25 May, 2018
Home / Ελλαδα (Page 134)

Η Νάντια Μπουλέ πιο σέξι από ποτέ

Η Νάντια Μπουλέ δεν μας έχει συνηθίσει σε σέξι πόζες και να παίζει στο Instagram με τους αρσενικούς θαυμαστές της!

 

Η ηθοποιός – παρουσιάστρια, φόρεσε τις δαντέλες της, προέταξε το μπούστο της και πόζαρε με στυλ που αποπνέει αισθησιασμό και ερωτισμό.

Η πολυτάλαντη Νάντια Μπουλέ, πρωταγωνιστεί φέτος στην ελληνική εκδοχή του θρυλικού μιούζικαλ «Grease». Η Νάντια, μετά την Evita δοκιμάζει τις δυνάμεις της υποδυόμενη τον ρόλο που είχε ενσαρκώσει με τεράστια επιτυχία η Olivia Newton John στην κινηματογραφική ταινία του 1978 και τα καταφέρνει εξαιρετικά.

Η Νάντια Μπουλέ πιο σέξι από ποτέ

Η Νάντια Μπουλέ πιο σέξι από ποτέ

Η Νάντια Μπουλέ δεν μας έχει συνηθίσει σε σέξι πόζες και να παίζει στο Instagram με τους αρσενικούς θαυμαστές της!

 

Η ηθοποιός – παρουσιάστρια, φόρεσε τις δαντέλες της, προέταξε το μπούστο της και πόζαρε με στυλ που αποπνέει αισθησιασμό και ερωτισμό.

Η πολυτάλαντη Νάντια Μπουλέ, πρωταγωνιστεί φέτος στην ελληνική εκδοχή του θρυλικού μιούζικαλ «Grease». Η Νάντια, μετά την Evita δοκιμάζει τις δυνάμεις της υποδυόμενη τον ρόλο που είχε ενσαρκώσει με τεράστια επιτυχία η Olivia Newton John στην κινηματογραφική ταινία του 1978 και τα καταφέρνει εξαιρετικά.

Η Νάντια Μπουλέ πιο σέξι από ποτέ

Ένας από τους πλέον συνηθισμένους αποπροσανατολιστικούς μύθους που χρησιμοποιεί ο νεο-φιλελευθερισμός για να χειραγωγήσει κυρίως τα μικρομεσαία κοινωνικά στρώματα είναι πως…
η δραστική μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων με τον ταυτόχρονο, επίσης δραστικό, περιορισμό του κράτους ωφελεί τις ζωές του.

Είναι κοινός τόπος πως η συγκολλητική ουσία, για να διαιωνίζεται ο κοινωνικός σχηματισμός που ευνοεί την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, είναι η φθορά των συνειδήσεων των υποτελών τάξεων. Φθορά που επέρχεται με τις πολλαπλές στρεβλώσεις που δημιουργεί η προπαγάνδα των από πάνω, με ψευδοεπιστημονικές αναλύσεις, με δημιουργία ψευδογεγονότων κ.ο.κ. Οπότε, ακόμα και αν συμφωνήσουμε πως ο κόσμος της εργασίας είναι ο συγγραφέας και ο εκτελεστής της ιστορίας του, η σύγχυση που δημιουργείται είναι τέτοια που η χειραφέτηση ενίοτε παραπέμπεται στο μέλλον του συλλογικού φαντασιακού.

Ένας από τους πλέον συνηθισμένους αποπροσανατολιστικούς μύθους που χρησιμοποιεί ο νεο-φιλελευθερισμός για να χειραγωγήσει κυρίως τα μικρομεσαία κοινωνικά στρώματα είναι πως η δραστική μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων με τον ταυτόχρονο, επίσης δραστικό, περιορισμό του κράτους ωφελεί τις ζωές του. Ο αφηγηματικός λόγος των απανταχού δεξιών πολιτικών, από τον Ντόναλντ Τραμπ ως τον Κυριάκο Μητσοτάκη εκεί εστιάζει. Και βρίσκει ευήκοα ώτα στους ταλαιπωρημένους από την καπιταλιστική συνθήκη μικροϊδιοκτήτες μέσων παραγωγής ή στους ελεύθερους επαγγελματίες οι οποίοι, ατυχώς, ταξικά αποπροσανατολισμένοι, έχουν ήδη ταυτίσει το συμφέρον τους με εκείνο των μεγαλοεπιχειρηματιών του κεφαλαίου.

Είναι σαφές πως η φορολογική μεταρρύθμιση που, πριν από ένα περίπου μήνα, πέρασε από τη Γερουσία ο Ντόναλντ Τραμπ θα καλυτερέψει τα οικονομικά μεγέθη, κοινώς θα αβγατίσει τα λεφτά, όχι όμως των υποτελών αλλά της κυρίαρχης τάξης. Και τούτο διότι η φορολογία των εταιρειών από το 35% μειώνεται μεν στο 20%, αλλά τούτο αφορά μοναχά τις μεγάλες επιχειρήσεις. Οι άλλες, τα μαγαζάκια της γωνίας αλλά και οι μεγαλύτερες, αυτές που βγάζουν μέχρι 260.000 δολάρια ετησίως, ό,τι πλήρωναν το αυτό και θα πληρώνουν. Ούτε σεντς λιγότερο. Και για να ισοφαρίσει ο λογαριασμός, καταργούνται και πολλές φοροαπαλλαγές.

