22 October, 2017
Home / Περιβαλλον (Page 4)

Η ζωή είναι σαν ένα μυστήριο δάσος γεμάτο πολύχρωμα λουλούδια αλλά και δηλητηριώδη φυτά, γεμάτο με άγρια θηρία που απειλούν τη ζωή σου, αλλά και ήμερα ζώα που θα σε προφυλάξουν από την απειλή των πρώτων. Πολλοί άνθρωποι ωστόσο δεν μπλέκονται σε αυτήν την περιπέτεια. Στέκονται σε ένα ξέφωτο παριστάνοντας τους πεφωτισμένους. Κάποια θεία φώτιση νομίζουν, μάλλον, πως έχουν δεχθεί η οποία τους παραχωρεί τη δικαιοδοσία να εντοπίζουν τα αρνητικά στοιχεία της προσωπικότητας των υπολοίπων, παραλείποντας τα χιλιάδες αλλά θετικά που μπορεί να έχουν.

Στέκονται λοιπόν σε απόσταση ασφαλείας (μακριά από κάθε είδους δράση) παρατηρώντας ενα μονάχα δέντρο το οποίο πράγματι μπορεί να είναι σάπιο εσωτερικά, χωρίς άνθη και τόσο μεγαλεπήβολο που να κρύβει τον ήλιο… Υπάρχει όμως και ενα ολόκληρο δάσος που χάνουν παραμένοντας σε εκείνο το ξέφωτο. Ενα ξέφωτο που τους παρέχει ασφάλεια και κριτική δύναμη, τους στερεί όμως ερεθίσματα δημιουργικής σκέψης αφού σε εκείνο το ξέφωτο δεν βρίσκεται καμία πηγή έμπνευσης που να τρέχει φρέσκο νερό απο τα ψηλά βουνά που πλησιάζουν τον ήλιο και φωτίζονται απο αυτόν.

Υποθέτω όμως ότι δεν ενδιαφέρονται για αυτού του είδους την ελευθερία, έχουν περιοριστεί σε ενα άλλο είδος ελευθερίας, αυτό της λεκτικής έκφρασης. Περιορίζονται στο να επικρίνουν τον κόσμο που τους περιβάλλει αδιαφορώντας για τα συναισθήματα που προκαλούν στον εκάστοτε κρινόμενο. Η δυνατότητά τους αυτή δεν ισοδυναμεί με την πραγματική ελευθερία (τουλάχιστον έτσι όπως ορίζεται για εμένα η ελευθερία). Είναι μια ψευδαίσθησή της, η οποία περιορίζει το άτομα μονάχα σε εκείνο το μικρό ξέφωτο της ασφάλειας που επικρατεί τόσο όσο φως χρειάζεται για να μην ξεμυτίσει πιο πέρα.

Ο επικριτικός άνθρωπος ίσως (προ)τιμάει τα ιδεαλιστικά πρότυπα του νου του, πρότυπα τελειότητας εκτός ρεαλιστικού τόπου και χρόνου. Πιθανόν χρειάζεται καθολικούς και αιώνιους κανόνες για να ζήσει «σωστά». Την ασφάλεια των κανόνων χρειάζεται άραγε ή την ασφάλεια που προσφέρει η επίκριση; Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν θεμελιώσει τη ζωή τους πάνω σε θρησκευτικές εντολές και ηθικούς κώδικες, και είναι απολύτως κατανοητό. Το γενογός όμως ότι κάποιος χρησιμοποιεί τους ρητούς ή άρρητους κανόνες για να θίξει, σημαίνει οτι τέρπεται απο την συμπεριφορά του. Διαφορετικά γιατί να γεμίζει αρνητισμό εξωτερικεύοντάς τον με τέτοιο τροπο;

Μια πιθανή απάντηση είναι ότι μαζί με τον αρνητισμό βιώνει και συναισθήματα ανωτερότητας. Υψώνει ενα βάθρο, στο οποίο τοποθετεί τον εαυτό του διαχωρίζοντάς τον από τους υπόλοιπους «κοινούς θνητούς». Η στάση ζωής που ακολουθεί του δίνει μια ιδιότητα με την οποία πορεύεται εκ του ασφαλούς αφού πια έχει βρει μια σταθερή ταυτότητα. Όλοι οι άνθρωποι άλλωστε έχουμε αυτού του είδους την ανάγκη: να αυτοπροσδιοριστούμε διαχωρίζοντας τον εαυτό μας απο το σύνολο και να ανακαλύψουμε σταθερά στοιχεία του εαυτού μας, τα οποία θα μας συνοδεύουν στο υπόλοιπο της ζωής μας. Ο επικριτικός άνθρωπος όμως αυτοπροσδιορίζεται στη θεωρία, αλλά απο φόβο μένει στην αδράνεια.

