15 October, 2018
Home / Περιβαλλον (Page 9)

Η λέξη «fanzine» προέρχεται από τις λέξεις ‘fan’ (‘φανατικός θαυμαστής’) και ‘magazine’ (‘περιοδικό’). Οι διάφορες έρευνες που αναζητούν τις ρίζες των fanzines, συχνά επισημαίνουν το ρόλο των φανατικών θαυμαστών των αμερικάνικων περιοδικών επιστημονικής φαντασίας της δεκαετίας του ’20. Ειδικότερα, ο θεωρητικός των fanzines Stephen Duncombe επικεντρώνεται στο περιοδικό Amazing Stories, όπου καθιερώνεται στήλη γραμμάτων των αναγνωστών, τα οποία συνήθως πραγματεύονται την αληθοφάνεια και την ενδεχόμενη επιστημονική βαρύτητα των ιστοριών επιστημονικής φαντασίας. Παράλληλα, δημοσιεύονται τα στοιχεία επικοινωνίας του εκάστοτε επιστολογράφου, γεγονός που επιτρέπει τη δυνατότητα άμεσης επικοινωνίας οποιουδήποτε αναγνώστη μαζί του. Αλληλογραφώντας πλέον απευθείας, οι αναγνώστες αναπτύσσουν επαφές και σύντομα δημιουργείται η πρώτη ένωση φανατικών θαυμαστών (‘fans’) της επιστημονικής φαντασίας, το ‘Science Correspondence Club’, το οποίο θα εκδώσει τον Μάιο του 1930 το περιοδικό the Comet, που συχνά εκλαμβάνεται ως το πρώτο fanzine [1]. Δέκα χρόνια αργότερα, αναζητώντας μια συντομογραφία για τον όρο ‘fan magazine’, ο λάτρης της επιστημονικής φαντασίας Russel Chauvenet δηλώνει στο fanzine του Detours την προτίμηση στον όρο ‘fanzine’ έναντι του ‘fanmag’ και επινοεί έτσι έναν όρο, ο οποίος αποκτά αμέσως ευρεία χρήση και το 1949 συμπεριλαμβάνεται στο Oxford English Dictionary. Σύμφωνα με τον Duncombe, η αμφισβήτηση του ρόλου του παθητικού αναγνώστη και η ενεργός διεκδίκηση της ιδιότητας του δημιουργού αποτελεί ουσιαστικά ένα είδος έμπρακτης κριτικής στην καταναλωτική κουλτούρα με προφανείς πολιτικές διαστάσεις, γεγονός που διακρίνει με σαφήνεια την έκδοση ενός fanzine από την υιοθέτηση ενός οποιουδήποτε χόμπι [2].

Εξίσου συχνά, οι καταβολές των fanzines αναζητούνται σε πρακτικές αυτό-έκδοσης με σαφέστερα πολιτικά χαρακτηριστικά, οι οποίες αναπτύσσονται τόσο στις Η.Π.Α., όσο και στην Ε.Σ.Σ.Δ. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των ‘samizdat’, αντικαθεστωτικών εντύπων που διακινούνται παράνομα στη Σοβιετική Ένωση τη μετά-σταλινική περίοδο. Κυριολεκτικά, η λέξη ‘samizdat’ σημαίνει αυτό-έκδοση και αποτελεί ουσιαστικά παρωδία του όρου ‘gosizdat’, που σημαίνει κρατική έκδοση [3]. Την ίδια περίοδο, εξάλλου, η πρακτική της αυτό-έκδοσης αναπτύσσεται και στους κόλπους των Αμερικανών συγγραφέων της λεγόμενης ‘γενιάς των beat’. Οι οικονομικές και τεχνολογικές δυνατότητες της μεταπολεμικής περιόδου καθιστούν εφικτή την έκδοση περιοδικών μικρής κυκλοφορίας (Yugen, The Floating Bear, The Black Mountain Review), όπου συγγραφείς όπως π.χ. ο William Burroughs μπορούν να δημοσιεύουν έργα τους τα οποία απορρίπτονται από τα επίσημα περιοδικά και τους εκδοτικούς οίκους ως άσεμνα [4]. Αυτές οι προσπάθειες θα αποτελέσουν, ουσιαστικά, προπομπό της τεράστιας άνθισης που θα γνωρίσει ο περίφημος ‘ανεξάρτητος’ ή ‘υπόγειος Τύπος’ (‘Underground Press’) κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60, ο οποίος συμβάλλει καθοριστικά στην ευρεία διάδοση της πρακτικής της αυτό-έκδοσης. Παρά την ονομασία του -που δικαιολογημένα δημιουργεί αντίθετες προσδοκίες- ο λεγόμενος ‘υπόγειος Τύπος’ απασχολεί συχνά και μάλιστα εντόνως τη δημόσια σφαίρα και ως εκ τούτου διακρίνεται σαφώς από τα fanzines, τα οποία παραμένουν περισσότερο ‘ιδιωτικά’, με την έννοια ότι αφορούν κατά βάση τους ήδη εξοικειωμένους λάτρεις του εκάστοτε αντικειμένου το οποίο πραγματεύονται. Όντες, λοιπόν, κατά κάποιον τρόπο προστατευμένοι στην ιδιαίτερη ιδιωτικότητα τους, οι εκδότες των fanzines δύνανται να παραβλέπουν -και μάλιστα με τρόπο κραυγαλέο- τα νομοθετικά πλαίσια περί πνευματικής ιδιοκτησίας ή τους κανονισμούς λογοκρισίας, τη στιγμή που οι εκδότες του υπόγειου Τύπου διακινδυνεύουν διώξεις [5]. Σύμφωνα, μάλιστα, με τον Duncombe, η κατάρρευση του underground Τύπου στις αρχές της δεκαετίας του ’70 οφείλεται εν πολλοίς στην κρατική καταστολή και ειδικότερα στην εφαρμογή του νόμου περί ασέμνων δημοσιευμάτων, καθώς και στην πίεση που ασκείται στα αμερικάνικα τυπογραφεία να μην τυπώνουν ‘αντεθνικά’ έντυπα [6]. Παράλληλα, επισημαίνεται η αποσύνθεση, η διάσπαση και ο εκφυλισμός του ευρύτερου underground κινήματος, αλλά και η απογοήτευση, όπως και η ενσωμάτωση πολλών εκδοτών υπόγειων εντύπων στην κυρίαρχη εμπορευματική κουλτούρα [7].

Η μετατροπή πολλών underground εντύπων της αμερικάνικης αντικουλτούρας σε απλά καταναλωτικά προϊόντα και η συνακόλουθη συζήτηση περί αφομοίωσης φαίνεται πως επηρεάζει σημαντικά τον κόσμο των fanzines. Έτσι, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70 λαμβάνει χώρα μια ενδιαφέρουσα γλωσσολογική εξέλιξη με πολιτικά συμφραζόμενα: Η σύντμηση της σύνθετης λέξης ‘fanzine’ στην απλή ‘zine’ (προφέρεται ‘zeen’). Σύμφωνα με μια άποψη [8] , η παράλειψη της λέξης ‘fan’ υποδηλώνει ένα είδος κριτικής στη νοοτροπία του φανατικού θαυμαστή, η οποία θεωρείται κρίσιμη για την αναπαραγωγή της κυρίαρχης καταναλωτικής κουλτούρας. Απεναντίας, οι εκδότες των ‘zines’ δεν εκλαμβάνονται ως παθητικοί οπαδοί, αλλά ως ενεργοί πομποί μηνυμάτων, οι οποίοι διεκδικούν αφενός ταυτότητα δημιουργού και αφετέρου επιρροή στο αντικείμενο με το οποίο καταπιάνονται, μέσα από άρθρα, συνεντεύξεις, παρουσιάσεις κτλ. Σημαντικό ρόλο προς μια τέτοια κατεύθυνση φαίνεται πως παίζει η έκρηξη του punk το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70, που εν πολλοίς ξεσπά ως κατακραυγή της αποδυναμωμένης αντικουλτούρας της δεκαετίας του ’60.

Στους κόλπους του punk, τα zines (που παρά την όποια διαφοροποίηση συνεχίζουν να αναφέρονται και ως ‘fanzines’) αποτελούν εξίσου σημαντικό παράγοντα με τη μουσική και τους στυλιστικούς κώδικες. Είναι, εξάλλου, χαρακτηριστικό το γεγονός ότι το ίδιο το punk ως συνολικό φαινόμενο παίρνει την ονομασία του από τον τίτλο ενός μουσικού zine με αισθητική καρτούν, του περίφημου Punk (1975-1979, Νέα Υόρκη) [9]. Τα zines καθίστανται αναπόσπαστο κομμάτι του punk, καθώς η εμφάνισή τους καλύπτει τόσο τις ανάγκες παρουσίασης της πρώιμης punk σκηνής -η οποία παρουσιάζεται ελλιπώς ή με διαστρεβλωμένο τρόπο από τα επίσημα μέσα- όσο και τις εκφραστικές ανάγκες των ίδιων των εκδοτών, οι οποίοι διακατέχονται από την επιθυμία ενεργού ανάμιξης. Μέσω των punk zines συγκροτούνται, λοιπόν, νέες μορφές κοινωνικότητας και επικοινωνιακά δίκτυα έξω από και ενάντια στα επίσημα κανάλια διακίνησης της πληροφορίας, γεγονός που ενισχύει την πεποίθηση ότι η δημιουργία ενός zine φαίνεται να αποτελεί ιδανικό τρόπο πραγμάτωσης της κλασικής punk διακήρυξης ‘Do It Yourself’ (‘Κάντο μόνος σου’). Είναι, εξάλλου, χαρακτηριστικό το γεγονός ότι το νόημα της εν λόγω διακήρυξης συνοψίζεται για πρώτη φορά σε ένα punk zine (Sideburns, 1976), με τη δημοσίευση ενός διαγράμματος τριών απλών κιθαριστικών συγχορδιών που συνοδεύεται από την περίφημη λεζάντα: «Αυτό είναι ένα ακόρντο, αυτό ένα άλλο κι αυτό ένα τρίτο. Τώρα, φτιάξε μια μπάντα» [10]. Εν συνεχεία, η εμφάνιση της λεγόμενης ‘αναρχό-punk’ σκηνής ακολουθείται από zines που προσδίδουν στη λογική του ‘Do It Yourself’ περισσότερο συνειδητά πολιτικά χαρακτηριστικά, με προεξέχουσες ίσως τις περιπτώσεις του αμερικάνικων zines Maximumrocknrol [11]l και Profane Existence [12] .

Σχετικά με τις συνθήκες έκδοσης

Η ειδοποιός διαφορά των zines από άλλου είδους έντυπα έγκειται σε αυτές καθαυτές τις συνθήκες έκδοσής τους και ειδικότερα στο γεγονός ότι πρόκειται για αυτό-εκδόσεις. Στο βιβλίο του Notes from Underground: Ζines and the Politics of Alternative Culture και συγκεκριμένα στο υποκεφάλαιο με τον χαρακτηριστικό τίτλο “The Politics of Form”, ο Duncombe αναφέρεται στους Walter Benjamin, Bertolt Brecht, Hakim Bey και Marshall McLuhan, δηλαδή σε στοχαστές που, με διαφορετικό τρόπο ο καθένας, έχουν επιμείνει στον κεντρικό ρόλο που κατέχει το χρησιμοποιούμενο μέσο σε ό,τι αφορά τη μετάδοση ενός μηνύματος. Επιπλέον, ο Duncombe επισημαίνει ότι ως μέσο, το zine δεν είναι απλώς ένα μήνυμα προς λήψη, όπως θα υπονοούσε ίσως η περίφημη φράση του McLuhan («the medium is the message»), αλλά πολύ περισσότερο ένα μοντέλο συμμετοχικής πολιτισμικής παραγωγής μηνυμάτων [13]. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο θεωρητικός του punk Stacy Thompson, ο οποίος αναφέρεται επίσης στον Benjamin και στο πρόταγμα για ευρεία κοινωνική πρόσβαση στα μέσα παραγωγής. Σύμφωνα με τον Thompson, χαρακτηριστικό γνώρισμα των zines είναι ο συμμετοχικός τους χαρακτήρας, που στην πράξη εκδηλώνεται άλλοτε ως ανοιχτή πρόσκληση συνεργασίας και άλλοτε ως προτροπή δημιουργίας προσωπικών zines [14]. Βάσει μιας τέτοιου είδους ανάλυσης, η ιδιαιτερότητα των zines πρέπει να αναζητηθεί κατά βάση στη δυνατότητα παραγωγής τους βάσει ελάχιστων πόρων (οικονομικών, τεχνολογικών, πολιτισμικών κτλ.), ήτοι στην ιδιαίτερα προσιτή τους φύση ως εκφραστικών και επικοινωνιακών μέσων. Ωστόσο, θα πρέπει να επισημανθεί ότι στην πράξη, οι εκδότες zines φαίνεται πως προέρχονται από συγκεκριμένες κοινωνικές κατηγορίες. Υποστηρίζεται, μάλιστα, ότι πρόκειται κυρίως για λευκούς, νεαρής ηλικίας και μεσοαστικής ταξικής προέλευσης και ως επί το πλείστον για περιστασιακώς εργαζόμενα άτομα, τα οποία αντιλαμβανόμενα τη μισθωτή εργασία αποκλειστικά ως μέσο βιοπορισμού, προσπαθούν να ικανοποιήσουν τις δημιουργικές τους ανάγκες μέσα από άλλες δραστηριότητες, όπως είναι η έκδοση zines [15].

Πρακτικά, τα zines είναι συνήθως μη-περιοδικές, θνησιγενείς εκδόσεις, που κυκλοφορούν λίγα μόνο τεύχη και μάλιστα σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων και διακινούνται κυρίως χέρι με χέρι, μέσω ταχυδρομείου, μέσα από καταλήψεις στέγης και αυτοδιαχειριζόμενα στέκια, αλλά και μέσα από φιλικά προσκείμενα βιβλιοπωλεία ή καταστήματα δίσκων που δέχονται να συμβάλλουν στη διανομή, παρά την έλλειψη διαφόρων τυπικών προϋποθέσεων. Ο ανεπίσημος χαρακτήρας των zines είναι τόσο έντονος, που σε αρκετές περιπτώσεις δεν αναγράφονται στοιχεία έκδοσης, πέραν ίσως κάποιας ταχυδρομικής διεύθυνσης [16]. Εξίσου χαρακτηριστική είναι η αδιαφορία των εκδοτών zines για τη νομική κατοχύρωση των πνευματικών τους δικαιωμάτων ή συχνά και η συνειδητή αντίθεσή τους στη λογική της πνευματικής ιδιοκτησίας, στα χνάρια της ‘αντί-copyright’ αντίληψης που αναπτύσσουν οι καταστασιακοί [17]. Σε αυτό το σημείο, αξίζει να αποσαφηνιστεί ότι είναι τόσο χαρακτηριστικά αυτά τα γνωρίσματα των zines, που σε περιπτώσεις π.χ. διανομής τους μέσω πρακτορείου Τύπου ή νομικής κατοχύρωσης των πνευματικών τους δικαιωμάτων ή τακτικής έκδοσής τους σε χιλιάδες αντίτυπα, κατά κανόνα τίθενται ζητήματα «επαγγελματοποίησής» τους και κατ’ επέκταση αμφισβήτησης του προσδιορισμού τους ως zines. Γίνεται, λοιπόν, λόγος για ερασιτεχνικές εκδόσεις που ως βασικό κίνητρο έχουν τη συναισθηματική ένταση αυτής καθαυτής της δημιουργικής διαδικασίας, γεγονός που αποκαλύπτεται, εξάλλου, και από την ίδια την προέλευση της σύνθετης λέξης ‘ερασιτέχνης’ από το ρήμα ‘ἐράω-ῶ’ (‘αγαπώ’) και το ουσιαστικό ‘τέχνη’. Έτσι, σύμφωνα με μια άποψη [18] , παρόλο που ο χαρακτηρισμός ‘ερασιτεχνικός’ γεννά αρνητικούς συνειρμούς περί έλλειψης ταλέντου και μιας εν γένει προχειρότητας, θα πρέπει να εκληφθεί ως θετικός προσδιορισμός στο βαθμό που συνδέεται με περισσότερο προσωπικές μορφές επικοινωνίας.