Οι ψηφοφόροι όμως του προέδρου των ΗΠΑ, όχι βεβαίως οι πολυεκατομμυριούχοι της τάξης του, αλλά οι άλλοι, οι εργαζόμενοι φορολογούμενοι μικροαστοί, εκείνοι που αντιδρούσαν στο σύστημα υγείας του Ομπάμα, που ενδίδουν στις φωνασκίες για δραστικό περιορισμό του κράτους και συναποτελούν ό,τι ακριβώς ορίζεται ως αλλοτριωμένη συνείδηση, θα δουν τις ζωές τους να χειροτερεύουν. Η μεταρρύθμιση του Τραμπ σέβεται εξάλλου κάθε offshore, κάθε πετρελαϊκή, κάθε πολυεθνική οι οποίες και προάγουν τις καπιταλιστικές ανισότητες.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι ένας από τους γνησιότερους εκφραστές των πολιτικών του νεοφιλελευθερισμού. Το απέδειξε εξάλλου ως ο υπουργός που σκόπευε να περιορίσει δραστικά το κράτος διά των απολύσεων των υπαλλήλων του. Τώρα, ομιλεί διαρκώς για τη μείωση της φορολογίας, δεν είναι όμως σαφής: θα περικόψει τους φόρους που βαρύνουν τους μικρομεσαίους, φορολογώντας τον μεγάλο πλούτο των υπεράκτιων εταιρειών κ.ο.κ.; Θα υπερασπιστεί το μαγαζάκι της γωνίας και θα ταχτεί εναντίον των πολυεθνικών; Το δε κράτος θα το συμμαζέψει, πώς; Διά των απολύσεων δασκάλων, το κλείσιμο νοσοκομείων, της πασίγνωστης δηλαδή δοκιμασμένης συνταγής, με τα γνωστά θύματα;

Αλλά εάν ο μέσος αμερικανός ταυτίστηκε με τον «αυτοδημιούργητο» -και τώρα παραπαίοντα- Τραμπ, οι πιθανότητες να ταυτιστεί ο μέσος έλληνας με το αφήγημα του Κ. Μητσοτάκη παραείναι μικρές. Διότι έπαθε και έμαθε, με δείγματα γραφής που δόθηκαν ιστορικά μόλις εχθές…

Κατέ Καζάντη

Aπό τον Τραμπ, στον Μητσοτάκη…

Ένας από τους πλέον συνηθισμένους αποπροσανατολιστικούς μύθους που χρησιμοποιεί ο νεο-φιλελευθερισμός για να χειραγωγήσει κυρίως τα μικρομεσαία κοινωνικά στρώματα είναι πως…
η δραστική μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων με τον ταυτόχρονο, επίσης δραστικό, περιορισμό του κράτους ωφελεί τις ζωές του.

Είναι κοινός τόπος πως η συγκολλητική ουσία, για να διαιωνίζεται ο κοινωνικός σχηματισμός που ευνοεί την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, είναι η φθορά των συνειδήσεων των υποτελών τάξεων. Φθορά που επέρχεται με τις πολλαπλές στρεβλώσεις που δημιουργεί η προπαγάνδα των από πάνω, με ψευδοεπιστημονικές αναλύσεις, με δημιουργία ψευδογεγονότων κ.ο.κ. Οπότε, ακόμα και αν συμφωνήσουμε πως ο κόσμος της εργασίας είναι ο συγγραφέας και ο εκτελεστής της ιστορίας του, η σύγχυση που δημιουργείται είναι τέτοια που η χειραφέτηση ενίοτε παραπέμπεται στο μέλλον του συλλογικού φαντασιακού.

Ένας από τους πλέον συνηθισμένους αποπροσανατολιστικούς μύθους που χρησιμοποιεί ο νεο-φιλελευθερισμός για να χειραγωγήσει κυρίως τα μικρομεσαία κοινωνικά στρώματα είναι πως η δραστική μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων με τον ταυτόχρονο, επίσης δραστικό, περιορισμό του κράτους ωφελεί τις ζωές του. Ο αφηγηματικός λόγος των απανταχού δεξιών πολιτικών, από τον Ντόναλντ Τραμπ ως τον Κυριάκο Μητσοτάκη εκεί εστιάζει. Και βρίσκει ευήκοα ώτα στους ταλαιπωρημένους από την καπιταλιστική συνθήκη μικροϊδιοκτήτες μέσων παραγωγής ή στους ελεύθερους επαγγελματίες οι οποίοι, ατυχώς, ταξικά αποπροσανατολισμένοι, έχουν ήδη ταυτίσει το συμφέρον τους με εκείνο των μεγαλοεπιχειρηματιών του κεφαλαίου.

Είναι σαφές πως η φορολογική μεταρρύθμιση που, πριν από ένα περίπου μήνα, πέρασε από τη Γερουσία ο Ντόναλντ Τραμπ θα καλυτερέψει τα οικονομικά μεγέθη, κοινώς θα αβγατίσει τα λεφτά, όχι όμως των υποτελών αλλά της κυρίαρχης τάξης. Και τούτο διότι η φορολογία των εταιρειών από το 35% μειώνεται μεν στο 20%, αλλά τούτο αφορά μοναχά τις μεγάλες επιχειρήσεις. Οι άλλες, τα μαγαζάκια της γωνίας αλλά και οι μεγαλύτερες, αυτές που βγάζουν μέχρι 260.000 δολάρια ετησίως, ό,τι πλήρωναν το αυτό και θα πληρώνουν. Ούτε σεντς λιγότερο. Και για να ισοφαρίσει ο λογαριασμός, καταργούνται και πολλές φοροαπαλλαγές.

