20 October, 2017
Home / Περιβαλλον (Page 41)

Σαν ιδέα πρωτοξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 60 στην Ιαπωνία, με το όνομα TEIKEI, και προβλέπει ένα ανεξάρτητο σύστημα διανομής τροφίμων το οποίο δεν εξαρτάται από τους συμβατικούς τρόπους διανομής. Για να συμβεί όμως αυτό, παραγωγός και καταναλωτές
βρίσκονται σε συνεχή επικοινωνία. Με λίγα λόγια είναι ένα σύστημα όπου παραγωγός και καταναλωτής έχουν φιλική σχέση και αμοιβαία εξάρτηση ο ένας από τον άλλο.Σήμερα, εκατομμύρια Ιάπωνες καταναλωτές συμμετέχουν στο σύστημα «teikei», που αντιπροσωπεύει ένα σημαντικό μερίδιο της κατανάλωσης φρέσκων προϊόντων. Στην Ευρώπη και στην Αμερική επικράτησε το όνομα CSA (Community Supported Agriculture)  και στην Ελλάδα Κ.Υ.ΓΕΩ. Κοινωνικά Υποστηριζόμενη Γεωργία.

Κ.Υ.ΓΕΩ  σημαίνει μια εταιρική σχέση μεταξύ ενός αγροκτήματος και μιας ομάδας, όπου μοιράζονται και τα δύο μέρη τα οφέλη αλλά και τους κίνδυνους. Με αυτή την βάση χιλιάδες CSA (Κ.Υ.ΓΕΩ.) λειτουργούν σε όλο τον κόσμο σε διάφορες παραλλαγές, ανάλογα με την κοινωνική, γεωργική και οικονομική ιδιαιτερότητα της κάθε χώρας. Ωστόσο, υπάρχουν 10 θεμελιώδεις αρχές:
Οι δέκα αρχές των ΚΥΓΕΩ

Αμοιβαία συνδρομή
Η ουσία αυτής της εταιρικής σχέσης παραγωγού-καταναλωτή δεν έγκειται τόσο στη διαπραγμάτευση, όσο στη φιλική σχέση μεταξύ τους. Συνεπώς, τόσο οι παραγωγοί όσο και οι καταναλωτές θα πρέπει να βοηθούν ο ένας τον άλλο με βάση την αμοιβαία κατανόηση.

Προβλεπόμενη παραγωγή
Οι παραγωγοί θα πρέπει, μέσω της διαβούλευσης με τους καταναλωτές να παράγουν τη μέγιστη ποσότητα και ποικιλία των προϊόντων τους ανάλογα με τις δυνατότητες της γης τους.

Αποδοχής του προϊόντος
Οι καταναλωτές θα πρέπει να αποδεχτούν τη συνολική ς παραγωγή που έχει παραχθεί σύμφωνα με τα ποιοτικά κριτήρια που συμφώνησαν με τους παραγωγούς .

Κοινή απόφαση για τις τιμές των προϊόντων

Για να αποφασιστεί η τιμή του προϊόντος, οι παραγωγοί θα πρέπει να λαμβάνουν πλήρως υπόψη το κόστος, τις τιμές αγοράς , τα ελάχιστα κόστη ς συσκευασίας και μεταφοράς που απαιτούνται , ακόμα και την πιθανή αποφυγή φορολόγησης των προϊόντων, και φυσικά το σημαντικό γεγονός ότι όλα τα προϊόντα τους γίνονται αποδεκτά. Οι καταναλωτές πρέπει να συνειδητοποιήσουν το σημαντικό όφελος να προμηθεύονται φρέσκα, ποιοτικά και υγιεινά τρόφιμα.

Εμβάθυνση των φιλικών σχέσεων
Η συνεχής ανάπτυξη αυτής της συνεργασίας απαιτεί την εμβάθυνση των φιλικών σχέσεων μεταξύ των παραγωγών και των καταναλωτών. Αυτό θα επιτευχθεί μόνο μέσω της μεγιστοποίησης της επαφής μεταξύ τους.

Αυτο-διανομή
Η μεταφορά των προϊόντων θα πρέπει να πραγματοποιείται είτε από την ομάδα των καταναλωτών, είτε από το κτήμα του παραγωγού, χωρίς ο κόστος και την εξάρτηση από επαγγελματίες μεταφορείς.

Δημοκρατική διαχείριση
Παραγωγοί και καταναλωτές θα πρέπει να αποφεύγουν την εξάρτηση από μεμονωμένα άτομα-ηγέτες και να ασκούν μια δημοκρατική διαχείριση με κοινή ευθύνη όλων.

Αρχή της μάθησης μεταξύ της ομάδας
Οι ομάδες των παραγωγών και των καταναλωτών θα πρέπει να συνεργάζονται στα θέματα επιλογής, παραγωγής και διανομής ασφαλών τροφίμων και να μαθαίνουν ο ένας από τις ανάγκες αλλά και τις γνώσεις του άλλου.

Διατήρηση του κατάλληλου μεγέθους
Η εφαρμογή των παραπάνω αρχών δεν μπορεί να γίνει εφικτή όταν η συμμετοχή είναι πολύ μεγάλη γι αυτό οι ΚΥΓΕΩ θα πρέπει να διατηρούνται σε κατάλληλο μέγεθος. Η ανάπτυξη του κινήματος αυτού θα πρέπει να προωθείται μέσω της αύξησης του αριθμού των ομάδων και τη συνεργασία μεταξύ τους.


Σταθερή ανάπτυξη

Δεν είναι βέβαιο ότι από την αρχή παραγωγοί και καταναλωτές θα τα καταφέρουν τέλεια γι αυτό και είναι σημαντικό και για τις δύο πλευρές να επιλέγουν με σοβαρότητα και υπευθυνότητα τους εταίρους και να πιστεύουν στην αμοιβαία συνεργασία.

Japan Organic Agriculture Association 1978 (Urgenci : Principles of TEIKEI)




 TEIKEI στα ιαπωνικά, μεταφράζεται σε «βάζοντας το πρόσωπο των αγροτών στα τρόφιμα.»
.

Απέναντι Όχθη

CSA ή Κ.Υ.ΓΕΩ., μια βάση για βιώσιμη και τοπική παραγωγή τροφίμων.

Τι αρκεί τελικά για να επιτύχουμε προσωπική εξέλιξη και πρόοδο; Να γινόμαστε μετά κόπων έξυπνοι ή απλά να βρίσκουμε τους τρόπους για να φαινόμαστε οξυδερκείς και νοήμονες; Η παρακάτω ιστορία απαντά με πληρότητα σε αυτά τα ερωτήματα και αποδεικνύει ότι η άρνηση είναι η αγαπημένη και πολυπροτιμώμενη μέθοδος των ηλιθίων…
Ο Τουργκένιεφ έχει γράψει μια μικρή ιστορία:
Σε μια πόλη, ζούσε ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος, μια μεγαλοφυΐα. Και στην ίδια πόλη, ζούσε ένας ηλίθιος.

Μια μέρα, ο ηλίθιος πλησίασε τον έξυπνο και του ζήτησε να του δείξει έναν τρόπο να γίνει έξυπνος. Ο έξυπνος ρώτησε τον ηλίθιο αν ήθελε να γίνει έξυπνος ή να φαίνεται έξυπνος, επειδή το να γίνεις έξυπνος, είναι μια μεγάλη διαδικασία, το να φαίνεσαι όμως έξυπνος, είναι εύκολο. Ο ηλίθιος απάντησε ότι ήθελε να του δείξει με τον ευκολότερο τρόπο ό,τι χρειαζόταν για να φαίνεται έξυπνος. Δεν ανησυχούσε για το πώς θα γίνει έξυπνος.
Ο έξυπνος σχολίασε ότι με το να γίνει κανείς έξυπνος, υπήρχε πιθανότητα να κάνει λάθη, ενώ με το να φαίνεται έξυπνος, δεν θα μπορούσε να κάνει κανένα λάθος.
Ο ηλίθιος άρχισε να ανυπομονεί και ζητούσε από τον έξυπνο να του δείξει το κόλπο χωρίς άλλη καθυστέρηση. Έτσι, ο έξυπνος του είπε να αρνείται απλώς κάθε τι που ακούει. Αν κάποιος έλεγε, «υπάρχει Θεός», ο ηλίθιος έπρεπε αμέσως να απαντήσει πως δεν υπάρχει.
Ο ηλίθιος ρώτησε τον έξυπνο: «Πρέπει να λέω τέτοια πράγματα, ακόμα κι αν δεν ξέρω τίποτα για το θέμα;»
Ο έξυπνος απάντησε: «Εσύ δε χρειάζεται να σκοτίζεσαι καθόλου για να μάθεις πράγματα. Αν ακούσεις να λένε ότι ο τάδε ζωγράφος ζωγραφίζει καταπληκτικούς πίνακες, εσύ πες απλώς ότι είναι σκέτα σκουπίδια. Ζήτησέ τους να σου αποδείξουν πως είναι καταπληκτικοί! Αν ακούσεις να λένε ότι η μουσική του δείνα είναι ουράνια, εσύ πες ότι τέτοια μουσική παίζουν και στην κόλαση και ζήτησέ τους να σου αποδείξουν πως είναι ουράνια μουσική. Εσύ απλώς να αρνείσαι τα πάντα και αν κάποιος σου εναντιωθεί, προκάλεσέ τον να αποδείξει τον ισχυρισμό του.»
Και από εκείνη την ημέρα, ο ηλίθιος άρχισε σιγά-σιγά να γίνεται γνωστός στην πόλη ως έξυπνος. Και όλοι απορούσαν πώς τα είχε καταφέρει!
Αυτός ο αιώνας είναι, κατά κάποιο τρόπο, ο αιώνας πολλών ειδών ηλιθίων. Και το θεμέλιο της ηλιθιότητας είναι η άρνηση.


Άρνηση, η μέθοδος των ηλιθίων.

Μετά από 22 χρόνια λειτουργίας των αγορών παραγωγών βιολογικών προϊόντων, το ελληνικό κράτος έκρινε ότι ήρθε η ώρα να τις θεσμοθετήσει. Με τον Νόμο 4384/2016 ΦΕΚ 78/Α/26-4-2016 «Αγροτικοί Συνεταιρισμοί, μορφές συλλογικής οργάνωσης του αγροτικού χώρου και άλλες διατάξεις» τροποποιήθηκε ο Νόμος 4235/2014 όσον αφορά τις αγορές παραγωγών. Το μόνο που απέμενε για να λειτουργήσουν πλέον νομότυπα ήταν μία ΚΥΑ που θα κωδικοποιούσε και θα καθόριζε το κανονιστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτές θα λειτουργούσαν. Πράγματι, σχεδόν όλο το καλοκαίρι του 2016 υπήρξε η αίσθηση μιας ουσιαστικής συνεργασίας των αρμόδιων με τους οργανωμένους παραγωγούς, εφόσον υπήρξε κινητικότητα στο θέμα με ανταλλαγές απόψεων και προτάσεων σχετικά με τη δομή και τη διατύπωση των όρων της εν λόγω ΚΥΑ. Με αυτόν τον τρόπο, πέρασε άλλος μισός χρόνος. Στην τελευταία συνάντηση στις 30/9/2016, θα τελείωνε το ζήτημα σε 10 ημέρες. Αν δεν ήταν τόσο τραγική η κατάσταση, θα ήταν αστείο. Αυτοί που δεν γελάνε σίγουρα πάντως είναι οι παραγωγοί. Για 22 χρόνια, οι παραγωγοί παρακαλούν το κράτος να δώσει λύση στο πρόβλημα θέτοντας τους όρους και το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα μπορούν να λειτουργούν νομότυπα. Οι αγορές παραγωγών –παγκοσμίως- είναι ένα από τα χρησιμότερα εργαλεία υποστήριξης του αγροτικού εισοδήματος. Η Ελλάδα περιφρονώντας προφανώς τους «βελανιδοφάγους» που έχουν θεσμοθετημένες αγορές παραγωγών εδώ και δεκαετίες, έχει επιλέξει να πρωτοτυπήσει και στέλνει συνεχώς το θέμα στις καλένδες, σχεδιάζοντας και υλοποιώντας παρά και ενάντια στα συμφέροντα των παραγωγών και των καταναλωτών. Εάν οι πολιτικές ηγεσίες των τελευταίων ετών είχαν κάποια σχέση με την εργασία, την παραγωγή και τους παραγωγούς, το πρόβλημα θα είχε λυθεί προ πολλού. Για κάποιον που έχει στοιχειώδεις γνώσεις αγροτικής ανάπτυξης, ορισμένα πράγματα είναι η αλφαβήτα: Εάν ο παραγωγός πνίγεται οικονομικά από τη συνεχή αύξηση των λειτουργικών εξόδων και από την πλημμύρα φόρων και εισφορών, πρέπει να βρεθεί τρόπος αύξησης του εισοδήματός του για να είναι βιώσιμος επιχειρηματικά. Εάν τα προϊόντα μένουν αδιάθετα, είτε θα πεταχτούν είτε θα πωληθούν αναγκαστικά σε εξευτελιστικές τιμές. Οι οργανωμένες και θεσμοθετημένες αγορές παραγωγών λύνουν και τα δύο προβλήματα και δίνουν λύσεις σε πολλά περισσότερα. Κρίνοντας από την πολυετή ολιγωρία των αρμοδίων, δύο περιπτώσεις υπάρχουν: Είτε υπάρχει πρόβλημα μειωμένης αντίληψης των αρμοδίων για τη σοβαρότητα του θέματος είτε υπάρχει δόλος και εξυπηρετούνται άλλα συμφέροντα με τις καθυστερήσεις. Σε κάθε περίπτωση, αυτοί που πλήττονται είναι οι αγρότες και οι καταναλωτές και όσοι κόπτονται για την αγροτική ανάπτυξη χωρίς αγρότες καλό θα ήταν να μείνουν στο σπίτι.

 Ένωση Αγροτών Βιοκαλλιεργητών Βορείου Ελλάδας

Μας δουλεύουν

Η κυβέρνηση της Δανίας προχωρά στη μετατροπή της γεωργικής παραγωγής της χώρας σε 100 % οργανική . Σύμφωνα με το OrganicVeganEarth , η σκανδιναβική χώρα είναι ήδη η πιο ανεπτυγμένη χώρα στον κόσμο όσον αφορά το ποσοστό των βιολογικών προϊόντων που εξάγει.


Στόχος είναι να διπλασιαστεί η γεωργική γη που καλλιεργείται με βιολογικές μεθόδους μέχρι το 2020. Το σχέδιο Βιολογικό δράσης που παρουσιάστηκε εξηγεί ότι η γη που ανήκει στην κυβέρνηση θα πρέπει να καλλιεργηθεί με βιολογικές και βιοδυναμικές μεθόδους, και γι αυτό το λόγο οι αγρότες θα υποστηριχθούν οικονομικά από την κυβέρνηση ώστε να μετατρέψουν τη δική τους παραγωγή σε 100%.Παράλληλα ξεκινά η προώθηση της μετάβασης της χώρας σε οργανική.


Ο πρώτος στόχος είναι να εξασφαλιστεί ότι το 60% του φαγητού που σερβίρεται στο κοινό είναι βιολογικής καλλιέργειας. Αυτό θα γίνει και στα σχολεία και τα νοσοκομεία της χώρας. Έτσι η Δανία μετά το Μπουτάν γίνεται το δεύτερο κράτος στον κόσμο που αποφασίζει να στραφεί πλήρως στις βιολογικές καλλιέργειες.


Η Δανία είναι η χώρα με το υψηλότερο ποσοστό καταναλωτών βιολογικών προϊόντων σχεδόν το 8% όλων των προιόντων που πωλούνται είναι βιολογικά , το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη, ενώ οι εξαγωγές της έχουν αυξηθεί κατά 200 % από ο 2007. Βέβαια όλα αυτά δεν έγιναν τυχαία αφού η Δανία ήταν η πρώτη χώρα της Ε.Ε. που επιδοτούσε τις βιολογικές καλλιέργειες από το 1987.

Δανία : Στροφή αποκλειστικά στις βιολογικές καλλιέργειες

Η κυβέρνηση της Δανίας προχωρά στη μετατροπή της γεωργικής παραγωγής της χώρας σε 100 % οργανική . Σύμφωνα με το OrganicVeganEarth , η σκανδιναβική χώρα είναι ήδη η πιο ανεπτυγμένη χώρα στον κόσμο όσον αφορά το ποσοστό των βιολογικών προϊόντων που εξάγει.


Στόχος είναι να διπλασιαστεί η γεωργική γη που καλλιεργείται με βιολογικές μεθόδους μέχρι το 2020. Το σχέδιο Βιολογικό δράσης που παρουσιάστηκε εξηγεί ότι η γη που ανήκει στην κυβέρνηση θα πρέπει να καλλιεργηθεί με βιολογικές και βιοδυναμικές μεθόδους, και γι αυτό το λόγο οι αγρότες θα υποστηριχθούν οικονομικά από την κυβέρνηση ώστε να μετατρέψουν τη δική τους παραγωγή σε 100%.Παράλληλα ξεκινά η προώθηση της μετάβασης της χώρας σε οργανική.


Ο πρώτος στόχος είναι να εξασφαλιστεί ότι το 60% του φαγητού που σερβίρεται στο κοινό είναι βιολογικής καλλιέργειας. Αυτό θα γίνει και στα σχολεία και τα νοσοκομεία της χώρας. Έτσι η Δανία μετά το Μπουτάν γίνεται το δεύτερο κράτος στον κόσμο που αποφασίζει να στραφεί πλήρως στις βιολογικές καλλιέργειες.


Η Δανία είναι η χώρα με το υψηλότερο ποσοστό καταναλωτών βιολογικών προϊόντων σχεδόν το 8% όλων των προιόντων που πωλούνται είναι βιολογικά , το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη, ενώ οι εξαγωγές της έχουν αυξηθεί κατά 200 % από ο 2007. Βέβαια όλα αυτά δεν έγιναν τυχαία αφού η Δανία ήταν η πρώτη χώρα της Ε.Ε. που επιδοτούσε τις βιολογικές καλλιέργειες από το 1987.

Δανία : Στροφή αποκλειστικά στις βιολογικές καλλιέργειες

Την περασμένη εβδομάδα έγινε στη Ρουμανία το  φόρουμ Nyéléni για την διατροφική κυριαρχία, όπου 600 σύνεδροι από 42 χώρες της Ευρώπης και της Κεντρικής Ασίας, αγρότες, καταναλωτές, ακτιβιστές, ακαδημαϊκοί, Μ.Κ.Ο, υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και ιθαγενείς και νομάδες από την Ασία, συγκεντρώθηκαν και μοιράστηκαν το κοινό τους όραμα για την διατροφική αυτάρκεια και
το δικαίωμα και πρόσβαση στην καθαρή τροφή σε όλους. Όλα αυτά εν μέσω της διαπραγμάτευσης της τοξικής συμφωνίας ελεύθερων συναλλαγών, CETA μεταξύ της Ε.Ε. και του Καναδά, που απειλεί την ίδια την ύπαρξη των αγροτών, με στόχο την δημιουργία ενός συστήματος διατροφής που θα βοηθά τους ανθρώπους και θα σέβεται το περιβάλλον αντί να παράγει κέρδη μόνο για 4-5 πολυεθνικές εταιρίες.

Στο σημερινό σύστημα των τροφίμων λίγες μεγάλες επιχειρήσεις ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής, της μεταποίησης, της διανομής, της εμπορίας και λιανικής πώλησης τροφίμων. Αυτή η συγκέντρωση της εξουσίας επιτρέπει σε αυτές τις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις να εξαφανίσουν τον ανταγωνισμό και να θέτουν πολύ σκληρούς όρους στους παραγωγούς/προμηθευτές τους. Οδηγεί τους αγρότες στη φτώχεια και τους καταναλωτές στην πείνα. Σήμερα περίπου ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι πεινούν και περίπου δύο δισεκατομμύρια είναι παχύσαρκοι ή υπέρβαροι.


Οργανώσεις που συμμετείχαν : Development Fund, ETC Group, FIAN International, Focus on the Global South, Food First, Friends of the Earth International, GRAIN, Grassroots International, IPC for food sovereignty, La Vía Campesina, World March of Women, Oxfam Solidarity, Real World Radio, ROPPA, The World Forum Of Fish Harvesters & Fish Workers, VSF-Justicia Alimentaria Global, and Why Hunger.