Η κριτική ικανότητα σχετίζεται με την αφαιρετική σκέψη. Την ικανότητα να διαχωρίζεις από ένα εννιαίο σύνολο (δάσος) τα επιμέρους στοιχεία (δέντρα). Η διαφορά του απο τον επικριτικό είναι ότι ο δεύτερος εστιάζει σε ενα δέντρο και γενικεύει βγάζοντας αμέσως συμπεράσματα όχι τόσο επαινετικά. Εντούτοις, προσωπικά πιστεύω, ότι και ενας επικριτικός άνθρωπος δεν παύει να είναι ένας πραγματικά έξυπνος άνθρωπος (με την έννοια που περιέγραψα) που όμως δεν ξέρει να χρησιμοποιεί τα χαρίσματά του προς όφελός του.

Την ικανότητα να κοιτούν και να βλέπουν δεν την έχουν πολλοί άνθρωποι, μόνο οι πολύ ευαίσθητοι. Και εννοώ όλους αυτούς που καθημερινά κατακλύζονται απο ερεθίσματα. Οι αισθήσεις τους επιτρέπουν σε αυτά να τις διαπεράσουν και τελικά να αγγίξουν το άτομο σε βάθος. Όλοι οι καλλιτέχνες, οι ποιητές, οι ζωγράφοι, οι ηθοποιοί είναι απλά άνθρωποι που κοινωνούν, ό,τι πολύ εύκολα λαμβάνουν απο τα ευαίσθητα αισθητήρια όργανά τους, με θετικά αποτελέσματα. Τραβούν σαν μαγνήτης την ομορφιά και πεισματικά εμμένουν σε αυτήν, ώσπου να γίνει δημιουργία.

Ένα νόμισμα δεν έχει ποτέ μια πλευρά μόνο. Ίσως πίσω σου κρύβεται ένας παράδεισος και μετά απο χρόνια αρνητισμού, όταν πια το συνειδητοποιήσεις, να είναι αργά. Το πιο αβάσταχτο πένθος που μπορεί να βιώσει κανείς, είναι αυτό των εν δυνάμει δυνατοτήτων μας που ποτέ δεν ενεργοποιήθηκαν. Αυτό που η ζωή μας αξίωσε να ζήσουμε αλλά δεν τα καταφέραμε. Δεν είναι αργά να εγκαταλείψεις την ασφάλεια. Το πιο άγριο «θηρίο του δάσους» άλλωστε, είναι το μυαλό σου και αυτό πρέπει να τιθασεύσεις, τίποτα άλλο.

Νέλλη Μωραΐτη

Αυτοί που βλέπουν το δέντρο και χάνουν το δάσος

Η ζωή είναι σαν ένα μυστήριο δάσος γεμάτο πολύχρωμα λουλούδια αλλά και δηλητηριώδη φυτά, γεμάτο με άγρια θηρία που απειλούν τη ζωή σου, αλλά και ήμερα ζώα που θα σε προφυλάξουν από την απειλή των πρώτων. Πολλοί άνθρωποι ωστόσο δεν μπλέκονται σε αυτήν την περιπέτεια. Στέκονται σε ένα ξέφωτο παριστάνοντας τους πεφωτισμένους. Κάποια θεία φώτιση νομίζουν, μάλλον, πως έχουν δεχθεί η οποία τους παραχωρεί τη δικαιοδοσία να εντοπίζουν τα αρνητικά στοιχεία της προσωπικότητας των υπολοίπων, παραλείποντας τα χιλιάδες αλλά θετικά που μπορεί να έχουν.

Στέκονται λοιπόν σε απόσταση ασφαλείας (μακριά από κάθε είδους δράση) παρατηρώντας ενα μονάχα δέντρο το οποίο πράγματι μπορεί να είναι σάπιο εσωτερικά, χωρίς άνθη και τόσο μεγαλεπήβολο που να κρύβει τον ήλιο… Υπάρχει όμως και ενα ολόκληρο δάσος που χάνουν παραμένοντας σε εκείνο το ξέφωτο. Ενα ξέφωτο που τους παρέχει ασφάλεια και κριτική δύναμη, τους στερεί όμως ερεθίσματα δημιουργικής σκέψης αφού σε εκείνο το ξέφωτο δεν βρίσκεται καμία πηγή έμπνευσης που να τρέχει φρέσκο νερό απο τα ψηλά βουνά που πλησιάζουν τον ήλιο και φωτίζονται απο αυτόν.