Οι ψηφοφόροι όμως του προέδρου των ΗΠΑ, όχι βεβαίως οι πολυεκατομμυριούχοι της τάξης του, αλλά οι άλλοι, οι εργαζόμενοι φορολογούμενοι μικροαστοί, εκείνοι που αντιδρούσαν στο σύστημα υγείας του Ομπάμα, που ενδίδουν στις φωνασκίες για δραστικό περιορισμό του κράτους και συναποτελούν ό,τι ακριβώς ορίζεται ως αλλοτριωμένη συνείδηση, θα δουν τις ζωές τους να χειροτερεύουν. Η μεταρρύθμιση του Τραμπ σέβεται εξάλλου κάθε offshore, κάθε πετρελαϊκή, κάθε πολυεθνική οι οποίες και προάγουν τις καπιταλιστικές ανισότητες.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι ένας από τους γνησιότερους εκφραστές των πολιτικών του νεοφιλελευθερισμού. Το απέδειξε εξάλλου ως ο υπουργός που σκόπευε να περιορίσει δραστικά το κράτος διά των απολύσεων των υπαλλήλων του. Τώρα, ομιλεί διαρκώς για τη μείωση της φορολογίας, δεν είναι όμως σαφής: θα περικόψει τους φόρους που βαρύνουν τους μικρομεσαίους, φορολογώντας τον μεγάλο πλούτο των υπεράκτιων εταιρειών κ.ο.κ.; Θα υπερασπιστεί το μαγαζάκι της γωνίας και θα ταχτεί εναντίον των πολυεθνικών; Το δε κράτος θα το συμμαζέψει, πώς; Διά των απολύσεων δασκάλων, το κλείσιμο νοσοκομείων, της πασίγνωστης δηλαδή δοκιμασμένης συνταγής, με τα γνωστά θύματα;

Αλλά εάν ο μέσος αμερικανός ταυτίστηκε με τον «αυτοδημιούργητο» -και τώρα παραπαίοντα- Τραμπ, οι πιθανότητες να ταυτιστεί ο μέσος έλληνας με το αφήγημα του Κ. Μητσοτάκη παραείναι μικρές. Διότι έπαθε και έμαθε, με δείγματα γραφής που δόθηκαν ιστορικά μόλις εχθές…

Κατέ Καζάντη

Aπό τον Τραμπ, στον Μητσοτάκη…

Δείτε πώς είναι σήμερα η Αγγέλα από το Παρά Πέντε

Η κατά κόσμον Αγγελική Λάμπρη (Αγγέλα στο Παρά Πέντε) δεν κάνει πλέον τόσες δημόσιες εμφανίσεις αλά ο φακός την συνέλαβε μαζί με τους φίλους της Αλέξανδρο Μπουρδούμη και Λίνα Σακκά.

Το Παρά Πέντε ήταν μία από τις πιο δημοφιλείς σειρές στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης. Και οι πέντε χαρακτήρες ήταν πολύ αγαπητοί αλλά η μία που σχεδόν έχουμε χάσει είναι η κοκκινομάλλα, «άγρια» της υπόθεσης, Αγγέλα. 

 

Η ηθοποιός έχει πάρει μερικά κιλά και πλέον δεν έχει κόκκινα μαλλιά, αλλά παραμένει το ίδιο όμορφη.

 

 
 
Instagram

Δείτε πώς είναι σήμερα η Αγγέλα από το Παρά Πέντε

Στη δεύτερη περίοδο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, στη λεγόμενη και εποχή του «αριστερού ρεαλισμού», ο Αλέξης Τσίπρας έχει θέσει δύο απολύτως ευκρινείς στόχους: την…
υπέρβαση και το τέλος του μνημονίου διά της ταχείας εφαρμογής του και την παγίωση της πολιτικής ηγεμονίας του ΣΥΡΙΖΑ στον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς.

Αυτή την εβδομάδα, και ακριβώς στο μέσον της δεύτερης θητείας του, ο πρωθυπουργός ήταν αφοπλιστικά ειλικρινής και ως προς τον πολιτικό σχεδιασμό για την επίτευξη των εν λόγω στόχων – έναν σχεδιασμό που προϋποθέτει ότι οι εθνικές κάλπες δεν θα στηθούν πριν από το 2019 και ότι η κυβέρνηση θα έχει στη διάθεσή της έναν «καθαρό διάδρομο» δέκα έως δώδεκα μηνών μετά το τέλος του μνημονίου προς κοινωνική αλλά και δημοσκοπική ανάταξη. Η είδηση, άλλωστε, στη συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα στον Real FM δεν ήταν πως επαναβεβαίωσε ότι θέλει εκλογές στο τέλος της κυβερνητικής θητείας, αλλά ότι υπέδειξε εξαιρετικά καθαρά και τους λόγους που τον οδηγούν σε αυτή την επιλογή.

«Εχω δηλώσει επανειλημμένως», είπε, «ότι οι εκλογές δεν θα είναι το ’18, θα είναι το ’19, στο τέλος της συνταγματικά κατοχυρωμένης θητείας της κυβέρνησης… Κι αυτό γιατί όχι μόνο τότε θα είναι ευνοϊκότερες οι συγκρίσεις σε σχέση με το πού ήμασταν και πώς θα παραδώσουμε τη χώρα, αλλά κυρίως γιατί η χώρα χρειάζεται να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη σε σχέση με τους εταίρους, άρα χρειάζεται πολιτική σταθερότητα και αυτή η κυβέρνηση μπορεί να την παράσχει».

Εν ολίγοις, ο πρωθυπουργός είπε το πολιτικά προφανές -ότι το 2019 θα είναι πιο ευνοϊκή εκλογική χρονιά για την κυβέρνηση- και το εθνικά αυτονόητο: πως τόσο η έξοδος από το δανειακό πρόγραμμα όσο και η πρώτη μεταμνημονιακή περίοδος προϋποθέτουν πολιτική σταθερότητα για να παγιωθεί η εμπιστοσύνη των αγορών και να μετακυλιστεί το θετικό αντίκρισμα στην κοινωνία.

