29 April, 2017
Home / Περιβαλλον (Page 5)

Ο δεκάχρονος Παύλος με τον πατέρα του έκατσαν στο μπαλκόνι του καφέ, παρήγγειλαν και ξεκίνησαν να παίζουν σκάκι.

Παράδοξη εικόνα. Ένας πατέρας που παίζει με το παιδί του. Συνήθως το πρώτο πράγμα που
ρωτάνε τα παιδιά κι οι έφηβοι είναι αν έχουμε wi-fi. Έπειτα χάνονται στο τάμπλετ τους, ενώ κι οι γονείς συχνά κάνουν το ίδιο με το κινητό τους.

Δεν φταίει η τεχνολογία. Θα μπορούσαν να είναι η εφημερίδα κι ένα κόμικ. ‘Η τίποτα. Είναι πιο εύκολο να είσαι απομονωμένος. Ακόμα κι απ’ το παιδί σου ή τον πατέρα σου.

~~

Τους παρατηρώ να παίζουν. Ο Παύλος είναι πολύ καλός, συγκεντρωμένος και σοβαρός.

«Παίζεις καιρό;» τον ρωτάω.
«Πολύ καιρό», λέει αυτός.
«Τι πολύ καιρό;» λέει ο πατέρας του. «Πόσο παίζεις;»
«Ένα χρόνο», λέει ο Παύλος.
«Ένας χρόνος δεν είναι πολύς καιρός», λέει ο πατέρας.
«Εξαρτάται», του λέω. «Αν έχεις ζήσει δέκα χρόνια τότε είναι το ένα δέκατο ολόκληρης της ζωής σου».

Τους αφήνω να συνεχίσουν. Κάθε τόσο στέκομαι από πάνω τους και βλέπω πώς εξελίσσεται η παρτίδα.

Δεν μιλάνε, δεν «επικοινωνούν», αν επικοινωνία θεωρείται μόνο η λεκτική. Όμως φτιάχνουν έναν δεσμό. Κι ο Παύλος χτίζει μια ανάμνηση. Σίγουρα όταν μεγαλώσει, όταν ο πατέρας του θ’ αφήσει την παρτίδα, θα θυμάται με νοσταλγία (η λέξη περιλαμβάνει και άλγος, πόνο) τα παιχνίδια που έπαιζε με τον πατέρα του.

Όταν γυρνάω στο σπίτι ρωτάω τον Τηλέμαχο αν θέλει να παίξουμε σκάκι.
«Εντάξει», λέει αυτός, όλο χαρά. «Αλλά να παίξουμε και τάβλι;»

Έτσι αλλάζουμε τον κόσμο μερικές φορές -έστω σ’ αυτό το λίγο. Είδα αυτούς τους δύο να παίζουν και ζήλεψα -χωρίς φθόνο.

~~{}~~

Το επόμενο βράδυ ξανάρχονται κι αρχίζουν το παιχνίδι. Κάποια στιγμή βλέπω τον πατέρα να σηκώνεται και να κατεβαίνει τις σκάλες, προς τον κήπο που έχει από κάτω.

«Μας έπεσε ένα πιόνι», μου λέει.
«Τι χρώμα;» ρωτάω.
«Λευκό».
«Ε, τότε θα το βρείτε. Αν ήταν μαύρο…»

Έψαξαν για πολλή ώρα, αλλά δεν βρήκαν το λευκό πιόνι. Επέστρεψαν την επόμενη μέρα, με το φως του ήλιου. Έψαχναν ώρες, αλλά δεν το βρήκαν.

Καθώς ανέβαιναν τις σκάλες απογοητευμένοι, ο Παύλος είπε: «Το πιόνι δραπέτευσε».

«Μπορείς να το αντικαταστήσεις με κάτι άλλο», του λέω. «Οτιδήποτε».
«Ναι, έχω κι άλλα κομμάτια. Αλλά εκείνο τι έγινε;»
«Δραπέτευσε».
~~
Μπαίνω στη λάντζα να πλύνω ποτήρια και σκέφτομαι την αλληγορία του παιχνιδιού.

Στο σκάκι υπάρχουν οι λευκοί κι οι μαύροι. Παρά την αντίθεση του χρώματος είναι ισότιμοι. Με μια μικρή διαφορά: Τα λευκά παίζουν πάντα πρώτα.

Όμως αυτή η πρώτη κίνηση δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία -έτσι νομίζω, δεν είμαι σπουδαίος σκακιστής.

Αν όλα τα κομμάτια μπορούσαν να ψηφίσουν, τότε τα πιόνια εύκολα θα εξέλεγαν αρχηγό, αφού αυτά είναι οκτώ, ίδια, ισάξια. Όμως στο σκάκι δεν υπάρχει δημοκρατία, ο βασιλιάς είναι το παν.

Όλα γίνονται για να αιχμαλωτιστεί ο αντίπαλος βασιλιάς. Πιόνια, πύργοι, άλογα και τρελοί, ακόμα κι η βασίλισσα, μπορεί να θυσιαστούν, για να σώσουν τον βασιλιά τους.

Χωρίς τον βασιλιά το παιχνίδι τελειώνει.

Υπάρχει η ψευδαίσθηση της προαγωγής για τα πιόνια. Κάθε ένα απ’ αυτά μπορεί να γίνει κάτι άλλο, κάτι «ανώτερο». Οτιδήποτε εκτός από βασιλιά. Ο βασιλιάς είναι μόνο ένας.

Ο βασιλιάς, ο σημαντικός, είναι ο πιο ανίσχυρος. Κινείται μόνο ένα τετράγωνο, όπως τα πιόνια, και δύσκολα μπορεί να απειλήσει κάποιον -μόνο πισώπλατα.

Η βασίλισσα είναι αυτή με τη μεγαλύτερη δύναμη, αλλά κι εκείνη είναι πεπεισμένη για την ανωτερότητα του βασιλιά.