Είναι, εξάλλου, χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στην πλειονότητα των περιπτώσεων, τα zines αποτελούν προσωπικές υποθέσεις μεμονωμένων ατόμων, τα οποία απλώς υποστηρίζονται σε διάφορους τομείς (όπως π.χ. η τεχνική επεξεργασία ή η διακίνηση) από φιλικά πρόσωπα, ενώ παράλληλα παρατηρείται μια θετική διάθεση απέναντι σε ενδεχόμενες συνεργασίες με αναγνώστες για δημοσίευση κειμένων που πληρούν κάποιες ελάχιστες προϋποθέσεις. Συνήθης είναι επίσης η έκδοση zines από παρέες που μοιράζονται κοινά ενδιαφέροντα, απόψεις και αισθητική, με αποτέλεσμα να διατηρείται το χαρακτηριστικό προσωπικό τους ύφος. Σε κάποιες περιπτώσεις, παρατηρείται το φαινόμενο έκδοσης zines από περισσότερο συγκροτημένες εκδοτικές ομάδες, οι οποίες ωστόσο διαφοροποιούνται σημαντικά από τις τυπικές πολιτικές συλλογικότητες, καθώς η ιδιαίτερη φύση των zines ευνοεί την καταγραφή αντιτιθέμενων προσωπικών στάσεων, αντί να επιβάλλει τη σύνθεση των απόψεων, η οποία συχνά καταλήγει σε ένα είδος γκρίζας ομοιομορφίας. Ως εκ τούτου, η έννοια του ‘Do It Yourself’ δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί κατά γράμμα, ως ‘κάντο μόνος σου’, αλλά διασταλτικά, ως ‘αυτοοργανώσου’, ήτοι ‘κάντο με τους δικούς σου όρους’, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για ατομική ή συλλογική δημιουργία. Η σημασία της έννοιας της αυτό-έκδοσης (ή αυτοοργανωμένης έκδοσης) έγκειται, λοιπόν, στην αδιαμεσολάβητη επεξεργασία όλων των φάσεων της παραγωγικής διαδικασίας από τα εκάστοτε άτομα, παρέες ή ομάδες, με σκοπό τη διασφάλιση του μέγιστου δυνατού ελέγχου του δημιουργικού τους έργου. Πρακτικά, ωστόσο, παρατηρείται η αδυναμία πλήρους ανεξαρτητοποίησης από το κυρίαρχο οικονομικό κύκλωμα, καθώς ενέργειες όπως η αγορά των απαραίτητων υλικών ή η τυπογραφική εκτύπωση δύσκολα μπορούν να αποφευχθούν [19].

Επιδιώκοντας τη διατήρηση της μέγιστης δυνατής ανεξαρτησίας, τα zines αποτελούν συνειδητά μη-εμπορευματικές εκδόσεις, βάσει του σκεπτικού ότι τυχόν αναζήτηση οικονομικού κέρδους δύναται να λειτουργήσει ως μηχανισμός αυτό-λογοκρισίας και ειδικά σε περιπτώσεις που η απρόσκοπτη προσωπική έκφραση μπορεί να συνεπάγεται την αποξένωση ενός μέρους του αγοραστικού κοινού και άρα την απώλεια εσόδων. Μην αποσκοπώντας στο κέρδος [20] , τα zines συχνά διανέμονται χωρίς αντίτιμο ή με κάποιο ελάχιστο αντίτιμο που επιχειρεί να καλύψει το κόστος παραγωγής, αν και στην πλειονότητα των περιπτώσεων ο τελικός ισολογισμός είναι αρνητικός. Ιδιαίτερα διαδεδομένη μεταξύ των zines είναι επίσης η ανταλλαγή τους, όπως και η πρακτική της αμοιβαίας προώθησης μέσω των λεγόμενων ‘mail order’ [21] , καταλόγων ταχυδρομικών παραγγελιών που συχνά δημοσιεύουν τα zines και από όπου διανέμονται διάφορα zines, μπροσούρες, δίσκοι και κασέτες, συμβάλλοντας έτσι στην ενίσχυση του κοινοτικού στοιχείου στους κόλπους της εκάστοτε σκηνής. Ενδεικτική μιας τέτοιου είδους αλληλοϋποστήριξης είναι επίσης η κριτική παρουσίαση (‘review’) [22] και η διαφήμιση (συνήθως με τη μορφή καταχώρησης) εγχειρημάτων που λειτουργούν με παρόμοιο τρόπο και μάλιστα τις περισσότερες φορές χωρίς κανένα είδος οικονομικής συνδιαλλαγής, καθώς ενδεχόμενη -έστω και άτυπη- διαφημιστική σύμβαση δημιουργεί δικαιολογημένα προσδοκίες ευνοϊκής προώθησης που δύνανται να λειτουργήσουν περιοριστικά για την ελευθερία έκφρασης. Προς αποφυγή κάθε λογής αλλότριων παρεμβάσεων, λοιπόν, τα zines αποτελούν αυτοχρηματοδοτούμενες εκδόσεις, δηλαδή οι πόροι προέρχονται αποκλειστικά από τους ίδιους τους εκδότες και από τα πιθανά έσοδα των πωλήσεων (στην περίπτωση που υπάρχει χρηματικό αντίτιμο), καθώς και από εκδηλώσεις οικονομικής ενίσχυσης, όπως πάρτυ ή συναυλίες. Μάλιστα, οι συνθήκες αυτό-έκδοσης των zines συχνά περιγράφονται με συνοπτικό τρόπο στις πρώτες τους σελίδες, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις αναλύονται ως συνειδητές επιλογές σε σχετικά άρθρα, καθιερώνοντας έτσι μια ακόμα ιδιαιτερότητα, που αφορά τη διαπλοκή μεταξύ της οικονομικής πολιτικής που ακολουθούν και αυτού καθαυτού του περιεχομένου τους.

Σχετικά με το περιεχόμενο

Μια απόπειρα κατηγοριοποίησης των zines βάσει του περιεχομένου τους πιθανότατα θα οδηγήσει στην εξαγωγή αυθαίρετων συμπερασμάτων, καθώς πέραν των πράγματι πολλών εξειδικευμένων zines [23], συχνά γίνεται λόγος για έντυπα ιδιαίτερα ευρείας και κάποιες φορές εναλλασσόμενης θεματολογίας. Ωστόσο, μια πρόχειρη προσπάθεια ταξινόμησης δύναται να τονίσει κάποιες θεματικές που μοιάζουν να αποτελούν επαναλαμβανόμενα μοτίβα στους κόλπους των zines. Ο Duncombe αναφέρει, λοιπόν, ως μεγαλύτερη και παλαιότερη κατηγορία τα fanzines, δηλαδή τα zines που εκδίδονται από φανατικούς θαυμαστές κάποιου συγκεκριμένου πολιτισμικού είδους (π.χ. επιστημονική φαντασία, μουσική, sports, κινηματογράφος), αν και αναγνωρίζει ως δικαιολογημένη την ενδεχόμενη διαφωνία με την επιχειρούμενη διάκριση μεταξύ zines και fanzines. Ως ξεχωριστές κατηγορίες zines αναφέρει τα πολιτικά, τα προσωπικά (‘perzines’), τα ‘scene zines’ που επικεντρώνονται στην προώθηση των τοπικών underground σκηνών, τα ‘network zines’ που λειτουργούν ως κόμβοι μεταξύ παρεμφερών εγχειρημάτων, τα zines περιθωριακής κουλτούρας που πραγματεύονται ζητήματα συνομωσιολογίας, τα θρησκευτικά (ή ορθότερα ίσως ‘πνευματικά’), αυτά που δημοσιεύουν ιστορίες απ’ την καθημερινότητα στην εργασία, τα zines εναλλακτικής ιατρικής, τα zines που ασχολούνται με ζητήματα σεξουαλικότητας, τα ταξιδιωτικά (που έχουν συνήθως το χαρακτήρα ημερολογιακής καταγραφής ταξιδιωτικών εμπειριών), τα κόμικ zines, τα λογοτεχνικά και τα εικαστικά. Επιπρόσθετα, αναφέρεται η κατηγορία ‘υπόλοιπα zines’, η οποία διατυπώνεται ακριβώς για να ενσωματώσει την πληθώρα των zines που αδυνατούν να ενταχθούν σε κάποια από τις παραπάνω κατηγορίες [24].

Σε ότι αφορά ειδικότερα το πολιτικό περιεχόμενο των zines, συχνότερα παρατηρείται μια σύνδεση με τον αναρχισμό, η οποία κρίνεται εύλογη λόγω του χαρακτήρα των zines ως αυτοοργανωμένων εκδόσεων με συγκεκριμένες πολιτικές καταβολές. Ειδικότερα, οι συχνές αναφορές των zines σε πολιτικό-πολιτιστικά ρεύματα που κινούνται πέρα από τα όρια του κλασικού αναρχισμού, μαρτυρούν την αναπόφευκτη επιρροή εκείνων των αντιεξουσιαστικών τάσεων που επιμένουν στη σημασία της ατομικότητας [25]. Είναι ίσως χαρακτηριστική η έμφαση των zines σε ζητήματα που άπτονται της λεγόμενης ‘πολιτικής σε πρώτο πρόσωπο’ και τα οποία αναδεικνύονται συνηθέστερα μέσω ενός αντίστοιχου ύφους γραφής, το οποίο απομακρύνεται από τον λεγόμενο ‘ξύλινο πολιτικό λόγο’ προσεγγίζοντας την αφηγηματικότητα [26].

Στους κόλπους των zines μοιάζει, λοιπόν, απόλυτα επιτρεπτή τόσο η αυθόρμητη και ειλικρινής καταγραφή βιωμάτων και σκέψεων που προσιδιάζει σε προσωπικό ημερολόγιο ή ακόμα και στην αυτόματη γραφή των σουρεαλιστών [27], όσο και η ακραία μυθοπλασία. Σε κάθε περίπτωση, η έκδοση ενός fanzine φαίνεται πως ευνοεί τη δυνατότητα ανασυγκρότησης της ατομικής ταυτότητας του εκδότη βάσει προσωπικών του επιλογών [28]. Χαρακτηριστική αυτής της δυνατότητας απαγκίστρωσης από την κοινωνικά δοσμένη ταυτότητα και επιλογής κάποιας νέας που θεωρείται ότι μπορεί να ικανοποιήσει την επιθυμητή παρουσίαση του εαυτού στη δημόσια σφαίρα, είναι η υιοθέτηση της ανωνυμίας ή πολύ περισσότερο της ψευδωνυμίας εκ μέρους των εκδοτών, οι οποίοι είθισται να συστήνονται στα πλαίσια των λεγόμενων ‘editorial’ (εισαγωγικών σημειωμάτων) των πρώτων τευχών, όπου πέραν της επιλεκτικής παράθεσης προσωπικών πληροφοριών, προϊδεάζεται επίσης ο αναγνώστης σχετικά με την επικρατούσα διάθεση του εκάστοτε zine [29]. Ως επί το πλείστον, πάντως, η ιδιαίτερη φυσιογνωμία ενός zine αποκαλύπτεται ήδη από το εξώφυλλό του και δη από τον -συνήθως ευρηματικό- τίτλο του, που κατά κανόνα συνοδεύεται από σχετικό υπότιτλο, επεξηγηματικό της ύλης, αλλά και της γενικότερης στάσης του εντύπου.

Εν προκειμένω, ιδιαίτερη μνεία αξίζει στη χρήση του χιούμορ και δη του αυτοσαρκαστικού στοιχείου, που είθισται να επικρατεί στους κόλπους των zines. Πρέπει να αποσαφηνιστεί ότι στη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων, παρατηρείται πως οι εκδότες δεν εκμεταλλεύονται τη δυνατότητα προσωπικής τους ανασυγκρότησης προς μια κατεύθυνση διόγκωσης της ατομικότητάς τους. Τουναντίον, συνηθίζεται η ανάδειξη των προσωπικών αντιφάσεων και των καθημερινών δυσκολιών που μπορεί να σχετίζονται με την έκδοση, καθώς και οι αναφορές σε ευτράπελα περιστατικά και πληροφορίες που θίγουν λιγότερο ή περισσότερο επιτηδευμένα το κύρος του εκδότη-συγγραφέα, γεγονός που -σύμφωνα με μια μπαχτινικού [30] τύπου προσέγγιση- συμβάλλει στην εξοικείωση του αναγνώστη και δη στην προσπάθεια κατάργησης της απόστασης ανάμεσα στον δέκτη και τον πομπό του μηνύματος. Υπό το πρίσμα της καρναβαλικής αυτής διάθεσης που μοιάζει να χαρακτηρίζει την πλειονότητα των zines [31] , θα πρέπει να ερμηνευθεί και η συχνά παρατηρούμενη βωμολοχία, όπως και η ευρεία χρήση της ειρωνείας, που κάποιες φορές ωστόσο καθίσταται κατανοητή μόνο στο εξειδικευμένο αναγνωστικό κοινό με το οποίο οι εκδότες μοιράζονται κοινούς πολιτισμικούς κώδικες. Σε αυτές τις περιπτώσεις, γίνεται λόγος για ένα είδος προνομιακής επικοινωνιακής σχέσης, η οποία μάλιστα ενδυναμώνεται, στο βαθμό που ο αναγνώστης ενεργοποιεί τη φαντασία του για να επεξεργαστεί το εξειδικευμένο μήνυμα, παρεμβαίνει δηλαδή διαπλαστικά στο κείμενο και ως εκ τούτου θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι συνδιαμορφώνει αυτή καθαυτή τη διαδικασία συγγραφής. Αντιθέτως, οι μη εξοικειωμένοι αναγνώστες που δεν κατέχουν τη χρησιμοποιούμενη ιδιωματική γλώσσα αποξενώνονται από το κείμενο και ουσιαστικά αποκλείονται, με αποτέλεσμα την αναπαραγωγή της περιθωριακής υπόστασης των zines [32].

Σχετικά με τη μορφή

Κάθε προσπάθεια απόδοσης κάποιων βασικών μορφολογικών γνωρισμάτων των zines συγκρούεται με την τεράστια ποικιλομορφία που παρατηρείται στην τυπογραφική τους εμφάνιση. Πρακτικά, γίνεται λόγος για έντυπα που μπορεί να έχουν στοιχειοθετηθεί και σελιδοποιηθεί στο χέρι ή σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και να έχουν εκτυπωθεί σε τυπογραφείο ή να έχουν αναπαραχθεί σε φωτοτυπικό μηχάνημα. Τα σχήματα, τα μεγέθη ή η βιβλιοδεσία διαφοροποιούνται μεταξύ των zines σε τέτοιο βαθμό, που ως zine μπορεί να θεωρείται τόσο ένα φωτοτυπημένο χειρόγραφο τετρασέλιδο, όσο και ένα έντυπο δεκάδων σελίδων εκτυπωμένο ψηφιακά. Πολλές φορές, μάλιστα, μορφολογικές διαφοροποιήσεις παρατηρούνται και μεταξύ τευχών του ίδιου zine και σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και στο ίδιο τεύχος ενός zine που μπορεί π.χ. να κυκλοφορεί με διαφορετικά εξώφυλλα. Συνήθης είναι, εξάλλου, η ανάμειξη όλων των διαθέσιμων τυπογραφικών μεθόδων στα πλαίσια μιας γενικότερης διάθεσης πειραματισμού, που σε κάποιες περιπτώσεις καθιστά εφικτή τη διαφοροποίηση των επί μέρους αντιτύπων ενός τεύχους, προσδίδοντάς τους έτσι ξεχωριστή αξία [33].

