώπινη η σχέση και η ζωή μου.

-Σου αλλοίωσε τον χαρακτήρα η δημοφιλία του πρώτου καιρού;

Για 2-3 χρόνια, είχα μαζευτεί. Δεν ήταν εύκολο να διαχειριστώ την αναγνωρισιμότητα. Ήξερα όμως ότι ήμουν στην αρχή του δρόμου και ότι θα έπαιρνε καιρό μέχρι να φτάσω εκεί που ήθελα. Η γενιά μου είχε ενοχές απέναντι στην επιτυχία. Εάν ήσουν πετυχημένος, είχες κάνει κάτι λάθος. Η τωρινή γενιά ξεπέρασε αυτό το σύνδρομο. Αυτό είναι καλό, είναι και επικίνδυνο.

-Ισχύει το σόφισμα που λέει ότι η τέχνη γεννιέται μέσα από δύσκολους καιρούς;

Όχι απαραίτητα. Περιμένω ανυπόμονα εκείνο το ρεύμα που θα ρίξει στο χαντάκι τη γενιά μου και θα τρέξει ολοζώντανο προς το μέλλον. Τα πρώτα χρόνια της κρίσης, φοβήθηκα ότι το τραγούδι θα την αποτύπωνε με κουβέντες καφενείου. Χάρηκα που δεν συνέβη. Αλλά ούτε και μετά εκφράστηκε συλλογικά και κατασταλαγμένα όλο αυτό. Ίσως μας αποκοίμισαν τα χρόνια της φούσκας.

-Τόσο τους δημιουργούς, όσο και τους ακροατές.

Ακριβώς. Ας μη χαϊδεύουμε το κοινό. Το σπουδαίο έργο θα γεννηθεί όταν το απαιτήσει ο σπουδαίος ακροατής. Όταν θα έχουμε κάτι μεγάλο για να εκφραστεί, τότε θα βρεθεί και αυτός που θα το εκφράσει. Ο μεγάλος δημιουργός είναι είκοσι χρονών, κυκλοφορεί δίπλα μας και δεν ξέρει ούτε ο ίδιος τι είναι ή τι μπορεί να γίνει. Ο δημιουργός δεν είναι κάποιος υπεράνθρωπος. Έχει τα χίλια προβλήματά του, τα ελαττώματά του. Η γνώμη του μετράει όσο μετράει και η γνώμη του γείτονα. Απλώς εκείνος διαθέτει το χάρισμα να βλέπει τα πράγματα από διαφορετική οπτική γωνία. Η κατάπτωση πολλών δημιουργών είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας. Χάσαμε το αισθητικό πλαίσιο, που έκανε τον κόσμο μας σαφή. Το να κρατάς μια σχετικά αξιοπρεπή στάση μέσα σε όλο αυτό, γίνεται όλο και πιο δύσκολο.

-Έχουμε τον πόνο μας, έχουμε και τον Αλκίνοο να μας πουλάει ποίηση!

Είδες, φτάσαμε να δίνουμε στην ποίηση αρνητικό πρόσημο. Και να ονομάζουμε εμένα ποιητή. Κάτι πάει πολύ στραβά! Ο πόνος που αναφέρεις, είναι μόνο προσωπικός. Και το αίσθημά μας ρηχό. Πόσες φορές βλέπουμε στον δρόμο κάτι που μας συγκλονίζει; Πολλές. Αλλά, οι περισσότεροι, δεν κάνουμε κάτι για αυτό. Είμαστε απλώς συναισθηματικοί. Ο μέσος πολίτης δεν είναι πολίτης, αλλά μονάδα. Χάσαμε τη συμμετοχή και την κοινότητα. Γι’ αυτό προτιμώ να μένω σε χωριό.

-Κάνεις αθλητισμό και μάλιστα τον ανακάλυψες αρκετά μεγάλος. Τι ακριβώς σου προσφέρει το τρέξιμο;

Ο αθλητισμός σε ταπεινώνει. Πράγμα χρήσιμο στο επάγγελμά μου. Όταν ξεκινάς να τρέξεις 15 χιλιόμετρα και χαροπαλεύεις για να τερματίσεις, έρχεσαι αντιμέτωπος με την αδυναμία σου. Θυμώνεις, που δεν μπορείς, ενώ χτες πετούσες. Βλέπεις τα όριά σου και μετά συγχωρείς πιο εύκολα τις αδυναμίες των άλλων. Επίσης, με βοηθάει να συγκεντρωθώ. Μετά από έναν αριθμό χιλιομέτρων, μπαίνω σε μία φάση ήσυχης επίγνωσης που δεν τη βρίσκω εύκολα αλλού. Περισσότερο όμως και από το τρέξιμο, αφοσιώνομαι στο Αϊκίντο. Εκεί, έρχομαι σε επαφή με τον άλλο άνθρωπο. Μαθαίνω να σέβομαι αυτόν που μου επιτίθεται, αναγνωρίζω την ιερότητα στην προσωπικότητα αυτού που θέλει να με βλάψει. Με κάνει καλύτερο άνθρωπο.