~~

Το παιχνίδι ξεκινάει με τα κομμάτια τοποθετημένα πάντα στη σωστή θέση. Μπροστά τα πιόνια, έτοιμα να θυσιαστούν για τον βασιλιά τους. Πίσω το βασιλικό ζεύγος. Δεξιά κι αριστερά, στη σειρά, οι αξιωματικοί (ή τρελοί), τα άλογα (ιππικό;) και τα κάστρα στην άκρη.

Οι κινήσεις που επιτρέπεται να κάνει κάθε κομμάτι είναι συγκεκριμένες. Κι ο χώρος είναι περιορισμένος, 64 τετράγωνα.

Τις περισσότερες φορές τα κομμάτια δεν σκέφτονται. Έχουν μάθει τον ρόλο τους: Να προστατέψουν τον βασιλιά τους, να αιχμαλωτίσουν τον αντίπαλο βασιλιά. (Οι βασιλιάδες δεν πεθαίνουν, δεν μπορείς να τους «πάρεις». Ή τους αιχμαλωτίζεις, κάνοντας ματ, ή παραιτούνται και πηγαίνουν διακοπές στο εξοχικό τους στη Γαλλία).

Όσο συναρπαστική κι αν είναι η παρτίδα, στο τέλος κάποιος κερδίζει -ή μπορεί να υπάρξει και ισοπαλία. Αλλά μετά όλα ξαναρχίζουν, και τα πιόνια στήνονται στη δεύτερη γραμμή φωνάζοντας συνθήματα υπέρ του βασιλιά.

«Ζήτω ο μαύρος Βασιλιάς! Πιάστε τον Λευκό Βασιλιά!»
«Ζήτω ο λευκός Βασιλιάς! Πιάστε τον μαύρο Βασιλιά!»

Και ξαναρίχνονται στη μάχη. Με αυτοθυσία και αυταπάρνηση.

~~

Όμως, υπάρχουν κάποιες παράδοξες στιγμές, όπως αυτές που περιγράφει ο Ρόμπινς στο Χορό των Εφτά Πέπλων -για άλλα «άψυχα» αντικείμενα, όπου ακόμα κι ένα πιόνι μπορεί να θελήσει να δραπετεύσει.

Το πιόνι που δραπέτευσε, ήταν φτιαγμένο από ξύλο ή MDF, κάπου στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, σ’ ένα εργοστάσιο όπου οι εργάτες δουλεύουν για ένα δολάριο την ώρα.

Είχε ένα μικρό ελάττωμα, ένα σημάδι σαν τρίχα στο λευκό κεφάλι του. Το πρώτο πράγμα που είδε, σαν φτιάχτηκε, ήταν τα σκιστά μάτια ενός κοριτσιού που δούλευε εκεί.

Το κορίτσι ήταν στη διαλογή. Τα σκάρτα κομμάτια τα πετούσε πίσω της. Από ‘κει τα έκαναν πάλι ροκανίδι, τα κολλούσαν με ρητίνη και ξαναφτιάχναν πιόνια.

Το κορίτσι είδε τη μαύρη ουλή στο πιόνι, αλλά δεν ήθελε να το πετάξει. Το άφησε στην ταινία, για να πέσει στο κουτί.

~~

Όταν το λευκό πιόνι με τη μαύρη ουλή βγήκε απ’ το κουτί βρέθηκε σ’ ένα παράξενο μέρος. Το ταβάνι του εργοστασίου ήταν γαλάζιο. Τριγύρω, χαμηλά, υπήρχε κι άλλο γαλάζιο, μπλε μάλλον, και πράγματα στέκονταν πάνω του.

Στην Αρετσού της Καλαμαριάς, τόσο μακριά απ’ το Πεκίνο, ο δεκάχρονος Παύλος άνοιξε το καινούριο σκάκι κι έστησε τα πιόνια. Είχε πάντα τα λευκά, μια πατρική παραχώρηση, τη μόνη που του έκανε ο πατέρας του. Και το παιχνίδι ξεκίνησε.

Το λευκό πιόνι προσπάθησε να συμμεριστεί την πίστη στο βασιλιά. Στην πρώτη παρτίδα θυσιάστηκε νωρίς. Στη δεύτερη έμεινε ακίνητο στο Β2 για όλη την παρτίδα. Στην τρίτη κατάφερε να φτάσει ως απέναντι και τότε τη θέση του την πήρε ένας πύργος.

Μετά μπήκε στο κουτί. Μέσα εκεί ξεκίνησε να μιλάει στα άλλα πιόνια.

«Γιατί το κάνουμε αυτό;» τα ρώτησε. «Γιατί να θυσιαζόμαστε για τον βασιλιά; Γιατί να μας αλλάζει κάποιος, όταν φτάνουμε απέναντι;»
«Έτσι παίζεται το παιχνίδι», του είπε ένα πιόνι.

Ένας πύργος μ’ έναν αξιωματικό τον αγριοκοίταζαν.

«Και γιατί πρέπει να παίζουμε το παιχνίδι;» ρώτησε το λευκό πιόνι με τη μαύρη ουλή.
«Γι’ αυτό φτιαχτήκαμε».
«Δεν έχουμε ελευθερία επιλογής;» ρώτησε το λευκό πιόνι κι όλοι γελάσαν.

Ο λευκός βασιλιάς, μαζί με τον μαύρο και τις βασίλισσες, τον πλησίασαν.

«Πρέπει να νιώθεις περήφανος που ανήκεις στους λευκούς», του είπε η λευκή βασίλισσα.
«Γιατί;»
«Γιατί δεν είσαι μαύρος».
«Και τι διαφορά έχω απ’ τα μαύρα πιόνια;»
«Εσύ είσαι λευκό κι αυτά είναι μαύρα. Είναι οι εχθροί.»
«Ποιος το λέει αυτό;»
«Ο θεός», είπε ο λευκός βασιλιάς.
«Και ο θεός τι χρώμα είναι; Λευκός ή μαύρος;» ρώτησε το πιόνι.
«Λευκός, βεβαίως» – «Μαύρος, βεβαίως», είπαν ταυτόχρονα οι δυο βασιλιάδες.