Υποθέτω όμως ότι δεν ενδιαφέρονται για αυτού του είδους την ελευθερία, έχουν περιοριστεί σε ενα άλλο είδος ελευθερίας, αυτό της λεκτικής έκφρασης. Περιορίζονται στο να επικρίνουν τον κόσμο που τους περιβάλλει αδιαφορώντας για τα συναισθήματα που προκαλούν στον εκάστοτε κρινόμενο. Η δυνατότητά τους αυτή δεν ισοδυναμεί με την πραγματική ελευθερία (τουλάχιστον έτσι όπως ορίζεται για εμένα η ελευθερία). Είναι μια ψευδαίσθησή της, η οποία περιορίζει το άτομα μονάχα σε εκείνο το μικρό ξέφωτο της ασφάλειας που επικρατεί τόσο όσο φως χρειάζεται για να μην ξεμυτίσει πιο πέρα.

Ο επικριτικός άνθρωπος ίσως (προ)τιμάει τα ιδεαλιστικά πρότυπα του νου του, πρότυπα τελειότητας εκτός ρεαλιστικού τόπου και χρόνου. Πιθανόν χρειάζεται καθολικούς και αιώνιους κανόνες για να ζήσει «σωστά». Την ασφάλεια των κανόνων χρειάζεται άραγε ή την ασφάλεια που προσφέρει η επίκριση; Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν θεμελιώσει τη ζωή τους πάνω σε θρησκευτικές εντολές και ηθικούς κώδικες, και είναι απολύτως κατανοητό. Το γενογός όμως ότι κάποιος χρησιμοποιεί τους ρητούς ή άρρητους κανόνες για να θίξει, σημαίνει οτι τέρπεται απο την συμπεριφορά του. Διαφορετικά γιατί να γεμίζει αρνητισμό εξωτερικεύοντάς τον με τέτοιο τροπο;

Μια πιθανή απάντηση είναι ότι μαζί με τον αρνητισμό βιώνει και συναισθήματα ανωτερότητας. Υψώνει ενα βάθρο, στο οποίο τοποθετεί τον εαυτό του διαχωρίζοντάς τον από τους υπόλοιπους «κοινούς θνητούς». Η στάση ζωής που ακολουθεί του δίνει μια ιδιότητα με την οποία πορεύεται εκ του ασφαλούς αφού πια έχει βρει μια σταθερή ταυτότητα. Όλοι οι άνθρωποι άλλωστε έχουμε αυτού του είδους την ανάγκη: να αυτοπροσδιοριστούμε διαχωρίζοντας τον εαυτό μας απο το σύνολο και να ανακαλύψουμε σταθερά στοιχεία του εαυτού μας, τα οποία θα μας συνοδεύουν στο υπόλοιπο της ζωής μας. Ο επικριτικός άνθρωπος όμως αυτοπροσδιορίζεται στη θεωρία, αλλά απο φόβο μένει στην αδράνεια.

Η κριτική ικανότητα σχετίζεται με την αφαιρετική σκέψη. Την ικανότητα να διαχωρίζεις από ένα εννιαίο σύνολο (δάσος) τα επιμέρους στοιχεία (δέντρα). Η διαφορά του απο τον επικριτικό είναι ότι ο δεύτερος εστιάζει σε ενα δέντρο και γενικεύει βγάζοντας αμέσως συμπεράσματα όχι τόσο επαινετικά. Εντούτοις, προσωπικά πιστεύω, ότι και ενας επικριτικός άνθρωπος δεν παύει να είναι ένας πραγματικά έξυπνος άνθρωπος (με την έννοια που περιέγραψα) που όμως δεν ξέρει να χρησιμοποιεί τα χαρίσματά του προς όφελός του.