Πολύ σημαντικό. Το συνέδριο, το οποίο διοργανώθηκε στις αρχές της ισότιμης συμμετοχής , της ομοφωνίας και της συναίνεσης στις αποφάσεις.


Κύριος στόχος του Nyéléni είναι να αποτελέσει ορόσημο όσον αφορά την ανάπτυξη ενός κινήματος διατροφικής ελευθερίας σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή ήπειρο παρέχοντας ένα χώρο και μια φωνή για άτομα και οργανώσεις που συμμετέχουν στον αγώνα της διατροφικής κυριαρχίας για να ανταλλάζουν τις εμπειρίες και τις πληροφορίες τους.

Οι τρεις λέξεις-κλειδιά στα σχέδια δράσης : Transform! Resist! Build! (Μεταμορφώνω! Αντιστέκομαι! Χτίζω!)



Θεματικοί άξονες των συζητήσεων ήταν :

«Μοντέλα παραγωγής και κατανάλωσης τροφής»

«Διανομή τροφής»

«Το δικαίωμα στους πόρους και τα φυσικά αγαθά»

«Εργασιακές και κοινωνικές συνθήκες στα αγροτικά και διατροφικά συστήματα»

«Σύγκλιση για χάραξη πολιτικής» (Σε τοπικό, εθνικό, Ε.Ε., παγκόσμιο επίπεδο)

* Το όνομα Nyéléni χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στο Παγκόσμιο Φόρουμ για την διατροφική κυριαρχία που έγινε στο Μάλι το 2007, ένα όνομα με βαθύ νόημα για τους αγρότες της χώρας αυτής. Ένα ισχυρό σύμβολο, μια γυναίκα που άφησε το στίγμα της στην ιστορία του Μάλι, ως γυναίκα και ως πολύ καλή αγρότισσα. Η μητέρα που φέρνει φαγητό, η μητέρα που καλλιεργεί, η γυναίκα η οποία αγωνίστηκε πολύ για την αναγνώριση της ως γυναίκα σε ένα περιβάλλον που δεν ήταν ευνοϊκό για αυτήν. Πάλεψε πολύ σκληρά για να αποδείξει ότι μια γυναίκα είναι πολύ ικανή, μπορεί να καλλιεργήσει ακόμα και καλύτερα από τους άνδρες,να καινοτομήσει, δημιούργησε  νέες καλλιέργειες στη χώρα της οι οποίες βοήθησαν στην μείωση της πείνας.  Αυτή η γυναίκα λεγόταν Nyéléni.»

Απέναντι Όχθη

Nyéléni Φόρουμ για την διατροφική κυριαρχία : Transform! Resist! Build! (Μεταμορφώνω! Αντιστέκομαι! Χτίζω!)

Η CETA και οι άλλες εμπορικές συμφωνίες είναι από τις μεγαλύτερες απειλές για την περαιτέρω εμπορευματοποίηση και ιδιωτικοποίηση του συλλογικού αγαθού του νερού. Αν και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει τονίσει ότι το νερό θα εξαιρεθεί από την συνθήκη, μια προσεκτική ανάγνωση του τελικού κειμένου δείχνει ότι η κατάσταση είναι διαφορετική. Η οργάνωση Food & Water Europe σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Κίνημα για το νερό (European Water
Movement) μέλος του οποίου είναι και το SAVEGREEKWATER, δημοσίευσε πριν λίγο καιρό αυτόν τον σύντομο οδηγό που δίνει συγκεκριμένες απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα που εγείρονται σχετικά με τις αρνητικές συνέπειες της CETA στον τομέα του νερού όπως η αύξηση της πίεσης για ιδιωτικοποίηση, το γιατί οι υπηρεσίες στην πραγματικότητα δεν προστατεύονται από την οριζόντια εξαίρεση για τις «δημόσιες υπηρεσίες» και ποια προβλήματα θα αντιμετωπίσουν όσοι δήμοι και κράτη θελήσουν να πάρουν πίσω υπό δημόσιο έλεγχο τις υπηρεσίες τους. Ο οδηγός αυτός παρουσιάζει συγκεκριμένους λόγους για το γιατί αυτή η συμφωνία πρέπει να εγκαταλειφθεί, που έρχονται να προστεθούν σε όσους ήδη αναπτύσσονται από πολλές άλλες πλευρές της κοινωνίας των πολιτών.

Βρυξέλλες, Οκτώβριος 2016
Κατά την διάρκεια των μυστικών διαπραγματεύσεων για την Συμφωνία Ελευθέρου Εμπορίου μεταξύ ΕΕ και Καναδά (CETA) η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έπαψε να υποστηρίζει ότι η Σύμβαση δεν αφορά στις Υπηρεσίες Ύδρευσης αλλά και ότι οι τρόποι διαχείρισης τέτοιων και συναφών υπηρεσιών (όπως π.χ. άντληση, καθαρισμός, αποχέτευση) θα παρέμεναν στην αρμοδιότητα των δημοσίων υπηρεσιών. Δυστυχώς μια προσεκτική ανάγνωση του τελικού κειμένου της CETA δείχνει μιαν διαφορετική κατάσταση.
Τα κινήματα Food & Water Europe και European Water Movement νοιώθουν ιδιαίτερη ανησυχία για τους τρόπους με τους οποίους η CETA θα επηρεάσει το νερό ως φυσικό αγαθό αλλά και την διαχείρισή του ως ανθρωπίνου δικαιώματος. Είναι γνωστό πως η CETA θα επηρεάσει την λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών, πράγμα που καθιστά αναγκαία την ανάλυση των πιθανών επιπτώσεών της στις υπηρεσίες ύδρευσης με τρόπο και μεθόδους που να μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τους πολίτες που ενεργοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Ένωση προσπαθώντας να σταματήσουν την αποδοχή της Συνθήκης.
Η Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών Right2Water υπήρξε μια από τις επιτυχέστερες κινητοποιήσεις στην Ευρώπη τα τελευταία έτη καθώς αφύπνισε πολλούς και οδήγησε άλλους ν’ αντιληφθούν την σημασία της παραμονής ή επιστροφής (ανάλογα) των υπηρεσιών ύδρευσης σε δημόσιο έλεγχο και την ανάγκη δημοκρατικής διαχείρισης των υδατίνων πόρων ενώ παράλληλα διέδωσε την θέση πως το νερό είναι δημόσιο αγαθό κι όχι εμπόρευμα. Αισθανόμαστε πως μπορούμε να επενδύσουμε στις εμπειρίες που αποκτήσαμε έτσι αλλά και στην δυναμική του κινήματος για ν’ αποτρέψουμε την αποδοχή της CETA και των άλλων παρομοίων Συνθηκών, καθώς αυτές αποτελούν έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους ιδιωτικοποίησης και εμπορευματοποίησης του νερού.

Περιέχονται στην Συνθήκη το Νερό και οι Υπηρεσίες Ύδρευσης;

Στο άρθρο 1.9, με τίτλο «Δικαιώματα και Υποχρεώσεις σχετικά με το Νερό» περιλαμβάνεται διάταξη, γραμμένη σε ακραιφνώς νομική γλώσσα, σύμφωνα προς την οποία: «… το νερό, στην φυσική του κατάσταση … δεν είναι προϊόν ούτε εμπόρευμα … Κατά συνέπεια τα κεφάλαια [της Συνθήκης] που διέπουν το νερό σ’ αυτήν την κατάσταση είναι τα 22 (Εμπόριο και Αειφόρος Ανάπτυξη) και 24 (Εμπόριο και περιβάλλον)». Το θέμα είναι πως όλες σχεδόν οι χρήσεις του νερού (ύδρευση, αποχέτευση, άρδευση κ.ο.κ. αφορούν σ’ αυτό εξηγμένο από την φυσική του θέση, πράγμα που εύκολα μπορεί να οδηγήσει στην θεώρησή του ως προϊόντος το οποίο, ως εμπορεύσιμο, υπάγεται σαφώς στις διατάξεις της CETA.

Το άρθρο συνεχίζει: «Όταν ένα των μερών επιτρέπει την εμπορική χρησιμοποίηση μιας υδατικής πηγής, αυτό θα πρέπει να συμβαίνει με τρόπο συνάδοντα προς την Σύμβαση». Δεν υπάρχει διευκρίνιση τι σημαίνει «εμπορική χρήση» ούτε «υδατική πηγή», πράγμα το οποίο εύκολα μπορεί να οδηγήσει σε εμπορευματοποίηση του νερού, ιδίως όσον αφορά στον τρόπο με τον οποίο οι αρχές παρέχουν δικαιώματα ύδρευσης. Βάσει των διατάξεων της CETA τα τελευταία μπορούν, πολύ εύκολα, να θεωρηθούν «επένδυση» (βλ. θέμα 8).

Είναι δυνατόν η CETA να αυξήσει την πίεση προς ιδιωτικοποίηση της διαχείρισης των επιχειρήσεων ύδρευσης;

Αυτό είναι δυνατό στην περίπτωση του πόσιμου νερού και πλέον ή βέβαιο σ’ αυτήν της αποχέτευσης.

Η Συνθήκη CETA είναι η πρώτη συνθήκη ελευθέρου εμπορίου (μεταξύ αυτών που τέθηκαν υπό διαπραγμάτευση στην ΕΕ) που περιέχει κατάλογο αρνητικής προσέγγισης στην προστασία των δημοσίων υπηρεσιών. Με τον τρόπο αυτό ό,τι δεν περιλαμβάνεται στην Συνθήκη επηρεάζεται από αυτήν (βάσει της αρχής “list it or lose it”: αν δεν αναφερθεί δεν προστατεύεται). Υπάρχουν δύο παραρτήματα στα οποία μπορούν ν’ αναφερθούν οι εξαιρούμενες δραστηριότητες: το Παράρτημα I, με διατάξεις (νόμους ή διοικητικές πράξεις) που παραβιάζουν τις υποχρεώσεις που προκύπτουν απ’ την Συνθήκη και το Παράρτημα II, όπου θα περιληφθούν υφιστάμενες και μελλοντικές πρακτικές.

Όσον αφορά στις υπηρεσίες ύδρευσης η ΕΕ διετήρησε επιφυλάξεις σχετικά προς την «Πρόσβαση στις Αγορές» και τις «Εθνικές Διατάξεις» που σχετίζονται με την «Συλλογή, επεξεργασία και διανομή του ύδατος» με παραπομπή στο Παράρτημα II (Επιφυλάξεις για τις Υπηρεσίες Ύδρευσης).

Στην πράξη όμως μόνο μια σειρά τεσσάρων επιφυλάξεων, ήτοι «Πρόσβαση στις Αγορές», «Εθνικές Πρακτικές», «Πλέον ευνοούμενο κράτος» και «Απαιτήσεις Απόδοσης» και μόνο όπου συντρέχουν όλες, μπορεί να διασφαλίσει πως μια υπηρεσία δεν θα διέπεται από τις διατάξεις της CETA. Για παράδειγμα κατά τις διαπραγματεύσεις για την TTIP[1], πρόταση της ΕΕ περιείχε (σε σχέση προς τις επιχειρήσεις ύδρευσης) επιφυλάξεις στα κεφάλαια «Εθνικές Πρακτικές», «Πλέον ευνοούμενο κράτος», «Απαιτήσεις Απόδοσης» και «Ανώτατοι Διαχειριστές-Διοικητικά Συμβούλια». Δεν κατανοούμε γιατί παρόμοιες (επιφυλάξεις), ενώ προτάθηκαν έναντι των ΗΠΑ, δεν υφίστανται στην διαπραγμάτευση με τον Καναδά.

Θα πρέπει επίσης ν’ αναφερθεί πως αν και οι υπηρεσίες παροχής ποσίμου ύδατος περιέχονται στις επιφυλάξεις του Παραρτήματος II, ακόμη και σ’ αυτές εφαρμόζονται οι αρχές της προστασίας των επενδύσεων [2].

Ως προς την Αποχέτευση μόνο η Γερμανία προέβαλε επιφύλαξη για την «Πρόσβαση στις Αγορές» όσον αφορά στον τομέα υπηρεσιών «Αποβλήτων, Διάθεσης Αποβλήτων και Αποχέτευσης», πράγμα που σημαίνει πως σ’ όλα τα υπόλοιπα κράτη-μέλη θα ισχύουν οι διατάξεις της CETA ακόμη κι αν αυτές βρίσκονται σε αντίθεση προς το αρ. 12 της Οδηγίας Παραχωρήσεων της ΕΕ (δυνάμει του οποίου η Οδηγία δεν ισχύει σε περιπτώσεις Παραχώρησης της Διάθεσης ή της Επεξεργασίας των Αποβλήτων [3]).

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ισχυρίζεται πως η οριζόντια «Εξαίρεση ΔΕΚΟ» προστατεύει τις Επιχειρήσεις Ύδρευσης

Βάσει Μελέτης την οποία παρήγγειλαν η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Δημοσίων Υπηρεσιών (EPSU) και το Αυστριακό Εργατικό Επιμελητήριο [4] η συγκεκριμένη διάταξη περιέχει σκοτεινά σημεία, παρά το ότι αποτελεί ένα από τα σημαντικώτερα όπλα της ΕΕ στις περιπτώσεις εμπορικών συμφωνιών.
Ο τρόπος προστασίας που εφαρμόζεται στην ΕΕ δεν περιλαμβάνει προστασία της επένδυσης.
Η ορολογία που χρησιμοποιείται παραμένει αμφίσημη καθώς όροι όπως «δημόσιες παροχές (public utilities)» δεν διαθέτουν ερμηνεία στο Διεθνές Δίκαιο ούτε έχουν αντίστοιχο στο Δίκαιο της ΕΕ.

Επίσης η διάταξη για τις «Δημόσιες παροχές» απλώς προστατεύει κατά της Πρόσβασης στις Αγορές όχι όμως στην περίπτωση των «Εθνικών Πρακτικών». Έτσι επιχειρήσεις με έδρα στον Καναδά, μόλις ιδρύσουν μια θυγατρική σε κράτος-μέλος της ΕΕ θα απολαμβάνουν όλων των προνομίων που τώρα έχουν οι τοπικές επιχειρήσεις.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δηλώνει πως αυτό το σύστημα διασφαλίζει μιαν εικοσαετία προστασίας. Εμείς απλώς οφείλουμε ν’ αναγνωρίσουμε πως μέχρι σήμερα καμιά εμπορική συνθήκη δεν έχει απαγορεύσει σε κράτη-μέλη να παρέχουν δημόσιες υπηρεσίες. Βάσει όμως των συμπερασμάτων του δρ. Krajewski, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τους περιορισμούς που θα δεσμεύουν τις κυβερνήσεις (αν η CETA γίνει αποδεκτή) καθώς αυτές θα πρέπει στο εξής να λαμβάνουν υπ’ όψη όλες τις επιβαλλόμενες από την Συνθήκη υποχρεώσεις. Το ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν υπάρξει αντιρρήσεις στο ισχύον σύστημα επ’ ουδενί σημαίνει πως τέτοιες δεν θα υπάρξουν στο μέλλον υπό τις νέες διατάξεις. Το παρόν σύστημα υπάρχει από την εποχή της Συνθήκης GATS (το 1995), στο μεσολαβήσαν δε διάστημα η ΕΕ έχει υπογράψει εμπορικές συνθήκες με αναπτυσσόμενες χώρες και αναδυόμενες αγορές (Μεξικό, Χιλή, Ν. Κορέα, Περού κ.ο.κ.). Ουδεμιά των αντισυμβληθεισών χωρών ήταν αρκούντως ισχυρή ώστε να δύναται να επεκταθεί στον τομέα των δημοσίων υπηρεσιών στο εσωτερικό της ΕΕ. Ο Καναδάς (της CETA) και οι ΗΠΑ (με την TTIP) είναι καταφανώς εντελώς διαφορετικές περιπτώσεις.

Όσον αφορά στην αποχέτευση υπάρχει (όπως ήδη ειπώθηκε) μια μόνο (γερμανική) επιφύλαξη σχετική με την επεξεργασία των αποβλήτων και ο γενικός όρος «Περί Δημοσίων Παροχών», όπου περιέχονται περιβαλλοντικά θέματα που περιέχουν και την διαχείριση των αποβλήτων. Το ερώτημα τι συμβαίνει όταν ένας γενικός όρος (αυτός ο «Περί Δημοσίων Παροχών») είναι αντίθετος σε έναν ειδικό (όπως στην περίπτωση ης ειδικής απελευθέρωσης στον τομέα των περιβαλλοντικών υπηρεσιών) μπορεί ν’ απαντηθεί εύκολα απ’ οποιονδήποτε στοιχειωδώς κατηρτισμένο σε νομικά θέματα: ο Ειδικός όρος υπερισχύει!

Η Γερμανική Ένωση Δημοσίων Επιχειρήσεων Ύδρευσης ανεκάλυψε ακόμη ένα κενό που μπορεί να επηρεάσει τις υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης: πρόκειται για την ενσωμάτωση του όρου «Περί Δημοσίων Παροχών» στον Κατάλογο Αρνητικής προσέγγισης (βλ. παραπάνω).[5]

Μπορεί η CETA να δημιουργήσει προβλήματα σε απόπειρες επιστροφής των υπηρεσιών ύδρευσης-αποχέτευσης σε δημόσιο έλεγχο;

Η απάντηση είναι σαφώς «ΝΑΙ»! Τούτο βασίζεται στην επίδραση της Συνεργασίας σε Κανονιστικό Επίπεδο, στις διαδικασίες Αναστολής και στην διαιτησία μεταξύ Επενδυτών και Κρατών (πρώην ISDS, ήδη ICS).

Στην CETA, όπως και σε παρόμοιες εμπορικές συνθήκες, υπάρχει Μηχανισμός Συνεργασίας σε Κανονιστικό Επίπεδο, βάσει του οποίου επιβάλλεται συνεργασία στην ερμηνεία και στην διαμόρφωση των ισχυόντων και των μελλοντικών κανόνων (νόμων κ.ο.κ.) στο βαθμό που αυτοί επηρεάζουν το εμπόριο ή τις επενδύσεις. Η όποια υπερεθνική επιχείρηση προφανώς (θα) διάκειται αρνητικά στην ύπαρξη ή ψήφιση νόμου που (θα) θίγει τα συμφέροντά της. Εκτός του κινδύνου που διατρέχει ένα κράτος να συρθεί ενώπιον ενός Ιδιωτικού Δικαστηρίου Επενδύσεων (ISDS/ICS), ο Μηχανισμός Συνεργασίας μπορεί εύκολα ν’ αναστείλει επ’ αόριστον την ψήφιση νόμων που ενισχύουν ή και απλώς προστατεύουν το δημόσιο συμφέρον ή τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ας μην παραβλέπουμε επίσης την ενυπάρχουσα στον Μηχανισμό δυνατότητα αποδυνάμωσης μέχρι και κατάργησης των ισχυουσών, ωφελίμων για το κοινωνικό σύνολο, διατάξεων.

Υπό τέτοιου τύπου Εμπορικές Συνθήκες άπαξ και κάποιος τομέας «απελευθερώθηκε» (με την μη αναφορά του στο Παράρτημα II) δεν υπάρχει τρόπος ανατροπής του αποτελέσματος. Επιτρέπονται αλλαγές μόνο στον βαθμό που αυτές περαιτέρω απελευθερώνουν τον τομέα, πράγμα που έχει παρατηρηθεί σε Συνθήκες Ελευθέρου Εμπορίου όπως η NAFTA. Σημαντική εδώ υπάρχει η άρνηση του Ευρωκοινοβουλίου να αποδεχθεί τέτοιες πρακτικές στην Απόφασή του σχετικά με την TiSA[6].