Παρόλα αυτά, η περιγραφή ενός τυπικού punk zine μπορεί να φανεί ιδιαίτερα χρήσιμη στην προσπάθεια επισήμανσης κάποιων συνήθων μορφολογικών στοιχείων. Ειδικότερα, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι στην τυπογραφική εμφάνιση αυτού του είδους zines αποτυπώνεται κατά κάποιον τρόπο αυτή καθαυτή η ένταση της αντίστοιχης μουσικής: Η συνήθης χαμηλή ποιότητα της εκτύπωσης, η μη τήρηση στοιχειωδών κανόνων στοιχειοθεσίας ή η απουσία αριθμών σελίδων συντελεί στη διαμόρφωση ενός σετ από ‘punk γραφιστικούς κώδικες’, που κατά κάποιον τρόπο αντανακλά τη χαμηλή ποιότητα της παραγωγής, την αδιαφορία για τους κανόνες της μουσικής αρμονίας και τη σπάνια χρήση του μετρονόμου που εν πολλοίς χαρακτηρίζουν την punk μουσική. Από την άλλη, όμως, φαίνεται πως ισχύει και το αντίστροφο, καθώς η όλη γραφιστική γλώσσα του punk προέρχεται από σχετικά zines, όπως είναι π.χ. το Suburban Press (1970-1975) του Jamie Reid, κατοπινού γραφίστα των Sex Pistols. Με το εν λόγω zine, ο Reid καθιερώνει τη σύνδεση του punk με τεχνικές των ντανταϊστών και των καταστασιακών, όπως είναι το κολάζ [34] ή η εκτροπή/επανοικειοποίηση [35]. Σε κάθε περίπτωση, η παρουσία μουντζούρων, αλλά και η ανορθογραφία, όπως και η πλημμελής σύνταξη και στίξη που καθιστούν τα punk zines δυσανάγνωστα δημιουργούν, σύμφωνα με τον Dick Hebdige, την εντύπωση ότι πρόκειται για κάτι «επείγον και άμεσο, ένα φύλλο που βγήκε με άσκεφτη βιασύνη, σημειώματα από την πρώτη γραμμή του πολέμου» [36], ενώ παράλληλα αποτελούν τρόπον τινά ‘εγγυήσεις’ της μη ανάμειξης επαγγελματιών στο τελικό αποτέλεσμα.

Όπως επισημαίνει ο Thompson, η συχνά επιτηδευμένη ερασιτεχνική μορφή των punk zines, τα οποία βρίθουν διαφόρων ειδών λαθών, αποσκοπεί στην εξοικείωση του αναγνώστη με τη διαδικασία παραγωγής τους [37] και κατ’ επέκταση στην ενίσχυση της πεποίθησης ότι ο καθένας μπορεί να εκδώσει ένα zine, χωρίς την ανάγκη ειδικών γνώσεων ή ιδιαίτερων ικανοτήτων, πέραν της πρόσβασης σε κάποια ελάχιστα υλικά μέσα. Όπως γίνεται, λοιπόν, αντιληπτό, τα ιδιαίτερα μορφολογικά χαρακτηριστικά των punk zines τονίζουν το συμμετοχικό τους χαρακτήρα, που συνίσταται περισσότερο στην πρόκληση των ενδιαφερόμενων αναγνωστών να εκδώσουν το δικό τους zine [38] και λιγότερο στη δυνατότητα ενσωμάτωσής τους ως συνεργατών ή μελών της συντακτικής τους ομάδας. Ως εκ τούτου, θα μπορούσε εύλογα να υποστηριχθεί ότι σκοπός δεν είναι η μαζική απεύθυνση των εκπεμπόμενων μηνυμάτων, αλλά η ενεργοποίηση των αναγνωστών προς δημιουργικές κατευθύνσεις [39]. Πρόκειται ουσιαστικά για μια απόπειρα εφαρμογής του βασικού αιτήματος των καλλιτεχνικών πρωτοποριών να γίνει ο κάθε άνθρωπος καλλιτέχνης. Είναι βάσει ακριβώς αυτού του σκεπτικού, που τα zines συνηθίζουν να δημοσιεύουν πληροφορίες σχετικά με την εκτύπωση και τις οικονομικές προϋποθέσεις έκδοσής τους, καθώς και σχετικές συμβουλές προς κάθε ενδιαφερόμενο. Εκλαμβάνοντας τα zines ως προσωπικά έργα τέχνης, γίνεται αναπόφευκτα λόγος για πληθώρα ιδιαίτερων στυλ, τα οποία ωστόσο καταλήγουν να ορίζουν από κοινού μια αναγνωρίσιμη γραφιστική γλώσσα ‘συμβολικής αντίστασης’ στην κυρίαρχη κουλτούρα [40].
Η ελληνική εμπειρία

Στην Ελλάδα παρατηρείται έξαρση του φαινομένου των zines κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80. Οι καταβολές αυτού του δυναμικού κύματος zines θα πρέπει να αναζητηθούν στις αντίστοιχες αυτό-εκδόσεις πολιτιστικού ενδιαφέροντος που κυκλοφορούν στην Ελλάδα ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’50. Κεντρικός στη συγκεκριμένη υπόθεση φαίνεται πως είναι ο ρόλος του Λεωνίδα Χρηστάκη, ο οποίος εκδίδει από το 1959 τον Κούρο και αργότερα και το Pαndermα -λογοτεχνικά περιοδικά τα οποία διακρίνονται για τον έντονα συμμετοχικό τους χαρακτήρα και το πολιτικό τους περιεχόμενο [41]. Με αναφορές αρχικά από τη ‘γενιά των beat’ και αργότερα από την αμερικάνικη αντικουλτούρα, ο ίδιος ο Χρηστάκης αντιλαμβάνεται τις εκδοτικές του προσπάθειές ως κομμάτι ενός αναδυόμενου εγχώριου ‘υπόγειου Τύπου’, που διακρίνεται τόσο πολιτικά, όσο και πολιτισμικά από τον παράνομο κομμουνιστικό Τύπο, τουλάχιστον μέχρι τα χρόνια της δικτατορίας, οπότε παρατηρείται κάποιου είδους σύγκλιση, που σχετίζεται κυρίως με την αναγκαστικά ανεπίσημη διανομή κάθε είδους αντιδικτατορικού εντύπου. Στα μεταπολιτευτικά χρόνια, ο Χρηστάκης εκδίδει το περιοδικό Ιδεοδρόμιο [42], το οποίο αν και δεν μπορεί να προσδιοριστεί ως zine, συμβάλλει ωστόσο αποφασιστικά στην εξοικείωση του ενδιαφερόμενου αναγνωστικού κοινού με μια νέα αντίληψη περί αυτό-έκδοσης, ενώ εξίσου καθοριστική προς μια τέτοια κατεύθυνση φαίνεται πως είναι επίσης η έκδοση από τον Τέο Ρόμβο του βραχύβιου περιοδικού Τρύπα στις αρχές της δεκαετίας του ’80.

Παρόλα αυτά, το περιοδικό που θέτει οριστικά τα θεμέλια για την άνθιση των zines στην Ελλάδα είναι η Ανοιχτή πόλη, με το πρώτο τεύχος να κυκλοφορεί σε χίλια αντίτυπα τον Οκτώβρη του 1980 και να καθιστά έκδηλη μέσα από τις σελίδες του την επιρροή του λεγόμενου «παγκόσμιου 1968» και ειδικότερα της αμερικάνικης αντικουλτούρας. Αποτελεί το μόνο εγχώριο έντυπο που αποτελεί μέλος του ‘Underground Press Syndicate’ [43], ενώ το 1982 δημιουργεί το ‘Αρχείο Ελευθεριακής Εναλλακτικής Κουλτούρας και Κοινωνικής Οικολογίας’. Από το 1985, κυκλοφορεί σε διμηνιαία πλέον βάση, διακηρύσσοντας στις πρώτες του σελίδες έναν τρόπο λειτουργίας (μη δημοσίευση διαφημίσεων με οικονομικό αντάλλαγμα και μη αποδοχή συνδρομών) που επηρεάζει καθοριστικά το σύνολο σχεδόν των εγχώριων zines [44]. Κυκλοφορώντας αδιάκοπα έως το 1993, η Ανοιχτή Πόλη θα προσπαθήσει να λειτουργήσει ως χώρος ελεύθερης διακίνησης ιδεών [45], συμβάλλοντας έτσι στη διαμόρφωση ενός γενικότερου κλίματος συμμετοχής, ικανού –όπως αποδείχθηκε– να εμπνεύσει παρόμοια εγχειρήματα, έστω και μικρότερου βεληνεκούς. Παρά, λοιπόν, τον περιορισμένο αριθμό πωλήσεων της [46], η Ανοιχτή Πόλη κατά κάποιον τρόπο κατορθώνει να ενεργοποιήσει ένα σημαντικό τμήμα του αναγνωστικού της κοινού προς δημιουργικές κατευθύνσεις.

Ειδικότερα, από το 1985 και έπειτα κάνουν την εμφάνισή τους αρκετά zines, πολλά εκ των οποίων παρακολουθούν τα τεκταινόμενα της ανεξάρτητης μουσικής σκηνής, λειτουργώντας προς μια κατεύθυνση ενδυνάμωσής της. Σύντομα, μάλιστα, εκτείνονται σε όλο το εύρος της ελληνικής επικράτειας και παρά το ιδιαίτερα περιορισμένο τιράζ τους (που συχνά δεν υπερβαίνει τα 400 αντίτυπα), συμβάλλουν σημαντικά στην εγκαθίδρυση της εκάστοτε τοπικής σκηνής, καθώς και στη δικτύωση των διαφόρων τοπικών σκηνών τόσο μεταξύ τους, όσο και με αντίστοιχα εγχειρήματα του εξωτερικού. Για την ακρίβεια, zines όπως το Β23 [47] , το Rollin’ Under [48] , η Βρωμιά [49] ή το Miz Maze [50] δημοσιεύουν συνεντεύξεις ελληνικών και ξένων συγκροτημάτων, παρουσιάζουν διεθνείς μουσικές σκηνές, προωθούν ξένες και εγχώριες ανεξάρτητες μουσικές και εκδοτικές κυκλοφορίες, διοργανώνουν συναυλίες, εμπλέκονται σε αντίστοιχα ραδιοφωνικά εγχειρήματα, αναλαμβάνουν διανομές δίσκων, κασετών, zines, μπροσούρων ή βιβλίων και παράγουν κασετοσυλλογές ή ακόμη και δίσκους. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, η διάδοση των zines στην Ελλάδα είναι αρκετά ευρεία, ώστε να προγραμματίζεται πανελλήνια συνάντησή τους, με σκοπό τη συλλογική επεξεργασία καίριων ζητημάτων, όπως είναι η απόκτηση κοινής υλικοτεχνικής υποδομής, η επίλυση τυπικών και ουσιαστικών προβλημάτων στη διανομή ή η πανελλήνια δικτύωση, με απώτερο σκοπό την πλήρη αυτονόμηση όλο και περισσότερων φάσεων της παραγωγικής τους διαδικασίας [51].

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, την περίοδο δηλαδή της έξαρσης των καταλήψεων στέγης και των αυτοδιαχειριζόμενων ραδιοφωνικών σταθμών σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, παρατηρείται επίσης ένας πολλαπλασιασμός των μουσικό-πολιτικών zines. Παρά τη θνησιγένειά τους, τα εν λόγω zines ασκούν έντονη κοινωνική κριτική γύρω από μια ευρεία γκάμα ζητημάτων, όπως ο ρατσισμός, ο σεξισμός, ο μιλιταρισμός, η εκμετάλλευση των ζώων και η εμπορευματοποίηση της έκφρασης, συντελώντας έτσι αποφασιστικά στη διαμόρφωση μιας ευρύτερης αντικουλτούρας με έντονο το κινηματικό στοιχείο και σημαίνουσα πολιτισμική παραγωγή που συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας.

Εν κατακλείδι, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η ελληνική εμπειρία μοιάζει να επιβεβαιώνει την πεποίθηση πως τα zines αποτελούν ιδανικούς παράγοντες σύνδεσης του πολιτιστικού με το πολιτικό και του ατομικού με το συλλογικό – ή με άλλα λόγια, της απρόσκοπτης προσωπικής έκφρασης με νέες μορφές κοινωνικότητας.

– – – – –

[1] Βλ. Teal Triggs, Fanzines, Thames & Hudson, London, 2010, σελ. 10.

[2] Βλ. Stephen Duncombe, Notes from Underground…, όπ.π., σελ. 2-3, 103.

[3] Βλ. Amy Spencer, DIY: The Rise of Lo-Fi Culture, Marion Boyars Publishers Ltd, London – New York, 2005, σελ. 175 και Teal Triggs, όπ.π., σελ. 15.

[4] Βλ. Amy Spencer, DIY, όπ.π., σελ. 99-107.

[5] Για μια τέτοια ανάλυση, βλ. Teal Triggs, Fanzines…, όπ.π., σελ. 15.

[6] Ο Duncombe αναφέρει μάλιστα ότι προηγείται σχετικό υπόμνημα του F.B.I. με ημερομηνία 5/11/1968, το οποίο ζητά από τα κατά τόπους αστυνομικά τμήματα τη διεξαγωγή έρευνας σχετικά με τα περιοδικά της Νέας Αριστεράς και ειδικότερα ζητά περιγραφή, στοιχεία των τυπογράφων και των εκδοτών, πληροφορίες σχετικά με το τιράζ και τη διακίνηση, τη χρηματοδότηση, τις ‘διακλαδώσεις με την αλλοδαπή’ κτλ. Βλ. Stephen Duncombe, Notes from Underground…, όπ.π., σελ. 220, όπου γίνεται σχετική παραπομπή στο David Armstrong, A Trumpet to Arms: Alternative Media in America, South End Press, Boston, 1981, σελ. 137.

[7] Βλ. Stephen Duncombe, Notes from Underground…, όπ.π., σελ. 139.

[8] Βλ. Amy Spencer, DIY…, όπ.π., σελ. 197-198.

[9] Βλ. Guy Lawley, «‘I like Hate and I hate everything else’: The influence of punk on comics» και Bill Osgerby, «Chewing out a rhythm on my bubble-gum’: The teenage aesthetic and genealogies of American punk», Roger Sabin (edit.), Punk Rock: So What?: The Cultural Legacy of Punk, Routledge London and New York, 1999, σελ. 102 και 162, αντιστοίχως.

[10] Βλ. Teal Triggs, Fanzines…, όπ.π., σελ. 49 και Stephen Duncombe, Notes from Underground…, όπ.π., σελ. 118-120.

[11] Το Maximumrocknroll ξεκινά ως ραδιοφωνική εκπομπή το 1977. Με τη μορφή zine εκδίδεται από το 1982 σε μηνιαία βάση και αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες διάδοσης μιας έντονα πολιτικοποιημένης αντίληψης για το punk σε διεθνές επίπεδο. Σχετικά, βλ. http://maximumrocknroll.com/.

[12] Το zine Profane Existence εκδίδεται από το 1989 από μια ‘αναρχό-punk’ κολεκτίβα, η οποία ασχολείται επίσης με την κυκλοφορία δίσκων και τη διανομή έντυπου και μουσικού υλικού. Σχετικά, βλ. http://profaneexistence.org/.

[13] Βλ. Stephen Duncombe, Notes from Underground…, όπ.π., σελ. 126-129.

[14] Βλ. Stacy Thompson, Punk Productions: Unfinished Business, State University of New York Press, New York, 2004, σελ. 107.

[15] Σχετικά, βλ. Stephen Duncombe, Notes from Underground…, όπ.π., σελ. 8 και Amy Spencer, DIY…, όπ.π., σελ. 17-18, 24.

[16] Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, αντί της διεύθυνσης κατοικίας δημοσιεύεται μόνο η ταχυδρομική θυρίδα, προκειμένου να διασφαλιστεί η ιδιωτικότητα του εκδότη, αλλά και η δυνατότητα επικοινωνίας μαζί του σε περίπτωση μετακόμισής του.