-Υποθέτω ότι το ποδόσφαιρο σε συγκινεί πολύ λιγότερο.

Ο μόνος αθλητισμός που παραδέχομαι είναι ο ερασιτεχνικός. Το υπόλοιπο σούργελο, με τα γελοία πρωταθλήματα των ιθαγενών ποδοσφαιρικών θιάσων, αλλά και τις διεθνείς φιέστες, το θεωρώ κατάντημα του είδους. Ελάχιστοι ποδοσφαιριστές, με τη στάση τους, κρατούν κάποια προσχήματα. Το ποδόσφαιρο συγκεντρώνει όλα τα κακά της μοίρας μας: βία, διαπλοκή, αμορφωσιά, μπράβους, μικροαπατεώνες, μεγαλομαφιόζους, καναλάρχες, εφοπλιστές, αστυνομικούς, στοιχιματζήδες, και μέσα σε όλο αυτό ένα ασυνάρτητο κράτος που το χρηματοδοτεί και υποτίθεται ότι το ελέγχει. Το βρίσκω απαράδεκτο, να αφιερώνει η κρατική τηλεόραση ολόκληρα κανάλια στη μπάλα και στη μαύρη νύχτα που ορίζει τα πάντα. Θα έπρεπε να οδηγηθούν στο κλείσιμο, όλοι αυτοί. Η ποδοσφαιροποίηση της κοινωνίας εντείνεται, αντί να μειώνεται. Και το επίπεδό μας πέφτει στα βάραθρα, από τον πάτο στον απόπατο. Έπειτα αναρωτιόμαστε, γιατί θεριεύει η ακροδεξιά.

-Όταν βλέπεις πέντε χιλιάδες κόσμο σε μία συναυλία, δεν σκέφτεσαι ότι ανάμεσά τους υπάρχουν και χρυσαυγίτες;

Δεν νομίζω ότι έρχονται να με ακούσουν. Δεν τους ενδιαφέρει αυτό που κάνω ούτε ανήκουμε στο ίδιο αισθητικό πλαίσιο. Η αισθητική είναι ηθική.

-Ποια είναι τα εικονίσματά σου; Σε ποιους ανάβεις καντήλι;

Στον ανώνυμο Κύπριο ποιητάρη. Στον Μπαχ. Στον Σοστακόβιτς. Στον Βαμβακάρη. Στον Τσιτσάνη. Στον Χατζιδάκι. Στον Σαββόπουλο. Αυτοί είναι οι δημιουργοί που με καθόρισαν. Χωρίς εκείνους, θα ήμουν κάποιος άλλος. Επίσης, κάποιοι φιλόσοφοι, ένας ή δύο ζωγράφοι, αρκετοί ποιητές, κάποιοι λογοτέχνες όπως ο Ντοστογιέφσκι ή ο Μάρκες. Από τους Έλληνες, με συγκινεί περισσότερο ο Παπαδιαμάντης, αν και φαινομενικά δεν ανήκω στον κόσμο του.

-Θρησκεία υπάρχει σε αυτό που κάνεις;

Με στηρίζει μια ευλάβια, και μια βαθιά συγκίνηση μπροστά στην ιερότητα της ύπαρξης και της συνύπαρξης, που δεν μπορώ όμως να καθρεφτίσω μέσα στην εκκλησιαστική πραγματικότητα. Τη βρίσκω στη φύση, στους ανθρώπους και μέσα μου. Και στα τραγούδια. Για παράδειγμα, στον Νίκο Γκάτσο βρίσκω έναν δρόμο, όπως και στα παραδοσιακά ή στα ρεμπέτικα. Δεν είμαι θρήσκος, με τη συστημική έννοια. Μου έρχονται δάκρυα σε ερειπωμένα ξωκλήσια, μπορεί να βρεθώ στο έδαφος με λυγμούς. Δυσανασχετώ όμως στις εκκλησίες, βγαίνω για να καπνίσω. Είμαι ένθεος στην καρδιά, άθεος στο μυαλό. Ο λόγος πολλών ιεραρχών μού προκαλεί απέχθεια και τον βρίσκω βλακώδη και επικίνδυνο. Κατέστρεψαν πολλές ζωές. Μεταξύ παπάδων και ποιητών, διαλέγω τους ποιητές.