Ίσως το πλέον ανησυχητικό στην CETA είναι η διαδικασία επίλυσης διαφορών επενδυτών-κρατών (ISDS). Δυνάμει αυτής υπερεθνικές επιχειρήσεις μπορούν να ενάγουν κράτη ενώπιον Ιδιωτικών Δικαστηρίων (Διαιτητών) στην περίπτωση που θεωρήσουν ότι οι προσδοκίες των για κέρδη ή οι εμπορικές πρακτικές των θίγονται από αλλαγές στην πολιτική ή την νομοθεσία. Η Διαδικασία αυτή δίνει στις επιχειρήσεις την δυνατότητα να προσβάλουν και ν’ ανατρέψουν την εθνική νομοθεσία αλλά και ν’ αναζητήσουν αποζημίωση ανερχομένη συνήθως σε πολλά εκατομμύρια Ευρώ. Αν και η διαδικασία διαφέρει κάπως αυτής της περιεχομένης στην TTIP (μετά την κατακραυγή που υπήρξε), τ’ αποτελέσματά της παραμένουν ως επί το πλείστον τα ίδια. [7].

Περιπτώσεις, όπως αυτή της Αργεντινής (κατωτέρω υπό 5) κατέδειξαν πως όταν μια δημόσια αρχή αποπειράται, ακόμη και κατόπιν παραβάσεων της σύμβασης από την άλλη πλευρά, ν’ αναλάβει εκ νέου μιαν επιχείρηση ύδρευσης, ο ιδιώτης μπορεί, καταφεύγοντας σε Διαιτησία, ν’ αποκομίσει μιαν σημαντική αποζημίωση.

Υπάρχουν υποθέσεις Επίλυσης Διαφορών που σχετίζονται με το νερό και την διαχείρισή του;

Έχουν υπάρξει αρκετές περιπτώσεις όπου δημόσιες αρχές σύρθηκαν σε ιδιωτική διαιτησία κατόπιν διαφορών με ιδιωτικές επιχειρήσεις ύδρευσης.

Πρώτο παράδειγμα είναι η Αργεντική, η οποία έχασε σε τρεις υποθέσεις εναντίον διεθνών επενδυτών, όταν επεχείρησε ν’ ανακτήσει επιχειρήσεις ύδρευσης. Καταδικάσθηκε να καταβάλει $105 εκ. στην Vivendi (ήδη Veolia) όταν κατήγγειλε την σύμβαση ύδρευσης στην επαρχία Tucumán μετά την αύξηση των τιμών προς 104% με ταυτόχρονη άρνηση επένδυσης στο δίκτυο πράγμα που οδήγησε σε χειροτέρευση της ποιότητας του νερού [8]. Η Αργεντινή επίσης έχασε σε διαιτησία κατά της Azurix (θυγατρικής της Enron) και αναγκάσθηκε να πληρώσει $165 εκ. όταν την διαχείριση της ύδρευσης και αποχέτευσης στην επαρχία Buenos Aires ανέλαβε μια Συνεργατική Εργαζομένων μετά την αποχώρηση της εταιρίας [9]. Η τρίτη χαμένη διαιτησία της Αργεντινής ήταν κατά των Suez, AGBAR και Vivendi, όταν η πόλη του Buenos Aires απεφάσισε να επαναδημοτικοποιήσει την επιχείρηση ύδρευσης λόγω προβλημάτων στην ποιότητα, ελλείψεων στην διαχείριση των αποβλήτων και υψηλών τιμών [10].

Αλλού μια απλή διαφωνία ως προς το ύψος των χρεώσεων ήρκεσε ώστε η Tallinna Vesi (ιδιωτική επιχείρηση που διαχειρίζεται την ύδρευση στο Tallin (Εσθονία), να ενάγει την εσθονική κυβέρνηση βάσει μιας διμερούς επενδυτικής συμφωνίας. Η Tallina Vesi είναι θυγατρική της United Utilities, βρετανικής εταιρίας με έδρα στην Ολλανδία. a UK company registered in the Netherlands. Χρησιμοποιούν την Διμερή Επενδυτική Συνθήκη μεταξύ Ολλανδίας-Εσθονίας ισχυριζόμενοι παράβασή της από πλευράς εσθονικής κυβέρνησης, η οποία δεν επιτρέπει αύξηση των χρεώσεων και αναζητούν €90 εκ. ως αναμενόμενα κέρδη για όλη την διάρκεια της σύμβασης [11].

Μπορεί η CETA ν’ αποδειχθεί προβληματική για τις λειτουργούσες δημόσιες επιχειρήσεις ύδρευσης;

Η Stadtwerke Karlsruhe, επιχείρηση της οποίας τον έλεγχο έχει ο Δήμος Καρλσρούης, θεωρεί πως ναι! [12].

Σύμφωνα προς την ανάλυσή της τα δικαιώματα στο νερό, κατά την CETA, θεωρούνται επενδύσεις, ως τέτοιες δε υπόκεινται στην προστασία επενδύσεων της Συνθήκης, βάσει της οποίας εξωεθνικές επιχειρήσεις απολαμβάνουν περισσότερα τέτοια απ’ όσα οι τοπικές-εθνικές (όπως αυτή). Το πρόβλημα θα μπορούσε να εμφανισθεί με την μορφή διεκδίκησης από τους ξένους μιας πηγής την οποία ήδη διαχειρίζεται τοπική επιχείρηση (τούτο θεωρείται ιδιαιτέρως πιθανό). Άλλο πρόβλημα θα μπορούσε να δημιουργηθεί σε ζώνες προστασίας αν ο οποιοσδήποτε επενδυτής θεωρήσει ότι η επένδυσή του περιλαμβάνεται σε μια τέτοια. Τέλος προβλήματα παρουσιάζονται στην υποχρέωση των δημοσίων και δημοτικών επιχειρήσεων να εφαρμόζουν τις διατάξεις της ΕΕ σε θέματα προμηθειών, θέτοντάς τις έτσι σε θέση μειονεκτική έναντι των ιδιωτών, οι οποίοι, ούτως ή άλλως, τυγχάνουν και ειδικής προστασίας.

Η Ομοσπονδία Γερμανικών Δημοσίων Επιχειρήσεων Ύδρευσης προχώρησε παραπέρα [13]. Σύμφωνα προς την δική της ανάλυση οι επιφυλάξεις που διετύπωσε η ΕΕ σχετικά με την «Άντληση, Επεξεργασία και Διανομή Ύδατος» δεν περιλαμβάνει όλες τις δραστηριότητες, πολλώ δε μάλλον όσες είναι δυνατόν να εμφανισθούν στο μέλλον. Λόγω της αρνητικής προσέγγισης που ισχύει στην CETA δεν προστατεύεται η δυνατότητα δημοσίων και δημοτικών επιχειρήσεων να εφαρμόσουν καινοτόμες πρακτικές όπως η αύξηση της ενεργειακής αυτάρκειας ή η ανάκτηση υλικών από απόβλητα. Ήδη ο γερμανικός Νόμος περιλαμβάνει σχετικές διατάξεις υπό την CETA, όμως, οι δημόσιες επιχειρήσεις ύδρευσης θα πρέπει για τέτοιες δραστηριότητες να στραφούν στην ελεύθερη αγορά και σε ξένους επενδυτές.

Η Ομοσπονδία επίσης παραπονείται επειδή η ευρωπαϊκή νομοθεσία και αυτή των κρατών-μελών της ΕΕ δεν περιελήφθη στο Παράρτημα I, πράγμα το οποίο σημαίνει πως οι σημερινές πρακτικές μπορούν εύκολα να βρεθούν υπό αμφισβήτηση. Φοβούνται επίσης ότι οι διατάξεις για τις δημόσιες προμήθειες θα περιορίσουν την δυνατότητα των (δημοσίων και δημοτικών) επιχειρήσεων να συνεργασθούν με άλλες όμοιες χωρίς απαραιτήτως να τις ανταγωνίζονται. Η μη ενσωμάτωση στην CETA της Αρχής Προφύλαξης, που αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, σε συνδυασμό με την διαδικασία συνεργασίας που μπορεί να επηρεάσει τις αποφάσεις των εθνικών κοινοβουλίων, δημιουργεί κινδύνους που μπορούν να πλήξουν την δημόσια υγεία, το περιβάλλον και φυσικά τις πηγές του νερού.

Οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις νερού είναι ευρωπαϊκές. Αυτό δεν κάνει το πρόβλημα μάλλον καναδικό παρά δικό μας;

Ναι, φυσικά θα υπάρξει πρόβλημα για τις καναδικές δημόσιες επιχειρήσεις ύδρευσης. Τόσο όμως οι ευρωπαϊκές όσο και οι καναδικές ιδιωτικές επιχειρήσεις είναι θυγατρικές ή συγγενείς προς τις ίδιες μεγάλες υπερεθνικές όπως η Veolia, η Nestlé, η Suez και η Coca-Cola). Η CETA (όπως και η TTIP) παρέχουν σ’ αυτές τις υπερεθνικές μοναδικές ευκαιρίες ν’ αποκτήσουν πρόσβαση σε επιχειρήσεις ύδρευσης και σχετιζόμενες με αυτήν: αυτοί που έχουν μόνο να χάσουν είναι οι χρήστες τέτοιων υπηρεσιών και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού.

Η CETA παρέχει ειδικά προνόμια σε μη ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και επενδυτές, αλλ’ όχι μόνο απ’ τον Καναδά. Απλώς αναλογισθείτε πως από τις 51.495 λειτουργούσες σε κράτη-μέλη της ΕΕ θυγατρικές αμερικανικών επιχειρήσεων οι 41.811 ανήκουν σε τέτοιες που διαθέτουν επίσης θυγατρικές στον Καναδά [14]. Οποιαδήποτε από αυτές μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να στηρίξει υπόθεση ενώπιον του ιδιωτικού διαιτητικού δικαστηρίου ICS. Το ίδιο μπορούν να πράξουν και ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που έχουν θυγατρικές στις ΗΠΑ ή στον Καναδά.

Σαφές παράδειγμα του πως το ISDS/ICS λειτουργεί πέραν των εθνικών εννόμων τάξεων είναι το προαναφερθέν για την Εσθονία, όπου μια βρετανική εταιρία χρησιμοποίησε την ολλανδική θυγατρική της για να προχωρήσει σε διαιτησία βάσει της διμερούς συμφωνίας Ολλανδίας-Εσθονίας.

Μπορεί η CETA να επηρεάσει το νερό ως φυσικό αγαθό ή τις χρήσεις του στην γεωργία ή την βιομηχανία;

Υπάρχει ο φόβος ότι μέσω της CETA θα διευκολυνθεί η ιδιωτικοποίηση των υδατικών πηγών και η εμπορευματοποίηση του νερού.

Υπάρχει το άρθρο 1.9: «Όπου ένα των μερών επιτρέπει την εμπορική χρήση μιας συγκεκριμένης πηγής πρέπει να το πράττει βάσει των όρων της Συνθήκης». Δεν είναι ξεκάθαρο (νομικά) τι σημαίνει « εμπορική χρήση» ούτε «συγκεκριμένη πηγή». Σε συνδυασμό με τον ορισμό της «Επένδυσης» (CETA σ.39), ο οποίος παρουσιάζεται μάλλον ευρύς αφού «Μορφές επενδύσεων μπορούν να είναι … προσδοκίες προερχόμενες από … παραχωρήσεις γενόμενες βάσει νόμου ή δυνάμει συμφωνίας … συμπεριλαμβάνουν την αναζήτηση, εξόρυξη ή εκμετάλλευση φυσικών αγαθών», είναι ιδιαίτερα δύσκολο να προβλεφθεί ακριβώς το τι και πως θα γίνει, δεδομένο όμως είναι πως το νερό μπορεί να υπαχθεί στις διατάξεις περί εμπορίου και επενδύσεων της Συνθήκης. Περαιτέρω οι ειδικοί κανόνες προστασίας («ορθή και ίση αντιμετώπιση» και «έμμεση απαλλοτρίωση») των ξένων επενδυτών, σαφώς θα παίξουν σημαντικό ρόλο στον τρόπο που οι αρχές (θα) παραχωρούν δικαιώματα σε πηγές, περιορίζοντας παράλληλα την δυνατότητα ανάκτησης αυτών (των δικαιωμάτων) παρά μόνο με πολύ δύσκολο και δαπανηρό τρόπο. Εμμέσως αυτό σαφώς επιτρέπει την νόμιμη αρπαγή πηγών και δικαιωμάτων στο νερό. Η προστασία των επενδυτών σε παρόμοιες συνθήκες (NAFTA, Energy Charta) όπου υπήρξαν διαφορές μεταξύ αυτών και των κρατών πάντα οδήγησε σε λύση υπέρ της εναγούσης ιδιωτικής επιχείρησης [15]. Η CETA δεν περιλαμβάνει κανόνες ορθής προστασίας των δικαιωμάτων στο νερό (ως τέτοια νοούνται η δυνατότητα ανάληψης, εξαγωγής, εκτροπής ή χρήσης) όπου υπάρχει εμπορική χρήση. Η παράλειψη τέτοιων μπορεί αν επηρεάσει σημαντικά την γεωργία και αρκετές βιομηχανίες. Θεωρούμε, λοιπόν, ότι ο μόνος τρόπος ανάγνωσης του αρ. 1.9 είναι ως ενός επί πλέον εργαλείου εμπορευματοποίησης του νερού.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσπαθεί να εισάγει μηχανισμούς αγοράς στα θέματα του νερού [16]. Εδώ και πολλά χρόνια ο τρόπος τιμολόγησης αποτελεί ένα μόνο από τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την εμπορευματοποίησή του. Η ιδέα ότι δικαιώματα στο νερό μπορούν ν’ αποτελέσουν αντικείμενο εμπορίας με στόχο την αποτελεσματικώτερη απόδοση του πόρου είναι ένα νεοφιλελεύθερο mantra, το οποίο, δυστυχώς, υιοθετούν θεσμοί και στην Ευρώπη [17]: ας χρησιμοποιήσουμε τουλάχιστον την εμπειρία της Ισπανίας, της Αυστραλίας ή της Καλιφόρνιας.

Η παραχώρηση δικαιωμάτων στο νερό αποτελεί, σήμερα, αρμοδιότητα των κρατών-μελών. Χρησιμοποιούνται, φυσικά, διάφορα κριτήρια, όχι όμως τέτοια εξαρτώμενα απ’ τις συναλλαγές ή τις επενδύσεις, σε αντίθεση με αυτά που προωθούνται δια εμπορικών Συνθηκών όπως η CETA. Αν τα δικαιώματα στο νερό καταστούν εμπόρευμα ή και εμπορεύσιμα τότε αρχίζουν αμέσως να έχουν εφαρμογή οι κανόνες που τίθενται από την CETA. Έτσι, ακόμη κι αν το κράτος διατηρεί την κυριότητα και έχει κάποιο λέγειν στον τρόπο διανομής, αυτά θα μπορούν να μεταβιβάζονται οπουδήποτε ενώ ο ρόλος της πολιτείας θα περιορισθεί σ’ αυτόν μιας «ρυθμιστικής αρχής».

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: ο όρος «παραχώρηση» στην ΕΕ αναφέρεται στην παραχώρηση υπηρεσιών όπως π.χ. η ύδρευση. Τα δικαιώματα στο νερό δεν ταυτίζονται πάντα με τις παραχωρήσεις και αφορούν στις υδατικές πηγές ασχέτως του αν αυτές χρησιμοποιούνται για δημόσιο, εμπορικό, μη κερδοσκοπικό ή όποιον άλλο σκοπό.

——-

[1] European Commission, 2015. Transatlantic Trade and Investment Partnership. Services and Investment Offer of the European Union

[2] Krajewski, Markus, 2016. Model Clauses for the Exclusion of Public Services from Trade and Investment Agreements

[3] Directive 2014/23/EU of the European Parliament and of the Council of 26 February 2014 on the award of concession contracts

[4] Krajewski, ο.π.

[5] Allianz der öffentlichen Wasserwirtschaft e.V., 2016. Wasserwirtschaft im Sog des Freihandels – CETA

[6] European Parliament resolution of 3 February 2016 containing the European Parliament’s recommendations to the Commission on the negotiations for the Trade in Services Agreement (TiSA)

[7] Διαφόρων συγγραφέων, 2016. The Zombie ISDS

[8] Environmental Justice Atlas Διαφόρων συγγραφέων, 2007. CIADI: Fallo contra el pueblo de Tucumán

[9] Water Remunicipalisation Tracker

[10] Water Remunicipalisation Tracker

[11] International Centre for Settlement of Investment Disputes Kishimoto, S., 2015. Trade Agreements and investor protection: A global threat to public water. In Kishimoto, Lobita et Petitjean, 2015. Our Public Water Future. The Global Experience with Remunicipalisation

[12] Stadtwerke Karlsruhe, 2016. How water supply in Germany would be affected by the EU free trade and investment agreements CETA, TTIP, TiSA

[13] Allianz der öffentlichen Wasserwirtschaft (AöW), 2016. Wasserwirtschaft im Sog des Freihandels – CETA (γερμανικά). Μετάφραση στα γαλλικά: La gestion des ressources en eau dans le sillage du libre échange – CETA

[14] Public Citizen. Tens of Thousands of U.S. Firms Would Obtain New Powers to Launch Investor-State Attacks Against European Policies via CETA and TTIP

[15] Stadtwerke Karlsruhe, 2016, op. cit.

[16] European Water Movement, 2012. Commission’s Blueprint Puts Water and Nature Up For Sale

[17] See for example the seminar Water Market Scenarios for Europe: A response to Water

European Citizens’ Initiative – Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών


Πώς επηρεάζει η CETA το Nερό μας

Η CETA και οι άλλες εμπορικές συμφωνίες είναι από τις μεγαλύτερες απειλές για την περαιτέρω εμπορευματοποίηση και ιδιωτικοποίηση του συλλογικού αγαθού του νερού. Αν και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει τονίσει ότι το νερό θα εξαιρεθεί από την συνθήκη, μια προσεκτική ανάγνωση του τελικού κειμένου δείχνει ότι η κατάσταση είναι διαφορετική. Η οργάνωση Food & Water Europe σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Κίνημα για το νερό (European Water
Movement) μέλος του οποίου είναι και το SAVEGREEKWATER, δημοσίευσε πριν λίγο καιρό αυτόν τον σύντομο οδηγό που δίνει συγκεκριμένες απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα που εγείρονται σχετικά με τις αρνητικές συνέπειες της CETA στον τομέα του νερού όπως η αύξηση της πίεσης για ιδιωτικοποίηση, το γιατί οι υπηρεσίες στην πραγματικότητα δεν προστατεύονται από την οριζόντια εξαίρεση για τις «δημόσιες υπηρεσίες» και ποια προβλήματα θα αντιμετωπίσουν όσοι δήμοι και κράτη θελήσουν να πάρουν πίσω υπό δημόσιο έλεγχο τις υπηρεσίες τους. Ο οδηγός αυτός παρουσιάζει συγκεκριμένους λόγους για το γιατί αυτή η συμφωνία πρέπει να εγκαταλειφθεί, που έρχονται να προστεθούν σε όσους ήδη αναπτύσσονται από πολλές άλλες πλευρές της κοινωνίας των πολιτών.

Βρυξέλλες, Οκτώβριος 2016
Κατά την διάρκεια των μυστικών διαπραγματεύσεων για την Συμφωνία Ελευθέρου Εμπορίου μεταξύ ΕΕ και Καναδά (CETA) η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έπαψε να υποστηρίζει ότι η Σύμβαση δεν αφορά στις Υπηρεσίες Ύδρευσης αλλά και ότι οι τρόποι διαχείρισης τέτοιων και συναφών υπηρεσιών (όπως π.χ. άντληση, καθαρισμός, αποχέτευση) θα παρέμεναν στην αρμοδιότητα των δημοσίων υπηρεσιών. Δυστυχώς μια προσεκτική ανάγνωση του τελικού κειμένου της CETA δείχνει μιαν διαφορετική κατάσταση.
Τα κινήματα Food & Water Europe και European Water Movement νοιώθουν ιδιαίτερη ανησυχία για τους τρόπους με τους οποίους η CETA θα επηρεάσει το νερό ως φυσικό αγαθό αλλά και την διαχείρισή του ως ανθρωπίνου δικαιώματος. Είναι γνωστό πως η CETA θα επηρεάσει την λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών, πράγμα που καθιστά αναγκαία την ανάλυση των πιθανών επιπτώσεών της στις υπηρεσίες ύδρευσης με τρόπο και μεθόδους που να μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τους πολίτες που ενεργοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Ένωση προσπαθώντας να σταματήσουν την αποδοχή της Συνθήκης.
Η Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών Right2Water υπήρξε μια από τις επιτυχέστερες κινητοποιήσεις στην Ευρώπη τα τελευταία έτη καθώς αφύπνισε πολλούς και οδήγησε άλλους ν’ αντιληφθούν την σημασία της παραμονής ή επιστροφής (ανάλογα) των υπηρεσιών ύδρευσης σε δημόσιο έλεγχο και την ανάγκη δημοκρατικής διαχείρισης των υδατίνων πόρων ενώ παράλληλα διέδωσε την θέση πως το νερό είναι δημόσιο αγαθό κι όχι εμπόρευμα. Αισθανόμαστε πως μπορούμε να επενδύσουμε στις εμπειρίες που αποκτήσαμε έτσι αλλά και στην δυναμική του κινήματος για ν’ αποτρέψουμε την αποδοχή της CETA και των άλλων παρομοίων Συνθηκών, καθώς αυτές αποτελούν έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους ιδιωτικοποίησης και εμπορευματοποίησης του νερού.