[17] Σε ό,τι αφορά την απάρνηση της πνευματικής ιδιοκτησίας εκ μέρους των καταστασιακών, χαρακτηριστική είναι η ρητή διακήρυξη σε κάθε τεύχος του περιοδικού τους ότι «όλα τα κείμενα που δημοσιεύονται στην Καταστασιακή Διεθνή μπορούν να αναδημοσιευθούν, να μεταφραστούν ή να προσαρμοστούν ελεύθερα, ακόμα και χωρίς ένδειξη της προέλευσής τους». Ενδεικτικό απόσπασμα από την ανθολογία κειμένων της Καταστασιακής Διεθνούς που κυκλοφορεί στα ελληνικά: Internationale situationniste, Το ξεπέρασμα της τέχνης, μτφρ. Γιάννης Δ. Ιωαννίδης, Ύψιλον, Αθήνα 1999, σελ. 52. Σε ό,τι αφορά δε τη μη αναγνώριση των πνευματικών δικαιωμάτων άλλων δημιουργών, χαρακτηριστική είναι η καταστασιακή μέθοδος της εκτροπής/επανοικειοποίησης ήδη δημοσιευμένου υλικού, που φαίνεται να λειτουργεί μεταξύ άλλων και ως τρόπος διατήρησης ενός είδους προσωπικού ελέγχου απέναντι στον καθημερινό καταιγισμό πληροφοριών. Σχετικά με την εν λόγω μέθοδο, η οποία τυγχάνει ευρείας χρήσης στους κόλπους των zines, βλ. μεταξύ άλλων Internationale situationniste, Το ξεπέρασμα της τέχνης…, όπ.π., σελ. 10 και Richard Day, Το τέλος της ηγεμονίας: Αναρχικές τάσεις στα νεότατα κοινωνικά κινήματα, Ελευθεριακή κουλτούρα, Αθήνα, 2008, σελ. 34-35.

[18] Βλ. Amy Spencer, DIY…, όπ.π., σελ. 16-17.

[19] Στις περιπτώσεις εκείνες, ωστόσο, που υπάρχει η δυνατότητα δωρεάν φωτοτυπικής αναπαραγωγής των zines -συνήθως στα πλαίσια του εργασιακού περιβάλλοντος του εκάστοτε εκδότη- μπορεί να γίνει λόγος για μερική απαγκίστρωση από τους υφιστάμενους οικονομικούς περιορισμούς.

[20] Πέραν του ενδεχόμενου συμβολικού κέρδους (π.χ. αναγνώριση στα πλαίσια της σχετικής κοινότητας στην οποία εντάσσεται το εκάστοτε zine), σπανίως παρατηρείται κέρδος οικονομικού τύπου. Ωστόσο, κάποιες φορές παρατηρούνται κάποια υλικά οφέλη, όπως δωρεάν δίσκοι που αποστέλλονται προς παρουσίαση στην ταχυδρομική διεύθυνση του εκάστοτε zine.

[21] Η πρακτική του ‘mail order’ γνωρίζει άνθιση ήδη από την εποχή του καλλιτεχνικού κινήματος fluxus, τα μέλη του οποίου επιλέγουν να προωθούν το δημιουργικό τους έργο μέσω ταχυδρομικών παραγγελιών.

[22] Σε αυτό το σημείο, πρέπει να σημειωθεί η περίπτωση του αμερικάνικου περιοδικού Factsheet Five, το οποίο πρωτοεμφανίζεται το 1982 με πρωτοβουλία του Mike Gunderloy και αρχικά αποτελεί ένα απλό ενημερωτικό δελτίο νέων κυκλοφοριών zines, για να εξελιχθεί στη συνέχεια σε βασικό κόμβο δικτύωσης των zines σε παγκόσμιο επίπεδο. Πέραν των άφθονων παρουσιάσεων zines, φιλοξενούνται επίσης σχετικά θεωρητικά κείμενα, τακτικές στήλες, συνεντεύξεις με εκδότες zines κτλ.

[23] Σε αρκετές περιπτώσεις, παρατηρούνται zines που είναι τόσο προσηλωμένα στα ειδικά ενδιαφέροντά τους, ώστε να κυκλοφορούν εκτός σειράς αφιερώματα σε κάποιο από τα θέματα που συνηθίζουν να πραγματεύονται. Χαρακτηριστικές είναι, εξάλλου, οι περιπτώσεις μουσικών zines που συμβάλλουν στην παραγωγή και τη διακίνηση μουσικών κυκλοφοριών της μουσικής σκηνής στην οποία αναμειγνύονται.

[24] Βλ. Stephen Duncombe, Notes from Underground…, όπ.π., σελ. 9-13.

[25] Προς μια τέτοια ερμηνευτική προσέγγιση φαίνεται να κινείται και ο Duncombe. Σχετικά, βλ. Stephen Duncombe, Notes from Underground…, όπ.π., σελ. 34-35.

[26] Δεδομένου του άκρως ιδιοσυγκρασιακού ύφους γραφής των zines που διαφοροποιείται σαφώς από το διακηρυκτικό και προπαγανδιστικό τόνο των παραδοσιακών πολιτικών εντύπων, o Duncombe αναγνωρίζει -στο υποκεφάλαιο με τον χαρακτηριστικό τίτλο “The Political Is Personal”- μια σύνδεση με τα φυλλάδια πολιτικού περιεχομένου που συγγράφει και διανέμει ο Thomas Paine και άλλοι ριζοσπάστες της περιόδου της Αμερικάνικης Επανάστασης, τα οποία διακρίνονται ακριβώς λόγω της προσωπικής γλώσσας που υιοθετούν. Βλ. Stephen Duncombe, Notes from Underground…, όπ.π., σελ. 26-32.

[27] Εξίσου συνήθης με την αυτόματη γραφή είναι η τεχνική του ‘cut-up’, η οποία επίσης εισάγει το στοιχείο της παρόρμησης, αποσκοπώντας στην αμφισβήτηση των κατεστημένων μορφών έκφρασης και επικοινωνίας και στην αναζήτηση νέων νοητικών διαδρομών. Η εν λόγω τεχνική -η οποία σημειωτέον μπόλιασε τον τρόπο γραφής του William Burroughs- συνίσταται στην τυχαία συρραφή λέξεων ή φράσεων, ώστε να δημιουργούνται ακατάληπτα μηνύματα που δεν υπακούν στους κανόνες του συντακτικού.

[28] Σχετικά, βλ. Stephen Duncombe, Notes from Underground…, όπ.π., σελ. 37-38.

[29] Σε ό,τι αφορά το ύφος των editorial, κατά κανόνα επικρατεί η βιωματικότητα, άλλοτε με τόνο χιουμοριστικό και άλλοτε με τόνο έντονης συναισθηματικής φόρτισης. Αντίστοιχο ύφος διακρίνει, εξάλλου, την απολογιστική διάθεση που είθισται να συνοδεύει τα τελευταία τεύχη των zines.

[30] Σχετικά, βλ. Μιχαήλ Μπαχτίν, Έπος και μυθιστόρημα, προλ.-μτφρ. Γιάννης Κιουρτσάκης, Πόλις, Αθήνα, 1995, σελ. 54-56.

[31] Εν προκειμένω, αξίζει να σημειωθεί ότι είναι αυτή ακριβώς η καρναβαλική τους διάθεση, που σε συνδυασμό με το δημιουργικό χαρακτήρα της συνολικής διαδικασίας έκδοσής τους και τη συχνά χαριτωμένη όψη τους, δημιουργεί πολλές φορές την αίσθηση ότι λέγονται ‘funzines’, δηλαδή ‘περιοδικά χαράς’ ή ‘διασκεδαστικά περιοδικά’.

[32] Για μια τέτοια ανάλυση, βλ. Stephen Duncombe, Notes from Underground…, όπ.π., σελ. 146-148. Σύμφωνα, εξάλλου, με την Spencer, τα zines αποτελούν ταυτοχρόνως τόσο ελιτίστικη, όσο και συμμετοχική μορφή μέσου, καθώς η πρόσβαση σε αυτά προϋποθέτει έναν ελάχιστο βαθμό αναζήτησης, που την ίδια στιγμή ωστόσο λειτουργεί ως κίνητρο ενεργού ανάμειξης. Βλ. Amy Spencer, DIY…, όπ.π., σελ. 18.

[33] Επί παραδείγματι, στο fanzine Ψησταριά για περιπτεράδες που κυκλοφορεί στα Χανιά το 1990, χρησιμοποιείται μια τεχνική κατά την οποία το μελανοδοχείο του φωτοτυπικού μηχανήματος γεμίζεται κατά διαστήματα με διάφορα χρώματα μελανιού τα οποία τυπώνονται τυχαία στο χαρτί. Συχνή είναι επίσης η ειδική επεξεργασία κάθε αντιτύπου ενός zine (π.χ. χειρόγραφη αρίθμηση, προσθήκη σελοτέιπ, συνδετήρων και παραμάνων ή σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα πιο απρόσμενων αντικειμένων, όπως π.χ. τσιχλών ή μπαλονιών), που σκοπό έχει ακριβώς να εντείνει την αίσθηση της προσωπικής επαφής.

[34] Για μια περιγραφή και αξιολόγηση της ακολουθούμενης διαδικασίας των ντανταϊστικών φωτομοντάζ, που φαίνεται να επιβεβαιώνει την ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση πως σε αυτά ανάγονται τα κολάζ των zines, βλ. Χανς Ρίχτερ, Νταντά, μτφρ. Ανδρέας Ρικάκης, Υποδομή, Αθήνα, 1983, σελ. 183-188.

[35] Για μια τέτοια ανάλυση, βλ. Teal Triggs, Fanzines…, όπ.π., σελ. 46 και Teal Triggs, «Scissors and Glue: Punk Fanzines and the Creation of a DIY Aesthetic», Journal of Design History, Vol. 19, No. 1, Oxford University Press, 2006, σελ. 69-83.

[36] Dick Hebdige, Υπό-κουλτούρα: Το νόημα του στυλ, «Γνώση», Αθήνα, 1988 (γ’ έκδοση), σελ. 152.

[37] Βλ. Stacy Thompson, Punk Productions…, όπ.π., σελ. 107-108.

[38] Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του κλασικού βρετανικού punk zine Sniffin’ Glue, το οποίο προτρέπει τους αναγνώστες να μην ικανοποιούνται με αυτά που διαβάζουν στο συγκεκριμένο zine και να ξεκινήσουν τα δικά τους. Βλ. Jon Savage, England’s Dreaming: Anarchy, Sex Pistols, Punk Rock, and Beyond, St Martin’s Press, New York, 1992, σελ. 279.

[39] Βάσει μιας τέτοιας λογικής, μπορεί ίσως να ερμηνευθεί και η προτίμηση στο προσωπικό ύφος γραφής έναντι της πολιτικολογίας, καθώς προτεραιότητα φαίνεται πως δίνεται σε αυτή καθαυτή την εκφραστική ένταση που θεωρείται ότι μπορεί να εμπνεύσει τη δημιουργικότητα.

[40] Για μια τέτοια ανάλυση, βλ. Teal Triggs, Fanzines…, όπ.π., σελ. 14, και Teal Triggs, «Scissors and Glue…», όπ.π., όπου επισημαίνεται μεταξύ άλλων η αφομοίωση αυτής της γραφιστικής γλώσσας αντίστασης από τη βιομηχανία του θεάματος και ειδικότερα από τα λεγόμενα ‘lifestyle’ περιοδικά και τη διαφήμιση.

[41] Το περιοδικό Κούρος εκδίδει περισσότερα από σαράντα και το περιοδικό Pαndermα περισσότερα από τριάντα τεύχη. Σχετικά, βλ. τη συνέντευξη του Λεωνίδα Χρηστάκη στο περιοδικό Άνθη του Κακού, τχ. 8-9, Αθήνα, Άνοιξη-Καλοκαίρι 1993, σελ. 54-59, καθώς και το αφιέρωμά του στα εγχώρια λογοτεχνικά περιοδικά, στο περιοδικό Ιδεοδρόμιο, τχ. 4, Αθήνα, Σεπτέμβριος 2003, σελ. 14-19.

[42] Το Ιδεοδρόμιο εμφανίζεται το 1978 και κυκλοφορεί συνολικά περί τα εκατόν είκοσι τρία τεύχη μέχρι το 1998, οπότε σταματά για να επανεμφανιστεί το 2003. Αυτοπροσδιορίζεται ως ‘αδέσμευτο περιοδικό πολιτικής δράσης και κουλτούρας’, με επιρροές οι οποίες ανάγονται στο πνεύμα του ’68.

[43] Ενδεικτική της τάσης διεθνούς δικτύωσης της Ανοιχτής Πόλης είναι επίσης η συμμετοχή της στο τριήμερο πανευρωπαϊκό φεστιβάλ «Ευρώπη ενάντια στο ρεύμα», που διεξάγεται στο Άμστερνταμ στις 15, 16 και 17 Σεπτεμβρίου 1989. Η Ανοιχτή Πόλη κυκλοφορεί ειδικά για το φεστιβάλ μια φωτοτυπημένη μπροσούρα στα αγγλικά, με περιγραφή του συνόλου σχεδόν των fanzines, περιοδικών, στεκιών, μουσικών συγκροτημάτων κτλ., που απαρτίζουν την εγχώρια αντικουλτούρα της εποχής.

[44] Ωστόσο, το τεύχος 14, το οποίο τυπώνεται σε 3.500 αντίτυπα, θα εγκαινιάσει την πρακτική της ετήσιας συνδρομής. Ο περιορισμένος αριθμός πωλήσεων αυτού του τεύχους θα επιβάλλει την άμεση συρρίκνωση του τιράζ, αλλά η πρακτική της ετήσιας συνδρομής θα καθιερωθεί.

[45] Για την ακρίβεια, σε κάθε τεύχος δηλώνεται ρητά πως «κάθε γνώμη ή συνεργασία είναι ευπρόσδεκτη, εκτός από εκείνες που αντικειμενικά προωθούν ρατσισμό κάθε μορφής, βία ή καταπίεσης ανθρώπου από άνθρωπο».

[46] Εν προκειμένω, πρέπει να αποσαφηνιστεί ότι παρά το γεγονός ότι γίνεται λόγος για μια περίοδο έντονης πολιτικοποίησης, με σημαντική την κινηματική παρουσία στη δημόσια σφαίρα μέσα από μια σειρά ιστορικών γεγονότων, ακόμη και κατεξοχήν πολιτικά περιοδικά του εγχώριου ανταγωνιστικού κινήματος (όπως π.χ. το Convoy) κυκλοφορούν με σχετικά μικρό τιράζ που σπανίως υπερβαίνει τα τρεις χιλιάδες αντίτυπα.

[47] Το Β23 είναι ένα από τα πρώτα punk zines στην Ελλάδα (με πρώτο πιθανότατα το Γιατί, το οποίο εκδίδουν μέλη του punk γκρουπ ‘Μάβρα Ιδανικά’ το 1984). Εκδίδεται στην Αθήνα το 1986 από τον Γιάννη Κολοβό, μέλος του γκρουπ ‘Κοινωνικά Απόβλητα;’ και κυκλοφορεί συνολικά 5 τεύχη μέχρι το 1988, οπότε παύει η έκδοσή του για να ξεκινήσει μια μακρά περίοδος συνεργασίας με το zine Σκιές, υπό τον τίτλο Στις Σκιές του Β23.