Ο αξιωματικός, αυτός που λένε και τρελό, πετάχτηκε τότε και είπε γελώντας, σαν γελωτοποιός: «Για να λέμε την αλήθεια, μάλλον κίτρινη είναι. Και είναι κορίτσι.»

«Δεν θέλω να παίζω αυτό το παιχνίδι», είπε το λευκό πιόνι με τη μαύρη ουλή.

Όλοι ταράχτηκαν.
«Δεν γίνεται να μην παίζεις», του είπε ήρεμα ο λευκός βασιλιάς.
«Σ’ αυτό θα συμφωνήσω», είπε ο μαύρος βασιλιάς.

«Το παιχνίδι σε καθορίζει. Ο ρόλος σου είναι αυτός και μόνο: Να συνεχίσεις να παίζεις. Αν δεν παίζεις δεν θα έχεις πλέον καμία αξία. Δεν θα είσαι πιόνι. Θα είσαι… Σκουπίδι.»
«Αλλά θα είμαι ελεύθερος».

Οι βασιλιάδες κι οι βασίλισσες του γύρισαν την πλάτη. Τον πλησίασε ο μαύρος τρελός.

«Άκου, φιλαράκι», του είπε. «Το παιχνίδι θα συνεχιστεί και χωρίς εσένα. Ουδείς αναντικατάστατος. Συμβολική είναι η παρουσία σου. Μπορεί να μπει στη θέση σου ένα κέρμα ή -ακόμα χειρότερα- ένα λευκό πούλι από τάβλι. Το παιχνίδι θα συνεχιστεί και χωρίς εσένα. Αλλά εσύ τι θα είσαι χωρίς το παιχνίδι;»
«Θα είμαι ελεύθερος».

~~

Το ίδιο βράδυ, όταν άνοιξε το κουτί, το λευκό πιόνι με τη μαύρη ουλή είδε τα άστρα, το φεγγάρι μισογεμάτο και τα φώτα στη θάλασσα.

Με την πρώτη ευκαιρία, μόλις βγήκε απ’ το παιχνίδι και τον έβαλαν στην άκρη, μετακίνησε λίγο το κέντρο βάρος του κι έπεσε, απ’ το τραπέζι κι απ’ το μπαλκόνι.

Κρύφτηκε ανάμεσα στα φύλλα ενός θάμνου, όση ώρα τον έψαχνε ο μικρός θεός.

Μετά, λίγο πριν ξημερώσει, κατρακύλησε ως τη θάλασσα.
~~
(Κάποιοι λένε ότι μέρες μετά και μήνες ξεβράστηκε σ’ ένα νησί. Η αλμύρα και τα κύματα το ‘χαν γλείψει κι είχε γίνει σαν κοχύλι. Όμως αυτό ίσως και να ‘ναι ψέμα.)


Το λευκό πιόνι που δραπέτευσε

H νέα μόδα που ήρθε για να ανανεώσει το λεξιλόγιο, την αισθητική και τους τρόπους συμπεριφοράς των φιλελεύθερων κοινωνιών ακούει στο όνομα «πολιτική ορθότητα». Από τις μεσοαστικές γειτονιές των Βρυξελλών, τις φοιτητικές συνοικίες της Βαρκελώνης, το Καρτιέ Λατέν των Παρισίων, τα ακαδημαϊκά campus των Ηνωμένων Πολιτειών, τα Εξάρχεια ως και το Kreuzberg, η πολιτική ορθότητα είναι το νέο must στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Εκ πρώτης όψεως, τούτη η ρυθμιστική αρχή φαντάζει ιδιαίτερα γοητευτική εφόσον και δημιουργεί προσδοκίες υπεράσπισης των αδυνάμων και όσων δεν χαίρουν μιας σειράς τυπικών δικαιωμάτων. Όμως, στην πραγματικότητα έχει καταλήξει να δημιουργήσει ένα αποπνικτικό περιβάλλον γραφειοκρατικών ελέγχων και μαζικής υστερίας προς οποιαδήποτε κριτική σ’ αυτό το fair-play της ανεκτικής αδιαφορίας.

Στην πλέον γνήσια και πολιτικά προχωρημένη του μορφή, το κίνημα της πολιτικής ορθότητας έχει προετοιμάσει τις τελευταίες δεκαετίες μια εξέγερση όλων των θυμάτων, εφάμιλλη των κατά καιρούς σπαρτακισμών που έχει γνωρίσει η ανθρωπότητα από τις απαρχές της. Και όντως, η ζωή στο «παγκόσμιο χωριό» που οικοδομήθηκε πάνω στο τέλος της Ιστορίας. συνέχεια ΕΔΩ

Πολιτική ορθότητα: ο ανοιχτόμυαλος μακαρθισμός της Αριστεράς

H νέα μόδα που ήρθε για να ανανεώσει το λεξιλόγιο, την αισθητική και τους τρόπους συμπεριφοράς των φιλελεύθερων κοινωνιών ακούει στο όνομα «πολιτική ορθότητα». Από τις μεσοαστικές γειτονιές των Βρυξελλών, τις φοιτητικές συνοικίες της Βαρκελώνης, το Καρτιέ Λατέν των Παρισίων, τα ακαδημαϊκά campus των Ηνωμένων Πολιτειών, τα Εξάρχεια ως και το Kreuzberg, η πολιτική ορθότητα είναι το νέο must στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Εκ πρώτης όψεως, τούτη η ρυθμιστική αρχή φαντάζει ιδιαίτερα γοητευτική εφόσον και δημιουργεί προσδοκίες υπεράσπισης των αδυνάμων και όσων δεν χαίρουν μιας σειράς τυπικών δικαιωμάτων. Όμως, στην πραγματικότητα έχει καταλήξει να δημιουργήσει ένα αποπνικτικό περιβάλλον γραφειοκρατικών ελέγχων και μαζικής υστερίας προς οποιαδήποτε κριτική σ’ αυτό το fair-play της ανεκτικής αδιαφορίας.