Περιέχονται στην Συνθήκη το Νερό και οι Υπηρεσίες Ύδρευσης;

Στο άρθρο 1.9, με τίτλο «Δικαιώματα και Υποχρεώσεις σχετικά με το Νερό» περιλαμβάνεται διάταξη, γραμμένη σε ακραιφνώς νομική γλώσσα, σύμφωνα προς την οποία: «… το νερό, στην φυσική του κατάσταση … δεν είναι προϊόν ούτε εμπόρευμα … Κατά συνέπεια τα κεφάλαια [της Συνθήκης] που διέπουν το νερό σ’ αυτήν την κατάσταση είναι τα 22 (Εμπόριο και Αειφόρος Ανάπτυξη) και 24 (Εμπόριο και περιβάλλον)». Το θέμα είναι πως όλες σχεδόν οι χρήσεις του νερού (ύδρευση, αποχέτευση, άρδευση κ.ο.κ. αφορούν σ’ αυτό εξηγμένο από την φυσική του θέση, πράγμα που εύκολα μπορεί να οδηγήσει στην θεώρησή του ως προϊόντος το οποίο, ως εμπορεύσιμο, υπάγεται σαφώς στις διατάξεις της CETA.

Το άρθρο συνεχίζει: «Όταν ένα των μερών επιτρέπει την εμπορική χρησιμοποίηση μιας υδατικής πηγής, αυτό θα πρέπει να συμβαίνει με τρόπο συνάδοντα προς την Σύμβαση». Δεν υπάρχει διευκρίνιση τι σημαίνει «εμπορική χρήση» ούτε «υδατική πηγή», πράγμα το οποίο εύκολα μπορεί να οδηγήσει σε εμπορευματοποίηση του νερού, ιδίως όσον αφορά στον τρόπο με τον οποίο οι αρχές παρέχουν δικαιώματα ύδρευσης. Βάσει των διατάξεων της CETA τα τελευταία μπορούν, πολύ εύκολα, να θεωρηθούν «επένδυση» (βλ. θέμα 8).

Είναι δυνατόν η CETA να αυξήσει την πίεση προς ιδιωτικοποίηση της διαχείρισης των επιχειρήσεων ύδρευσης;

Αυτό είναι δυνατό στην περίπτωση του πόσιμου νερού και πλέον ή βέβαιο σ’ αυτήν της αποχέτευσης.

Η Συνθήκη CETA είναι η πρώτη συνθήκη ελευθέρου εμπορίου (μεταξύ αυτών που τέθηκαν υπό διαπραγμάτευση στην ΕΕ) που περιέχει κατάλογο αρνητικής προσέγγισης στην προστασία των δημοσίων υπηρεσιών. Με τον τρόπο αυτό ό,τι δεν περιλαμβάνεται στην Συνθήκη επηρεάζεται από αυτήν (βάσει της αρχής “list it or lose it”: αν δεν αναφερθεί δεν προστατεύεται). Υπάρχουν δύο παραρτήματα στα οποία μπορούν ν’ αναφερθούν οι εξαιρούμενες δραστηριότητες: το Παράρτημα I, με διατάξεις (νόμους ή διοικητικές πράξεις) που παραβιάζουν τις υποχρεώσεις που προκύπτουν απ’ την Συνθήκη και το Παράρτημα II, όπου θα περιληφθούν υφιστάμενες και μελλοντικές πρακτικές.

Όσον αφορά στις υπηρεσίες ύδρευσης η ΕΕ διετήρησε επιφυλάξεις σχετικά προς την «Πρόσβαση στις Αγορές» και τις «Εθνικές Διατάξεις» που σχετίζονται με την «Συλλογή, επεξεργασία και διανομή του ύδατος» με παραπομπή στο Παράρτημα II (Επιφυλάξεις για τις Υπηρεσίες Ύδρευσης).

Στην πράξη όμως μόνο μια σειρά τεσσάρων επιφυλάξεων, ήτοι «Πρόσβαση στις Αγορές», «Εθνικές Πρακτικές», «Πλέον ευνοούμενο κράτος» και «Απαιτήσεις Απόδοσης» και μόνο όπου συντρέχουν όλες, μπορεί να διασφαλίσει πως μια υπηρεσία δεν θα διέπεται από τις διατάξεις της CETA. Για παράδειγμα κατά τις διαπραγματεύσεις για την TTIP[1], πρόταση της ΕΕ περιείχε (σε σχέση προς τις επιχειρήσεις ύδρευσης) επιφυλάξεις στα κεφάλαια «Εθνικές Πρακτικές», «Πλέον ευνοούμενο κράτος», «Απαιτήσεις Απόδοσης» και «Ανώτατοι Διαχειριστές-Διοικητικά Συμβούλια». Δεν κατανοούμε γιατί παρόμοιες (επιφυλάξεις), ενώ προτάθηκαν έναντι των ΗΠΑ, δεν υφίστανται στην διαπραγμάτευση με τον Καναδά.

Θα πρέπει επίσης ν’ αναφερθεί πως αν και οι υπηρεσίες παροχής ποσίμου ύδατος περιέχονται στις επιφυλάξεις του Παραρτήματος II, ακόμη και σ’ αυτές εφαρμόζονται οι αρχές της προστασίας των επενδύσεων [2].

Ως προς την Αποχέτευση μόνο η Γερμανία προέβαλε επιφύλαξη για την «Πρόσβαση στις Αγορές» όσον αφορά στον τομέα υπηρεσιών «Αποβλήτων, Διάθεσης Αποβλήτων και Αποχέτευσης», πράγμα που σημαίνει πως σ’ όλα τα υπόλοιπα κράτη-μέλη θα ισχύουν οι διατάξεις της CETA ακόμη κι αν αυτές βρίσκονται σε αντίθεση προς το αρ. 12 της Οδηγίας Παραχωρήσεων της ΕΕ (δυνάμει του οποίου η Οδηγία δεν ισχύει σε περιπτώσεις Παραχώρησης της Διάθεσης ή της Επεξεργασίας των Αποβλήτων [3]).

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ισχυρίζεται πως η οριζόντια «Εξαίρεση ΔΕΚΟ» προστατεύει τις Επιχειρήσεις Ύδρευσης

Βάσει Μελέτης την οποία παρήγγειλαν η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Δημοσίων Υπηρεσιών (EPSU) και το Αυστριακό Εργατικό Επιμελητήριο [4] η συγκεκριμένη διάταξη περιέχει σκοτεινά σημεία, παρά το ότι αποτελεί ένα από τα σημαντικώτερα όπλα της ΕΕ στις περιπτώσεις εμπορικών συμφωνιών.
Ο τρόπος προστασίας που εφαρμόζεται στην ΕΕ δεν περιλαμβάνει προστασία της επένδυσης.
Η ορολογία που χρησιμοποιείται παραμένει αμφίσημη καθώς όροι όπως «δημόσιες παροχές (public utilities)» δεν διαθέτουν ερμηνεία στο Διεθνές Δίκαιο ούτε έχουν αντίστοιχο στο Δίκαιο της ΕΕ.

Επίσης η διάταξη για τις «Δημόσιες παροχές» απλώς προστατεύει κατά της Πρόσβασης στις Αγορές όχι όμως στην περίπτωση των «Εθνικών Πρακτικών». Έτσι επιχειρήσεις με έδρα στον Καναδά, μόλις ιδρύσουν μια θυγατρική σε κράτος-μέλος της ΕΕ θα απολαμβάνουν όλων των προνομίων που τώρα έχουν οι τοπικές επιχειρήσεις.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δηλώνει πως αυτό το σύστημα διασφαλίζει μιαν εικοσαετία προστασίας. Εμείς απλώς οφείλουμε ν’ αναγνωρίσουμε πως μέχρι σήμερα καμιά εμπορική συνθήκη δεν έχει απαγορεύσει σε κράτη-μέλη να παρέχουν δημόσιες υπηρεσίες. Βάσει όμως των συμπερασμάτων του δρ. Krajewski, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τους περιορισμούς που θα δεσμεύουν τις κυβερνήσεις (αν η CETA γίνει αποδεκτή) καθώς αυτές θα πρέπει στο εξής να λαμβάνουν υπ’ όψη όλες τις επιβαλλόμενες από την Συνθήκη υποχρεώσεις. Το ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν υπάρξει αντιρρήσεις στο ισχύον σύστημα επ’ ουδενί σημαίνει πως τέτοιες δεν θα υπάρξουν στο μέλλον υπό τις νέες διατάξεις. Το παρόν σύστημα υπάρχει από την εποχή της Συνθήκης GATS (το 1995), στο μεσολαβήσαν δε διάστημα η ΕΕ έχει υπογράψει εμπορικές συνθήκες με αναπτυσσόμενες χώρες και αναδυόμενες αγορές (Μεξικό, Χιλή, Ν. Κορέα, Περού κ.ο.κ.). Ουδεμιά των αντισυμβληθεισών χωρών ήταν αρκούντως ισχυρή ώστε να δύναται να επεκταθεί στον τομέα των δημοσίων υπηρεσιών στο εσωτερικό της ΕΕ. Ο Καναδάς (της CETA) και οι ΗΠΑ (με την TTIP) είναι καταφανώς εντελώς διαφορετικές περιπτώσεις.

Όσον αφορά στην αποχέτευση υπάρχει (όπως ήδη ειπώθηκε) μια μόνο (γερμανική) επιφύλαξη σχετική με την επεξεργασία των αποβλήτων και ο γενικός όρος «Περί Δημοσίων Παροχών», όπου περιέχονται περιβαλλοντικά θέματα που περιέχουν και την διαχείριση των αποβλήτων. Το ερώτημα τι συμβαίνει όταν ένας γενικός όρος (αυτός ο «Περί Δημοσίων Παροχών») είναι αντίθετος σε έναν ειδικό (όπως στην περίπτωση ης ειδικής απελευθέρωσης στον τομέα των περιβαλλοντικών υπηρεσιών) μπορεί ν’ απαντηθεί εύκολα απ’ οποιονδήποτε στοιχειωδώς κατηρτισμένο σε νομικά θέματα: ο Ειδικός όρος υπερισχύει!

Η Γερμανική Ένωση Δημοσίων Επιχειρήσεων Ύδρευσης ανεκάλυψε ακόμη ένα κενό που μπορεί να επηρεάσει τις υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης: πρόκειται για την ενσωμάτωση του όρου «Περί Δημοσίων Παροχών» στον Κατάλογο Αρνητικής προσέγγισης (βλ. παραπάνω).[5]

Μπορεί η CETA να δημιουργήσει προβλήματα σε απόπειρες επιστροφής των υπηρεσιών ύδρευσης-αποχέτευσης σε δημόσιο έλεγχο;

Η απάντηση είναι σαφώς «ΝΑΙ»! Τούτο βασίζεται στην επίδραση της Συνεργασίας σε Κανονιστικό Επίπεδο, στις διαδικασίες Αναστολής και στην διαιτησία μεταξύ Επενδυτών και Κρατών (πρώην ISDS, ήδη ICS).

Στην CETA, όπως και σε παρόμοιες εμπορικές συνθήκες, υπάρχει Μηχανισμός Συνεργασίας σε Κανονιστικό Επίπεδο, βάσει του οποίου επιβάλλεται συνεργασία στην ερμηνεία και στην διαμόρφωση των ισχυόντων και των μελλοντικών κανόνων (νόμων κ.ο.κ.) στο βαθμό που αυτοί επηρεάζουν το εμπόριο ή τις επενδύσεις. Η όποια υπερεθνική επιχείρηση προφανώς (θα) διάκειται αρνητικά στην ύπαρξη ή ψήφιση νόμου που (θα) θίγει τα συμφέροντά της. Εκτός του κινδύνου που διατρέχει ένα κράτος να συρθεί ενώπιον ενός Ιδιωτικού Δικαστηρίου Επενδύσεων (ISDS/ICS), ο Μηχανισμός Συνεργασίας μπορεί εύκολα ν’ αναστείλει επ’ αόριστον την ψήφιση νόμων που ενισχύουν ή και απλώς προστατεύουν το δημόσιο συμφέρον ή τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ας μην παραβλέπουμε επίσης την ενυπάρχουσα στον Μηχανισμό δυνατότητα αποδυνάμωσης μέχρι και κατάργησης των ισχυουσών, ωφελίμων για το κοινωνικό σύνολο, διατάξεων.

Υπό τέτοιου τύπου Εμπορικές Συνθήκες άπαξ και κάποιος τομέας «απελευθερώθηκε» (με την μη αναφορά του στο Παράρτημα II) δεν υπάρχει τρόπος ανατροπής του αποτελέσματος. Επιτρέπονται αλλαγές μόνο στον βαθμό που αυτές περαιτέρω απελευθερώνουν τον τομέα, πράγμα που έχει παρατηρηθεί σε Συνθήκες Ελευθέρου Εμπορίου όπως η NAFTA. Σημαντική εδώ υπάρχει η άρνηση του Ευρωκοινοβουλίου να αποδεχθεί τέτοιες πρακτικές στην Απόφασή του σχετικά με την TiSA[6].

Ίσως το πλέον ανησυχητικό στην CETA είναι η διαδικασία επίλυσης διαφορών επενδυτών-κρατών (ISDS). Δυνάμει αυτής υπερεθνικές επιχειρήσεις μπορούν να ενάγουν κράτη ενώπιον Ιδιωτικών Δικαστηρίων (Διαιτητών) στην περίπτωση που θεωρήσουν ότι οι προσδοκίες των για κέρδη ή οι εμπορικές πρακτικές των θίγονται από αλλαγές στην πολιτική ή την νομοθεσία. Η Διαδικασία αυτή δίνει στις επιχειρήσεις την δυνατότητα να προσβάλουν και ν’ ανατρέψουν την εθνική νομοθεσία αλλά και ν’ αναζητήσουν αποζημίωση ανερχομένη συνήθως σε πολλά εκατομμύρια Ευρώ. Αν και η διαδικασία διαφέρει κάπως αυτής της περιεχομένης στην TTIP (μετά την κατακραυγή που υπήρξε), τ’ αποτελέσματά της παραμένουν ως επί το πλείστον τα ίδια. [7].

Περιπτώσεις, όπως αυτή της Αργεντινής (κατωτέρω υπό 5) κατέδειξαν πως όταν μια δημόσια αρχή αποπειράται, ακόμη και κατόπιν παραβάσεων της σύμβασης από την άλλη πλευρά, ν’ αναλάβει εκ νέου μιαν επιχείρηση ύδρευσης, ο ιδιώτης μπορεί, καταφεύγοντας σε Διαιτησία, ν’ αποκομίσει μιαν σημαντική αποζημίωση.

Υπάρχουν υποθέσεις Επίλυσης Διαφορών που σχετίζονται με το νερό και την διαχείρισή του;

Έχουν υπάρξει αρκετές περιπτώσεις όπου δημόσιες αρχές σύρθηκαν σε ιδιωτική διαιτησία κατόπιν διαφορών με ιδιωτικές επιχειρήσεις ύδρευσης.

Πρώτο παράδειγμα είναι η Αργεντική, η οποία έχασε σε τρεις υποθέσεις εναντίον διεθνών επενδυτών, όταν επεχείρησε ν’ ανακτήσει επιχειρήσεις ύδρευσης. Καταδικάσθηκε να καταβάλει $105 εκ. στην Vivendi (ήδη Veolia) όταν κατήγγειλε την σύμβαση ύδρευσης στην επαρχία Tucumán μετά την αύξηση των τιμών προς 104% με ταυτόχρονη άρνηση επένδυσης στο δίκτυο πράγμα που οδήγησε σε χειροτέρευση της ποιότητας του νερού [8]. Η Αργεντινή επίσης έχασε σε διαιτησία κατά της Azurix (θυγατρικής της Enron) και αναγκάσθηκε να πληρώσει $165 εκ. όταν την διαχείριση της ύδρευσης και αποχέτευσης στην επαρχία Buenos Aires ανέλαβε μια Συνεργατική Εργαζομένων μετά την αποχώρηση της εταιρίας [9]. Η τρίτη χαμένη διαιτησία της Αργεντινής ήταν κατά των Suez, AGBAR και Vivendi, όταν η πόλη του Buenos Aires απεφάσισε να επαναδημοτικοποιήσει την επιχείρηση ύδρευσης λόγω προβλημάτων στην ποιότητα, ελλείψεων στην διαχείριση των αποβλήτων και υψηλών τιμών [10].

Αλλού μια απλή διαφωνία ως προς το ύψος των χρεώσεων ήρκεσε ώστε η Tallinna Vesi (ιδιωτική επιχείρηση που διαχειρίζεται την ύδρευση στο Tallin (Εσθονία), να ενάγει την εσθονική κυβέρνηση βάσει μιας διμερούς επενδυτικής συμφωνίας. Η Tallina Vesi είναι θυγατρική της United Utilities, βρετανικής εταιρίας με έδρα στην Ολλανδία. a UK company registered in the Netherlands. Χρησιμοποιούν την Διμερή Επενδυτική Συνθήκη μεταξύ Ολλανδίας-Εσθονίας ισχυριζόμενοι παράβασή της από πλευράς εσθονικής κυβέρνησης, η οποία δεν επιτρέπει αύξηση των χρεώσεων και αναζητούν €90 εκ. ως αναμενόμενα κέρδη για όλη την διάρκεια της σύμβασης [11].

Μπορεί η CETA ν’ αποδειχθεί προβληματική για τις λειτουργούσες δημόσιες επιχειρήσεις ύδρευσης;

Η Stadtwerke Karlsruhe, επιχείρηση της οποίας τον έλεγχο έχει ο Δήμος Καρλσρούης, θεωρεί πως ναι! [12].

Σύμφωνα προς την ανάλυσή της τα δικαιώματα στο νερό, κατά την CETA, θεωρούνται επενδύσεις, ως τέτοιες δε υπόκεινται στην προστασία επενδύσεων της Συνθήκης, βάσει της οποίας εξωεθνικές επιχειρήσεις απολαμβάνουν περισσότερα τέτοια απ’ όσα οι τοπικές-εθνικές (όπως αυτή). Το πρόβλημα θα μπορούσε να εμφανισθεί με την μορφή διεκδίκησης από τους ξένους μιας πηγής την οποία ήδη διαχειρίζεται τοπική επιχείρηση (τούτο θεωρείται ιδιαιτέρως πιθανό). Άλλο πρόβλημα θα μπορούσε να δημιουργηθεί σε ζώνες προστασίας αν ο οποιοσδήποτε επενδυτής θεωρήσει ότι η επένδυσή του περιλαμβάνεται σε μια τέτοια. Τέλος προβλήματα παρουσιάζονται στην υποχρέωση των δημοσίων και δημοτικών επιχειρήσεων να εφαρμόζουν τις διατάξεις της ΕΕ σε θέματα προμηθειών, θέτοντάς τις έτσι σε θέση μειονεκτική έναντι των ιδιωτών, οι οποίοι, ούτως ή άλλως, τυγχάνουν και ειδικής προστασίας.