-Και τι σκοπεύετε να ψηφίσετε, αγαπητέ Αλκίνοε;

Η πτώση του επιπέδου της κοινωνίας συνεχίζεται ακάθεκτη, και αυτό νομίζω ότι είναι η μεγαλύτερη αποτυχία της κυβέρνησης. Χίλια καλά να κάνει, αν δεν νικήσει αυτό, χαθήκαμε. Κατά τα άλλα, έκανε αρκετή δουλειά σε διάφορους τομείς και έφερε σημαντικά αποτελέσματα σε αρκετά πεδία. Το διεθνές περιβάλλον δεν επιτρέπει Αριστερή διακυβέρνηση, μόνο κάποια «λοξοκοιτάγματα» προς μια πιο κοινωνική πολιτική. Μπορεί λοιπόν να θεωρηθεί αποτυχημένη ως Αριστερή η κυβέρνηση, αλλά επιτυχημένη, σε αρκετά σημαντικά θέματα, ως κυβέρνηση σκέτο. Η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού. Σαν καλλιτέχνης όμως, διατηρώ την υποχρέωση και την πολυτέλεια να με ενδιαφέρει το ανέφικτο. Δεν είναι το όνειρό μου η καλύτερη διαχείρηση μιας άδικης πραγματικότητας.

-Επιστρέφουμε στο «μη χείρον»;

Άθλια λογική αυτή. Είναι κρίμα που μοιάζει ξανά υποχρεωτική. Νομίζω πάντως ότι με κανέναν τρόπο οι σημερινοί δεν πρόλαβαν να διαφθαρούν όσο οι προηγούμενοι, ενώ η άλλη πλευρά καθόλου δεν «καθάρισε» ακόμη. Τώρα που πληρώσαμε τα δίδακτρα για να μάθουν τη δουλειά, να τους διώξουμε; Έγιναν ρεαλιστές. Ποτέ δεν έδωσα όμως στον ρεαλισμό κάποια μεγάλη αξία. Αν ήμασταν απλώς ρεαλιστές, θα αποτελούσαμε ακόμη Οθωμανική επαρχία. Ως Κύπριος, είμαι αρκετά ικανοποιημένος. Για πολλά χρόνια, η επίσημη γραμμή ήταν: «Η Κύπρος αποφασίζει, η Ελλάδα συμπαρίσταται». Με άλλα λόγια, «κόψτε τον λαιμό σας». Ο Κοτζιάς στάθηκε αποφασιστικά και δίκαια απέναντι στο Κυπριακό. Βέβαια, δεν είναι πια στη θέση του, όπως δεν είναι και ο Φίλης, που ήλπιζα ότι θα έκανε κάτι για την παιδεία.

-Το ύφος της εξουσίας είναι πρόβλημα;

Στο δημόσιο λόγο σου, όταν κυβερνάς, απαγορεύεται να πουλάς μαγκιές και να ξεκατινιάζεσαι. Όσο και αν αγωνίζεσαι, όσο τίμιος και να είσαι, όσες αμαρτίες προηγούμενων και αν διορθώνεις, όσο σκληρό και αν είναι το παιχνίδι. Δεν πολεμιέται η ασχήμια με ασχήμια. Η πρώτη έγνοια της κάθε κυβέρνησης θα έπρεπε να είναι να ανεβάσει με νύχια και με δόντια το επίπεδο όλων μας, αρχίζοντας από το δικό της.

-«Κανενός δεν σκίζεται η καρδιά», τραγουδάς, «μόνο η δική μου».

Και στο τέλος λέω, «κανενός δεν σκίζεται η καρδιά, ούτε η δική μου». Αντικρίζουμε μια τραγωδία, γυρνάμε το κεφάλι αλλού και ξεχνιόμαστε. Υπάρχουν όμως άνθρωποι, που έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους τον καιρό της κρίσης, μόνοι ή μέσα από συλλογικότητες. Ανώνυμοι και σπουδαίοι. Είναι άδικο να τους τσουβαλιάζουμε και αυτούς στη δική μας ανημπόρια. Κάποιοι κρατούν τη φλόγα αναμμένη. Η ιστορία δεν σταματά ως εδώ. Κάτι καλό θα βγει, κάτι μεγάλο θα γεννηθεί πάλι. Είδες που τελικά είμαι αισιόδοξος;

Φωτογραφίες Στέλιος Μισίνας/Eurokinissi

Πηγή Αλκίνοος Ιωάννίδης: Αγωνίστηκα πολύ για να μειώσω το κοινό μου