Ταυτόχρονα, δε, έδειξε και τον πολιτικό «οδικό χάρτη» του Μαξίμου, που «τρέχει» παράλληλα με εκείνον της διαπραγμάτευσης με τους δανειστές και στο βασικό του σενάριο έχει τρεις κομβικούς σταθμούς: τέλος του προγράμματος και «αυτοδύναμη έξοδος» -όπως τη χαρακτήρισε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Δημήτρης Τζανακόπουλος- από το μνημόνιο τον Αύγουστο του 2018, δομικός και προεκλογικός ανασχηματισμός το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς και προσφυγή στις κάλπες στο διάστημα από το τέλος της άνοιξης έως και τον Σεπτέμβριο του 2019.

Πρόκειται για έναν «οδικό χάρτη» που υπόκειται μεν σε αστάθμητους εξωτερικούς παράγοντες, αλλά υπαγορεύεται από τρεις συγκεκριμένες αναγκαιότητες: την ανάγκη εμπέδωσης διεθνούς κλίματος εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία και μετά την έξοδο από το μνημόνιο, τη διαμόρφωση δημοσιονομικού χώρου ώστε η κυβέρνηση να μπορέσει να προχωρήσει σε στοχευμένες ελαφρύνσεις και παροχές και τη δημιουργία των χρονικών και οικονομικών περιθωρίων που θα επιτρέψουν την επαναδιαπραγμάτευση των ψηφισμένων μέτρων του 2019-2020 και δη εκείνων που αφορούν στη μείωση των συντάξεων.

«Η επόμενη χρονιά είναι η χρονιά κατά την οποία πρέπει να κερδίσουμε την μάχη της μεσαίας τάξης», λέει χαρακτηριστικά στη «Νέα Σελίδα» κυβερνητικό στέλεχος με γνώση των διεργασιών, προσθέτοντας με νόημα ότι «ο ΣΥΡΙΖΑ δεν σκοπεύει να πάει σε εκλογές απλώς για να τις χάσει».

Το θετικό στοιχείο για την κυβέρνηση σε αυτή την παρατεταμένη αντεπίθεση είναι ότι ο σχεδιασμός της συμπίπτει με εκείνον των δανειστών. Με ανοιχτή την πολιτική κρίση στη Γερμανία, τις ιταλικές εκλογές την άνοιξη και τη μάχη του Brexit, το τελευταίο που επιθυμεί η Ευρώπη αυτή τη στιγμή είναι μια νέα περίοδος πολιτικής αστάθειας και αναζωπύρωσης της κρίσης στην Ελλάδα.

«Το πολιτικό ρίσκο στην Ελλάδα έχει αυτή τη στιγμή ελαχιστοποιηθεί. Και το θετικό στοιχείο είναι ότι έχουμε μια κυβέρνηση που βρίσκεται μόλις στο μέσον της θητείας της» είναι το ενδεικτικό σχόλιο υψηλόβαθμου κοινοτικού παράγοντα που βρέθηκε πρόσφατα στην Αθήνα.

Το αρνητικό στοιχείο, από την άλλη πλευρά, είναι η κλιμάκωση της πολιτικής πίεσης που διαγράφεται τόσο εκ δεξιών όσο και εξ αριστερών. Οι πλειστηριασμοί, οι αλλαγές στον απεργιακό νόμο που θα ψηφιστούν μέσα στις επόμενες μέρες, οι ιδιωτικοποιήσεις και η μεταβίβαση των ΔΕΚΟ στο Υπερταμείο είναι πεδία στα οποία θα δοκιμαστούν οι κυβερνητικές αντοχές και θα κλιμακωθούν οι ακτιβιστικές κινητοποιήσεις από την πλευρά της ΛΑΕ, της Πλεύσης Ελευθερίας αλλά και του ΚΚΕ. Στην άλλη όχθη, η Νέα Δημοκρατία επιμένει στην «εκλογική ετοιμότητα», κάνει «σημαία» το αφήγημα της υπερφορολόγησης και επενδύει σταθερά στο ρήγμα της κυβερνητικής συνοχής είτε λόγω Σκοπιανού είτε λόγω υπέρβασης των αντοχών συγκατοίκησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

«Η ΝΔ στην πραγματικότητα γνωρίζει πως ούτε η κυβέρνηση θα πέσει από το Σκοπιανό ούτε θα στήσει πρόωρες κάλπες για να… αυτοχειριαστεί. Γνωρίζει όμως και ότι μετά το καλοκαίρι του ’18 όλα μπορεί να ανατραπούν. Γι’ αυτό ποντάρει στο “ατύχημα” και θα κάνει ό,τι μπορεί για να το προκαλέσει», λέει το ίδιο κυβερνητικό στέλεχος, προϊδεάζοντας για ένα δωδεκάμηνο «ηφαιστειακών πολιτικών συγκρούσεων»…

Νικόλ Λειβαδάρη

Γιατί οι κάλπες θα στηθούν το 2019…

Στη δεύτερη περίοδο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, στη λεγόμενη και εποχή του «αριστερού ρεαλισμού», ο Αλέξης Τσίπρας έχει θέσει δύο απολύτως ευκρινείς στόχους: την…
υπέρβαση και το τέλος του μνημονίου διά της ταχείας εφαρμογής του και την παγίωση της πολιτικής ηγεμονίας του ΣΥΡΙΖΑ στον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς.

Αυτή την εβδομάδα, και ακριβώς στο μέσον της δεύτερης θητείας του, ο πρωθυπουργός ήταν αφοπλιστικά ειλικρινής και ως προς τον πολιτικό σχεδιασμό για την επίτευξη των εν λόγω στόχων – έναν σχεδιασμό που προϋποθέτει ότι οι εθνικές κάλπες δεν θα στηθούν πριν από το 2019 και ότι η κυβέρνηση θα έχει στη διάθεσή της έναν «καθαρό διάδρομο» δέκα έως δώδεκα μηνών μετά το τέλος του μνημονίου προς κοινωνική αλλά και δημοσκοπική ανάταξη. Η είδηση, άλλωστε, στη συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα στον Real FM δεν ήταν πως επαναβεβαίωσε ότι θέλει εκλογές στο τέλος της κυβερνητικής θητείας, αλλά ότι υπέδειξε εξαιρετικά καθαρά και τους λόγους που τον οδηγούν σε αυτή την επιλογή.