Η Ομοσπονδία Γερμανικών Δημοσίων Επιχειρήσεων Ύδρευσης προχώρησε παραπέρα [13]. Σύμφωνα προς την δική της ανάλυση οι επιφυλάξεις που διετύπωσε η ΕΕ σχετικά με την «Άντληση, Επεξεργασία και Διανομή Ύδατος» δεν περιλαμβάνει όλες τις δραστηριότητες, πολλώ δε μάλλον όσες είναι δυνατόν να εμφανισθούν στο μέλλον. Λόγω της αρνητικής προσέγγισης που ισχύει στην CETA δεν προστατεύεται η δυνατότητα δημοσίων και δημοτικών επιχειρήσεων να εφαρμόσουν καινοτόμες πρακτικές όπως η αύξηση της ενεργειακής αυτάρκειας ή η ανάκτηση υλικών από απόβλητα. Ήδη ο γερμανικός Νόμος περιλαμβάνει σχετικές διατάξεις υπό την CETA, όμως, οι δημόσιες επιχειρήσεις ύδρευσης θα πρέπει για τέτοιες δραστηριότητες να στραφούν στην ελεύθερη αγορά και σε ξένους επενδυτές.

Η Ομοσπονδία επίσης παραπονείται επειδή η ευρωπαϊκή νομοθεσία και αυτή των κρατών-μελών της ΕΕ δεν περιελήφθη στο Παράρτημα I, πράγμα το οποίο σημαίνει πως οι σημερινές πρακτικές μπορούν εύκολα να βρεθούν υπό αμφισβήτηση. Φοβούνται επίσης ότι οι διατάξεις για τις δημόσιες προμήθειες θα περιορίσουν την δυνατότητα των (δημοσίων και δημοτικών) επιχειρήσεων να συνεργασθούν με άλλες όμοιες χωρίς απαραιτήτως να τις ανταγωνίζονται. Η μη ενσωμάτωση στην CETA της Αρχής Προφύλαξης, που αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, σε συνδυασμό με την διαδικασία συνεργασίας που μπορεί να επηρεάσει τις αποφάσεις των εθνικών κοινοβουλίων, δημιουργεί κινδύνους που μπορούν να πλήξουν την δημόσια υγεία, το περιβάλλον και φυσικά τις πηγές του νερού.

Οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις νερού είναι ευρωπαϊκές. Αυτό δεν κάνει το πρόβλημα μάλλον καναδικό παρά δικό μας;

Ναι, φυσικά θα υπάρξει πρόβλημα για τις καναδικές δημόσιες επιχειρήσεις ύδρευσης. Τόσο όμως οι ευρωπαϊκές όσο και οι καναδικές ιδιωτικές επιχειρήσεις είναι θυγατρικές ή συγγενείς προς τις ίδιες μεγάλες υπερεθνικές όπως η Veolia, η Nestlé, η Suez και η Coca-Cola). Η CETA (όπως και η TTIP) παρέχουν σ’ αυτές τις υπερεθνικές μοναδικές ευκαιρίες ν’ αποκτήσουν πρόσβαση σε επιχειρήσεις ύδρευσης και σχετιζόμενες με αυτήν: αυτοί που έχουν μόνο να χάσουν είναι οι χρήστες τέτοιων υπηρεσιών και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού.

Η CETA παρέχει ειδικά προνόμια σε μη ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και επενδυτές, αλλ’ όχι μόνο απ’ τον Καναδά. Απλώς αναλογισθείτε πως από τις 51.495 λειτουργούσες σε κράτη-μέλη της ΕΕ θυγατρικές αμερικανικών επιχειρήσεων οι 41.811 ανήκουν σε τέτοιες που διαθέτουν επίσης θυγατρικές στον Καναδά [14]. Οποιαδήποτε από αυτές μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να στηρίξει υπόθεση ενώπιον του ιδιωτικού διαιτητικού δικαστηρίου ICS. Το ίδιο μπορούν να πράξουν και ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που έχουν θυγατρικές στις ΗΠΑ ή στον Καναδά.

Σαφές παράδειγμα του πως το ISDS/ICS λειτουργεί πέραν των εθνικών εννόμων τάξεων είναι το προαναφερθέν για την Εσθονία, όπου μια βρετανική εταιρία χρησιμοποίησε την ολλανδική θυγατρική της για να προχωρήσει σε διαιτησία βάσει της διμερούς συμφωνίας Ολλανδίας-Εσθονίας.

Μπορεί η CETA να επηρεάσει το νερό ως φυσικό αγαθό ή τις χρήσεις του στην γεωργία ή την βιομηχανία;

Υπάρχει ο φόβος ότι μέσω της CETA θα διευκολυνθεί η ιδιωτικοποίηση των υδατικών πηγών και η εμπορευματοποίηση του νερού.

Υπάρχει το άρθρο 1.9: «Όπου ένα των μερών επιτρέπει την εμπορική χρήση μιας συγκεκριμένης πηγής πρέπει να το πράττει βάσει των όρων της Συνθήκης». Δεν είναι ξεκάθαρο (νομικά) τι σημαίνει « εμπορική χρήση» ούτε «συγκεκριμένη πηγή». Σε συνδυασμό με τον ορισμό της «Επένδυσης» (CETA σ.39), ο οποίος παρουσιάζεται μάλλον ευρύς αφού «Μορφές επενδύσεων μπορούν να είναι … προσδοκίες προερχόμενες από … παραχωρήσεις γενόμενες βάσει νόμου ή δυνάμει συμφωνίας … συμπεριλαμβάνουν την αναζήτηση, εξόρυξη ή εκμετάλλευση φυσικών αγαθών», είναι ιδιαίτερα δύσκολο να προβλεφθεί ακριβώς το τι και πως θα γίνει, δεδομένο όμως είναι πως το νερό μπορεί να υπαχθεί στις διατάξεις περί εμπορίου και επενδύσεων της Συνθήκης. Περαιτέρω οι ειδικοί κανόνες προστασίας («ορθή και ίση αντιμετώπιση» και «έμμεση απαλλοτρίωση») των ξένων επενδυτών, σαφώς θα παίξουν σημαντικό ρόλο στον τρόπο που οι αρχές (θα) παραχωρούν δικαιώματα σε πηγές, περιορίζοντας παράλληλα την δυνατότητα ανάκτησης αυτών (των δικαιωμάτων) παρά μόνο με πολύ δύσκολο και δαπανηρό τρόπο. Εμμέσως αυτό σαφώς επιτρέπει την νόμιμη αρπαγή πηγών και δικαιωμάτων στο νερό. Η προστασία των επενδυτών σε παρόμοιες συνθήκες (NAFTA, Energy Charta) όπου υπήρξαν διαφορές μεταξύ αυτών και των κρατών πάντα οδήγησε σε λύση υπέρ της εναγούσης ιδιωτικής επιχείρησης [15]. Η CETA δεν περιλαμβάνει κανόνες ορθής προστασίας των δικαιωμάτων στο νερό (ως τέτοια νοούνται η δυνατότητα ανάληψης, εξαγωγής, εκτροπής ή χρήσης) όπου υπάρχει εμπορική χρήση. Η παράλειψη τέτοιων μπορεί αν επηρεάσει σημαντικά την γεωργία και αρκετές βιομηχανίες. Θεωρούμε, λοιπόν, ότι ο μόνος τρόπος ανάγνωσης του αρ. 1.9 είναι ως ενός επί πλέον εργαλείου εμπορευματοποίησης του νερού.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσπαθεί να εισάγει μηχανισμούς αγοράς στα θέματα του νερού [16]. Εδώ και πολλά χρόνια ο τρόπος τιμολόγησης αποτελεί ένα μόνο από τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την εμπορευματοποίησή του. Η ιδέα ότι δικαιώματα στο νερό μπορούν ν’ αποτελέσουν αντικείμενο εμπορίας με στόχο την αποτελεσματικώτερη απόδοση του πόρου είναι ένα νεοφιλελεύθερο mantra, το οποίο, δυστυχώς, υιοθετούν θεσμοί και στην Ευρώπη [17]: ας χρησιμοποιήσουμε τουλάχιστον την εμπειρία της Ισπανίας, της Αυστραλίας ή της Καλιφόρνιας.

Η παραχώρηση δικαιωμάτων στο νερό αποτελεί, σήμερα, αρμοδιότητα των κρατών-μελών. Χρησιμοποιούνται, φυσικά, διάφορα κριτήρια, όχι όμως τέτοια εξαρτώμενα απ’ τις συναλλαγές ή τις επενδύσεις, σε αντίθεση με αυτά που προωθούνται δια εμπορικών Συνθηκών όπως η CETA. Αν τα δικαιώματα στο νερό καταστούν εμπόρευμα ή και εμπορεύσιμα τότε αρχίζουν αμέσως να έχουν εφαρμογή οι κανόνες που τίθενται από την CETA. Έτσι, ακόμη κι αν το κράτος διατηρεί την κυριότητα και έχει κάποιο λέγειν στον τρόπο διανομής, αυτά θα μπορούν να μεταβιβάζονται οπουδήποτε ενώ ο ρόλος της πολιτείας θα περιορισθεί σ’ αυτόν μιας «ρυθμιστικής αρχής».

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: ο όρος «παραχώρηση» στην ΕΕ αναφέρεται στην παραχώρηση υπηρεσιών όπως π.χ. η ύδρευση. Τα δικαιώματα στο νερό δεν ταυτίζονται πάντα με τις παραχωρήσεις και αφορούν στις υδατικές πηγές ασχέτως του αν αυτές χρησιμοποιούνται για δημόσιο, εμπορικό, μη κερδοσκοπικό ή όποιον άλλο σκοπό.

——-

[1] European Commission, 2015. Transatlantic Trade and Investment Partnership. Services and Investment Offer of the European Union

[2] Krajewski, Markus, 2016. Model Clauses for the Exclusion of Public Services from Trade and Investment Agreements

[3] Directive 2014/23/EU of the European Parliament and of the Council of 26 February 2014 on the award of concession contracts

[4] Krajewski, ο.π.

[5] Allianz der öffentlichen Wasserwirtschaft e.V., 2016. Wasserwirtschaft im Sog des Freihandels – CETA

[6] European Parliament resolution of 3 February 2016 containing the European Parliament’s recommendations to the Commission on the negotiations for the Trade in Services Agreement (TiSA)

[7] Διαφόρων συγγραφέων, 2016. The Zombie ISDS

[8] Environmental Justice Atlas Διαφόρων συγγραφέων, 2007. CIADI: Fallo contra el pueblo de Tucumán

[9] Water Remunicipalisation Tracker

[10] Water Remunicipalisation Tracker

[11] International Centre for Settlement of Investment Disputes Kishimoto, S., 2015. Trade Agreements and investor protection: A global threat to public water. In Kishimoto, Lobita et Petitjean, 2015. Our Public Water Future. The Global Experience with Remunicipalisation

[12] Stadtwerke Karlsruhe, 2016. How water supply in Germany would be affected by the EU free trade and investment agreements CETA, TTIP, TiSA

[13] Allianz der öffentlichen Wasserwirtschaft (AöW), 2016. Wasserwirtschaft im Sog des Freihandels – CETA (γερμανικά). Μετάφραση στα γαλλικά: La gestion des ressources en eau dans le sillage du libre échange – CETA

[14] Public Citizen. Tens of Thousands of U.S. Firms Would Obtain New Powers to Launch Investor-State Attacks Against European Policies via CETA and TTIP

[15] Stadtwerke Karlsruhe, 2016, op. cit.

[16] European Water Movement, 2012. Commission’s Blueprint Puts Water and Nature Up For Sale

[17] See for example the seminar Water Market Scenarios for Europe: A response to Water

European Citizens’ Initiative – Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών


Πώς επηρεάζει η CETA το Nερό μας

Η CETA και οι άλλες εμπορικές συμφωνίες είναι από τις μεγαλύτερες απειλές για την περαιτέρω εμπορευματοποίηση και ιδιωτικοποίηση του συλλογικού αγαθού του νερού. Αν και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει τονίσει ότι το νερό θα εξαιρεθεί από την συνθήκη, μια προσεκτική ανάγνωση του τελικού κειμένου δείχνει ότι η κατάσταση είναι διαφορετική. Η οργάνωση Food & Water Europe σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Κίνημα για το νερό (European Water
Movement) μέλος του οποίου είναι και το SAVEGREEKWATER, δημοσίευσε πριν λίγο καιρό αυτόν τον σύντομο οδηγό που δίνει συγκεκριμένες απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα που εγείρονται σχετικά με τις αρνητικές συνέπειες της CETA στον τομέα του νερού όπως η αύξηση της πίεσης για ιδιωτικοποίηση, το γιατί οι υπηρεσίες στην πραγματικότητα δεν προστατεύονται από την οριζόντια εξαίρεση για τις «δημόσιες υπηρεσίες» και ποια προβλήματα θα αντιμετωπίσουν όσοι δήμοι και κράτη θελήσουν να πάρουν πίσω υπό δημόσιο έλεγχο τις υπηρεσίες τους. Ο οδηγός αυτός παρουσιάζει συγκεκριμένους λόγους για το γιατί αυτή η συμφωνία πρέπει να εγκαταλειφθεί, που έρχονται να προστεθούν σε όσους ήδη αναπτύσσονται από πολλές άλλες πλευρές της κοινωνίας των πολιτών.

Βρυξέλλες, Οκτώβριος 2016
Κατά την διάρκεια των μυστικών διαπραγματεύσεων για την Συμφωνία Ελευθέρου Εμπορίου μεταξύ ΕΕ και Καναδά (CETA) η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έπαψε να υποστηρίζει ότι η Σύμβαση δεν αφορά στις Υπηρεσίες Ύδρευσης αλλά και ότι οι τρόποι διαχείρισης τέτοιων και συναφών υπηρεσιών (όπως π.χ. άντληση, καθαρισμός, αποχέτευση) θα παρέμεναν στην αρμοδιότητα των δημοσίων υπηρεσιών. Δυστυχώς μια προσεκτική ανάγνωση του τελικού κειμένου της CETA δείχνει μιαν διαφορετική κατάσταση.
Τα κινήματα Food & Water Europe και European Water Movement νοιώθουν ιδιαίτερη ανησυχία για τους τρόπους με τους οποίους η CETA θα επηρεάσει το νερό ως φυσικό αγαθό αλλά και την διαχείρισή του ως ανθρωπίνου δικαιώματος. Είναι γνωστό πως η CETA θα επηρεάσει την λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών, πράγμα που καθιστά αναγκαία την ανάλυση των πιθανών επιπτώσεών της στις υπηρεσίες ύδρευσης με τρόπο και μεθόδους που να μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τους πολίτες που ενεργοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Ένωση προσπαθώντας να σταματήσουν την αποδοχή της Συνθήκης.
Η Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών Right2Water υπήρξε μια από τις επιτυχέστερες κινητοποιήσεις στην Ευρώπη τα τελευταία έτη καθώς αφύπνισε πολλούς και οδήγησε άλλους ν’ αντιληφθούν την σημασία της παραμονής ή επιστροφής (ανάλογα) των υπηρεσιών ύδρευσης σε δημόσιο έλεγχο και την ανάγκη δημοκρατικής διαχείρισης των υδατίνων πόρων ενώ παράλληλα διέδωσε την θέση πως το νερό είναι δημόσιο αγαθό κι όχι εμπόρευμα. Αισθανόμαστε πως μπορούμε να επενδύσουμε στις εμπειρίες που αποκτήσαμε έτσι αλλά και στην δυναμική του κινήματος για ν’ αποτρέψουμε την αποδοχή της CETA και των άλλων παρομοίων Συνθηκών, καθώς αυτές αποτελούν έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους ιδιωτικοποίησης και εμπορευματοποίησης του νερού.

Περιέχονται στην Συνθήκη το Νερό και οι Υπηρεσίες Ύδρευσης;

Στο άρθρο 1.9, με τίτλο «Δικαιώματα και Υποχρεώσεις σχετικά με το Νερό» περιλαμβάνεται διάταξη, γραμμένη σε ακραιφνώς νομική γλώσσα, σύμφωνα προς την οποία: «… το νερό, στην φυσική του κατάσταση … δεν είναι προϊόν ούτε εμπόρευμα … Κατά συνέπεια τα κεφάλαια [της Συνθήκης] που διέπουν το νερό σ’ αυτήν την κατάσταση είναι τα 22 (Εμπόριο και Αειφόρος Ανάπτυξη) και 24 (Εμπόριο και περιβάλλον)». Το θέμα είναι πως όλες σχεδόν οι χρήσεις του νερού (ύδρευση, αποχέτευση, άρδευση κ.ο.κ. αφορούν σ’ αυτό εξηγμένο από την φυσική του θέση, πράγμα που εύκολα μπορεί να οδηγήσει στην θεώρησή του ως προϊόντος το οποίο, ως εμπορεύσιμο, υπάγεται σαφώς στις διατάξεις της CETA.

Το άρθρο συνεχίζει: «Όταν ένα των μερών επιτρέπει την εμπορική χρησιμοποίηση μιας υδατικής πηγής, αυτό θα πρέπει να συμβαίνει με τρόπο συνάδοντα προς την Σύμβαση». Δεν υπάρχει διευκρίνιση τι σημαίνει «εμπορική χρήση» ούτε «υδατική πηγή», πράγμα το οποίο εύκολα μπορεί να οδηγήσει σε εμπορευματοποίηση του νερού, ιδίως όσον αφορά στον τρόπο με τον οποίο οι αρχές παρέχουν δικαιώματα ύδρευσης. Βάσει των διατάξεων της CETA τα τελευταία μπορούν, πολύ εύκολα, να θεωρηθούν «επένδυση» (βλ. θέμα 8).

Είναι δυνατόν η CETA να αυξήσει την πίεση προς ιδιωτικοποίηση της διαχείρισης των επιχειρήσεων ύδρευσης;

Αυτό είναι δυνατό στην περίπτωση του πόσιμου νερού και πλέον ή βέβαιο σ’ αυτήν της αποχέτευσης.

Η Συνθήκη CETA είναι η πρώτη συνθήκη ελευθέρου εμπορίου (μεταξύ αυτών που τέθηκαν υπό διαπραγμάτευση στην ΕΕ) που περιέχει κατάλογο αρνητικής προσέγγισης στην προστασία των δημοσίων υπηρεσιών. Με τον τρόπο αυτό ό,τι δεν περιλαμβάνεται στην Συνθήκη επηρεάζεται από αυτήν (βάσει της αρχής “list it or lose it”: αν δεν αναφερθεί δεν προστατεύεται). Υπάρχουν δύο παραρτήματα στα οποία μπορούν ν’ αναφερθούν οι εξαιρούμενες δραστηριότητες: το Παράρτημα I, με διατάξεις (νόμους ή διοικητικές πράξεις) που παραβιάζουν τις υποχρεώσεις που προκύπτουν απ’ την Συνθήκη και το Παράρτημα II, όπου θα περιληφθούν υφιστάμενες και μελλοντικές πρακτικές.

Όσον αφορά στις υπηρεσίες ύδρευσης η ΕΕ διετήρησε επιφυλάξεις σχετικά προς την «Πρόσβαση στις Αγορές» και τις «Εθνικές Διατάξεις» που σχετίζονται με την «Συλλογή, επεξεργασία και διανομή του ύδατος» με παραπομπή στο Παράρτημα II (Επιφυλάξεις για τις Υπηρεσίες Ύδρευσης).

Στην πράξη όμως μόνο μια σειρά τεσσάρων επιφυλάξεων, ήτοι «Πρόσβαση στις Αγορές», «Εθνικές Πρακτικές», «Πλέον ευνοούμενο κράτος» και «Απαιτήσεις Απόδοσης» και μόνο όπου συντρέχουν όλες, μπορεί να διασφαλίσει πως μια υπηρεσία δεν θα διέπεται από τις διατάξεις της CETA. Για παράδειγμα κατά τις διαπραγματεύσεις για την TTIP[1], πρόταση της ΕΕ περιείχε (σε σχέση προς τις επιχειρήσεις ύδρευσης) επιφυλάξεις στα κεφάλαια «Εθνικές Πρακτικές», «Πλέον ευνοούμενο κράτος», «Απαιτήσεις Απόδοσης» και «Ανώτατοι Διαχειριστές-Διοικητικά Συμβούλια». Δεν κατανοούμε γιατί παρόμοιες (επιφυλάξεις), ενώ προτάθηκαν έναντι των ΗΠΑ, δεν υφίστανται στην διαπραγμάτευση με τον Καναδά.