[48] Το Rollin’ Under, το οποίο εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη, ξεκινά το 1985 ως συνοδευτικό φυλλάδιο των κασετοσυλλογών της ανεξάρτητης δισκογραφικής εταιρίας ‘Lazy Dog’, απευθύνοντας παράλληλα ανοιχτή πρόσκληση συνεργασίας σε κάθε ενδιαφερόμενο αναγνώστη που επιθυμεί να εκφραστεί δημόσια. Έτσι, πέραν της καθοριστικής συμβολής του στην ενίσχυση της ανεξάρτητης μουσικής σκηνής της εποχής, θα πρέπει να τονιστεί επίσης η ανάδειξή του σε ένα πράγματι συμμετοχικό περιοδικό με πληθώρα συνεργασιών, που κυκλοφορεί τακτικά μέχρι το 1992.

[49] Η Βρωμιά εμφανίζεται στην Πτολεμαΐδα το 1985. Στα χνάρια της Ανοιχτής Πόλης, διακηρύσσει τη μη αποδοχή συνδρομών και τη δωρεάν δημοσίευση διαφημίσεων μόνο εάν συμφωνούν με το πνεύμα του περιοδικού. Παράλληλα, απευθύνει πρόσκληση συνεργασίας σε κάθε ανεξάρτητο δημιουργό (εκδότη zine, μουσικό συγκρότημα κτλ.), με σκοπό τη βελτίωση των δυνατοτήτων διανομής του παραγόμενου υλικού. Στις καινοτομίες της Βρωμιάς συγκαταλέγεται η δωρεάν αποστολή τευχών «σε πολιτικούς κρατούμενους που δεν προωθούν τη βία, σεξισμό, φασισμό… και παράγωγα αυτών».

[50] Το Miz Maze εκδίδεται στην πόλη της Χαλκίδας την περίοδο 1987-1988 και μέσα σε διάστημα ενάμιση περίπου έτους προλαβαίνει να κυκλοφορήσει δεκαεπτά τεύχη (σε μηνιαία βάση) και να διοργανώσει αρκετές συναυλίες με μερικά από τα δημοφιλέστερα συγκροτήματα της εγχώριας ανεξάρτητης μουσικής σκηνής της περιόδου.


[51] Ειδικότερα, στις σελίδες του τεύχος 7/8 του zine Βρωμιά δημοσιεύονται επιστολές εκδοτών zines, οι οποίες πραγματεύονται μια πανελλήνια συνάντηση ανεξάρτητων εντύπων που σχεδιάζεται για τον Αύγουστο του 1988 στην Αθήνα. Εκ των υστέρων αναφορές σχετικά με τη συγκεκριμένη συνάντηση μπορούν να αναζητηθούν στο άρθρο του εκδότη του Cult Zine Βαγγέλη Λιβιεράτου «The Cult Tribe», που δημοσιεύεται στο zine Στις σκιές του Β23, τχ. 1, Αθήνα, χειμώνας 1989, σελ. 2.

Νίκος Σούζας (Αντικουλτούρα) via Fanzines.gr


Πηγή Τι είναι τα fanzines; Από την απρόσκοπτη προσωπική έκφραση στη συγκρότηση νέων μορφών κοινωνικότητας

Τα τελευταία τρία χρόνια, το ένα πέμπτο των κοραλλιογενών υφάλων του κόσμου έχουν πεθάνει – και υπάρχει όλο και μεγαλύτερη συνειδητοποίηση ότι τα αντιηλιακά παίζουν κάποιο ρόλο. 6.000 έως 14.000 τόνοi αντηλιακού πέφτουν στη θάλασσα σε περιοχές κοραλλιογενών υφάλων κάθε χρόνο, εκθέτοντας τα πανέμορφα υποβρύχια οικοσυστήματα σε χημικές ουσίες που μπορούν να τα σκοτώσουν.

Η Χαβάη πρόκειται να γίνει το πρώτο έθνος που απαγορεύσει τη χρήση αντηλιακών που περιέχουν οξυβενζόνη και οκτινοξάτη, δύο χημικές ουσίες που θέτουν σε κίνδυνο τους κοραλλιογενείς υφάλους. Μια μελέτη του 2015, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Archives of Environmental Contamination και Toxicology, διαπίστωσε ότι τα χημικά έχουν μια σειρά επιπτώσεων στα κοράλλια, συμπεριλαμβανομένης της θνησιμότητας στην ανάπτυξη κοραλλιών, την λεύκανση των κοραλλιών και τη γενετική βλάβη των κοραλλιών και άλλων οργανισμών. Διαπίστωσε επίσης ότι και οι δύο χημικές ουσίες μπορούν να προκαλέσουν γυναικεία αναπαραγωγή σε ενήλικα αρσενικά ψάρια και να αυξήσουν τις αναπαραγωγικές ασθένειες σε πλάσματα από αχινούς σε είδη parrotfish και θηλαστικά παρόμοια με τη φώκια της Χαβάης. Οι χημικές ουσίες μπορούν επίσης να προκαλέσουν νευρολογικές συμπεριφοριστικές μεταβολές στα ψάρια και να έχουν πιθανή επίδραση στα πολλά απειλούμενα είδη που βρίσκονται στα ύδατα της Χαβάης, συμπεριλαμβανομένων των θαλάσσιων χελωνών.

Ήδη οι ύφαλοι της Χαβάης απειλούνται. Οι πολύχρωμοι ύφαλοι της Χαβάης αποτελούν ένα σημαντικό πλεονέκτημα για τους τουρίστες – αλλά είναι επίσης ζωτικής σημασίας για την υγεία των υποβρύχιων οικοσυστημάτων. Το ένα τέταρτο των ωκεάνιων ειδών εξαρτάται από τους υφάλους για τροφή και καταφύγιο.,

Με το νέο νόμο απαγορεύεται για τους ανθρώπους στη Χαβάη να πουλούν ή να διανέμουν τα αντηλιακά (εκτός εάν πρόκειται για χρήση με συνταγή) από την 1η Ιανουαρίου 2021.



Πηγή Η Χαβάη αποφάσισε να απαγορεύσει τις τοξικές χημικές ουσίες των αντηλιακών

Ευρωπαϊκή συνάντηση εκπαίδευσης και ανταλλαγής εμπειριών για την περιβαλλοντική και κοινωνική δράση, από τις 28 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2018 στην Πολωνία.

Η συνάντηση αυτή έρχεται να καλύψει μία μεγάλη ανάγκη της κοινωνίας των πολιτών για την ανάληψη δράσης, σε μία εποχή που ο δημοκρατικός χώρος συρρικνώνεται, ενώ τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κλίμα του πλανήτη βρίσκονται υπό διαρκώς αυξανόμενη απειλή. Στη συνάντησή μας, οι συμμετέχοντες θα έχουν τη δυνατότητα να συζητήσουν και να μάθουν νέους τρόπους για την υπεράσπιση αυτών των οικουμενικών αξιών.
Περίπου 300 νέοι άνθρωποι από όλη την Ευρώπη θα συναντηθούν

με στόχο να συζητήσουν τρόπους για να αναλάβουν πρωτοβουλίες και να προχωρήσουν σε δράσεις που θα ενισχύουν τη δημοκρατία, θα υπερασπίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα και θα προωθούν την προστασία του κλίματος. Με μία σειρά από συμμετοχικά και διαδραστικά εργαστήρια και εκπαιδευτικά σεμινάρια, θα μοιραστούμε εμπειρίες και γνώσεις, και μαζί θα θέσουμε τις βάσεις για τη δημιουργία μίας μεγάλης κοινότητας ενεργών πολιτών που θα δημιουργήσουν οι ίδιοι την αλλαγή που θέλουν να δουν στην κοινωνία.


Η Greenpeace συνδιοργανώνει τη συνάντηση αυτή μαζί με την οργάνωση Civil Rights Defenders. Οι δύο οργανώσεις θα καλύψουν το κόστος μεταφοράς και συμμετοχής στη συνάντηση.

Για περισσότερες πληροφορίες, για να δηλώσετε συμμετοχή ή να προωθήσετε τη συνάντηση στα δίκτυά σας, μπορείτε να μπείτε στην ηλεκτρονική σελίδα www.changemakercamp.org ή στη σελίδα μας στο facebook https://www.facebook.com/europeanchangemakers/

 

Πηγή Ευρωπαϊκή συνάντηση εκπαίδευσης και ανταλλαγής εμπειριών για την περιβαλλοντική και κοινωνική δράση

Ο άνθρωπος είναι ένα ον που δημιουργεί σχέσεις και προσανατολίζεται όχι τόσο στον ανταγωνισμό όσο στη συνεργασία. Η Κοινωνιοκρατική μέθοδος της κυκλικής οργάνωσης (ΣKM)“ προσφέρει για κάθε συνεύρεση ανθρώπων – στην οικογένεια ή άλλες κοινότητες, σε εταιρίες ή οργανώσεις – έναν βοηθητικό χώρο, ώστε να συντονίζονται και να αντιμετωπίζονται ισότιμα και αποτελεσματικά οι ατομικές επιδιώξεις. Η ΣKM είναι ένα δυναμικό μοντέλο οργάνωσης ώστε να μπορέσουμε να πάρουμε από κοινού αποδοτικές αποφάσεις και να επιτύχουμε τον επιδιωκόμενο στόχο εφαρμόζοντας τις συλλογικά ειλημμένες αποφάσεις. 


Κοινωνιοκρατία σημαίνει: «Αποφασίζουμε μαζί”.

Η επιτυχία κάθε εγχειρήματος ή Project βρίσκεται στα χέρια όλων των συμμετεχόντων. Όσο καλύτερα συνεργάζονται μεταξύ τους, τόσο πιο αποδοτικά δηλ. επιτυχημένα θα είναι τα αποτελέσματα. Τα κοινωνιοκρατικά μοντέλα υποστηρίζουν τις κοινές αποφάσεις, ώστε να πραγματοποιηθεί ο κοινός στόχος – και είναι γι αυτό το λόγο το οργανωτικό μοντέλο του μέλλοντος.
(Barbara Strauch)


Η Κοινωνιοκρατία -Sociocrasi έχει μια μακριά ιστορία: Ο όρος προέρχεται από το λατινικό Socius (κοινωνός) και το αρχαίο ελληνικό ρήμα κρατείν (κυβερνώ). Αρχικά χρησιμοποιήθηκε από το Γάλλο φιλόσοφο Auguste Comte, τον ιδρυτή της μοντέρνας Κοινωνιολογίας, στα μέσα του 19ου αιώνα. Κατόπιν χρησιμοποιήθηκε από τον οικονομολόγο John Stuart Mill και αργότερα τον χρησιμοποίησε η κοινωνιολόγος Mary Parker Follett. Όμως, πρακτικά το σοσιοκρατικό μοντέλο εξελίχθηκε από τον Ολλανδό παιδαγωγό Kees Boeke. Ο Boeke, ένας κουάκερος, που βλέπει στο χρήμα κάθε τι κακό, είναι πεποισμένος ότι η Δημοκρατία έχει απογοητεύσει τις ελπίδες των ανθρώπων. Ανέπτυξε έτσι ένα σύστημα ισοτιμίας και συναίνεσης και το εφάρμοσε στο σχολείο Werksplaats Kindergemeenschap.

Η Kοινωνιοκρατική μέθοδος της κυκλικής οργάνωσης ΚKM“ αναπτύχθηκε παραπέρα από τον Ολλανδό Gerard Endenburg και αυτή τη στιγμή εφαρμόζεται στις ΗΠΑ, στον Καναδά, τη Βραζιλία, τη Γαλλία, το Βέλγιο, τη Μ. Βρετανία, την Αυστραλία, την Ελβετία, τη Γερμανία, την Αυστρία και την Ολλανδία από χιλιάδες οργανώσεις, εταιρίες και ΜΚΟ.

Πολιτισμική αλλαγή

«Η Κοινωνιοκρατία δε γνωρίζει νικητές και χαμένους, μόνο λύσεις“, λέει ο Gerard Endenburg. Κάποιοι από σας ίσως έχουν ήδη ακούσει τη λέξη „Κοινωνιοκρατία”. Με τη „Κοινωνιοκρατία“μετατρέπουμε τη Δημοκρατία σε μια πολύχρωμη κοινωνία, φέρνουμε τη συνεργασία και τη συμμετοχή σε όλους τους τομείς της ζωής, στις εταιρίες, στην εκπαίδευση και στην πολιτική. Έτσι ξεκινά μια βαθιά πολιτισμική αλλαγή μέσα μας και στις σχέσεις μας. Με τη «Κοινωνιοκρατία” μαθαίνουμε πώς μπορεί να λειτουργήσει το να συναποφασίζουμε, πώς μπορεί να δημιουργηθεί με αυτόν τον τρόπο αυτοοργάνωση και πώς αυτό συνεισφέρει στην αύξηση του δυναμικού μας. Η «Κοινωνιοκρατία” είναι μία δυνατότητα να εφαρμόσουμε τη συνεργασία πολύ πρακτικά και εκεί που εμφανίζονται προβλήματα να επεξεργαστούμε μαζί τις λύσεις. 

Στη «Κοινωνιοκρατία”είναι πολύ σημαντική η ισοτιμία όλων των συμμετεχόντων στη λήψη των αποφάσεων. „Συμμετέχοντες“ είναι όλοι οι άνθρωποι που επηρεάζονται από τις συνέπειες των αποφάσεων. Ο Kees Boeke ονόμασε τη «Κοινωνιοκρατία”: «Sociocracy, Democracy as it might be.” (“Σοσιοκρατία, η Δημοκρατία όπως θα ‘πρεπε να είναι”)
Δεν αποφασίζουν οι θέσεις και οι τίτλοι, αλλά τα επιχειρήματα. Όχι η εξουσία αλλά η κατανόηση και η εξειδίκευση. Κάθε άποψη είναι πολύτιμη. Ο καθένας μπορεί να γίνει τα πάντα, να λάβει κάθε θέση μέσα στην οργάνωση. Το ρητό του Endenburgs είναι: «Η Κοινωνιοκρατία ζει από την αναγνώριση του ατόμου. Δε γνωρίζει νικητή ή χαμένο, μόνο λύσεις.’
Ποιες είναι οι τυπικές καταστάσεις, όπου οι Οργανώσεις θα σκεφτούν σοβαρά να χρησιμοποιήσουν τη „Κοινωνιοκρατία“ στο έργο τους;

Μετά από την πρώτη φάση των πρωτοπόρων, όταν η διαδικασία διαφοροποίησης βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη και οι ιδρυτές νιώθουν όλο και περισσότερο την ανάγκη να δημιουργήσουν τομείς και να δοκιμαστούν περισσότερα άτομα με καθαρές υπευθυνότητες, τότε ψάχνουμε λοιπόν οργανωτικές ιδέες που να μοιράζουν την υπευθυνότητα σε όλους τους συμμετέχοντες. Η πρόκληση από την πλευρά των ηγετών είναι να παραδώσουν την εξουσία και ν’ αφήσουν τομείς υπευθυνότητας και από την πλευρά των συνεργατών υπάρχει η πρόσκληση ν’ αναλάβουν υπευθυνότητα και να αυτοοργανωθούν. Εκεί μπορεί η σοσιοκρατική οργανωτική μέθοδος να βοηθήσει πάρα πολύ. 

Από την άλλη πλευρά, οι ανθρωπιστικές οργανώσεις, οι δομές συγκατοίκησης, οι Συνεταιρισμοί τροφίμων και τα ελεύθερα σχολεία αναζητούν οργανωτικές μορφές, στις οποίες κανείς να μην ορίζεται πάνω από τον άλλο και συγχρόνως να μπορούν και να πάρουν αποτελεσματικές αποφάσεις. Σε αυτό το σημείο θέλουμε να αποχαιρετίσουμε τις μη παραγωγικές ομαδικές συναντήσεις και τις πολύωρες κουβέντες σε συμβούλια και συνελεύσεις και βρίσκουμε στη ΣKM τη μέθοδο, όπου όλοι μπορούν να συναποφασίζουν με πολύ αποδοτικό τρόπο και με μία ευφυή κυκλική δομή. Ο στόχος εδώ είναι ακριβώς όπως και στις επιχειρήσεις, να μοιραστεί η υπευθυνότητα σε πολλούς και να ληφθεί μία υψηλή δέσμευση για την επίτευξη του στόχου.