«Εχω δηλώσει επανειλημμένως», είπε, «ότι οι εκλογές δεν θα είναι το ’18, θα είναι το ’19, στο τέλος της συνταγματικά κατοχυρωμένης θητείας της κυβέρνησης… Κι αυτό γιατί όχι μόνο τότε θα είναι ευνοϊκότερες οι συγκρίσεις σε σχέση με το πού ήμασταν και πώς θα παραδώσουμε τη χώρα, αλλά κυρίως γιατί η χώρα χρειάζεται να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη σε σχέση με τους εταίρους, άρα χρειάζεται πολιτική σταθερότητα και αυτή η κυβέρνηση μπορεί να την παράσχει».

Εν ολίγοις, ο πρωθυπουργός είπε το πολιτικά προφανές -ότι το 2019 θα είναι πιο ευνοϊκή εκλογική χρονιά για την κυβέρνηση- και το εθνικά αυτονόητο: πως τόσο η έξοδος από το δανειακό πρόγραμμα όσο και η πρώτη μεταμνημονιακή περίοδος προϋποθέτουν πολιτική σταθερότητα για να παγιωθεί η εμπιστοσύνη των αγορών και να μετακυλιστεί το θετικό αντίκρισμα στην κοινωνία.

Ταυτόχρονα, δε, έδειξε και τον πολιτικό «οδικό χάρτη» του Μαξίμου, που «τρέχει» παράλληλα με εκείνον της διαπραγμάτευσης με τους δανειστές και στο βασικό του σενάριο έχει τρεις κομβικούς σταθμούς: τέλος του προγράμματος και «αυτοδύναμη έξοδος» -όπως τη χαρακτήρισε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Δημήτρης Τζανακόπουλος- από το μνημόνιο τον Αύγουστο του 2018, δομικός και προεκλογικός ανασχηματισμός το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς και προσφυγή στις κάλπες στο διάστημα από το τέλος της άνοιξης έως και τον Σεπτέμβριο του 2019.

Πρόκειται για έναν «οδικό χάρτη» που υπόκειται μεν σε αστάθμητους εξωτερικούς παράγοντες, αλλά υπαγορεύεται από τρεις συγκεκριμένες αναγκαιότητες: την ανάγκη εμπέδωσης διεθνούς κλίματος εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία και μετά την έξοδο από το μνημόνιο, τη διαμόρφωση δημοσιονομικού χώρου ώστε η κυβέρνηση να μπορέσει να προχωρήσει σε στοχευμένες ελαφρύνσεις και παροχές και τη δημιουργία των χρονικών και οικονομικών περιθωρίων που θα επιτρέψουν την επαναδιαπραγμάτευση των ψηφισμένων μέτρων του 2019-2020 και δη εκείνων που αφορούν στη μείωση των συντάξεων.

«Η επόμενη χρονιά είναι η χρονιά κατά την οποία πρέπει να κερδίσουμε την μάχη της μεσαίας τάξης», λέει χαρακτηριστικά στη «Νέα Σελίδα» κυβερνητικό στέλεχος με γνώση των διεργασιών, προσθέτοντας με νόημα ότι «ο ΣΥΡΙΖΑ δεν σκοπεύει να πάει σε εκλογές απλώς για να τις χάσει».

Το θετικό στοιχείο για την κυβέρνηση σε αυτή την παρατεταμένη αντεπίθεση είναι ότι ο σχεδιασμός της συμπίπτει με εκείνον των δανειστών. Με ανοιχτή την πολιτική κρίση στη Γερμανία, τις ιταλικές εκλογές την άνοιξη και τη μάχη του Brexit, το τελευταίο που επιθυμεί η Ευρώπη αυτή τη στιγμή είναι μια νέα περίοδος πολιτικής αστάθειας και αναζωπύρωσης της κρίσης στην Ελλάδα.

«Το πολιτικό ρίσκο στην Ελλάδα έχει αυτή τη στιγμή ελαχιστοποιηθεί. Και το θετικό στοιχείο είναι ότι έχουμε μια κυβέρνηση που βρίσκεται μόλις στο μέσον της θητείας της» είναι το ενδεικτικό σχόλιο υψηλόβαθμου κοινοτικού παράγοντα που βρέθηκε πρόσφατα στην Αθήνα.

Το αρνητικό στοιχείο, από την άλλη πλευρά, είναι η κλιμάκωση της πολιτικής πίεσης που διαγράφεται τόσο εκ δεξιών όσο και εξ αριστερών. Οι πλειστηριασμοί, οι αλλαγές στον απεργιακό νόμο που θα ψηφιστούν μέσα στις επόμενες μέρες, οι ιδιωτικοποιήσεις και η μεταβίβαση των ΔΕΚΟ στο Υπερταμείο είναι πεδία στα οποία θα δοκιμαστούν οι κυβερνητικές αντοχές και θα κλιμακωθούν οι ακτιβιστικές κινητοποιήσεις από την πλευρά της ΛΑΕ, της Πλεύσης Ελευθερίας αλλά και του ΚΚΕ. Στην άλλη όχθη, η Νέα Δημοκρατία επιμένει στην «εκλογική ετοιμότητα», κάνει «σημαία» το αφήγημα της υπερφορολόγησης και επενδύει σταθερά στο ρήγμα της κυβερνητικής συνοχής είτε λόγω Σκοπιανού είτε λόγω υπέρβασης των αντοχών συγκατοίκησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