Στην πλέον γνήσια και πολιτικά προχωρημένη του μορφή, το κίνημα της πολιτικής ορθότητας έχει προετοιμάσει τις τελευταίες δεκαετίες μια εξέγερση όλων των θυμάτων, εφάμιλλη των κατά καιρούς σπαρτακισμών που έχει γνωρίσει η ανθρωπότητα από τις απαρχές της. Και όντως, η ζωή στο «παγκόσμιο χωριό» που οικοδομήθηκε πάνω στο τέλος της Ιστορίας. συνέχεια ΕΔΩ

Πολιτική ορθότητα: ο ανοιχτόμυαλος μακαρθισμός της Αριστεράς

Έτσι κατέβηκα τις σκάλες από τη σοφίτα μου, αυτές τις σκάλες της ξενιτιάς, που τόσο δύσκολα τις ανεβαίνεις, αυτές τις καθαρές και φροντισμένες σκάλες, ενός αξιοπρεπέστατου αστικού σπιτιού, στο οποίο στεγάζονται τρεις οικογένειες κι εγώ, που έχω το ερημητήριο μου στην σοφίτα. Δεν ξέρω πώς συμβαίνει
αυτό, εγώ ο Λύκος της Στέπας, που είμαι χωρίς πατρίδα και μισώ αυτόν το μικρό αστικό κόσμο, να μένω συνήθως σε τέτοια αστικά σπίτια. Ίσως πρόκειται για έναν παλιό συναισθηματισμό. Δε μένω ούτε σε παλάτια ούτε σε σπίτια προλετάριων, αλλά σχεδόν πάντοτε σε τέτοιες αστικές φωλιές, όπου μένουν πολύ αξιοπρεπείς, άμεμπτοι και πολύ ανιαροί άνθρωποι- εδώ μυρίζει συνέχεια σαπούνι και καθαριότητα και φοβάσαι να χτυπήσεις λίγο
πιο δυνατά την πόρτα ή να μπεις μέσα με λασπωμένα παπούτσια. Πάντως, χωρίς αμφιβολία αγαπώ αυτή την ατμόσφαιρα, ακόμα από τα παιδικά μου χρόνια και πάντοτε η κρυφή μου λαχτάρα, σαν να γυρεύω την πατρίδα μου, με οδηγεί απελπισμένα στους ίδιους δρόμους. Και πάντοτε δέχομαι ευχάριστα αυτή την αντίθεση, να ζω άτακτα, άχαρα, μόνος και καταπιεσμένος μέσα σ’ ένα οικογενειακό αστικό περιβάλλον. Μ’ αρέσει πολύ αυτό, να ανασαίνω στη σκάλα αυτή την οσμή της ησυχίας, της τάξης, της καθαριότητας, της αξιοπρέπειας και της πειθαρχίας, που παρά το μίσος που νιώθω για την αστική τάξη, αισθάνομαι κάτι συγκλονιστικό, και μ’ αρέσει, μετά να περνώ το κατώφλι του δωματίου μου, όπου όλα αυτά σταματούν, όπου πάλι ανάμεσα στους σωρούς των βιβλίων υπάρχουν τα αποτσίγαρα και τα μπουκάλια του κρασιού, όπου όλα είναι ακατάστατα και αφρόντιστα, κι όπου όλα, βιβλία, χειρόγραφα, σκέψεις, είναι διαποτισμένα από την αγωνία του μοναχικού, από την προβληματική της ανθρώπινης ύπαρξης, από την νοσταλγία να αποκτήσει η ζωή ένα καινούργιο νόημα, γιατί σήμερα έχει χάσει κάθε νόημα…

Όχι είναι πολύ δύσκολο να βρεις αυτό το θείο αχνάρι μέσα σ’ αυτή τη ζωή που περνάμε, μέσα σ’ αυτόν το χρόνο τον τόσο απνευμάτιστο, αστικό κι ευτυχισμένο, μέσα σ’ αυτά τα αρχιτεκτονικά σχέδια, τις επιχειρήσεις, την πολιτική και τους ανθρώπους! Πώς μπορούσα μέσα σ’ έναν τέτοιο κόσμο να μην είμαι ένας λύκος της στέπας, ένας άξεστος ερημίτης, μια που δεν καταλάβαινα κανέναν από τους σκοπούς του και δεν ένιωθα καμιά από τις χαρές του! Δεν μπορώ ούτε σ’ ένα θέατρο ούτε σ’ ένα κινηματογράφο να παραμείνω πολλή ώρα, δεν μπορώ να διαβάσω μια εφημερίδα και πολύ σπάνια διαβάζω ένα μοντέρνο βιβλίο- δεν μπορώ να καταλάβω ποια όρεξη και ποια χαρά σπρώχνουν τους ανθρώπους στα ταξίδια και τα ξενοδοχεία, στα γεμάτα καφέ-μπαρ με την πνιγερή μουσική και στα μπαρ και τις παραστάσεις βαριετέ των μεγαλουπόλεων, στις εκθέσεις, στους αγώνες αυτοκινήτων, στα γήπεδα και στις διαλέξεις γι’ αυτούς που διψούν για μόρφωση! Όλες αυτές τις χαρές, που θα μπορούσα να τις φτάσω και να επιδιώξω άλλες τόσες, δεν μπορώ να τις καταλάβω ούτε συμμετέχω σ’ αυτές. Αντίθετα, αυτό που σε μένα προξενεί τις σπάνιες ώρες της χαράς, αυτό που είναι για μένα ηδονή, βίωμα, έκσταση και εξύψωση, βρίσκεται μόνο στην ποίηση, ενώ στη ζωή φαίνεται να ‘ναι αφύσικο. Και πράγματι, αν ο κόσμος έχει δίκιο, αν αυτή η μουσική στα μπαρ, αυτές οι μαζικές ικανοποιήσεις μέσα στα πλήθη κι αυτός ο αμερικανικός τρόπος ζωής είναι πράγματα δικαιωμένα, τότε εγώ έχω το άδικο, είμαι τρελός, πραγματικά ένας λύκος της στέπας, όπως συχνά ονόμαζα τον εαυτό μου- είμαι οπωσδήποτε ένα περιπλανώμενο θηρίο, μέσα σ’ έναν ξένο κι ακατανόητο κόσμο, που δεν μπορεί πια να βρει την πατρίδα του, την τροφή και τον αέρα του.