Όποιος έχει „μολυνθεί“ από αυτή τη μέθοδο, δε θέλει να εργαστεί διαφορετικά. Επιτέλους υπάρχει μια ευφυής οργανωτική δομή που βρίσκει λύσεις τις οποίες ψάχναμε εδώ και καιρό για μια πραγματική συμμετοχή, όχι μόνο με την έννοια του μιλάμε μαζί αλλά και παίρνουμε μαζί την ευθύνη.
«Όλοι για έναν στόχο, αυτό είναι ένα πολύ ωραίο αίσθημα, χρειαζόμαστε κοινούς στόχους”
Δεν ψάχναμε για δομές που να μας επιτρέπουν να συνεργαστούμε; Εδώ είναι! Απλά και καθαρά. 

Πώς μπορεί κανείς να «μάθει” τη «Κοινωνιοκρατία”;

Η κοινωνιοκρατική μέθοδος κυκλικής οργάνωσης ΣKM εισάγεται στην Οργάνωση από έμπειρους ειδικούς στη «Κοινωνιοκρατία”(CSE – Certified Sociocratic Experts) με τη βοήθεια μιας καλά προετοιμασμένης και σε περισσότερα βήματα εφαρμοζόμενης διαδικασίας Change managemen. Διαρκεί κατά μέσο όρο ένα με δύο χρόνια μέχρι να εξοικειωθούν όλοι οι συμμετέχοντες με το „κοινωνιοκρατικό τρόπο λήψης αποφάσεων, έτσι ώστε να μπορεί να τρέξει η διαδικασία και χωρίς εξωτερικούς συνοδούς. 


ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ ΤΗΣ ΣΟΣΙΟΚΡΑΤΙΑΣ ΣΕ ΑΘΗΝΑ ΚΑΙ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

«ΜΕΘΟΔΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΛΗΨΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ, ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ, ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ & ΟΜΑΔΕΣ”

ΑΘΗΝΑ: ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 6 ΙΟΥΛΙΟΥ 2018 – 19;00 Cafe – Πολυχώρος ” Αίτιον «
ΠΛΗΡ.;ΡΗΝΙΩ ΚΟΥΡΔΑΚΗ ΤΗΛ;6932584512
riniokourdaki@gmail.com

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ;TΡΙΤΗ 10 ΙΟΥΛΙΟΥ 2018 ΑΝΝΑ ΦΙΛΙΠΠΟΥ


Facebook Event ΕΔΩ




Όποιος θέλει να μάθει περισσότερα για τη ΚKM, έχει μια θαυμάσια ευκαιρία τον Αύγουστο του 2018: Η Barbara Strauch, σύμβουλος, εκπαιδεύτρια και πιστοποιημένη ειδικός στη «Κοινωνιοκρατία” έρχεται στην Ελλάδα και δίνει ένα Εισαγωγικό Σεμινάριο στη ΣKM και κατόπιν ένα Σεμινάριο εμβάθυνσης. 

Πληροφορίες και Συμμετοχές: 

Άννα Φιλίππου: info@skalaecovillage.com
Ειρήνη Κουρδάκη: riniokourdaki@gmail.com
Ζησούλα Κουρδάκη: zisula@gmx.net
www.soziokratie.at
www.thesociocracygroup.com

Πηγή Σοσιοκρατία :Η κοινωνιοκρατική μέθοδος της κυκλικής οργάνωσης

Πηγαίνετε σε μια συναυλία. Στη γωνία του δρόμου πέφτετε πάνω σε μια ομάδα ατόμων που κοιτάζουν τον ουρανό. Χωρίς να σκεφτείτε, σηκώνετε το κεφάλι. Γιατί; Λόγω του φαινομένου που ονομάζουμε κοινωνική απόδειξη. Στη μέση του κονσέρτου, σ’ ένα κομμάτι που ο σολίστας εκτελεί με μπρίο, κάποιος μέσα στο κοινό αρχίζει να χειροκροτεί και, ένα δευτερόλεπτο αργότερα, όλη η αίθουσα κάνει το ίδιο. Το ίδιο κι εσείς. Γιατί; Πάλι η κοινωνική απόδειξη. Μετά τo κονσέρτο πηγαίνετε στο βεστιάριο για να πάρετε το παλτό σας. Παρατηρείτε ότι τα άτομα που στέκονται μπροστά σας στην ουρά αφήνουν νομίσματα σ’ ένα πιάτο, ενώ το βεστιάριο περιλαμβάνεται στην τιμή του εισιτηρίου. Τι κάνετε; Αφήνετε κι εσείς πουρμπουάρ. Λόγω της κοινωνικής απόδειξης (που αποκαλείται ενίοτε πνεύμα κοπαδιού, αγελαίο ένστικτο ή, γενικότερα,κομφορμισμός), συμπεριφέρομαι όπως οι άλλοι. Με άλλα λόγια, όσο περισσότερα άτομα επιδοκιμάζουν μια ιδέα, τόσο καλύτερη είναι αυτή η ιδέα- πράγμα, φυσικά, παράλογο.

Πίσω από τις κερδοσκοπικές φούσκες και τις κινήσεις χρηματιστηριακού πανικού κρύβεται η κοινωνική απόδειξη. Τη βλέπουμε επί τω έργω στον κόσμο της μόδας, στις τεχνικές μάνατζμεντ, στα χόμπι, στις δίαιτες, στις θρησκευτικές πεποιθήσεις κτλ. Η κοινωνική απόδειξη μπορεί να παραλύσει ολόκληρους πολιτισμούς- σκεφτείτε, παραδείγματος χάρη, τις ομαδικές αυτοκτονίες που οργανώνουν ορισμένες αιρέσεις.

Το πείραμα που έκανε για πρώτη φορά ο ψυχολόγος Σόλομον Ας, το 1950, αποδεικνύει πόσο η κοινωνική πίεση μπορεί να διαστρεβλώσει τη σωστή κρίση.

Ο ερευνητής δείχνει γραμμές διαφορετικού μήκους σ’ έναν

εθελοντή που πρέπει κάθε φορά να δηλώνει αν η γραμμή είναι μακρύτερη, κοντύτερη ή ίση με μια γραμμή αναφοράς. Όταν ο εθελοντής είναι μόνος του στον χώρο εκτιμά σωστά το μήκος των γραμμών που του δείχνουν- η άσκηση είναι πραγματικά εύκολη. Έπειτα ο ερευνητής φέρνει άλλα εφτά άτομα στον ίδιο χώρο — τους «συνενόχους» του, αλλά ο εθελοντής δεν το ξέρει. Οι νεοφερμένοι, ο ένας μετά τον άλλο, δίνουν λανθασμένη απάντηση δηλώνοντας ότι η εν λόγω γραμμή είναι πιο κοντή, ενώ είναι ολοφάνερα πιο μακριά από τη γραμμή αναφοράς. Ύστερα έρχεται η σειρά του εθελοντή να απαντήσει. Στο 30% των περιπτώσεων δίνει την ίδια λάθος απάντηση με τους προηγούμενους, από καθαρή κοινωνική πίεση.

Γιατί; Διότι αυτή η συμπεριφορά αποδείχτηκε αποτελεσματική στρατηγική επιβίωσης κατά την εξέλιξη. Ας υποθέσουμε ότι ζείτε 50.000 χρόνια πριν και ότι περπατάτε στη σαβάνα με τους κυνηγούς συντρόφους σας και, ξαφνικά, εκείνοι το βάζουν στα πόδια. Τι κάνετε; Στέκεστε ακίνητος ξύνοντας το πιγούνι και αναρωτιέστε αν αυτό που βλέπετε είναι πράγματι λιοντάρι ή κάποιο ακίνδυνο ζώο που μοιάζει με λιοντάρι; Όχι βέβαια! Εξαφανίζεστε κι εσείς γρήγορα. Μπορείτε να σκεφτείτε αργότερα, όταν θα είστε ασφαλής. Εκείνος που συμπεριφέρθηκε διαφορετικά στη σαβάνα του Σερενγκέτι δεν επέζησε για να μεταβιβάσει τα γονίδιά του στους απογόνους του. Αυτός ο τύπος συμπεριφοράς είναι τόσο ριζωμένος μέσα μας, που εξακολουθούμε να τον χρησιμοποιούμε, ενώ δε μας προσφέρει πια κανένα πλεονέκτημα επιβίωσης. Το μόνο παράδειγμα που μπορώ να σκεφτώ όπου η κοινωνική απόδειξη είναι χρήσιμη είναι να έχετε εισιτήρια για ένα ποδοσφαιρικό ματς σε μια ξένη πόλη και να μην ξέρετε πού βρίσκεται το στάδιο – στην περίπτωση αυτή είναι μάλλον λογικό να ακολουθήσετε τα άτομα που μοιάζουν με φιλάθλους.

Οι κωμωδίες καταστάσεων και τα τοκ σόου χρησιμοποιούν την κοινωνική απόδειξη μεταδίδοντας σε καίριες στιγμές ηχογραφημένα γέλια για να προκαλέσουν το γέλιο των τηλεθεατών. Ένα από τα πιο εντυπωσιακά παραδείγματα κοινωνικής απόδειξης είναι χωρίς αμφιβολία ο λόγος του Γιόζεφ Γκέμπελς στις 18 Φεβρουάριου του 1943 με τίτλο «Θέλετε τον ολοκληρωτικό πόλεμο;». (Στο YouTube υπάρχει βίντεο αυτής της ομιλίας.) Αν είχε θέσει την ερώτηση σε κάθε άτομο ξεχωριστά και ανωνύμως, κανένα δε θα είχε απαντήσει καταφατικά στη θεοπάλαβη πρότασή του.

Η διαφήμιση εκμεταλλεύεται συστηματικά την αδυναμία μας να υποκύπτουμε στην πίεση της κοινωνικής απόδειξης. Είναι μάλιστα πιο αποτελεσματική όταν υπάρχει πληθώρα προϊόντων τα χαρακτηριστικά των οποίων δεν έχουν ευδιάκριτες διαφορές μεταξύ τους (για παράδειγμα, όταν πρέπει να διαλέξετε ανάμεσα σε διάφορες μάρκες αυτοκινήτων, απορρυπαντικών, καλλυντικών που, τελικά είναι ισάξια) και όπου εμφανίζονται άνθρωποι “όπως εσείς κι εγώ”. Γι’ αυτό δε θα δείτε ποτέ στην τηλεόραση μια Αφρικανή νοικοκυρά να επαινεί ένα προϊόν καθαρισμού.

Να είστε δύσπιστοι όταν μια επιχείρηση διατείνεται ότι το προϊόν της είναι “πρώτο σε πωλήσεις” . Παράλογο επιχείρημα, διότι δε σημαίνει ότι είναι καλύτερο μόνο και μόνο επειδή πουλιέται πολύ. Όπως έλεγε ο συγγραφέας Σόμερσετ Μομ, το ότι πενήντα εκατομμύρια άτομα υποστηρίζουν μια ανοησία αυτό δε σημαίνει ότι είναι αλήθεια.

Η τέχνη της καθαρής σκέψης
ΡΟΛΦ ΝΤΟΜΠΕΛΛΙ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ



Πηγή Το ότι εκατομμύρια άτομα υποστηρίζουν μια ανοησία δε σημαίνει ότι είναι αλήθεια

Δεν βγαίνουν τα ρημάδια. Πήρε ένα χαρτί και έγραψε κάτω όλα τα λεφτά που χρώσταγε. 200 ευρώ στη ΔΕΗ. «Είναι η πρώτη που πρέπει να πληρωθεί θα μου το κόψουν», σκέφτηκε. 80 ευρώ οι δόσεις για κείνο το γαμωπλυντήριο που είχε τη φαεινή ιδέα να αγοράσει. Στην ΕΥΔΑΠ έχει φτάσει να χρωστάει 100 ευρώ. Του ‘πε ο Κώστας όμως πως αυτή δεν την κόβουν εύκολα για να μη γεμίζουν άλατα οι σωλήνες, ή κάτι τέτοιο. Το νοίκι είναι πάνω-πάνω στη λίστα. 280 ευρώ. Το κινητό είναι κομμένο δυο μήνες τώρα αλλά δεν το υπολόγισε στα έξοδα. Όσο γίνεται να τον παίρνουν, τουλάχιστον, οι άλλοι τηλέφωνα είναι οκ.

Κοίταξε τα τριψήφια νούμερα απελπισμένος. Μονολογούσε κάνοντας υπολογισμούς, διακόσια, τετρακόσια, συν ογδόντα. Ο σκύλος των απέναντι, αυτό το καταραμένο σκυλί δε σταματάει να γαβγίζει. Δε βγαίνουν τα ρημάδια. Δε βγαίνουν, λέει δυνατά και σηκώνεται από το τραπέζι. Ανοίγει το τζάμι, βγαίνει στο μπαλκόνι: «Τι θα γίνει με το σκυλί σου ρε μαλάκα;». Το σκυλί γαβγίζει πιο έντονα. «Δεν το ακούς ρε μαλάκα το σκύλο πως γαβγίζει; Δε μπορούμε να κάνουμε τη δουλειά μας από το γάβγισμα. Με ακούς, ε, με ακούς ρε μαλάκα;». Δεν ήταν κανείς στο απέναντι μπαλκόνι. Μόνο ο σκύλος που τον κοιτούσε πια με τα δόντια απ’ έξω, γαβγίζοντας σαν τρελός. «Έλα έξω να μαζέψεις το σκύλο σου ρε μαλάκα, εμένα ποιος θα με πληρώσει για τη ζημιά που μου κάνεις ε;». Η ώρα ήταν 11 το πρωί. Δεν είχε καμία συγκεκριμένη δουλειά να κάνει, πέρα από το να υπολογίσει για ακόμα μια φορά πόσα είναι τα έξοδα και πόσα τα έσοδα. Για την ακρίβεια δεν είχε καμία δουλειά εδώ και εφτά μήνες. Ο σκύλος απέναντι ήταν το αφεντικό που τον απέλυσε, η σπιτονοικοκυρά που του ζητά το νοίκι, το κομμένο του κινητό, όλοι αυτοί που δεν του απαντάνε όταν στέλνει βιογραφικά.

«Εμένα ποιος θα με πληρώσει για τη ζημιά που μου έκανες;». Την τρίτη φορά που το είπε, ακούμπησε το χέρι του στο κάγκελο και στήριξε εκεί όλο του το σώμα. Έκατσε στο πάτωμα του μπαλκονιού και άκουγε τον σκύλο να γαβγίζει. Δε ξέρει πόση ώρα πέρασε εκεί, αλλά όταν κοίταξε το ρολόι του σηκώθηκε πανικόβλητος. Θα πήγαινε να παρακολουθήσει μια ομιλία, «Η εργασία και η εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας». Το διοργάνωνε μια από αυτές τις εταιρείες ανεύρεσης εργασίας. Ιδέα δεν είχε για το τι θα έλεγαν, δεν τον ένοιαζε και ιδιαίτερα. Του είχαν πει όμως, σε κάποια από τα ραντεβού μαζί τους, ότι καλό είναι να πηγαίνει σε αυτές τις ομιλίες γιατί μερικές φορές παρευρίσκονται και εργοδότες. «Πού ξέρεις, μπορεί κάποιος να σε προσέξει» του χε πει χαμογελώντας η head hunter. Γι’ αυτό έβαλε πουκάμισο και ένα μπλε παντελόνι, από αυτά της δουλειάς, και πήγε.