Θα πρέπει επίσης ν’ αναφερθεί πως αν και οι υπηρεσίες παροχής ποσίμου ύδατος περιέχονται στις επιφυλάξεις του Παραρτήματος II, ακόμη και σ’ αυτές εφαρμόζονται οι αρχές της προστασίας των επενδύσεων [2].

Ως προς την Αποχέτευση μόνο η Γερμανία προέβαλε επιφύλαξη για την «Πρόσβαση στις Αγορές» όσον αφορά στον τομέα υπηρεσιών «Αποβλήτων, Διάθεσης Αποβλήτων και Αποχέτευσης», πράγμα που σημαίνει πως σ’ όλα τα υπόλοιπα κράτη-μέλη θα ισχύουν οι διατάξεις της CETA ακόμη κι αν αυτές βρίσκονται σε αντίθεση προς το αρ. 12 της Οδηγίας Παραχωρήσεων της ΕΕ (δυνάμει του οποίου η Οδηγία δεν ισχύει σε περιπτώσεις Παραχώρησης της Διάθεσης ή της Επεξεργασίας των Αποβλήτων [3]).

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ισχυρίζεται πως η οριζόντια «Εξαίρεση ΔΕΚΟ» προστατεύει τις Επιχειρήσεις Ύδρευσης

Βάσει Μελέτης την οποία παρήγγειλαν η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Δημοσίων Υπηρεσιών (EPSU) και το Αυστριακό Εργατικό Επιμελητήριο [4] η συγκεκριμένη διάταξη περιέχει σκοτεινά σημεία, παρά το ότι αποτελεί ένα από τα σημαντικώτερα όπλα της ΕΕ στις περιπτώσεις εμπορικών συμφωνιών.
Ο τρόπος προστασίας που εφαρμόζεται στην ΕΕ δεν περιλαμβάνει προστασία της επένδυσης.
Η ορολογία που χρησιμοποιείται παραμένει αμφίσημη καθώς όροι όπως «δημόσιες παροχές (public utilities)» δεν διαθέτουν ερμηνεία στο Διεθνές Δίκαιο ούτε έχουν αντίστοιχο στο Δίκαιο της ΕΕ.

Επίσης η διάταξη για τις «Δημόσιες παροχές» απλώς προστατεύει κατά της Πρόσβασης στις Αγορές όχι όμως στην περίπτωση των «Εθνικών Πρακτικών». Έτσι επιχειρήσεις με έδρα στον Καναδά, μόλις ιδρύσουν μια θυγατρική σε κράτος-μέλος της ΕΕ θα απολαμβάνουν όλων των προνομίων που τώρα έχουν οι τοπικές επιχειρήσεις.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δηλώνει πως αυτό το σύστημα διασφαλίζει μιαν εικοσαετία προστασίας. Εμείς απλώς οφείλουμε ν’ αναγνωρίσουμε πως μέχρι σήμερα καμιά εμπορική συνθήκη δεν έχει απαγορεύσει σε κράτη-μέλη να παρέχουν δημόσιες υπηρεσίες. Βάσει όμως των συμπερασμάτων του δρ. Krajewski, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τους περιορισμούς που θα δεσμεύουν τις κυβερνήσεις (αν η CETA γίνει αποδεκτή) καθώς αυτές θα πρέπει στο εξής να λαμβάνουν υπ’ όψη όλες τις επιβαλλόμενες από την Συνθήκη υποχρεώσεις. Το ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν υπάρξει αντιρρήσεις στο ισχύον σύστημα επ’ ουδενί σημαίνει πως τέτοιες δεν θα υπάρξουν στο μέλλον υπό τις νέες διατάξεις. Το παρόν σύστημα υπάρχει από την εποχή της Συνθήκης GATS (το 1995), στο μεσολαβήσαν δε διάστημα η ΕΕ έχει υπογράψει εμπορικές συνθήκες με αναπτυσσόμενες χώρες και αναδυόμενες αγορές (Μεξικό, Χιλή, Ν. Κορέα, Περού κ.ο.κ.). Ουδεμιά των αντισυμβληθεισών χωρών ήταν αρκούντως ισχυρή ώστε να δύναται να επεκταθεί στον τομέα των δημοσίων υπηρεσιών στο εσωτερικό της ΕΕ. Ο Καναδάς (της CETA) και οι ΗΠΑ (με την TTIP) είναι καταφανώς εντελώς διαφορετικές περιπτώσεις.

Όσον αφορά στην αποχέτευση υπάρχει (όπως ήδη ειπώθηκε) μια μόνο (γερμανική) επιφύλαξη σχετική με την επεξεργασία των αποβλήτων και ο γενικός όρος «Περί Δημοσίων Παροχών», όπου περιέχονται περιβαλλοντικά θέματα που περιέχουν και την διαχείριση των αποβλήτων. Το ερώτημα τι συμβαίνει όταν ένας γενικός όρος (αυτός ο «Περί Δημοσίων Παροχών») είναι αντίθετος σε έναν ειδικό (όπως στην περίπτωση ης ειδικής απελευθέρωσης στον τομέα των περιβαλλοντικών υπηρεσιών) μπορεί ν’ απαντηθεί εύκολα απ’ οποιονδήποτε στοιχειωδώς κατηρτισμένο σε νομικά θέματα: ο Ειδικός όρος υπερισχύει!

Η Γερμανική Ένωση Δημοσίων Επιχειρήσεων Ύδρευσης ανεκάλυψε ακόμη ένα κενό που μπορεί να επηρεάσει τις υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης: πρόκειται για την ενσωμάτωση του όρου «Περί Δημοσίων Παροχών» στον Κατάλογο Αρνητικής προσέγγισης (βλ. παραπάνω).[5]

Μπορεί η CETA να δημιουργήσει προβλήματα σε απόπειρες επιστροφής των υπηρεσιών ύδρευσης-αποχέτευσης σε δημόσιο έλεγχο;

Η απάντηση είναι σαφώς «ΝΑΙ»! Τούτο βασίζεται στην επίδραση της Συνεργασίας σε Κανονιστικό Επίπεδο, στις διαδικασίες Αναστολής και στην διαιτησία μεταξύ Επενδυτών και Κρατών (πρώην ISDS, ήδη ICS).

Στην CETA, όπως και σε παρόμοιες εμπορικές συνθήκες, υπάρχει Μηχανισμός Συνεργασίας σε Κανονιστικό Επίπεδο, βάσει του οποίου επιβάλλεται συνεργασία στην ερμηνεία και στην διαμόρφωση των ισχυόντων και των μελλοντικών κανόνων (νόμων κ.ο.κ.) στο βαθμό που αυτοί επηρεάζουν το εμπόριο ή τις επενδύσεις. Η όποια υπερεθνική επιχείρηση προφανώς (θα) διάκειται αρνητικά στην ύπαρξη ή ψήφιση νόμου που (θα) θίγει τα συμφέροντά της. Εκτός του κινδύνου που διατρέχει ένα κράτος να συρθεί ενώπιον ενός Ιδιωτικού Δικαστηρίου Επενδύσεων (ISDS/ICS), ο Μηχανισμός Συνεργασίας μπορεί εύκολα ν’ αναστείλει επ’ αόριστον την ψήφιση νόμων που ενισχύουν ή και απλώς προστατεύουν το δημόσιο συμφέρον ή τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ας μην παραβλέπουμε επίσης την ενυπάρχουσα στον Μηχανισμό δυνατότητα αποδυνάμωσης μέχρι και κατάργησης των ισχυουσών, ωφελίμων για το κοινωνικό σύνολο, διατάξεων.

Υπό τέτοιου τύπου Εμπορικές Συνθήκες άπαξ και κάποιος τομέας «απελευθερώθηκε» (με την μη αναφορά του στο Παράρτημα II) δεν υπάρχει τρόπος ανατροπής του αποτελέσματος. Επιτρέπονται αλλαγές μόνο στον βαθμό που αυτές περαιτέρω απελευθερώνουν τον τομέα, πράγμα που έχει παρατηρηθεί σε Συνθήκες Ελευθέρου Εμπορίου όπως η NAFTA. Σημαντική εδώ υπάρχει η άρνηση του Ευρωκοινοβουλίου να αποδεχθεί τέτοιες πρακτικές στην Απόφασή του σχετικά με την TiSA[6].

Ίσως το πλέον ανησυχητικό στην CETA είναι η διαδικασία επίλυσης διαφορών επενδυτών-κρατών (ISDS). Δυνάμει αυτής υπερεθνικές επιχειρήσεις μπορούν να ενάγουν κράτη ενώπιον Ιδιωτικών Δικαστηρίων (Διαιτητών) στην περίπτωση που θεωρήσουν ότι οι προσδοκίες των για κέρδη ή οι εμπορικές πρακτικές των θίγονται από αλλαγές στην πολιτική ή την νομοθεσία. Η Διαδικασία αυτή δίνει στις επιχειρήσεις την δυνατότητα να προσβάλουν και ν’ ανατρέψουν την εθνική νομοθεσία αλλά και ν’ αναζητήσουν αποζημίωση ανερχομένη συνήθως σε πολλά εκατομμύρια Ευρώ. Αν και η διαδικασία διαφέρει κάπως αυτής της περιεχομένης στην TTIP (μετά την κατακραυγή που υπήρξε), τ’ αποτελέσματά της παραμένουν ως επί το πλείστον τα ίδια. [7].

Περιπτώσεις, όπως αυτή της Αργεντινής (κατωτέρω υπό 5) κατέδειξαν πως όταν μια δημόσια αρχή αποπειράται, ακόμη και κατόπιν παραβάσεων της σύμβασης από την άλλη πλευρά, ν’ αναλάβει εκ νέου μιαν επιχείρηση ύδρευσης, ο ιδιώτης μπορεί, καταφεύγοντας σε Διαιτησία, ν’ αποκομίσει μιαν σημαντική αποζημίωση.

Υπάρχουν υποθέσεις Επίλυσης Διαφορών που σχετίζονται με το νερό και την διαχείρισή του;

Έχουν υπάρξει αρκετές περιπτώσεις όπου δημόσιες αρχές σύρθηκαν σε ιδιωτική διαιτησία κατόπιν διαφορών με ιδιωτικές επιχειρήσεις ύδρευσης.

Πρώτο παράδειγμα είναι η Αργεντική, η οποία έχασε σε τρεις υποθέσεις εναντίον διεθνών επενδυτών, όταν επεχείρησε ν’ ανακτήσει επιχειρήσεις ύδρευσης. Καταδικάσθηκε να καταβάλει $105 εκ. στην Vivendi (ήδη Veolia) όταν κατήγγειλε την σύμβαση ύδρευσης στην επαρχία Tucumán μετά την αύξηση των τιμών προς 104% με ταυτόχρονη άρνηση επένδυσης στο δίκτυο πράγμα που οδήγησε σε χειροτέρευση της ποιότητας του νερού [8]. Η Αργεντινή επίσης έχασε σε διαιτησία κατά της Azurix (θυγατρικής της Enron) και αναγκάσθηκε να πληρώσει $165 εκ. όταν την διαχείριση της ύδρευσης και αποχέτευσης στην επαρχία Buenos Aires ανέλαβε μια Συνεργατική Εργαζομένων μετά την αποχώρηση της εταιρίας [9]. Η τρίτη χαμένη διαιτησία της Αργεντινής ήταν κατά των Suez, AGBAR και Vivendi, όταν η πόλη του Buenos Aires απεφάσισε να επαναδημοτικοποιήσει την επιχείρηση ύδρευσης λόγω προβλημάτων στην ποιότητα, ελλείψεων στην διαχείριση των αποβλήτων και υψηλών τιμών [10].

Αλλού μια απλή διαφωνία ως προς το ύψος των χρεώσεων ήρκεσε ώστε η Tallinna Vesi (ιδιωτική επιχείρηση που διαχειρίζεται την ύδρευση στο Tallin (Εσθονία), να ενάγει την εσθονική κυβέρνηση βάσει μιας διμερούς επενδυτικής συμφωνίας. Η Tallina Vesi είναι θυγατρική της United Utilities, βρετανικής εταιρίας με έδρα στην Ολλανδία. a UK company registered in the Netherlands. Χρησιμοποιούν την Διμερή Επενδυτική Συνθήκη μεταξύ Ολλανδίας-Εσθονίας ισχυριζόμενοι παράβασή της από πλευράς εσθονικής κυβέρνησης, η οποία δεν επιτρέπει αύξηση των χρεώσεων και αναζητούν €90 εκ. ως αναμενόμενα κέρδη για όλη την διάρκεια της σύμβασης [11].

Μπορεί η CETA ν’ αποδειχθεί προβληματική για τις λειτουργούσες δημόσιες επιχειρήσεις ύδρευσης;

Η Stadtwerke Karlsruhe, επιχείρηση της οποίας τον έλεγχο έχει ο Δήμος Καρλσρούης, θεωρεί πως ναι! [12].

Σύμφωνα προς την ανάλυσή της τα δικαιώματα στο νερό, κατά την CETA, θεωρούνται επενδύσεις, ως τέτοιες δε υπόκεινται στην προστασία επενδύσεων της Συνθήκης, βάσει της οποίας εξωεθνικές επιχειρήσεις απολαμβάνουν περισσότερα τέτοια απ’ όσα οι τοπικές-εθνικές (όπως αυτή). Το πρόβλημα θα μπορούσε να εμφανισθεί με την μορφή διεκδίκησης από τους ξένους μιας πηγής την οποία ήδη διαχειρίζεται τοπική επιχείρηση (τούτο θεωρείται ιδιαιτέρως πιθανό). Άλλο πρόβλημα θα μπορούσε να δημιουργηθεί σε ζώνες προστασίας αν ο οποιοσδήποτε επενδυτής θεωρήσει ότι η επένδυσή του περιλαμβάνεται σε μια τέτοια. Τέλος προβλήματα παρουσιάζονται στην υποχρέωση των δημοσίων και δημοτικών επιχειρήσεων να εφαρμόζουν τις διατάξεις της ΕΕ σε θέματα προμηθειών, θέτοντάς τις έτσι σε θέση μειονεκτική έναντι των ιδιωτών, οι οποίοι, ούτως ή άλλως, τυγχάνουν και ειδικής προστασίας.

Η Ομοσπονδία Γερμανικών Δημοσίων Επιχειρήσεων Ύδρευσης προχώρησε παραπέρα [13]. Σύμφωνα προς την δική της ανάλυση οι επιφυλάξεις που διετύπωσε η ΕΕ σχετικά με την «Άντληση, Επεξεργασία και Διανομή Ύδατος» δεν περιλαμβάνει όλες τις δραστηριότητες, πολλώ δε μάλλον όσες είναι δυνατόν να εμφανισθούν στο μέλλον. Λόγω της αρνητικής προσέγγισης που ισχύει στην CETA δεν προστατεύεται η δυνατότητα δημοσίων και δημοτικών επιχειρήσεων να εφαρμόσουν καινοτόμες πρακτικές όπως η αύξηση της ενεργειακής αυτάρκειας ή η ανάκτηση υλικών από απόβλητα. Ήδη ο γερμανικός Νόμος περιλαμβάνει σχετικές διατάξεις υπό την CETA, όμως, οι δημόσιες επιχειρήσεις ύδρευσης θα πρέπει για τέτοιες δραστηριότητες να στραφούν στην ελεύθερη αγορά και σε ξένους επενδυτές.

Η Ομοσπονδία επίσης παραπονείται επειδή η ευρωπαϊκή νομοθεσία και αυτή των κρατών-μελών της ΕΕ δεν περιελήφθη στο Παράρτημα I, πράγμα το οποίο σημαίνει πως οι σημερινές πρακτικές μπορούν εύκολα να βρεθούν υπό αμφισβήτηση. Φοβούνται επίσης ότι οι διατάξεις για τις δημόσιες προμήθειες θα περιορίσουν την δυνατότητα των (δημοσίων και δημοτικών) επιχειρήσεων να συνεργασθούν με άλλες όμοιες χωρίς απαραιτήτως να τις ανταγωνίζονται. Η μη ενσωμάτωση στην CETA της Αρχής Προφύλαξης, που αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, σε συνδυασμό με την διαδικασία συνεργασίας που μπορεί να επηρεάσει τις αποφάσεις των εθνικών κοινοβουλίων, δημιουργεί κινδύνους που μπορούν να πλήξουν την δημόσια υγεία, το περιβάλλον και φυσικά τις πηγές του νερού.

Οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις νερού είναι ευρωπαϊκές. Αυτό δεν κάνει το πρόβλημα μάλλον καναδικό παρά δικό μας;

Ναι, φυσικά θα υπάρξει πρόβλημα για τις καναδικές δημόσιες επιχειρήσεις ύδρευσης. Τόσο όμως οι ευρωπαϊκές όσο και οι καναδικές ιδιωτικές επιχειρήσεις είναι θυγατρικές ή συγγενείς προς τις ίδιες μεγάλες υπερεθνικές όπως η Veolia, η Nestlé, η Suez και η Coca-Cola). Η CETA (όπως και η TTIP) παρέχουν σ’ αυτές τις υπερεθνικές μοναδικές ευκαιρίες ν’ αποκτήσουν πρόσβαση σε επιχειρήσεις ύδρευσης και σχετιζόμενες με αυτήν: αυτοί που έχουν μόνο να χάσουν είναι οι χρήστες τέτοιων υπηρεσιών και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού.

Η CETA παρέχει ειδικά προνόμια σε μη ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και επενδυτές, αλλ’ όχι μόνο απ’ τον Καναδά. Απλώς αναλογισθείτε πως από τις 51.495 λειτουργούσες σε κράτη-μέλη της ΕΕ θυγατρικές αμερικανικών επιχειρήσεων οι 41.811 ανήκουν σε τέτοιες που διαθέτουν επίσης θυγατρικές στον Καναδά [14]. Οποιαδήποτε από αυτές μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να στηρίξει υπόθεση ενώπιον του ιδιωτικού διαιτητικού δικαστηρίου ICS. Το ίδιο μπορούν να πράξουν και ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που έχουν θυγατρικές στις ΗΠΑ ή στον Καναδά.

Σαφές παράδειγμα του πως το ISDS/ICS λειτουργεί πέραν των εθνικών εννόμων τάξεων είναι το προαναφερθέν για την Εσθονία, όπου μια βρετανική εταιρία χρησιμοποίησε την ολλανδική θυγατρική της για να προχωρήσει σε διαιτησία βάσει της διμερούς συμφωνίας Ολλανδίας-Εσθονίας.

Μπορεί η CETA να επηρεάσει το νερό ως φυσικό αγαθό ή τις χρήσεις του στην γεωργία ή την βιομηχανία;

Υπάρχει ο φόβος ότι μέσω της CETA θα διευκολυνθεί η ιδιωτικοποίηση των υδατικών πηγών και η εμπορευματοποίηση του νερού.