«Η ΝΔ στην πραγματικότητα γνωρίζει πως ούτε η κυβέρνηση θα πέσει από το Σκοπιανό ούτε θα στήσει πρόωρες κάλπες για να… αυτοχειριαστεί. Γνωρίζει όμως και ότι μετά το καλοκαίρι του ’18 όλα μπορεί να ανατραπούν. Γι’ αυτό ποντάρει στο “ατύχημα” και θα κάνει ό,τι μπορεί για να το προκαλέσει», λέει το ίδιο κυβερνητικό στέλεχος, προϊδεάζοντας για ένα δωδεκάμηνο «ηφαιστειακών πολιτικών συγκρούσεων»…

Νικόλ Λειβαδάρη

Γιατί οι κάλπες θα στηθούν το 2019…

Στη δεύτερη περίοδο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, στη λεγόμενη και εποχή του «αριστερού ρεαλισμού», ο Αλέξης Τσίπρας έχει θέσει δύο απολύτως ευκρινείς στόχους: την…
υπέρβαση και το τέλος του μνημονίου διά της ταχείας εφαρμογής του και την παγίωση της πολιτικής ηγεμονίας του ΣΥΡΙΖΑ στον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς.

Αυτή την εβδομάδα, και ακριβώς στο μέσον της δεύτερης θητείας του, ο πρωθυπουργός ήταν αφοπλιστικά ειλικρινής και ως προς τον πολιτικό σχεδιασμό για την επίτευξη των εν λόγω στόχων – έναν σχεδιασμό που προϋποθέτει ότι οι εθνικές κάλπες δεν θα στηθούν πριν από το 2019 και ότι η κυβέρνηση θα έχει στη διάθεσή της έναν «καθαρό διάδρομο» δέκα έως δώδεκα μηνών μετά το τέλος του μνημονίου προς κοινωνική αλλά και δημοσκοπική ανάταξη. Η είδηση, άλλωστε, στη συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα στον Real FM δεν ήταν πως επαναβεβαίωσε ότι θέλει εκλογές στο τέλος της κυβερνητικής θητείας, αλλά ότι υπέδειξε εξαιρετικά καθαρά και τους λόγους που τον οδηγούν σε αυτή την επιλογή.

«Εχω δηλώσει επανειλημμένως», είπε, «ότι οι εκλογές δεν θα είναι το ’18, θα είναι το ’19, στο τέλος της συνταγματικά κατοχυρωμένης θητείας της κυβέρνησης… Κι αυτό γιατί όχι μόνο τότε θα είναι ευνοϊκότερες οι συγκρίσεις σε σχέση με το πού ήμασταν και πώς θα παραδώσουμε τη χώρα, αλλά κυρίως γιατί η χώρα χρειάζεται να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη σε σχέση με τους εταίρους, άρα χρειάζεται πολιτική σταθερότητα και αυτή η κυβέρνηση μπορεί να την παράσχει».

Εν ολίγοις, ο πρωθυπουργός είπε το πολιτικά προφανές -ότι το 2019 θα είναι πιο ευνοϊκή εκλογική χρονιά για την κυβέρνηση- και το εθνικά αυτονόητο: πως τόσο η έξοδος από το δανειακό πρόγραμμα όσο και η πρώτη μεταμνημονιακή περίοδος προϋποθέτουν πολιτική σταθερότητα για να παγιωθεί η εμπιστοσύνη των αγορών και να μετακυλιστεί το θετικό αντίκρισμα στην κοινωνία.

Ταυτόχρονα, δε, έδειξε και τον πολιτικό «οδικό χάρτη» του Μαξίμου, που «τρέχει» παράλληλα με εκείνον της διαπραγμάτευσης με τους δανειστές και στο βασικό του σενάριο έχει τρεις κομβικούς σταθμούς: τέλος του προγράμματος και «αυτοδύναμη έξοδος» -όπως τη χαρακτήρισε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Δημήτρης Τζανακόπουλος- από το μνημόνιο τον Αύγουστο του 2018, δομικός και προεκλογικός ανασχηματισμός το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς και προσφυγή στις κάλπες στο διάστημα από το τέλος της άνοιξης έως και τον Σεπτέμβριο του 2019.

Πρόκειται για έναν «οδικό χάρτη» που υπόκειται μεν σε αστάθμητους εξωτερικούς παράγοντες, αλλά υπαγορεύεται από τρεις συγκεκριμένες αναγκαιότητες: την ανάγκη εμπέδωσης διεθνούς κλίματος εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία και μετά την έξοδο από το μνημόνιο, τη διαμόρφωση δημοσιονομικού χώρου ώστε η κυβέρνηση να μπορέσει να προχωρήσει σε στοχευμένες ελαφρύνσεις και παροχές και τη δημιουργία των χρονικών και οικονομικών περιθωρίων που θα επιτρέψουν την επαναδιαπραγμάτευση των ψηφισμένων μέτρων του 2019-2020 και δη εκείνων που αφορούν στη μείωση των συντάξεων.

«Η επόμενη χρονιά είναι η χρονιά κατά την οποία πρέπει να κερδίσουμε την μάχη της μεσαίας τάξης», λέει χαρακτηριστικά στη «Νέα Σελίδα» κυβερνητικό στέλεχος με γνώση των διεργασιών, προσθέτοντας με νόημα ότι «ο ΣΥΡΙΖΑ δεν σκοπεύει να πάει σε εκλογές απλώς για να τις χάσει».

Το θετικό στοιχείο για την κυβέρνηση σε αυτή την παρατεταμένη αντεπίθεση είναι ότι ο σχεδιασμός της συμπίπτει με εκείνον των δανειστών. Με ανοιχτή την πολιτική κρίση στη Γερμανία, τις ιταλικές εκλογές την άνοιξη και τη μάχη του Brexit, το τελευταίο που επιθυμεί η Ευρώπη αυτή τη στιγμή είναι μια νέα περίοδος πολιτικής αστάθειας και αναζωπύρωσης της κρίσης στην Ελλάδα.