Ζέστη αφόρητη έξω, ένιωθε τα πόδια του να ιδρώνουν μέσα στο δερμάτινο κλειστό παπούτσι. Το μετρό ήταν γεμάτο με ανθρώπους κουρασμένους που γυρνούσαν από τις δουλειές τους. Τους ζήλεψε. Θυμήθηκε τα δικά του απογεύματα όταν γυρνούσε από τη δουλειά. Μπορεί να μην ήταν ευτυχισμένος, αλλά τότε μπορούσε να πληρώσει όλους αυτούς τους λογαριασμούς. 480 συν 80 συν 100. Σκούπισε τον ιδρώτα στο μέτωπό του. «Επόμενος σταθμός: Πανόρμου». Να, ακόμα και αυτή τη δουλειά θα μπορούσα να κάνω, σκέφτηκε. Να λέω ποιος είναι ο επόμενος σταθμός. Το τελευταίο εξάμηνο το έκανε συνέχεια αυτό. Παρατηρούσε, άκουγε, έβλεπε κάποιον να κάνει μια δουλειά και σκεφτόταν πως κι αυτός θα μπορούσε να το κάνει αυτό. Κατέβηκε από το βαγόνι και κατευθύνθηκε προς το κουβούκλιο των εργαζομένων του μετρό. Πίσω από την ελληνική σημαία που κρεμόταν είδε να κάθεται ένας υπάλληλος. Του χτύπησε το τζάμι, ο υπάλληλος σηκώθηκε και τον ρώτησε πώς μπορεί να τον βοηθήσει. «Ναι, δε ξέρω αν μιλάω στον κατάλληλο άνθρωπο, αλλά που θα μπορούσα να κάνω αίτηση για να δουλέψω στο μετρό;». «Άσε μας ρε φίλε, με τον πόνο μας παίζεις βραδιάτικα; Έχουν να μας πληρώσουν 3 μήνες και εσύ μας ρωτάς πώς να πιάσεις δουλειά; Βάλε κάνα μπάρμπα να σε χώσει, τι να σου πω;». Τρεις μήνες απλήρωτοι, είναι καλύτερο από τους εφτά τους δικούς του σκέφτηκε. «Είστε αχάριστοι ρε, είστε αχάριστοι, γι’ αυτό δε σας πληρώνουν» του είπε και χτύπησε το τζάμι στο κουβούκλιο. Δε θυμάται ακριβώς τι έγινε μετά. Σίγουρα χτύπησε κι άλλες φορές το τζάμι γιατί το δεξί του χέρι γιατί έχει κόκκινα σημάδια από τις μπουνιές και πονάει. Θυμάται να γυρνάει το κεφάλι του και να βλέπει τους αστυνομικούς. Αυτό τον νευρίασε ακόμα πιο πολύ και συνέχισε να βρίζει τον υπάλληλο μέσα στο κουβούκλιο που τους είχε φωνάξει.

Μέσα στο δωμάτιο αυτό που βρίσκεται τώρα, βρωμάει κατρουλίλα και απλυσιά. Στη γωνία κοιμούνται δυο Πακιστανοί ή κάτι τέτοιο και δίπλα του είναι ένας πάλι ξένος, δε ξέρει από πού, που κοιτάει το πάτωμα από την ώρα που τον έριξαν εκεί μέσα. «Θα μας φέρουν τίποτα να φάμε;» τον ρώτησε. Καμία απάντηση. Δεν ήξερε αν τον καταλαβαίνει. Τον σκουντάει και του κάνει νόημα: «Θα φάμε; Θα μας φέρουν τίποτα να φάμε;». Ο διπλανός του τον κοίταξε και σήκωσε τους ώμους. «Θα πήγαινα σε αυτή την ομιλία για την εργασία και την εικόνα αλλά δεν έφτασα ποτέ. Σκέφτηκα να ρωτήσω πώς κάνεις αίτηση για το μετρό και μετά ο μαλάκας με αποπήρε, μετά εκνευρίστηκα πολύ. Είναι που σκέφτομαι τα νοίκια και τις δόσεις και όλες αυτές τις μαλακίες. Παλιά δεν εκνευριζόμουν έτσι, δε ξέρω τι έχω πάθει, εντάξει έφταιγε κι ο άλλος. Ή και όχι. Δε ξέρω. Δε ξέρω, θα μας φέρουν να φάμε τίποτα εδώ; Δε δίνουν φαί; Έχω να φάω από το πρωί. Τι ώρα είναι τώρα;».

Άνοιξε τα μάτια του τρομαγμένος. Τι ώρα είναι, τι μέρα είναι; «Άργησα γαμώ το φελέκι μου», είπε δυνατά και σηκώθηκε έντρομος από το κρεβάτι να ντυθεί. Η ώρα ήταν 8:45 και έπρεπε να είναι στην ώρα του στο γραφείο γιατί τον τελευταίο καιρό έχουν δυσκολέψει τα πράγματα και πρέπει να είναι κύριος με το ωράριο του. Δηλαδή την ώρα που φτάνει στο γραφείο, γιατί το μετά δεν το υπολογίζει κανείς. Μέσα στο μετρό σκεφτόταν το όνειρο του. Ακούστηκε από το μεγάφωνο «Επόμενος σταθμός: Πανόρμου» κι αυτός χαμογέλασε με ανακούφιση. Βγαίνοντας από το μετρό πέτυχε έναν υπάλληλο, «φίλε, σας πληρώνουν;» τον ρώτησε. Αυτός γέλασε και του ‘πε: «όταν μας θυμούνται». «Υπομονή» του είπε και έφυγε. Δεν ήταν όλα όνειρο. Το ίδιο απόγευμα απολύθηκε μετά από εξήμισι χρόνια.



Πηγή Ο σκύλος που δε σταματάει να γαβγίζει

Μικροδείχνουμε. Αναθεωρούμε. Γιατί μόνο αυτός είναι ο τρόπος. Και προπάντων καθώς μεγαλώνουμε, αποφεύγουμε.
-Μικροί συλλογισμοί για μια παράξενη αιώνιότητα.
Αυτά που ξεχνάμε και όσα θυμόμαστε και θα θυμόμαστε για πάντα. Αυτά είμαστε.
-Μικρές στιγμές συνειδητότητας πάνω στη διασκευή του χρόνου.
Αυτά που δεν είπαμε κι οι τόποι που δε γνωρίσαμε μας γνώρισαν καλύτερα κι απ΄τον εαυτό μας κι αναρωτιόμαστε, αφομοιωνόμαστε και πάλι απ΄την αρχή.
Και σίγουρα κατά βάθος μπορούμε και καλύτερα.
Και αυτή είναι η μεγάλη μου ανησυχία γιατί ένας λαός που μπορεί και καλύτερα να επιμένει στην ανοησία;
Επαναπαυόμαστε στην ιδέα ότι έχουμε τον ήλιο. Αλλά δε ξέρουμε πια τι να τον κάνουμε.
Δεν είναι που είσαι είναι που αισθάνεσαι. Και σε αυτό πρέπει να ελπίζουμε. Γιατί αν το καλοσκεφτείς κάπως έτσι γίνονται οι μετατοπίσεις. Μέσα από νότες μουσικών, αμφιβολίες παιδιών, μέσα από όνειρα που επιλέγουμε να δούμε όσο μένουμε ξύπνιοι. Οι ρομαντικές, αμφιλεγόμενες προσωπικότητες μας μεγάλωσαν σχεδόν σωστά, με αναγκαία ευρωπαικά παραμύθια κι όλα αυτά που αγαπήσαμε πιο πολύ είναι αυτά που αντέξαμε πιο λίγο. Και πάλι ετεροπροσδιοριζόμαστε. Μερικοί παράξενοι που προσπαθούν να αλλάξουν ένα κόσμο στον οποίο εν τέλει δεν ταιρίαζουνε.
Αλλά δεν πειράζει αρκεί να είμαστε και να παραμένουμε ευσυγκίνητοι.
Γιατί μόνο έτσι αξίζει. Και κανείς δεν γνωρίζει απόλυτα αλλά όλοι έχουμε άποψη για κάτι εκ των προτέρων αβέβαιο, μιας και συμπεριφερόμαστε κι εμείς διπολικά τόσο σαν κύμματα αλλά και σαν σωματίδια. Κι αυτό είναι η αδύναμία μας, αν έτσι την χρησιμοποιούμε.
Αλλά υπάρχει πάντα ακόμη ένας τρόπος. Με εμάς ή χωρίς εμάς. Τι σημασία έχει;
Αφού κλείνουμε μέσα μας ένα κοινό – την περιπετειώδη μας εμμονή στην αλλαγή.
Νοιώθω λοιπόν πως είμαστε λίγο μπερδεμένοι, βρισκόμαστε μπροστά σ΄ένα λεωφορείο που χάσαμε, σ΄ένα ταξί που πέρασε αδιάφορο μπροστά μας, σ΄ένα χορευτικό που φτιάξαμε στο σχολείο, σ΄ένα ρυθμό που μας χάρισε ο ήλιος και μας έκλεψε ο ”πολιτισμός”, σ΄ ένα σπουδαίο ανάλογα με τους καιρούς ερωτηματικό που χοροπηδάει μες στο στομάχι μας και χάνουμε έτσι τα μεγαλύτερά μας ρίσκα. Συνηθίσαμε κάπως τις τυμπανοκρουσίες και δεν αντέχουμε λίγη σιωπή στα βλέμματά μας κι αυτή είναι η υπερηφάνεια μας. – Ας είναι αυτή κι η αλλαγή μας.
Με εμάς ή χωρίς εμάς. Άλλωστε είμαστε διαμορφωμένοι για να υπάρχουμε ακόμα κι όταν δεν υπάρχουμε.
Όσο μπορεί ο καθένας. Μα όλοι να μπορούμε περισσότερο. Να σκάψουμε όσο προλαβαίνουμε να βρούμε αυτό ακριβώς που είμαστε, να μην σκορπιζόμαστε τυχαία και όποτε, γιατί η σωστή απάντηση είναι τώρα και θα ΄ναι πάντα τώρα. Κι αυτή η φράση από μόνη της αυτοαναιρείται.
Γιατί όπου υπάρχει το τώρα δεν χωράει το πάντα.
Άρα αυτή η φράση δεν μπορεί να υπάρξει. – Μονάχα όμως μέχρι να την γράψω.
Μόνοι μας να παλεύουμε την άγνοια μαζί με άλλους να χαιρόμαστε τη νίκη.
Όταν ο κόσμος ανασαίνει με τα μάτια μπορεί να μετουσιώσει τη φθορά σε διαμάντι, την αυθυποβολή σε τέχνη, την μετριότητα σε καινοτομία, την επιμονή σε ευθύνη, την ιστορία σε οξυδέρκεια, την παρατήρηση σε ποίηση. Γιατί δεν είμαστε ανίκητοι κι αυτή ακριβώς είναι η μαγεία μας. Γιατί είναι δύναμη να μπορείς να νικηθείς, τότε σημαίνει πως μπορείς και να νικήσεις.
Μόνο να επιλέγουμε. Να συνεχίζουμε και να παραμένουμε.
Να σταματήσουμε να είμαστε οι αναβολές μας, να ξεκινήσουμε να είμαστε οι ευαισθησίες μας.
Να σταματήσουμε να γενικεύουμε, να παραφλυαρούμε, να διαβάζουμε μισά τα βιβλία μας,
να πίνουμε σκέτο τον καφέ μας, να ξεσπάμε σε ανόητους καβγάδες, να τρεφόμαστε απ΄τη θλίψη μας και απ΄τη θλίψη των άλλων, να φανατιζόμαστε σε γήπεδα και σε πλατείες, να κατακρεουργούμε ότι δε μας μοιάζει. Να σταματήσουμε να εντοπίζουμε τα λάθη των άλλων.
Να ξεκινήσουμε να μαθαίνουμε απ΄αυτά. Χωρίς πολλά λόγια για ότι δεν καταλαβαίνουμε. Μόνο σταθερή κι επίμονη έρευνα. Είναι διαφορετικό πράγμα η κριτική και διαφορετικό η ισοπέδωση.
Να βρίσκουμε αυτό που αγαπάμε χωρίς να χρειάζεται να μας σκοτώσει.
Μόνο να σωθεί από μας και να σωθούμε κι εμείς από εκείνη την επικρατέστερη δικαιολογία μας – το χάος.
Να γίνουμε οι προσδοκίες μας όσο κι αν αυτό αποδεικνύεται παράδοξο στο τέλος της ημέρας. Χωρίς να γκρινιάζουμε.
Γιατί ο χρόνος μας δεν θα είναι ποτέ αρκετός ας είναι τουλάχιστον οι προσδοκίες μας. Ας είμαστε τουλάχιστον ο ένας για τον άλλον.


Σίλια Κατραλή Μινωτάκη

Πηγή Όταν ο κόσμος ανασαίνει με τα μάτια

Είκοσι χρόνια πριν, οι πρωτοπόροι συγγραφείς και καθηγήτριες, η Christina Baldwin και η Ann Linnea παρατήρησαν ότι η τοποθέτηση των ανθρώπων σε κύκλο δημιουργούσε ένα δυναμικό πεδίο μάθησης, ανεξάρτητα από το θέμα έτσι
άρχισαν να μελετούν την δύναμη του κύκλου. Η κατανόησή τους για τα συστατικά που βοηθούν στην εμβάθυνση μιας συνομιλίας σε κύκλο μεγάλωσε και την παρουσίασαν στον κόσμο σε πολλά βιβλία. Το βιβλίο τους, «The Circle Way: Ένας ηγέτης στην κάθε καρέκλα” , είναι η αποκορύφωσή τους απόσταξης αυτού του ταξιδιού .
Πάντα γνωρίζαμε ότι ο κύκλος είναι ένας φυσικός τρόπος να συγκεντρωθούμε σε συζητήσεις και συνελεύσεις. Ο κύκλος είναι ένας δημοκρατικός χώρος όπου μπορούμε να κοιτάξουμε ο ένας τον άλλο στα μάτια, και να ακούσουμε όλες τις φωνές με μια αίσθηση ισότητας. Η πρακτική του κύκλου οδηγεί συχνά σε πιο δημιουργικές επιλογές, σοφές αποφάσεις και ενέργειες.

Όταν οι άνθρωποι συγκεντρώνονται σε κύκλο και υιοθετούν τις συμφωνίες και τις πρακτικές του The Circle Way, η συζήτηση αλλάζει.


Η συνομιλία επηρεάζεται από το σχήμα του χώρου όπου συγκεντρώνονται οι άνθρωποι. Γραμμές και αναλόγιο είναι ένα σχήμα για την παράδοση ενός μηνύματος. Ο κύκλος είναι ένα σχήμα για να βάζεις το θέμα στη μέση και να ακούσεις τη συμβολή κάθε συμμετέχοντος στο σύνολο. Έτσι απλά μετακινώντας τις καρέκλες σε έναν κύκλο αρχίζει να αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι επικοινωνούν. Το Circle Way προσφέρει κοινωνική δομή που βοηθά τη συνομιλία να φθάνει σε μια βαθύτερη, πιο εκλεπτυσμένη θέση. Αυτά τα στοιχεία της δομής βοηθούν να διασφαλιστεί ότι κάθε άτομο ακούγεται και ότι προκύπτουν η έννοια και η σοφία.

Το Circle Way έχει χώρο για όλους.

Ο κύκλος προέκυψε σε διαφορετικούς πολιτισμούς και γλώσσες και προσαρμόστηκε εκ νέου σε διαφορετικούς πολιτισμούς, γλώσσες και περιβάλλοντα.


Το Circle Way είναι προσαρμόσιμο σε διάφορες ομάδες, θέματα

και χρονικά πλαίσια. Παρέχει μια ευκαιρία στους ανθρώπους να σταματήσουν, να καθίσουν και να ακούσουν ο ένας τον άλλον. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη λήψη δύσκολων αποφάσεων . Κύκλος μπορεί να χρησιμοποιηθεί για ένα ζευγάρι ή μια οικογένεια ή μια ομάδα ανθρώπων ή ακόμη και μια εταιρεία των εκατό ανθρώπων . Όπου οι άνθρωποι χρειάζονται ή θέλουν να συγκεντρωθούν για συνομιλία.