Ο Λύκος της Στέπας
ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ


Πώς μπορούσα μέσα σ’ έναν τέτοιο κόσμο να μην είμαι ένας λύκος της στέπας. (ΕΣΣΕ)

Έτσι κατέβηκα τις σκάλες από τη σοφίτα μου, αυτές τις σκάλες της ξενιτιάς, που τόσο δύσκολα τις ανεβαίνεις, αυτές τις καθαρές και φροντισμένες σκάλες, ενός αξιοπρεπέστατου αστικού σπιτιού, στο οποίο στεγάζονται τρεις οικογένειες κι εγώ, που έχω το ερημητήριο μου στην σοφίτα. Δεν ξέρω πώς συμβαίνει
αυτό, εγώ ο Λύκος της Στέπας, που είμαι χωρίς πατρίδα και μισώ αυτόν το μικρό αστικό κόσμο, να μένω συνήθως σε τέτοια αστικά σπίτια. Ίσως πρόκειται για έναν παλιό συναισθηματισμό. Δε μένω ούτε σε παλάτια ούτε σε σπίτια προλετάριων, αλλά σχεδόν πάντοτε σε τέτοιες αστικές φωλιές, όπου μένουν πολύ αξιοπρεπείς, άμεμπτοι και πολύ ανιαροί άνθρωποι- εδώ μυρίζει συνέχεια σαπούνι και καθαριότητα και φοβάσαι να χτυπήσεις λίγο
πιο δυνατά την πόρτα ή να μπεις μέσα με λασπωμένα παπούτσια. Πάντως, χωρίς αμφιβολία αγαπώ αυτή την ατμόσφαιρα, ακόμα από τα παιδικά μου χρόνια και πάντοτε η κρυφή μου λαχτάρα, σαν να γυρεύω την πατρίδα μου, με οδηγεί απελπισμένα στους ίδιους δρόμους. Και πάντοτε δέχομαι ευχάριστα αυτή την αντίθεση, να ζω άτακτα, άχαρα, μόνος και καταπιεσμένος μέσα σ’ ένα οικογενειακό αστικό περιβάλλον. Μ’ αρέσει πολύ αυτό, να ανασαίνω στη σκάλα αυτή την οσμή της ησυχίας, της τάξης, της καθαριότητας, της αξιοπρέπειας και της πειθαρχίας, που παρά το μίσος που νιώθω για την αστική τάξη, αισθάνομαι κάτι συγκλονιστικό, και μ’ αρέσει, μετά να περνώ το κατώφλι του δωματίου μου, όπου όλα αυτά σταματούν, όπου πάλι ανάμεσα στους σωρούς των βιβλίων υπάρχουν τα αποτσίγαρα και τα μπουκάλια του κρασιού, όπου όλα είναι ακατάστατα και αφρόντιστα, κι όπου όλα, βιβλία, χειρόγραφα, σκέψεις, είναι διαποτισμένα από την αγωνία του μοναχικού, από την προβληματική της ανθρώπινης ύπαρξης, από την νοσταλγία να αποκτήσει η ζωή ένα καινούργιο νόημα, γιατί σήμερα έχει χάσει κάθε νόημα…

Όχι είναι πολύ δύσκολο να βρεις αυτό το θείο αχνάρι μέσα σ’ αυτή τη ζωή που περνάμε, μέσα σ’ αυτόν το χρόνο τον τόσο απνευμάτιστο, αστικό κι ευτυχισμένο, μέσα σ’ αυτά τα αρχιτεκτονικά σχέδια, τις επιχειρήσεις, την πολιτική και τους ανθρώπους! Πώς μπορούσα μέσα σ’ έναν τέτοιο κόσμο να μην είμαι ένας λύκος της στέπας, ένας άξεστος ερημίτης, μια που δεν καταλάβαινα κανέναν από τους σκοπούς του και δεν ένιωθα καμιά από τις χαρές του! Δεν μπορώ ούτε σ’ ένα θέατρο ούτε σ’ ένα κινηματογράφο να παραμείνω πολλή ώρα, δεν μπορώ να διαβάσω μια εφημερίδα και πολύ σπάνια διαβάζω ένα μοντέρνο βιβλίο- δεν μπορώ να καταλάβω ποια όρεξη και ποια χαρά σπρώχνουν τους ανθρώπους στα ταξίδια και τα ξενοδοχεία, στα γεμάτα καφέ-μπαρ με την πνιγερή μουσική και στα μπαρ και τις παραστάσεις βαριετέ των μεγαλουπόλεων, στις εκθέσεις, στους αγώνες αυτοκινήτων, στα γήπεδα και στις διαλέξεις γι’ αυτούς που διψούν για μόρφωση! Όλες αυτές τις χαρές, που θα μπορούσα να τις φτάσω και να επιδιώξω άλλες τόσες, δεν μπορώ να τις καταλάβω ούτε συμμετέχω σ’ αυτές. Αντίθετα, αυτό που σε μένα προξενεί τις σπάνιες ώρες της χαράς, αυτό που είναι για μένα ηδονή, βίωμα, έκσταση και εξύψωση, βρίσκεται μόνο στην ποίηση, ενώ στη ζωή φαίνεται να ‘ναι αφύσικο. Και πράγματι, αν ο κόσμος έχει δίκιο, αν αυτή η μουσική στα μπαρ, αυτές οι μαζικές ικανοποιήσεις μέσα στα πλήθη κι αυτός ο αμερικανικός τρόπος ζωής είναι πράγματα δικαιωμένα, τότε εγώ έχω το άδικο, είμαι τρελός, πραγματικά ένας λύκος της στέπας, όπως συχνά ονόμαζα τον εαυτό μου- είμαι οπωσδήποτε ένα περιπλανώμενο θηρίο, μέσα σ’ έναν ξένο κι ακατανόητο κόσμο, που δεν μπορεί πια να βρει την πατρίδα του, την τροφή και τον αέρα του.