«Το πολιτικό ρίσκο στην Ελλάδα έχει αυτή τη στιγμή ελαχιστοποιηθεί. Και το θετικό στοιχείο είναι ότι έχουμε μια κυβέρνηση που βρίσκεται μόλις στο μέσον της θητείας της» είναι το ενδεικτικό σχόλιο υψηλόβαθμου κοινοτικού παράγοντα που βρέθηκε πρόσφατα στην Αθήνα.

Το αρνητικό στοιχείο, από την άλλη πλευρά, είναι η κλιμάκωση της πολιτικής πίεσης που διαγράφεται τόσο εκ δεξιών όσο και εξ αριστερών. Οι πλειστηριασμοί, οι αλλαγές στον απεργιακό νόμο που θα ψηφιστούν μέσα στις επόμενες μέρες, οι ιδιωτικοποιήσεις και η μεταβίβαση των ΔΕΚΟ στο Υπερταμείο είναι πεδία στα οποία θα δοκιμαστούν οι κυβερνητικές αντοχές και θα κλιμακωθούν οι ακτιβιστικές κινητοποιήσεις από την πλευρά της ΛΑΕ, της Πλεύσης Ελευθερίας αλλά και του ΚΚΕ. Στην άλλη όχθη, η Νέα Δημοκρατία επιμένει στην «εκλογική ετοιμότητα», κάνει «σημαία» το αφήγημα της υπερφορολόγησης και επενδύει σταθερά στο ρήγμα της κυβερνητικής συνοχής είτε λόγω Σκοπιανού είτε λόγω υπέρβασης των αντοχών συγκατοίκησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

«Η ΝΔ στην πραγματικότητα γνωρίζει πως ούτε η κυβέρνηση θα πέσει από το Σκοπιανό ούτε θα στήσει πρόωρες κάλπες για να… αυτοχειριαστεί. Γνωρίζει όμως και ότι μετά το καλοκαίρι του ’18 όλα μπορεί να ανατραπούν. Γι’ αυτό ποντάρει στο “ατύχημα” και θα κάνει ό,τι μπορεί για να το προκαλέσει», λέει το ίδιο κυβερνητικό στέλεχος, προϊδεάζοντας για ένα δωδεκάμηνο «ηφαιστειακών πολιτικών συγκρούσεων»…

Νικόλ Λειβαδάρη

Γιατί οι κάλπες θα στηθούν το 2019…

Στη δεύτερη περίοδο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, στη λεγόμενη και εποχή του «αριστερού ρεαλισμού», ο Αλέξης Τσίπρας έχει θέσει δύο απολύτως ευκρινείς στόχους: την…
υπέρβαση και το τέλος του μνημονίου διά της ταχείας εφαρμογής του και την παγίωση της πολιτικής ηγεμονίας του ΣΥΡΙΖΑ στον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς.

Αυτή την εβδομάδα, και ακριβώς στο μέσον της δεύτερης θητείας του, ο πρωθυπουργός ήταν αφοπλιστικά ειλικρινής και ως προς τον πολιτικό σχεδιασμό για την επίτευξη των εν λόγω στόχων – έναν σχεδιασμό που προϋποθέτει ότι οι εθνικές κάλπες δεν θα στηθούν πριν από το 2019 και ότι η κυβέρνηση θα έχει στη διάθεσή της έναν «καθαρό διάδρομο» δέκα έως δώδεκα μηνών μετά το τέλος του μνημονίου προς κοινωνική αλλά και δημοσκοπική ανάταξη. Η είδηση, άλλωστε, στη συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα στον Real FM δεν ήταν πως επαναβεβαίωσε ότι θέλει εκλογές στο τέλος της κυβερνητικής θητείας, αλλά ότι υπέδειξε εξαιρετικά καθαρά και τους λόγους που τον οδηγούν σε αυτή την επιλογή.

«Εχω δηλώσει επανειλημμένως», είπε, «ότι οι εκλογές δεν θα είναι το ’18, θα είναι το ’19, στο τέλος της συνταγματικά κατοχυρωμένης θητείας της κυβέρνησης… Κι αυτό γιατί όχι μόνο τότε θα είναι ευνοϊκότερες οι συγκρίσεις σε σχέση με το πού ήμασταν και πώς θα παραδώσουμε τη χώρα, αλλά κυρίως γιατί η χώρα χρειάζεται να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη σε σχέση με τους εταίρους, άρα χρειάζεται πολιτική σταθερότητα και αυτή η κυβέρνηση μπορεί να την παράσχει».

Εν ολίγοις, ο πρωθυπουργός είπε το πολιτικά προφανές -ότι το 2019 θα είναι πιο ευνοϊκή εκλογική χρονιά για την κυβέρνηση- και το εθνικά αυτονόητο: πως τόσο η έξοδος από το δανειακό πρόγραμμα όσο και η πρώτη μεταμνημονιακή περίοδος προϋποθέτουν πολιτική σταθερότητα για να παγιωθεί η εμπιστοσύνη των αγορών και να μετακυλιστεί το θετικό αντίκρισμα στην κοινωνία.

Ταυτόχρονα, δε, έδειξε και τον πολιτικό «οδικό χάρτη» του Μαξίμου, που «τρέχει» παράλληλα με εκείνον της διαπραγμάτευσης με τους δανειστές και στο βασικό του σενάριο έχει τρεις κομβικούς σταθμούς: τέλος του προγράμματος και «αυτοδύναμη έξοδος» -όπως τη χαρακτήρισε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Δημήτρης Τζανακόπουλος- από το μνημόνιο τον Αύγουστο του 2018, δομικός και προεκλογικός ανασχηματισμός το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς και προσφυγή στις κάλπες στο διάστημα από το τέλος της άνοιξης έως και τον Σεπτέμβριο του 2019.