Αυτό που μεταμορφώνει μια συνάντηση σε κύκλο είναι η θέληση των ανθρώπων να αλλάξουν την άτυπη κοινωνική συνάντηση ή έντονη συζήτηση απόψεων σε μια στάση που προσλαμβάνει στοχαστική ομιλία και βαθειά ακρόαση, να ενσαρκώσουν και να εξασκήσουν τις δομές που παρουσιάζονται εδώ.

ΤΑ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΚΥΚΛΟΥ:

· Πρόθεση

· Καλωσόρισμα – Αφετηρία

· Κέντρο και Χαιρετισμός /Check in

· Συμφωνίες

· Τρεις Αρχές και τρεις πρακτικές

· Φύλακας/Προστάτης της διαδικασίας

· Αποφώνηση και Αποχαιρετισμός/Check out

ΠΡΟΘΕΣΗ Η πρόθεση διαμορφώνει τον κύκλο και καθορίζει ποιοι θα έρθουν, για πόσο ο κύκλος θα συναντιέται ποια είναι τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Εκείνος που καλεί τον κύκλο, χρειάζεται να πάρει χρόνο για να αρθρώσει με ακρίβεια την πρόθεση και την πρόσκληση.


ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΜΑ ή ΑΦΕΤΗΡΙΑ Μόλις οι άνθρωποι συναθροίζονται, είναι χρήσιμο για τον οικοδεσπότη, ή κάποιον εθελοντή να ξεκινήσει τον κύκλο με μια χειρονομία που καθοδηγεί την προσοχή την προσοχή όλων από τον κοινωνικό χώρο προς το χώρο και την ατμόσφαιρα του συμβουλίου. Αυτή η χειρονομία καλωσορίσματος μπορεί να είναι μια στιγμή σιωπής, ανάγνωση ενός ποιήματος ή ακρόαση ενός τραγουδιού ~ότι προσκαλεί προς το κέντρο.

ΕΔΡΑΙΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ Το κέντρο του κύκλου είναι σαν το κέντρο του τροχού: όλες οι ενέργειες περνάνε μέσα απ’ αυτό και εκείνο στηρίζει την περιφέρεια. Για να βοηθήσετε τους ανθρώπους θυμηθείτε πώς αυτό το κέντρο βοηθά την ομάδα, το κέντρο του κύκλου, συνήθως έχει αντικείμενα που αντιπροσωπεύουν την πρόθεση του κύκλου. Κάθε σύμβολο που ταιριάζει με το σκοπό ό προσθέτει ομορφιά εξυπηρετεί: λουλούδια, ένα μπωλ ή ένα καλάθι, ένα κερί.


CHECK-IN/GREETING Το check in (η διαδικασία χαιρετισμού) βοηθά τους ανθρώπους προς μια νοοτροπία συμβουλίου και υπενθυμίζει στον καθένα τη δέσμευση στην πρόθεση που εκφράζουν. Υπογραμμίζει/Επιβεβαιώνει την αληθινή παρουσία όλων. Το προφορικό μοίρασμα, ειδικά μια σύντομη ιστορία, πλέκει το διαπροσωπικό δίκτυο – δίχτυ… 🙂 Το check-in συνήθως ξεκινά με όποιον επιθυμεί, έναν εθελοντή δηλαδή, και συνεχίζεται γύρω-γύρω στον κύκλο. Αν κάποιον δεν είναι έτοιμος να μιλήσει, δύνεται η σειρά στον επόμενο και μια άλλη ευκαιρία δίνεται σ’ αυτόν αφού μιλήσουν οι υπόλοιποι.

SETTING CIRCLE AGREEMENTS ~ ΘΕΤΟΝΤΑΣ ΤΙΣ ΣΥΜΦΩΝΊΕΣ ΤΟΥ ΚΥΚΛΟΥ Η χρήση των συμφωνιών -κανόνων επιτρέπει στα μέλη να έχουν μια ελεύθερη και βαθιά ανταλλαγή, να σέβονται τη διαφορετικότητα των απόψεων, και να μοιράζονται την ευθύνη της καλής λειτουργίας και κατεύθυνσης του κύκλου. Στις συμφωνίες περιλαμβάνονται συνήθως τα εξής:

· Θα κρατήσουμε τις ιστορίες ή προσωπικά δεδομένα εμπιστευτικά (εχεμύθεια) · Ακούμε ο ένας τον άλλον με συμπόνια και περιέργεια

· Ζητάμε αυτό που χρειαζόμαστε και προσφέρουμε αυτό που μπορούμε

· Συμφωνούμε να έχουμε έναν “φρουρό” της ομάδας που θα προσέχει την ανάγκη, το χρόνο και την ενέργεια στον κύκλο. Συμφωνούμε να σταματάμε στον ήχο-σινιάλο και να καλούμε αυτό το σινιάλο όταν νιώθουμε την ανάγκη για παύση.

THREE PRINCIPLES-ΤΡΕΙΣ ΑΡΧΕΣ

Ο κύκλος είναι μια ομάδα ηγετών..

1. Η ηγεσία μεταφέρεται εκ περιτροπής σε όλα τα μέλη του κύκλου 2. Η ευθύνη μοιράζεται σε όλους σε ότι αφορά την ποιότητα της εμπειρίας 3. Στηριζόμαστε στο όλον και όχι σε προσωπικές προτεραιότητες

THREE PRACTICES ~ ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ

1. Μιλάμε με πρόθεση, προσέχοντας ο λόγος μας να εστιάζεται στη συζήτηση εκείνης της στιγμής                                                         2. Ακούμε με προσοχή: σεβόμενοι της μαθησιακής διαδικασίας για όλους                                                                                             3. Φροντίζουμε για την καλό κατάσταση/λειτουργία του κύκλου έχοντας επίγνωση των συνεπειών της συνεισφοράς μας κάθε φορά.



FORMS OF COUNCIL ~ ΜΟΡΦΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ:                    Ο κύκλος συχνά χρησιμοποιεί τρεις μορφές συμβουλίου: το συμβολικό αντικείμενο ομιλίας, τη συζήτηση και τον αναστοχασμό.                                                                         Συμβούλιο με Συμβολικό Αντικείμενο Ομιλίας: Χρησιμοποιείται συχνά στο check-in, check-out και όποτε υπάρχει ανάγκη να επιβραδυνθεί η συζήτηση, να ακουστούν όλες οι φωνές και οι συνεισφορές και να μιλήσουμε χωρίς διακοπή. Το συμβούλιο συζήτησης: Χρησιμοποιείται συχνά όταν η αντίδραση, η διάδραση και μια διασταύρωση ιδεών, σκέψεων και γνωμών είναι αναγκαία.

GUARDIAN – ΦΡΟΥΡΟΣ: Το μοναδικό και πιο σημαντικό εργαλείο για την υποστήριξη της αυτό-κυβέρνησης του κύκλου και της επαναφοράς του στην πρόθεση/σκοπό είναι ο ρόλος του Φρουρού. Για τον Φρουρό, προσφέρεται κάθε φορά ένα μέλος του κύκλου ως εθελοντής να παρακολουθεί και να περιφρουρεί την ενέργεια της ομάδας και να παρατηρεί τη διαδικασία του κύκλου. Ο Φρουρός συνήθως επιστρατεύει ένα όργανο διακριτικού ήχου, όπως ένα καμπανάκι ή ένα μουσικό όργανο που σηματοδοτεί την παύση κάθε δραστηριότητας. Τότε ο φρουρός ξανακάνει τον ίδιο ήχο και εξηγεί το λόγο για τον οποίο κάλεσε την παύση. Οποιοδήποτε μέλος μπορεί να καλέσει την παύση.

CHECK OUT- Αποχαιρετισμός. Στο κλείσιμο μιας συνάντησης με κύκλο είναι σημαντικό να επιτραπούν μερικά λεπτά στα οποία ο καθένας να μιλήσει για ότι έμαθε, ό για αυτό που μένει στην καρδιά και στο μυαλό τους καθώς φεύγουν. Κλείνοντας τον κύκλο με το check-out δίνει ένα είδος “επισημότητας” στο τέλος της συνάντησης και μια ευκαιρία για τα μέλη να αναστοχαστούν για την εμπειρία. Καθώς οι άνθρωποι φεύγουν από το χώρο του κύκλου σε χώρους κοινωνικούς ή προσωπικούς, απελευθερώνουν ο ένας τον άλλον από την ένταση και την προσοχή που απαιτείται στον κύκλο. Συχνά ο οικοδεσπότης, ο φρουρός ή κάποιο μέλος εθελοντικά θα προσφέρει μερικά λόγια έμπνευσης ως χαιρετισμό ή θα σηματοδοτήσει μερικά δευτερόλεπτα σιωπής προτού ελευθερωθεί ο κύκλος.


www.peerspirit.com/ Extracted from The Circle Way, A Leader in Every Chair by Christina Baldwin and Ann Linnea, Berrett-Koehler, ©2010. May copy for non-commercial use



Πηγή Μέθοδοι συνελεύσεων : The Circle Way"

Στον 21ο αιώνα η σχέση μας με την αλήθεια είναι άκρως ανησυχητική και προβληματική καθώς οι περισσότεροι από εμάς διαβάζουν «ειδήσεις» από τα κοινωνικά μέσα και από πηγές ενημέρωσης (συστημικές και μη) που επιλέγουμε με βασικό κριτήριο αυτό που μας κάνει να νιώθουμε καλά και μας (αυτό)επιβεβαιώνει. Όμως αυτή μας η επιλογή, στην πραγματικότητα, δημιουργεί έναν θάλαμο αντήχησης (echo chamber). Δηλαδή έναν χώρο όπου αυτές οι πεποιθήσεις (σαν ηχώ) υποστηρίζονται από τη συντριπτική πλειοψηφία όσων γράφουν, σχολιάζουν και τελικά μοιράζονται τις ίδιες απόψεις. Έτσι ο καθένας που συμμετέχει σε αυτό το χώρο γίνεται όλο και πιο σίγουρος ότι αυτό που αναπαράγεται εσωτερικά είναι και η «αλήθεια». Θεωρούμε ότι σε ένα τέτοιο περιβάλλον γενικευμένης σχετικοποίησης, με στόχο να ενισχύσουμε την κριτική μας σκέψη και να αναζητήσουμε («επαναφέρουμε») περισσότερη αλήθεια στη ζωή μας, είναι χρήσιμη η εξοικείωσή μας με τις λεγόμενες λογικές πλάνες (ή σφάλματα λογικής).

Αναγωγισμός (reductionism)

Αναγωγισμός είναι η προσέγγιση ενός θέματος μέσω της κατανόησης των μερών που το απαρτίζουν. Βοήθησε ιδιαίτερα την ανάπτυξη των επιστημών, αλλά όπως και άλλες μέθοδοι έχει συγκεκριμένα όρια απόδοσης, τα οποία όταν τα ξεπερνάμε, διαπράττουμε αναγωγικό σφάλμα. Όταν λ.χ. προσπαθούμε να εξαγάγουμε κάποιο συμπέρασμα ερμηνεύοντάς το βάσει ενός παράγοντα (που τον θεωρούμε ως πιο σημαντικό), χωρίς να υπολογίζουμε ότι η πολυπλοκότητα του φαινομένου απαιτεί άλλη προσέγγιση, τότε πέφτουμε σε αναγωγισμό. Πρόκειται για την περίπτωση όπου ένα άτομο προσπαθεί να ανάγει κάθε πρόβλημα και φαινόμενο σε μια ιδεολογία, θρησκεία, κοσμοθεωρία. Σε κάθε περίπτωση, βέβαια, ένα συμπέρασμα που είναι παράγωγο αναγωγισμού δεν θα πρέπει να το εκλαμβάνουμε ως a prioriλανθασμένο. Ωστόσο οφείλουμε να αποφεύγουμε τον αναγωγισμό διότι οι πιθανότητες να παραφράσουμε μια πραγματικότητα είναι αυξημένες, ενώ τις περισσότερες φορές συλλογισμοί που ανάγουν οτιδήποτε σε μια έτοιμη δοσμένη κοσμοθεωρία δεν προάγουν την κρίση (judgment, όπως θα έλεγε η Χάνα Άρεντ), δηλαδή την όσο πιο διαυγή κατανόηση του γίγνεσθαι (αναμφισβήτητα μια διαδικασία επίπονη), αλλά καταστέλλουν αυτήν την ικανότητά μας. Αυτό γιατί η κοσμοθεωρία μετατρέπεται σε οδηγός που εύκολα και ανώδυνα μας δίνει λύσεις και απαντήσεις σε ερωτήματα.

Όταν ο αναγωγισμός γίνεται μόνιμη μεθοδολογία, οδηγεί σε πολλά λογικά σφάλματα. Είναι μια πλάνη που χαρακτηρίζει το group thinking φαινόμενο, βάσει του οποίου μια ομάδα ανθρώπων, με στόχο να συνδεθεί, προσπαθεί να βρει μια κοινή ιδεολογική ή θρησκευτική γραμμή, με την οποία επιδιώκει να ερμηνεύσει όλο τον κόσμο. Τα πολιτικά κόμματα βασίζουν την ύπαρξή τους σε αυτή τη στρεβλή λογική. Οι θεωρίες συνωμοσίας που πολλές φορές αναπαράγονται στο διαδίκτυο δεν είναι παρά προϊόν αναγωγισμού και ανώδυνου συλλογισμού, που προσπαθούν να εξυπηρετήσουν είτε συγκεκριμένη πολιτική προπαγάνδα είτε υποδηλώνουν διανοητική οκνηρία. Έτσι γεγονότα και καταστάσεις φτάνουν να μπουν στο κρεβάτι του Προκρούστη με στόχο να ταιριάξουν στην ιδεολογία, η οποία πρέπει να επιβεβαιωθεί, ώστε η ομάδα να συνεχίσει να υπάρχει.


Γιώργος Κουτσαντώνης και Μιχάλης Θεοδοσιάδης. Διαβάστε όλο το άρθρο ΕΔΩ

Πηγή Αναγωγισμός, άγνοια ελέγχου και αναζήτηση της αλήθειας

– Μη ρωτάτε κάθε μέρα αν βρήκαμε δουλειά. Το να απαντάμε «όχι» συνέχεια και να σας βλέπουμε να κουνάτε το κεφάλι συμπονετικά δε μας βοηθάει

– Να μη χαλάσεις όλη σου την αποζημίωση (α να μην πάω Μύκονο δηλ.το σουκού;)
– Εμ δεν πήρες πτυχίο όταν έπρεπε γι αυτό δεν σε καλούν. (Δυστυχώς δε μπορώ να γυρίσω τον χρόνο πίσω, πορεύομαι με ό,τι έχω)
– Α, δε σου είπα να ρθεις μαζί γιατί δεν ήξερα αν έχεις λεφτά, να μη σε φέρω σε δύσκολη θέση (Αυτό άσε να το αποφασίσω εγώ, και πίστεψε με έτσι όπως το θέτεις δε θα ξανάρθω)
– Έλα μωρέ, γυναίκα είσαι, βγες, και θα κεράσει αυτός (Δεν ψάχνω για sugar daddy, i’ll pass)
– Θετική ενέργεια και θα δεις ότι θα βρεις (γαμώ τον Κοέλιο σας μέσα)
– Ε μωρέ σιγά, κάτσε ξεκουράσου και ψάχνεις αργότερα (Α, κύριε εργοδότη μου δε μπορώ να έρθω για δουλειά τώρα, να μου κρατήσετε τη θέση και θα σας έρθω σε κανά εξάμηνο)

Κόψτε τις βλακείες, και πηγαίντε στον άνεργο φίλο και πείτε του να πάτε να πιείτε έναν καφέ κι αφήστε τον να παραπονεθεί, να πει τον πόνο του και κάντε τον λίγο να γελάσει. Πιστέψτε με θα το εκτιμήσει, γιατί θα δείξετε ότι είστε εκεί γι αυτόν.


Από το FB profile της Christina Papapostolou via IforInterview

Πηγή Πράγματα που δε λέμε σε έναν άνεργο