Ο Λύκος της Στέπας
ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ


Πώς μπορούσα μέσα σ’ έναν τέτοιο κόσμο να μην είμαι ένας λύκος της στέπας. (ΕΣΣΕ)

Έτσι κατέβηκα τις σκάλες από τη σοφίτα μου, αυτές τις σκάλες της ξενιτιάς, που τόσο δύσκολα τις ανεβαίνεις, αυτές τις καθαρές και φροντισμένες σκάλες, ενός αξιοπρεπέστατου αστικού σπιτιού, στο οποίο στεγάζονται τρεις οικογένειες κι εγώ, που έχω το ερημητήριο μου στην σοφίτα. Δεν ξέρω πώς συμβαίνει
αυτό, εγώ ο Λύκος της Στέπας, που είμαι χωρίς πατρίδα και μισώ αυτόν το μικρό αστικό κόσμο, να μένω συνήθως σε τέτοια αστικά σπίτια. Ίσως πρόκειται για έναν παλιό συναισθηματισμό. Δε μένω ούτε σε παλάτια ούτε σε σπίτια προλετάριων, αλλά σχεδόν πάντοτε σε τέτοιες αστικές φωλιές, όπου μένουν πολύ αξιοπρεπείς, άμεμπτοι και πολύ ανιαροί άνθρωποι- εδώ μυρίζει συνέχεια σαπούνι και καθαριότητα και φοβάσαι να χτυπήσεις λίγο
πιο δυνατά την πόρτα ή να μπεις μέσα με λασπωμένα παπούτσια. Πάντως, χωρίς αμφιβολία αγαπώ αυτή την ατμόσφαιρα, ακόμα από τα παιδικά μου χρόνια και πάντοτε η κρυφή μου λαχτάρα, σαν να γυρεύω την πατρίδα μου, με οδηγεί απελπισμένα στους ίδιους δρόμους. Και πάντοτε δέχομαι ευχάριστα αυτή την αντίθεση, να ζω άτακτα, άχαρα, μόνος και καταπιεσμένος μέσα σ’ ένα οικογενειακό αστικό περιβάλλον. Μ’ αρέσει πολύ αυτό, να ανασαίνω στη σκάλα αυτή την οσμή της ησυχίας, της τάξης, της καθαριότητας, της αξιοπρέπειας και της πειθαρχίας, που παρά το μίσος που νιώθω για την αστική τάξη, αισθάνομαι κάτι συγκλονιστικό, και μ’ αρέσει, μετά να περνώ το κατώφλι του δωματίου μου, όπου όλα αυτά σταματούν, όπου πάλι ανάμεσα στους σωρούς των βιβλίων υπάρχουν τα αποτσίγαρα και τα μπουκάλια του κρασιού, όπου όλα είναι ακατάστατα και αφρόντιστα, κι όπου όλα, βιβλία, χειρόγραφα, σκέψεις, είναι διαποτισμένα από την αγωνία του μοναχικού, από την προβληματική της ανθρώπινης ύπαρξης, από την νοσταλγία να αποκτήσει η ζωή ένα καινούργιο νόημα, γιατί σήμερα έχει χάσει κάθε νόημα…

Όχι είναι πολύ δύσκολο να βρεις αυτό το θείο αχνάρι μέσα σ’ αυτή τη ζωή που περνάμε, μέσα σ’ αυτόν το χρόνο τον τόσο απνευμάτιστο, αστικό κι ευτυχισμένο, μέσα σ’ αυτά τα αρχιτεκτονικά σχέδια, τις επιχειρήσεις, την πολιτική και τους ανθρώπους! Πώς μπορούσα μέσα σ’ έναν τέτοιο κόσμο να μην είμαι ένας λύκος της στέπας, ένας άξεστος ερημίτης, μια που δεν καταλάβαινα κανέναν από τους σκοπούς του και δεν ένιωθα καμιά από τις χαρές του! Δεν μπορώ ούτε σ’ ένα θέατρο ούτε σ’ ένα κινηματογράφο να παραμείνω πολλή ώρα, δεν μπορώ να διαβάσω μια εφημερίδα και πολύ σπάνια διαβάζω ένα μοντέρνο βιβλίο- δεν μπορώ να καταλάβω ποια όρεξη και ποια χαρά σπρώχνουν τους ανθρώπους στα ταξίδια και τα ξενοδοχεία, στα γεμάτα καφέ-μπαρ με την πνιγερή μουσική και στα μπαρ και τις παραστάσεις βαριετέ των μεγαλουπόλεων, στις εκθέσεις, στους αγώνες αυτοκινήτων, στα γήπεδα και στις διαλέξεις γι’ αυτούς που διψούν για μόρφωση! Όλες αυτές τις χαρές, που θα μπορούσα να τις φτάσω και να επιδιώξω άλλες τόσες, δεν μπορώ να τις καταλάβω ούτε συμμετέχω σ’ αυτές. Αντίθετα, αυτό που σε μένα προξενεί τις σπάνιες ώρες της χαράς, αυτό που είναι για μένα ηδονή, βίωμα, έκσταση και εξύψωση, βρίσκεται μόνο στην ποίηση, ενώ στη ζωή φαίνεται να ‘ναι αφύσικο. Και πράγματι, αν ο κόσμος έχει δίκιο, αν αυτή η μουσική στα μπαρ, αυτές οι μαζικές ικανοποιήσεις μέσα στα πλήθη κι αυτός ο αμερικανικός τρόπος ζωής είναι πράγματα δικαιωμένα, τότε εγώ έχω το άδικο, είμαι τρελός, πραγματικά ένας λύκος της στέπας, όπως συχνά ονόμαζα τον εαυτό μου- είμαι οπωσδήποτε ένα περιπλανώμενο θηρίο, μέσα σ’ έναν ξένο κι ακατανόητο κόσμο, που δεν μπορεί πια να βρει την πατρίδα του, την τροφή και τον αέρα του.