Πρόκειται για έναν «οδικό χάρτη» που υπόκειται μεν σε αστάθμητους εξωτερικούς παράγοντες, αλλά υπαγορεύεται από τρεις συγκεκριμένες αναγκαιότητες: την ανάγκη εμπέδωσης διεθνούς κλίματος εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία και μετά την έξοδο από το μνημόνιο, τη διαμόρφωση δημοσιονομικού χώρου ώστε η κυβέρνηση να μπορέσει να προχωρήσει σε στοχευμένες ελαφρύνσεις και παροχές και τη δημιουργία των χρονικών και οικονομικών περιθωρίων που θα επιτρέψουν την επαναδιαπραγμάτευση των ψηφισμένων μέτρων του 2019-2020 και δη εκείνων που αφορούν στη μείωση των συντάξεων.

«Η επόμενη χρονιά είναι η χρονιά κατά την οποία πρέπει να κερδίσουμε την μάχη της μεσαίας τάξης», λέει χαρακτηριστικά στη «Νέα Σελίδα» κυβερνητικό στέλεχος με γνώση των διεργασιών, προσθέτοντας με νόημα ότι «ο ΣΥΡΙΖΑ δεν σκοπεύει να πάει σε εκλογές απλώς για να τις χάσει».

Το θετικό στοιχείο για την κυβέρνηση σε αυτή την παρατεταμένη αντεπίθεση είναι ότι ο σχεδιασμός της συμπίπτει με εκείνον των δανειστών. Με ανοιχτή την πολιτική κρίση στη Γερμανία, τις ιταλικές εκλογές την άνοιξη και τη μάχη του Brexit, το τελευταίο που επιθυμεί η Ευρώπη αυτή τη στιγμή είναι μια νέα περίοδος πολιτικής αστάθειας και αναζωπύρωσης της κρίσης στην Ελλάδα.

«Το πολιτικό ρίσκο στην Ελλάδα έχει αυτή τη στιγμή ελαχιστοποιηθεί. Και το θετικό στοιχείο είναι ότι έχουμε μια κυβέρνηση που βρίσκεται μόλις στο μέσον της θητείας της» είναι το ενδεικτικό σχόλιο υψηλόβαθμου κοινοτικού παράγοντα που βρέθηκε πρόσφατα στην Αθήνα.

Το αρνητικό στοιχείο, από την άλλη πλευρά, είναι η κλιμάκωση της πολιτικής πίεσης που διαγράφεται τόσο εκ δεξιών όσο και εξ αριστερών. Οι πλειστηριασμοί, οι αλλαγές στον απεργιακό νόμο που θα ψηφιστούν μέσα στις επόμενες μέρες, οι ιδιωτικοποιήσεις και η μεταβίβαση των ΔΕΚΟ στο Υπερταμείο είναι πεδία στα οποία θα δοκιμαστούν οι κυβερνητικές αντοχές και θα κλιμακωθούν οι ακτιβιστικές κινητοποιήσεις από την πλευρά της ΛΑΕ, της Πλεύσης Ελευθερίας αλλά και του ΚΚΕ. Στην άλλη όχθη, η Νέα Δημοκρατία επιμένει στην «εκλογική ετοιμότητα», κάνει «σημαία» το αφήγημα της υπερφορολόγησης και επενδύει σταθερά στο ρήγμα της κυβερνητικής συνοχής είτε λόγω Σκοπιανού είτε λόγω υπέρβασης των αντοχών συγκατοίκησης ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

«Η ΝΔ στην πραγματικότητα γνωρίζει πως ούτε η κυβέρνηση θα πέσει από το Σκοπιανό ούτε θα στήσει πρόωρες κάλπες για να… αυτοχειριαστεί. Γνωρίζει όμως και ότι μετά το καλοκαίρι του ’18 όλα μπορεί να ανατραπούν. Γι’ αυτό ποντάρει στο “ατύχημα” και θα κάνει ό,τι μπορεί για να το προκαλέσει», λέει το ίδιο κυβερνητικό στέλεχος, προϊδεάζοντας για ένα δωδεκάμηνο «ηφαιστειακών πολιτικών συγκρούσεων»…

Νικόλ Λειβαδάρη

Γιατί οι κάλπες θα στηθούν το 2019…

Ο Χάρης Χριστόπουλος παρουσιαστής του «The Bachelor»

Ο Χάρης Χριστόπουλος αναλαμβάνει τα ηνία της παρουσίασης του νέου πολυαναμενόμενου show του ΑΝΤ1, The Bachelor.

Το όνομά του ακουγόταν έντονα τις τελευταίες ημέρες, μετά το τέλος των επιτυχημένων εμφανίσεών του στο My Style Rocks. Σήμερα, όμως, επιβεβαιώθηκε μέσα από το Πρωινό και διά στόματος Θέμη Γεωργαντά.

«Ο παρουσιαστής θα είναι ο ένας και μοναδικός, που του ταιριάζει γάντι, ο Χάρης Χριστόπουλος. Θα βρίσκεται εκεί και θα δίνει tips στις γυναίκες, θα τις εμψυχώνει γιατί θα πέσει πολύ κλάμα. Καταλαβαίνετε τι έχει να γίνει» είπε χαρακτηριστικά.

Όπως ειπώθηκε, μάλιστα, πρόταση για να είναι παρουσιαστής και συνάμα ο… bachelor είχε γίνει και στον Γιώργο Αγγελόπουλο.

Ο Χάρης Χριστόπουλος παρουσιαστής του «The Bachelor»