Υπάρχει το άρθρο 1.9: «Όπου ένα των μερών επιτρέπει την εμπορική χρήση μιας συγκεκριμένης πηγής πρέπει να το πράττει βάσει των όρων της Συνθήκης». Δεν είναι ξεκάθαρο (νομικά) τι σημαίνει « εμπορική χρήση» ούτε «συγκεκριμένη πηγή». Σε συνδυασμό με τον ορισμό της «Επένδυσης» (CETA σ.39), ο οποίος παρουσιάζεται μάλλον ευρύς αφού «Μορφές επενδύσεων μπορούν να είναι … προσδοκίες προερχόμενες από … παραχωρήσεις γενόμενες βάσει νόμου ή δυνάμει συμφωνίας … συμπεριλαμβάνουν την αναζήτηση, εξόρυξη ή εκμετάλλευση φυσικών αγαθών», είναι ιδιαίτερα δύσκολο να προβλεφθεί ακριβώς το τι και πως θα γίνει, δεδομένο όμως είναι πως το νερό μπορεί να υπαχθεί στις διατάξεις περί εμπορίου και επενδύσεων της Συνθήκης. Περαιτέρω οι ειδικοί κανόνες προστασίας («ορθή και ίση αντιμετώπιση» και «έμμεση απαλλοτρίωση») των ξένων επενδυτών, σαφώς θα παίξουν σημαντικό ρόλο στον τρόπο που οι αρχές (θα) παραχωρούν δικαιώματα σε πηγές, περιορίζοντας παράλληλα την δυνατότητα ανάκτησης αυτών (των δικαιωμάτων) παρά μόνο με πολύ δύσκολο και δαπανηρό τρόπο. Εμμέσως αυτό σαφώς επιτρέπει την νόμιμη αρπαγή πηγών και δικαιωμάτων στο νερό. Η προστασία των επενδυτών σε παρόμοιες συνθήκες (NAFTA, Energy Charta) όπου υπήρξαν διαφορές μεταξύ αυτών και των κρατών πάντα οδήγησε σε λύση υπέρ της εναγούσης ιδιωτικής επιχείρησης [15]. Η CETA δεν περιλαμβάνει κανόνες ορθής προστασίας των δικαιωμάτων στο νερό (ως τέτοια νοούνται η δυνατότητα ανάληψης, εξαγωγής, εκτροπής ή χρήσης) όπου υπάρχει εμπορική χρήση. Η παράλειψη τέτοιων μπορεί αν επηρεάσει σημαντικά την γεωργία και αρκετές βιομηχανίες. Θεωρούμε, λοιπόν, ότι ο μόνος τρόπος ανάγνωσης του αρ. 1.9 είναι ως ενός επί πλέον εργαλείου εμπορευματοποίησης του νερού.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσπαθεί να εισάγει μηχανισμούς αγοράς στα θέματα του νερού [16]. Εδώ και πολλά χρόνια ο τρόπος τιμολόγησης αποτελεί ένα μόνο από τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την εμπορευματοποίησή του. Η ιδέα ότι δικαιώματα στο νερό μπορούν ν’ αποτελέσουν αντικείμενο εμπορίας με στόχο την αποτελεσματικώτερη απόδοση του πόρου είναι ένα νεοφιλελεύθερο mantra, το οποίο, δυστυχώς, υιοθετούν θεσμοί και στην Ευρώπη [17]: ας χρησιμοποιήσουμε τουλάχιστον την εμπειρία της Ισπανίας, της Αυστραλίας ή της Καλιφόρνιας.

Η παραχώρηση δικαιωμάτων στο νερό αποτελεί, σήμερα, αρμοδιότητα των κρατών-μελών. Χρησιμοποιούνται, φυσικά, διάφορα κριτήρια, όχι όμως τέτοια εξαρτώμενα απ’ τις συναλλαγές ή τις επενδύσεις, σε αντίθεση με αυτά που προωθούνται δια εμπορικών Συνθηκών όπως η CETA. Αν τα δικαιώματα στο νερό καταστούν εμπόρευμα ή και εμπορεύσιμα τότε αρχίζουν αμέσως να έχουν εφαρμογή οι κανόνες που τίθενται από την CETA. Έτσι, ακόμη κι αν το κράτος διατηρεί την κυριότητα και έχει κάποιο λέγειν στον τρόπο διανομής, αυτά θα μπορούν να μεταβιβάζονται οπουδήποτε ενώ ο ρόλος της πολιτείας θα περιορισθεί σ’ αυτόν μιας «ρυθμιστικής αρχής».

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: ο όρος «παραχώρηση» στην ΕΕ αναφέρεται στην παραχώρηση υπηρεσιών όπως π.χ. η ύδρευση. Τα δικαιώματα στο νερό δεν ταυτίζονται πάντα με τις παραχωρήσεις και αφορούν στις υδατικές πηγές ασχέτως του αν αυτές χρησιμοποιούνται για δημόσιο, εμπορικό, μη κερδοσκοπικό ή όποιον άλλο σκοπό.

——-

[1] European Commission, 2015. Transatlantic Trade and Investment Partnership. Services and Investment Offer of the European Union

[2] Krajewski, Markus, 2016. Model Clauses for the Exclusion of Public Services from Trade and Investment Agreements

[3] Directive 2014/23/EU of the European Parliament and of the Council of 26 February 2014 on the award of concession contracts

[4] Krajewski, ο.π.

[5] Allianz der öffentlichen Wasserwirtschaft e.V., 2016. Wasserwirtschaft im Sog des Freihandels – CETA

[6] European Parliament resolution of 3 February 2016 containing the European Parliament’s recommendations to the Commission on the negotiations for the Trade in Services Agreement (TiSA)

[7] Διαφόρων συγγραφέων, 2016. The Zombie ISDS

[8] Environmental Justice Atlas Διαφόρων συγγραφέων, 2007. CIADI: Fallo contra el pueblo de Tucumán

[9] Water Remunicipalisation Tracker

[10] Water Remunicipalisation Tracker

[11] International Centre for Settlement of Investment Disputes Kishimoto, S., 2015. Trade Agreements and investor protection: A global threat to public water. In Kishimoto, Lobita et Petitjean, 2015. Our Public Water Future. The Global Experience with Remunicipalisation

[12] Stadtwerke Karlsruhe, 2016. How water supply in Germany would be affected by the EU free trade and investment agreements CETA, TTIP, TiSA

[13] Allianz der öffentlichen Wasserwirtschaft (AöW), 2016. Wasserwirtschaft im Sog des Freihandels – CETA (γερμανικά). Μετάφραση στα γαλλικά: La gestion des ressources en eau dans le sillage du libre échange – CETA

[14] Public Citizen. Tens of Thousands of U.S. Firms Would Obtain New Powers to Launch Investor-State Attacks Against European Policies via CETA and TTIP

[15] Stadtwerke Karlsruhe, 2016, op. cit.

[16] European Water Movement, 2012. Commission’s Blueprint Puts Water and Nature Up For Sale

[17] See for example the seminar Water Market Scenarios for Europe: A response to Water

European Citizens’ Initiative – Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών


Πώς επηρεάζει η CETA το Nερό μας

Η CETA και οι άλλες εμπορικές συμφωνίες είναι από τις μεγαλύτερες απειλές για την περαιτέρω εμπορευματοποίηση και ιδιωτικοποίηση του συλλογικού αγαθού του νερού. Αν και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει τονίσει ότι το νερό θα εξαιρεθεί από την συνθήκη, μια προσεκτική ανάγνωση του τελικού κειμένου δείχνει ότι η κατάσταση είναι διαφορετική. Η οργάνωση Food & Water Europe σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Κίνημα για το νερό (European Water
Movement) μέλος του οποίου είναι και το SAVEGREEKWATER, δημοσίευσε πριν λίγο καιρό αυτόν τον σύντομο οδηγό που δίνει συγκεκριμένες απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα που εγείρονται σχετικά με τις αρνητικές συνέπειες της CETA στον τομέα του νερού όπως η αύξηση της πίεσης για ιδιωτικοποίηση, το γιατί οι υπηρεσίες στην πραγματικότητα δεν προστατεύονται από την οριζόντια εξαίρεση για τις «δημόσιες υπηρεσίες» και ποια προβλήματα θα αντιμετωπίσουν όσοι δήμοι και κράτη θελήσουν να πάρουν πίσω υπό δημόσιο έλεγχο τις υπηρεσίες τους. Ο οδηγός αυτός παρουσιάζει συγκεκριμένους λόγους για το γιατί αυτή η συμφωνία πρέπει να εγκαταλειφθεί, που έρχονται να προστεθούν σε όσους ήδη αναπτύσσονται από πολλές άλλες πλευρές της κοινωνίας των πολιτών.

Βρυξέλλες, Οκτώβριος 2016
Κατά την διάρκεια των μυστικών διαπραγματεύσεων για την Συμφωνία Ελευθέρου Εμπορίου μεταξύ ΕΕ και Καναδά (CETA) η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έπαψε να υποστηρίζει ότι η Σύμβαση δεν αφορά στις Υπηρεσίες Ύδρευσης αλλά και ότι οι τρόποι διαχείρισης τέτοιων και συναφών υπηρεσιών (όπως π.χ. άντληση, καθαρισμός, αποχέτευση) θα παρέμεναν στην αρμοδιότητα των δημοσίων υπηρεσιών. Δυστυχώς μια προσεκτική ανάγνωση του τελικού κειμένου της CETA δείχνει μιαν διαφορετική κατάσταση.
Τα κινήματα Food & Water Europe και European Water Movement νοιώθουν ιδιαίτερη ανησυχία για τους τρόπους με τους οποίους η CETA θα επηρεάσει το νερό ως φυσικό αγαθό αλλά και την διαχείρισή του ως ανθρωπίνου δικαιώματος. Είναι γνωστό πως η CETA θα επηρεάσει την λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών, πράγμα που καθιστά αναγκαία την ανάλυση των πιθανών επιπτώσεών της στις υπηρεσίες ύδρευσης με τρόπο και μεθόδους που να μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τους πολίτες που ενεργοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Ένωση προσπαθώντας να σταματήσουν την αποδοχή της Συνθήκης.
Η Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών Right2Water υπήρξε μια από τις επιτυχέστερες κινητοποιήσεις στην Ευρώπη τα τελευταία έτη καθώς αφύπνισε πολλούς και οδήγησε άλλους ν’ αντιληφθούν την σημασία της παραμονής ή επιστροφής (ανάλογα) των υπηρεσιών ύδρευσης σε δημόσιο έλεγχο και την ανάγκη δημοκρατικής διαχείρισης των υδατίνων πόρων ενώ παράλληλα διέδωσε την θέση πως το νερό είναι δημόσιο αγαθό κι όχι εμπόρευμα. Αισθανόμαστε πως μπορούμε να επενδύσουμε στις εμπειρίες που αποκτήσαμε έτσι αλλά και στην δυναμική του κινήματος για ν’ αποτρέψουμε την αποδοχή της CETA και των άλλων παρομοίων Συνθηκών, καθώς αυτές αποτελούν έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους ιδιωτικοποίησης και εμπορευματοποίησης του νερού.

Περιέχονται στην Συνθήκη το Νερό και οι Υπηρεσίες Ύδρευσης;

Στο άρθρο 1.9, με τίτλο «Δικαιώματα και Υποχρεώσεις σχετικά με το Νερό» περιλαμβάνεται διάταξη, γραμμένη σε ακραιφνώς νομική γλώσσα, σύμφωνα προς την οποία: «… το νερό, στην φυσική του κατάσταση … δεν είναι προϊόν ούτε εμπόρευμα … Κατά συνέπεια τα κεφάλαια [της Συνθήκης] που διέπουν το νερό σ’ αυτήν την κατάσταση είναι τα 22 (Εμπόριο και Αειφόρος Ανάπτυξη) και 24 (Εμπόριο και περιβάλλον)». Το θέμα είναι πως όλες σχεδόν οι χρήσεις του νερού (ύδρευση, αποχέτευση, άρδευση κ.ο.κ. αφορούν σ’ αυτό εξηγμένο από την φυσική του θέση, πράγμα που εύκολα μπορεί να οδηγήσει στην θεώρησή του ως προϊόντος το οποίο, ως εμπορεύσιμο, υπάγεται σαφώς στις διατάξεις της CETA.

Το άρθρο συνεχίζει: «Όταν ένα των μερών επιτρέπει την εμπορική χρησιμοποίηση μιας υδατικής πηγής, αυτό θα πρέπει να συμβαίνει με τρόπο συνάδοντα προς την Σύμβαση». Δεν υπάρχει διευκρίνιση τι σημαίνει «εμπορική χρήση» ούτε «υδατική πηγή», πράγμα το οποίο εύκολα μπορεί να οδηγήσει σε εμπορευματοποίηση του νερού, ιδίως όσον αφορά στον τρόπο με τον οποίο οι αρχές παρέχουν δικαιώματα ύδρευσης. Βάσει των διατάξεων της CETA τα τελευταία μπορούν, πολύ εύκολα, να θεωρηθούν «επένδυση» (βλ. θέμα 8).

Είναι δυνατόν η CETA να αυξήσει την πίεση προς ιδιωτικοποίηση της διαχείρισης των επιχειρήσεων ύδρευσης;

Αυτό είναι δυνατό στην περίπτωση του πόσιμου νερού και πλέον ή βέβαιο σ’ αυτήν της αποχέτευσης.

Η Συνθήκη CETA είναι η πρώτη συνθήκη ελευθέρου εμπορίου (μεταξύ αυτών που τέθηκαν υπό διαπραγμάτευση στην ΕΕ) που περιέχει κατάλογο αρνητικής προσέγγισης στην προστασία των δημοσίων υπηρεσιών. Με τον τρόπο αυτό ό,τι δεν περιλαμβάνεται στην Συνθήκη επηρεάζεται από αυτήν (βάσει της αρχής “list it or lose it”: αν δεν αναφερθεί δεν προστατεύεται). Υπάρχουν δύο παραρτήματα στα οποία μπορούν ν’ αναφερθούν οι εξαιρούμενες δραστηριότητες: το Παράρτημα I, με διατάξεις (νόμους ή διοικητικές πράξεις) που παραβιάζουν τις υποχρεώσεις που προκύπτουν απ’ την Συνθήκη και το Παράρτημα II, όπου θα περιληφθούν υφιστάμενες και μελλοντικές πρακτικές.

Όσον αφορά στις υπηρεσίες ύδρευσης η ΕΕ διετήρησε επιφυλάξεις σχετικά προς την «Πρόσβαση στις Αγορές» και τις «Εθνικές Διατάξεις» που σχετίζονται με την «Συλλογή, επεξεργασία και διανομή του ύδατος» με παραπομπή στο Παράρτημα II (Επιφυλάξεις για τις Υπηρεσίες Ύδρευσης).

Στην πράξη όμως μόνο μια σειρά τεσσάρων επιφυλάξεων, ήτοι «Πρόσβαση στις Αγορές», «Εθνικές Πρακτικές», «Πλέον ευνοούμενο κράτος» και «Απαιτήσεις Απόδοσης» και μόνο όπου συντρέχουν όλες, μπορεί να διασφαλίσει πως μια υπηρεσία δεν θα διέπεται από τις διατάξεις της CETA. Για παράδειγμα κατά τις διαπραγματεύσεις για την TTIP[1], πρόταση της ΕΕ περιείχε (σε σχέση προς τις επιχειρήσεις ύδρευσης) επιφυλάξεις στα κεφάλαια «Εθνικές Πρακτικές», «Πλέον ευνοούμενο κράτος», «Απαιτήσεις Απόδοσης» και «Ανώτατοι Διαχειριστές-Διοικητικά Συμβούλια». Δεν κατανοούμε γιατί παρόμοιες (επιφυλάξεις), ενώ προτάθηκαν έναντι των ΗΠΑ, δεν υφίστανται στην διαπραγμάτευση με τον Καναδά.

Θα πρέπει επίσης ν’ αναφερθεί πως αν και οι υπηρεσίες παροχής ποσίμου ύδατος περιέχονται στις επιφυλάξεις του Παραρτήματος II, ακόμη και σ’ αυτές εφαρμόζονται οι αρχές της προστασίας των επενδύσεων [2].

Ως προς την Αποχέτευση μόνο η Γερμανία προέβαλε επιφύλαξη για την «Πρόσβαση στις Αγορές» όσον αφορά στον τομέα υπηρεσιών «Αποβλήτων, Διάθεσης Αποβλήτων και Αποχέτευσης», πράγμα που σημαίνει πως σ’ όλα τα υπόλοιπα κράτη-μέλη θα ισχύουν οι διατάξεις της CETA ακόμη κι αν αυτές βρίσκονται σε αντίθεση προς το αρ. 12 της Οδηγίας Παραχωρήσεων της ΕΕ (δυνάμει του οποίου η Οδηγία δεν ισχύει σε περιπτώσεις Παραχώρησης της Διάθεσης ή της Επεξεργασίας των Αποβλήτων [3]).

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ισχυρίζεται πως η οριζόντια «Εξαίρεση ΔΕΚΟ» προστατεύει τις Επιχειρήσεις Ύδρευσης

Βάσει Μελέτης την οποία παρήγγειλαν η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Δημοσίων Υπηρεσιών (EPSU) και το Αυστριακό Εργατικό Επιμελητήριο [4] η συγκεκριμένη διάταξη περιέχει σκοτεινά σημεία, παρά το ότι αποτελεί ένα από τα σημαντικώτερα όπλα της ΕΕ στις περιπτώσεις εμπορικών συμφωνιών.
Ο τρόπος προστασίας που εφαρμόζεται στην ΕΕ δεν περιλαμβάνει προστασία της επένδυσης.
Η ορολογία που χρησιμοποιείται παραμένει αμφίσημη καθώς όροι όπως «δημόσιες παροχές (public utilities)» δεν διαθέτουν ερμηνεία στο Διεθνές Δίκαιο ούτε έχουν αντίστοιχο στο Δίκαιο της ΕΕ.

Επίσης η διάταξη για τις «Δημόσιες παροχές» απλώς προστατεύει κατά της Πρόσβασης στις Αγορές όχι όμως στην περίπτωση των «Εθνικών Πρακτικών». Έτσι επιχειρήσεις με έδρα στον Καναδά, μόλις ιδρύσουν μια θυγατρική σε κράτος-μέλος της ΕΕ θα απολαμβάνουν όλων των προνομίων που τώρα έχουν οι τοπικές επιχειρήσεις.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δηλώνει πως αυτό το σύστημα διασφαλίζει μιαν εικοσαετία προστασίας. Εμείς απλώς οφείλουμε ν’ αναγνωρίσουμε πως μέχρι σήμερα καμιά εμπορική συνθήκη δεν έχει απαγορεύσει σε κράτη-μέλη να παρέχουν δημόσιες υπηρεσίες. Βάσει όμως των συμπερασμάτων του δρ. Krajewski, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τους περιορισμούς που θα δεσμεύουν τις κυβερνήσεις (αν η CETA γίνει αποδεκτή) καθώς αυτές θα πρέπει στο εξής να λαμβάνουν υπ’ όψη όλες τις επιβαλλόμενες από την Συνθήκη υποχρεώσεις. Το ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν υπάρξει αντιρρήσεις στο ισχύον σύστημα επ’ ουδενί σημαίνει πως τέτοιες δεν θα υπάρξουν στο μέλλον υπό τις νέες διατάξεις. Το παρόν σύστημα υπάρχει από την εποχή της Συνθήκης GATS (το 1995), στο μεσολαβήσαν δε διάστημα η ΕΕ έχει υπογράψει εμπορικές συνθήκες με αναπτυσσόμενες χώρες και αναδυόμενες αγορές (Μεξικό, Χιλή, Ν. Κορέα, Περού κ.ο.κ.). Ουδεμιά των αντισυμβληθεισών χωρών ήταν αρκούντως ισχυρή ώστε να δύναται να επεκταθεί στον τομέα των δημοσίων υπηρεσιών στο εσωτερικό της ΕΕ. Ο Καναδάς (της CETA) και οι ΗΠΑ (με την TTIP) είναι καταφανώς εντελώς διαφορετικές περιπτώσεις.

Όσον αφορά στην αποχέτευση υπάρχει (όπως ήδη ειπώθηκε) μια μόνο (γερμανική) επιφύλαξη σχετική με την επεξεργασία των αποβλήτων και ο γενικός όρος «Περί Δημοσίων Παροχών», όπου περιέχονται περιβαλλοντικά θέματα που περιέχουν και την διαχείριση των αποβλήτων. Το ερώτημα τι συμβαίνει όταν ένας γενικός όρος (αυτός ο «Περί Δημοσίων Παροχών») είναι αντίθετος σε έναν ειδικό (όπως στην περίπτωση ης ειδικής απελευθέρωσης στον τομέα των περιβαλλοντικών υπηρεσιών) μπορεί ν’ απαντηθεί εύκολα απ’ οποιονδήποτε στοιχειωδώς κατηρτισμένο σε νομικά θέματα: ο Ειδικός όρος υπερισχύει!

Η Γερμανική Ένωση Δημοσίων Επιχειρήσεων Ύδρευσης ανεκάλυψε ακόμη ένα κενό που μπορεί να επηρεάσει τις υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης: πρόκειται για την ενσωμάτωση του όρου «Περί Δημοσίων Παροχών» στον Κατάλογο Αρνητικής προσέγγισης (βλ. παραπάνω).[5]

Μπορεί η CETA να δημιουργήσει προβλήματα σε απόπειρες επιστροφής των υπηρεσιών ύδρευσης-αποχέτευσης σε δημόσιο έλεγχο;

Η απάντηση είναι σαφώς «ΝΑΙ»! Τούτο βασίζεται στην επίδραση της Συνεργασίας σε Κανονιστικό Επίπεδο, στις διαδικασίες Αναστολής και στην διαιτησία μεταξύ Επενδυτών και Κρατών (πρώην ISDS, ήδη ICS).