Ο Λύκος της Στέπας
ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ


Πώς μπορούσα μέσα σ’ έναν τέτοιο κόσμο να μην είμαι ένας λύκος της στέπας. (ΕΣΣΕ)

Έτσι κατέβηκα τις σκάλες από τη σοφίτα μου, αυτές τις σκάλες της ξενιτιάς, που τόσο δύσκολα τις ανεβαίνεις, αυτές τις καθαρές και φροντισμένες σκάλες, ενός αξιοπρεπέστατου αστικού σπιτιού, στο οποίο στεγάζονται τρεις οικογένειες κι εγώ, που έχω το ερημητήριο μου στην σοφίτα. Δεν ξέρω πώς συμβαίνει
αυτό, εγώ ο Λύκος της Στέπας, που είμαι χωρίς πατρίδα και μισώ αυτόν το μικρό αστικό κόσμο, να μένω συνήθως σε τέτοια αστικά σπίτια. Ίσως πρόκειται για έναν παλιό συναισθηματισμό. Δε μένω ούτε σε παλάτια ούτε σε σπίτια προλετάριων, αλλά σχεδόν πάντοτε σε τέτοιες αστικές φωλιές, όπου μένουν πολύ αξιοπρεπείς, άμεμπτοι και πολύ ανιαροί άνθρωποι- εδώ μυρίζει συνέχεια σαπούνι και καθαριότητα και φοβάσαι να χτυπήσεις λίγο
πιο δυνατά την πόρτα ή να μπεις μέσα με λασπωμένα παπούτσια. Πάντως, χωρίς αμφιβολία αγαπώ αυτή την ατμόσφαιρα, ακόμα από τα παιδικά μου χρόνια και πάντοτε η κρυφή μου λαχτάρα, σαν να γυρεύω την πατρίδα μου, με οδηγεί απελπισμένα στους ίδιους δρόμους. Και πάντοτε δέχομαι ευχάριστα αυτή την αντίθεση, να ζω άτακτα, άχαρα, μόνος και καταπιεσμένος μέσα σ’ ένα οικογενειακό αστικό περιβάλλον. Μ’ αρέσει πολύ αυτό, να ανασαίνω στη σκάλα αυτή την οσμή της ησυχίας, της τάξης, της καθαριότητας, της αξιοπρέπειας και της πειθαρχίας, που παρά το μίσος που νιώθω για την αστική τάξη, αισθάνομαι κάτι συγκλονιστικό, και μ’ αρέσει, μετά να περνώ το κατώφλι του δωματίου μου, όπου όλα αυτά σταματούν, όπου πάλι ανάμεσα στους σωρούς των βιβλίων υπάρχουν τα αποτσίγαρα και τα μπουκάλια του κρασιού, όπου όλα είναι ακατάστατα και αφρόντιστα, κι όπου όλα, βιβλία, χειρόγραφα, σκέψεις, είναι διαποτισμένα από την αγωνία του μοναχικού, από την προβληματική της ανθρώπινης ύπαρξης, από την νοσταλγία να αποκτήσει η ζωή ένα καινούργιο νόημα, γιατί σήμερα έχει χάσει κάθε νόημα…

Όχι είναι πολύ δύσκολο να βρεις αυτό το θείο αχνάρι μέσα σ’ αυτή τη ζωή που περνάμε, μέσα σ’ αυτόν το χρόνο τον τόσο απνευμάτιστο, αστικό κι ευτυχισμένο, μέσα σ’ αυτά τα αρχιτεκτονικά σχέδια, τις επιχειρήσεις, την πολιτική και τους ανθρώπους! Πώς μπορούσα μέσα σ’ έναν τέτοιο κόσμο να μην είμαι ένας λύκος της στέπας, ένας άξεστος ερημίτης, μια που δεν καταλάβαινα κανέναν από τους σκοπούς του και δεν ένιωθα καμιά από τις χαρές του! Δεν μπορώ ούτε σ’ ένα θέατρο ούτε σ’ ένα κινηματογράφο να παραμείνω πολλή ώρα, δεν μπορώ να διαβάσω μια εφημερίδα και πολύ σπάνια διαβάζω ένα μοντέρνο βιβλίο- δεν μπορώ να καταλάβω ποια όρεξη και ποια χαρά σπρώχνουν τους ανθρώπους στα ταξίδια και τα ξενοδοχεία, στα γεμάτα καφέ-μπαρ με την πνιγερή μουσική και στα μπαρ και τις παραστάσεις βαριετέ των μεγαλουπόλεων, στις εκθέσεις, στους αγώνες αυτοκινήτων, στα γήπεδα και στις διαλέξεις γι’ αυτούς που διψούν για μόρφωση! Όλες αυτές τις χαρές, που θα μπορούσα να τις φτάσω και να επιδιώξω άλλες τόσες, δεν μπορώ να τις καταλάβω ούτε συμμετέχω σ’ αυτές. Αντίθετα, αυτό που σε μένα προξενεί τις σπάνιες ώρες της χαράς, αυτό που είναι για μένα ηδονή, βίωμα, έκσταση και εξύψωση, βρίσκεται μόνο στην ποίηση, ενώ στη ζωή φαίνεται να ‘ναι αφύσικο. Και πράγματι, αν ο κόσμος έχει δίκιο, αν αυτή η μουσική στα μπαρ, αυτές οι μαζικές ικανοποιήσεις μέσα στα πλήθη κι αυτός ο αμερικανικός τρόπος ζωής είναι πράγματα δικαιωμένα, τότε εγώ έχω το άδικο, είμαι τρελός, πραγματικά ένας λύκος της στέπας, όπως συχνά ονόμαζα τον εαυτό μου- είμαι οπωσδήποτε ένα περιπλανώμενο θηρίο, μέσα σ’ έναν ξένο κι ακατανόητο κόσμο, που δεν μπορεί πια να βρει την πατρίδα του, την τροφή και τον αέρα του.