Στην CETA, όπως και σε παρόμοιες εμπορικές συνθήκες, υπάρχει Μηχανισμός Συνεργασίας σε Κανονιστικό Επίπεδο, βάσει του οποίου επιβάλλεται συνεργασία στην ερμηνεία και στην διαμόρφωση των ισχυόντων και των μελλοντικών κανόνων (νόμων κ.ο.κ.) στο βαθμό που αυτοί επηρεάζουν το εμπόριο ή τις επενδύσεις. Η όποια υπερεθνική επιχείρηση προφανώς (θα) διάκειται αρνητικά στην ύπαρξη ή ψήφιση νόμου που (θα) θίγει τα συμφέροντά της. Εκτός του κινδύνου που διατρέχει ένα κράτος να συρθεί ενώπιον ενός Ιδιωτικού Δικαστηρίου Επενδύσεων (ISDS/ICS), ο Μηχανισμός Συνεργασίας μπορεί εύκολα ν’ αναστείλει επ’ αόριστον την ψήφιση νόμων που ενισχύουν ή και απλώς προστατεύουν το δημόσιο συμφέρον ή τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ας μην παραβλέπουμε επίσης την ενυπάρχουσα στον Μηχανισμό δυνατότητα αποδυνάμωσης μέχρι και κατάργησης των ισχυουσών, ωφελίμων για το κοινωνικό σύνολο, διατάξεων.

Υπό τέτοιου τύπου Εμπορικές Συνθήκες άπαξ και κάποιος τομέας «απελευθερώθηκε» (με την μη αναφορά του στο Παράρτημα II) δεν υπάρχει τρόπος ανατροπής του αποτελέσματος. Επιτρέπονται αλλαγές μόνο στον βαθμό που αυτές περαιτέρω απελευθερώνουν τον τομέα, πράγμα που έχει παρατηρηθεί σε Συνθήκες Ελευθέρου Εμπορίου όπως η NAFTA. Σημαντική εδώ υπάρχει η άρνηση του Ευρωκοινοβουλίου να αποδεχθεί τέτοιες πρακτικές στην Απόφασή του σχετικά με την TiSA[6].

Ίσως το πλέον ανησυχητικό στην CETA είναι η διαδικασία επίλυσης διαφορών επενδυτών-κρατών (ISDS). Δυνάμει αυτής υπερεθνικές επιχειρήσεις μπορούν να ενάγουν κράτη ενώπιον Ιδιωτικών Δικαστηρίων (Διαιτητών) στην περίπτωση που θεωρήσουν ότι οι προσδοκίες των για κέρδη ή οι εμπορικές πρακτικές των θίγονται από αλλαγές στην πολιτική ή την νομοθεσία. Η Διαδικασία αυτή δίνει στις επιχειρήσεις την δυνατότητα να προσβάλουν και ν’ ανατρέψουν την εθνική νομοθεσία αλλά και ν’ αναζητήσουν αποζημίωση ανερχομένη συνήθως σε πολλά εκατομμύρια Ευρώ. Αν και η διαδικασία διαφέρει κάπως αυτής της περιεχομένης στην TTIP (μετά την κατακραυγή που υπήρξε), τ’ αποτελέσματά της παραμένουν ως επί το πλείστον τα ίδια. [7].

Περιπτώσεις, όπως αυτή της Αργεντινής (κατωτέρω υπό 5) κατέδειξαν πως όταν μια δημόσια αρχή αποπειράται, ακόμη και κατόπιν παραβάσεων της σύμβασης από την άλλη πλευρά, ν’ αναλάβει εκ νέου μιαν επιχείρηση ύδρευσης, ο ιδιώτης μπορεί, καταφεύγοντας σε Διαιτησία, ν’ αποκομίσει μιαν σημαντική αποζημίωση.

Υπάρχουν υποθέσεις Επίλυσης Διαφορών που σχετίζονται με το νερό και την διαχείρισή του;

Έχουν υπάρξει αρκετές περιπτώσεις όπου δημόσιες αρχές σύρθηκαν σε ιδιωτική διαιτησία κατόπιν διαφορών με ιδιωτικές επιχειρήσεις ύδρευσης.

Πρώτο παράδειγμα είναι η Αργεντική, η οποία έχασε σε τρεις υποθέσεις εναντίον διεθνών επενδυτών, όταν επεχείρησε ν’ ανακτήσει επιχειρήσεις ύδρευσης. Καταδικάσθηκε να καταβάλει $105 εκ. στην Vivendi (ήδη Veolia) όταν κατήγγειλε την σύμβαση ύδρευσης στην επαρχία Tucumán μετά την αύξηση των τιμών προς 104% με ταυτόχρονη άρνηση επένδυσης στο δίκτυο πράγμα που οδήγησε σε χειροτέρευση της ποιότητας του νερού [8]. Η Αργεντινή επίσης έχασε σε διαιτησία κατά της Azurix (θυγατρικής της Enron) και αναγκάσθηκε να πληρώσει $165 εκ. όταν την διαχείριση της ύδρευσης και αποχέτευσης στην επαρχία Buenos Aires ανέλαβε μια Συνεργατική Εργαζομένων μετά την αποχώρηση της εταιρίας [9]. Η τρίτη χαμένη διαιτησία της Αργεντινής ήταν κατά των Suez, AGBAR και Vivendi, όταν η πόλη του Buenos Aires απεφάσισε να επαναδημοτικοποιήσει την επιχείρηση ύδρευσης λόγω προβλημάτων στην ποιότητα, ελλείψεων στην διαχείριση των αποβλήτων και υψηλών τιμών [10].

Αλλού μια απλή διαφωνία ως προς το ύψος των χρεώσεων ήρκεσε ώστε η Tallinna Vesi (ιδιωτική επιχείρηση που διαχειρίζεται την ύδρευση στο Tallin (Εσθονία), να ενάγει την εσθονική κυβέρνηση βάσει μιας διμερούς επενδυτικής συμφωνίας. Η Tallina Vesi είναι θυγατρική της United Utilities, βρετανικής εταιρίας με έδρα στην Ολλανδία. a UK company registered in the Netherlands. Χρησιμοποιούν την Διμερή Επενδυτική Συνθήκη μεταξύ Ολλανδίας-Εσθονίας ισχυριζόμενοι παράβασή της από πλευράς εσθονικής κυβέρνησης, η οποία δεν επιτρέπει αύξηση των χρεώσεων και αναζητούν €90 εκ. ως αναμενόμενα κέρδη για όλη την διάρκεια της σύμβασης [11].

Μπορεί η CETA ν’ αποδειχθεί προβληματική για τις λειτουργούσες δημόσιες επιχειρήσεις ύδρευσης;

Η Stadtwerke Karlsruhe, επιχείρηση της οποίας τον έλεγχο έχει ο Δήμος Καρλσρούης, θεωρεί πως ναι! [12].

Σύμφωνα προς την ανάλυσή της τα δικαιώματα στο νερό, κατά την CETA, θεωρούνται επενδύσεις, ως τέτοιες δε υπόκεινται στην προστασία επενδύσεων της Συνθήκης, βάσει της οποίας εξωεθνικές επιχειρήσεις απολαμβάνουν περισσότερα τέτοια απ’ όσα οι τοπικές-εθνικές (όπως αυτή). Το πρόβλημα θα μπορούσε να εμφανισθεί με την μορφή διεκδίκησης από τους ξένους μιας πηγής την οποία ήδη διαχειρίζεται τοπική επιχείρηση (τούτο θεωρείται ιδιαιτέρως πιθανό). Άλλο πρόβλημα θα μπορούσε να δημιουργηθεί σε ζώνες προστασίας αν ο οποιοσδήποτε επενδυτής θεωρήσει ότι η επένδυσή του περιλαμβάνεται σε μια τέτοια. Τέλος προβλήματα παρουσιάζονται στην υποχρέωση των δημοσίων και δημοτικών επιχειρήσεων να εφαρμόζουν τις διατάξεις της ΕΕ σε θέματα προμηθειών, θέτοντάς τις έτσι σε θέση μειονεκτική έναντι των ιδιωτών, οι οποίοι, ούτως ή άλλως, τυγχάνουν και ειδικής προστασίας.

Η Ομοσπονδία Γερμανικών Δημοσίων Επιχειρήσεων Ύδρευσης προχώρησε παραπέρα [13]. Σύμφωνα προς την δική της ανάλυση οι επιφυλάξεις που διετύπωσε η ΕΕ σχετικά με την «Άντληση, Επεξεργασία και Διανομή Ύδατος» δεν περιλαμβάνει όλες τις δραστηριότητες, πολλώ δε μάλλον όσες είναι δυνατόν να εμφανισθούν στο μέλλον. Λόγω της αρνητικής προσέγγισης που ισχύει στην CETA δεν προστατεύεται η δυνατότητα δημοσίων και δημοτικών επιχειρήσεων να εφαρμόσουν καινοτόμες πρακτικές όπως η αύξηση της ενεργειακής αυτάρκειας ή η ανάκτηση υλικών από απόβλητα. Ήδη ο γερμανικός Νόμος περιλαμβάνει σχετικές διατάξεις υπό την CETA, όμως, οι δημόσιες επιχειρήσεις ύδρευσης θα πρέπει για τέτοιες δραστηριότητες να στραφούν στην ελεύθερη αγορά και σε ξένους επενδυτές.

Η Ομοσπονδία επίσης παραπονείται επειδή η ευρωπαϊκή νομοθεσία και αυτή των κρατών-μελών της ΕΕ δεν περιελήφθη στο Παράρτημα I, πράγμα το οποίο σημαίνει πως οι σημερινές πρακτικές μπορούν εύκολα να βρεθούν υπό αμφισβήτηση. Φοβούνται επίσης ότι οι διατάξεις για τις δημόσιες προμήθειες θα περιορίσουν την δυνατότητα των (δημοσίων και δημοτικών) επιχειρήσεων να συνεργασθούν με άλλες όμοιες χωρίς απαραιτήτως να τις ανταγωνίζονται. Η μη ενσωμάτωση στην CETA της Αρχής Προφύλαξης, που αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, σε συνδυασμό με την διαδικασία συνεργασίας που μπορεί να επηρεάσει τις αποφάσεις των εθνικών κοινοβουλίων, δημιουργεί κινδύνους που μπορούν να πλήξουν την δημόσια υγεία, το περιβάλλον και φυσικά τις πηγές του νερού.

Οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις νερού είναι ευρωπαϊκές. Αυτό δεν κάνει το πρόβλημα μάλλον καναδικό παρά δικό μας;

Ναι, φυσικά θα υπάρξει πρόβλημα για τις καναδικές δημόσιες επιχειρήσεις ύδρευσης. Τόσο όμως οι ευρωπαϊκές όσο και οι καναδικές ιδιωτικές επιχειρήσεις είναι θυγατρικές ή συγγενείς προς τις ίδιες μεγάλες υπερεθνικές όπως η Veolia, η Nestlé, η Suez και η Coca-Cola). Η CETA (όπως και η TTIP) παρέχουν σ’ αυτές τις υπερεθνικές μοναδικές ευκαιρίες ν’ αποκτήσουν πρόσβαση σε επιχειρήσεις ύδρευσης και σχετιζόμενες με αυτήν: αυτοί που έχουν μόνο να χάσουν είναι οι χρήστες τέτοιων υπηρεσιών και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού.

Η CETA παρέχει ειδικά προνόμια σε μη ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και επενδυτές, αλλ’ όχι μόνο απ’ τον Καναδά. Απλώς αναλογισθείτε πως από τις 51.495 λειτουργούσες σε κράτη-μέλη της ΕΕ θυγατρικές αμερικανικών επιχειρήσεων οι 41.811 ανήκουν σε τέτοιες που διαθέτουν επίσης θυγατρικές στον Καναδά [14]. Οποιαδήποτε από αυτές μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να στηρίξει υπόθεση ενώπιον του ιδιωτικού διαιτητικού δικαστηρίου ICS. Το ίδιο μπορούν να πράξουν και ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που έχουν θυγατρικές στις ΗΠΑ ή στον Καναδά.

Σαφές παράδειγμα του πως το ISDS/ICS λειτουργεί πέραν των εθνικών εννόμων τάξεων είναι το προαναφερθέν για την Εσθονία, όπου μια βρετανική εταιρία χρησιμοποίησε την ολλανδική θυγατρική της για να προχωρήσει σε διαιτησία βάσει της διμερούς συμφωνίας Ολλανδίας-Εσθονίας.

Μπορεί η CETA να επηρεάσει το νερό ως φυσικό αγαθό ή τις χρήσεις του στην γεωργία ή την βιομηχανία;

Υπάρχει ο φόβος ότι μέσω της CETA θα διευκολυνθεί η ιδιωτικοποίηση των υδατικών πηγών και η εμπορευματοποίηση του νερού.

Υπάρχει το άρθρο 1.9: «Όπου ένα των μερών επιτρέπει την εμπορική χρήση μιας συγκεκριμένης πηγής πρέπει να το πράττει βάσει των όρων της Συνθήκης». Δεν είναι ξεκάθαρο (νομικά) τι σημαίνει « εμπορική χρήση» ούτε «συγκεκριμένη πηγή». Σε συνδυασμό με τον ορισμό της «Επένδυσης» (CETA σ.39), ο οποίος παρουσιάζεται μάλλον ευρύς αφού «Μορφές επενδύσεων μπορούν να είναι … προσδοκίες προερχόμενες από … παραχωρήσεις γενόμενες βάσει νόμου ή δυνάμει συμφωνίας … συμπεριλαμβάνουν την αναζήτηση, εξόρυξη ή εκμετάλλευση φυσικών αγαθών», είναι ιδιαίτερα δύσκολο να προβλεφθεί ακριβώς το τι και πως θα γίνει, δεδομένο όμως είναι πως το νερό μπορεί να υπαχθεί στις διατάξεις περί εμπορίου και επενδύσεων της Συνθήκης. Περαιτέρω οι ειδικοί κανόνες προστασίας («ορθή και ίση αντιμετώπιση» και «έμμεση απαλλοτρίωση») των ξένων επενδυτών, σαφώς θα παίξουν σημαντικό ρόλο στον τρόπο που οι αρχές (θα) παραχωρούν δικαιώματα σε πηγές, περιορίζοντας παράλληλα την δυνατότητα ανάκτησης αυτών (των δικαιωμάτων) παρά μόνο με πολύ δύσκολο και δαπανηρό τρόπο. Εμμέσως αυτό σαφώς επιτρέπει την νόμιμη αρπαγή πηγών και δικαιωμάτων στο νερό. Η προστασία των επενδυτών σε παρόμοιες συνθήκες (NAFTA, Energy Charta) όπου υπήρξαν διαφορές μεταξύ αυτών και των κρατών πάντα οδήγησε σε λύση υπέρ της εναγούσης ιδιωτικής επιχείρησης [15]. Η CETA δεν περιλαμβάνει κανόνες ορθής προστασίας των δικαιωμάτων στο νερό (ως τέτοια νοούνται η δυνατότητα ανάληψης, εξαγωγής, εκτροπής ή χρήσης) όπου υπάρχει εμπορική χρήση. Η παράλειψη τέτοιων μπορεί αν επηρεάσει σημαντικά την γεωργία και αρκετές βιομηχανίες. Θεωρούμε, λοιπόν, ότι ο μόνος τρόπος ανάγνωσης του αρ. 1.9 είναι ως ενός επί πλέον εργαλείου εμπορευματοποίησης του νερού.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσπαθεί να εισάγει μηχανισμούς αγοράς στα θέματα του νερού [16]. Εδώ και πολλά χρόνια ο τρόπος τιμολόγησης αποτελεί ένα μόνο από τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την εμπορευματοποίησή του. Η ιδέα ότι δικαιώματα στο νερό μπορούν ν’ αποτελέσουν αντικείμενο εμπορίας με στόχο την αποτελεσματικώτερη απόδοση του πόρου είναι ένα νεοφιλελεύθερο mantra, το οποίο, δυστυχώς, υιοθετούν θεσμοί και στην Ευρώπη [17]: ας χρησιμοποιήσουμε τουλάχιστον την εμπειρία της Ισπανίας, της Αυστραλίας ή της Καλιφόρνιας.

Η παραχώρηση δικαιωμάτων στο νερό αποτελεί, σήμερα, αρμοδιότητα των κρατών-μελών. Χρησιμοποιούνται, φυσικά, διάφορα κριτήρια, όχι όμως τέτοια εξαρτώμενα απ’ τις συναλλαγές ή τις επενδύσεις, σε αντίθεση με αυτά που προωθούνται δια εμπορικών Συνθηκών όπως η CETA. Αν τα δικαιώματα στο νερό καταστούν εμπόρευμα ή και εμπορεύσιμα τότε αρχίζουν αμέσως να έχουν εφαρμογή οι κανόνες που τίθενται από την CETA. Έτσι, ακόμη κι αν το κράτος διατηρεί την κυριότητα και έχει κάποιο λέγειν στον τρόπο διανομής, αυτά θα μπορούν να μεταβιβάζονται οπουδήποτε ενώ ο ρόλος της πολιτείας θα περιορισθεί σ’ αυτόν μιας «ρυθμιστικής αρχής».

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: ο όρος «παραχώρηση» στην ΕΕ αναφέρεται στην παραχώρηση υπηρεσιών όπως π.χ. η ύδρευση. Τα δικαιώματα στο νερό δεν ταυτίζονται πάντα με τις παραχωρήσεις και αφορούν στις υδατικές πηγές ασχέτως του αν αυτές χρησιμοποιούνται για δημόσιο, εμπορικό, μη κερδοσκοπικό ή όποιον άλλο σκοπό.

——-

[1] European Commission, 2015. Transatlantic Trade and Investment Partnership. Services and Investment Offer of the European Union

[2] Krajewski, Markus, 2016. Model Clauses for the Exclusion of Public Services from Trade and Investment Agreements

[3] Directive 2014/23/EU of the European Parliament and of the Council of 26 February 2014 on the award of concession contracts

[4] Krajewski, ο.π.

[5] Allianz der öffentlichen Wasserwirtschaft e.V., 2016. Wasserwirtschaft im Sog des Freihandels – CETA

[6] European Parliament resolution of 3 February 2016 containing the European Parliament’s recommendations to the Commission on the negotiations for the Trade in Services Agreement (TiSA)

[7] Διαφόρων συγγραφέων, 2016. The Zombie ISDS

[8] Environmental Justice Atlas Διαφόρων συγγραφέων, 2007. CIADI: Fallo contra el pueblo de Tucumán

[9] Water Remunicipalisation Tracker

[10] Water Remunicipalisation Tracker

[11] International Centre for Settlement of Investment Disputes Kishimoto, S., 2015. Trade Agreements and investor protection: A global threat to public water. In Kishimoto, Lobita et Petitjean, 2015. Our Public Water Future. The Global Experience with Remunicipalisation

[12] Stadtwerke Karlsruhe, 2016. How water supply in Germany would be affected by the EU free trade and investment agreements CETA, TTIP, TiSA

[13] Allianz der öffentlichen Wasserwirtschaft (AöW), 2016. Wasserwirtschaft im Sog des Freihandels – CETA (γερμανικά). Μετάφραση στα γαλλικά: La gestion des ressources en eau dans le sillage du libre échange – CETA

[14] Public Citizen. Tens of Thousands of U.S. Firms Would Obtain New Powers to Launch Investor-State Attacks Against European Policies via CETA and TTIP

[15] Stadtwerke Karlsruhe, 2016, op. cit.

[16] European Water Movement, 2012. Commission’s Blueprint Puts Water and Nature Up For Sale

[17] See for example the seminar Water Market Scenarios for Europe: A response to Water

European Citizens’ Initiative – Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών


Πώς επηρεάζει η CETA το Nερό μας

Γραμματοσειρά
Αντίθεση