Ο Λύκος της Στέπας
ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ


Πώς μπορούσα μέσα σ’ έναν τέτοιο κόσμο να μην είμαι ένας λύκος της στέπας. (ΕΣΣΕ)

Δικτύωση – επαφές – πρωτοβουλίες σ’ όλη την Ελλάδα για την δημιουργία Ενώσεων Κοινωνικής Αλληλέγγυας Οικονομίας σύμφωνα με το νόμο 4430/2016
Όσοι φορείς είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Κοινωνικής Οικονομίας ή δύναται να εγγραφούν σ’ αυτό μπορούν στη συνέχεια να γίνουν μέλη των Ενώσεων με τελικό στόχο την δημιουργία Πανελλήνιας Ένωσης (ομοσπονδίας) φορέων κοινωνικής οικονομίας.

Για την διευκόλυνση της δικτύωσης και των επαφών μεταξύ των φορέων παρέχονται σχετικές πληροφορίες στις ακόλουθες περιφέρειες:

Για Δυτική Ελλάδα, Λουκάς Γεωργίου Τηλ. 6948 537746

Γιώργος Ρόζος τηλ.6948 232116

Για Πελοπόννησο, Γιώργος Καραμπάτος Τηλ. 6977 250848

Για Αττική, Ευάγγελος Σπινθάκης Τηλ. 6987 022875

Για Στερεά Ελλάδα, Λία Βλάχου Τηλ. 6944 174861

Για Θεσσαλία, Χρήστος Καραζούπης Τηλ. 6972 098613

Θεόδωρος Σδρούλιας 6972 212150

Για Κεντρική Μακεδονία, Δημήτρης Μιχαϊλίδης Τηλ. 6998 282382

Για την Κρήτη, Ελένη Βουγιούκαλου Τηλ. 6936 492842

Για Ιόνια, Κώστας Γράψας Τηλ. 6937 066045

Για την Βόρεια Αττική, Κώστας Οικονομόπουλος Τηλ. 6937 115903

Για την Νότια Αττική, Στέλιος Κατωμέρης Τηλ. 6942 423179

Ολόκληρο το σχέδιο καταστατικού εδώ

ΣΧΕΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΝΩΣΕΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Δικτύωση – επαφές – πρωτοβουλίες σ’ όλη την Ελλάδα για την δημιουργία Ενώσεων Κοινωνικής Αλληλέγγυας Οικονομίας σύμφωνα με το νόμο 4430/2016
Όσοι φορείς είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Κοινωνικής Οικονομίας ή δύναται να εγγραφούν σ’ αυτό μπορούν στη συνέχεια να γίνουν μέλη των Ενώσεων με τελικό στόχο την δημιουργία Πανελλήνιας Ένωσης (ομοσπονδίας) φορέων κοινωνικής οικονομίας.

Για την διευκόλυνση της δικτύωσης και των επαφών μεταξύ των φορέων παρέχονται σχετικές πληροφορίες στις ακόλουθες περιφέρειες:

Για Δυτική Ελλάδα, Λουκάς Γεωργίου Τηλ. 6948 537746

Γιώργος Ρόζος τηλ.6948 232116

Για Πελοπόννησο, Γιώργος Καραμπάτος Τηλ. 6977 250848

Για Αττική, Ευάγγελος Σπινθάκης Τηλ. 6987 022875

Για Στερεά Ελλάδα, Λία Βλάχου Τηλ. 6944 174861

Για Θεσσαλία, Χρήστος Καραζούπης Τηλ. 6972 098613

Θεόδωρος Σδρούλιας 6972 212150

Για Κεντρική Μακεδονία, Δημήτρης Μιχαϊλίδης Τηλ. 6998 282382

Για την Κρήτη, Ελένη Βουγιούκαλου Τηλ. 6936 492842

Για Ιόνια, Κώστας Γράψας Τηλ. 6937 066045

Για την Βόρεια Αττική, Κώστας Οικονομόπουλος Τηλ. 6937 115903

Για την Νότια Αττική, Στέλιος Κατωμέρης Τηλ. 6942 423179

Ολόκληρο το σχέδιο καταστατικού εδώ

ΣΧΕΔΙΟ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΝΩΣΕΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Που είναι εκείνες οι εποχές που η αυτού εξοχότης ο νυν πρωθυπουργός της χώρας ήταν (νόμιζε ότι είναι) ο πολιορκητικός κριός για την ανατροπή του νεοφιλελευθερισμού στην ευρώπη; Που είναι εκείνος ο καιρός που η χρεωκοπημένη καθεστωτική αριστέρα σε διάφορα ευρωπαϊκά κράτη (Ιταλία, Ισπανία) ψώνιζε Τσίπρα νομίζοντας ότι είναι απ’ το πάνω ράφι; Ήταν τότε (γούσταρε και γούσταραν και οι άλλοι) ο κυρ Αλέξης αφέντης τσουτσουλομύτης…

…Άλλαξε όμως ο καιρός, να βροχές, να χαλάζια, να κεραυνοί, πάει η φωλιά, πάν’ τα κοτσυφόπουλα, παν’ όλα, βγήκε και κάθονταν στο κλαρί μονάχος…

Τώρα τον βγάζουν στη σέντρα (και) στην Ιταλία. Ότι κοροϊδεύει τον κόσμο. Και ότι τα έχει κάνει πλακάκια με όποιον (μεγάλο) ιμπεριαλιστή κυκλοφοράει στην πιάτσα (ηπα, νατο, ε.ε.)… (Δεν ξέρουμε αν ξηγήθηκαν και κανά μπαχαλάκι…)

Να το θυμάστε. Στο τέλος οι μόνοι που θα γράψουμε δυο κουβέντες παρηγοριάς για τον Αλετσιπράδο Ντελαφαζάν, θα είμαστε εμείς!!! (Είχαμε καταλάβει το δράμα της φτιαγμένης βιτρίνας από πολύ νωρίς… Είμαστε και πονόψυχοι…)


Τον βγάζουν στη σέντρα (και) στην Ιταλία.

Γραμματοσειρά
Αντίθεση