Την ικανότητα να κοιτούν και να βλέπουν δεν την έχουν πολλοί άνθρωποι, μόνο οι πολύ ευαίσθητοι. Και εννοώ όλους αυτούς που καθημερινά κατακλύζονται απο ερεθίσματα. Οι αισθήσεις τους επιτρέπουν σε αυτά να τις διαπεράσουν και τελικά να αγγίξουν το άτομο σε βάθος. Όλοι οι καλλιτέχνες, οι ποιητές, οι ζωγράφοι, οι ηθοποιοί είναι απλά άνθρωποι που κοινωνούν, ό,τι πολύ εύκολα λαμβάνουν απο τα ευαίσθητα αισθητήρια όργανά τους, με θετικά αποτελέσματα. Τραβούν σαν μαγνήτης την ομορφιά και πεισματικά εμμένουν σε αυτήν, ώσπου να γίνει δημιουργία.

Ένα νόμισμα δεν έχει ποτέ μια πλευρά μόνο. Ίσως πίσω σου κρύβεται ένας παράδεισος και μετά απο χρόνια αρνητισμού, όταν πια το συνειδητοποιήσεις, να είναι αργά. Το πιο αβάσταχτο πένθος που μπορεί να βιώσει κανείς, είναι αυτό των εν δυνάμει δυνατοτήτων μας που ποτέ δεν ενεργοποιήθηκαν. Αυτό που η ζωή μας αξίωσε να ζήσουμε αλλά δεν τα καταφέραμε. Δεν είναι αργά να εγκαταλείψεις την ασφάλεια. Το πιο άγριο «θηρίο του δάσους» άλλωστε, είναι το μυαλό σου και αυτό πρέπει να τιθασεύσεις, τίποτα άλλο.

Νέλλη Μωραΐτη

Αυτοί που βλέπουν το δέντρο και χάνουν το δάσος

Υπάρχει ένας κόσμος εκεί έξω από κανονικούς ανθρώπους. Κάποιους τους γνωρίζω προσωπικά, άλλους όχι, έχουμε βρεθεί στα «μέσα». Οι άνθρωποι αυτοί, από το δημόσιο λόγο που εκφέρουν, από τις απόψεις που εκφράζουν, από το ύφος και το στυλ, από τον τρόπο, τέλος πάντων, που δείχνουν να συμμετέχουν στο πολιτικο-κοινωνικό γίγνεσθαι, έχουν προσελκύσει το ενδιαφέρον μου, έχουν κερδίσει την εκτίμησή μου, τους ξεχωρίζω και μ’ αρέσουν.

Δεν ξέρω πώς θα μπορούσε να εκφραστεί και να εκληφθεί η «κανονικότητα» στις μέρες της πλήρους απαξίωσης των πάντων κι ιδιαίτερα των κομμάτων και της πολιτικής, θεωρώ, όμως, ότι θα συμφωνήσουμε αν δεχτούμε, ότι οι «κανονικοί» αυτοί άνθρωποι τοποθετούνται σ’ αυτή την κατηγορία, γιατί με σταθερότητα και σαφήνεια, με νηφαλιότητα και ήθος, με τεκμηρίωση και ψυχραιμία, υπηρετούν και εκφράζουν τις αρχές και τις αξίες που υποστηρίζουν.

Ποιες αρχές και ποιες αξίες; Θα μου πεις. Αντιστέκονται στον πολιτικό «χυλό» και στον επικοινωνιακό ειρμό, θα σου απαντήσω. Ναι, έχουν γνώση και γνώμη κι εκφράζονται με γλώσσα λιτή, κατανοητή αποφεύγοντας ακρότητες και συκοφαντίες, ξεχωρίζουν σαν «τη μύγα μέσ’ στο γάλα» από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, από τις κραυγές, τις εξυπνάδες και τα ευφυολόγήματα του τάλιρου –κι αν– που έχουν κυριαρχήσει και γελοιοποιούν το δημόσιο λόγο και χώρο.

Αυτοί οι «κανονικοί άνθρωποι», έχουν άποψη για τους λόγους που βρισκόμαστε στη σημερινή περιδίνηση ως χώρα και ως κοινωνία, δεν έχουν υποκύψει σε εύκολες εκδοχές συνωμοσίας ή σε επιπόλαιες υποδείξεις υπευθύνων και, ευκαιρίας δοθείσης, έχουν διατυπώσει σαφείς προτάσεις για την υπέρβασή της μακριά από λαϊκισμούς κι εύκολες λύσεις.

Το σπουδαιότερο, όμως, ενώ διαθέτουν κι εκπέμπουν ευδιάκριτο πολιτικό στίγμα –έστω κι αν έχουν διαφορετικές αφετηρίες και διαδρομές– μένουν μακριά από ιδεοληψίες κι ιδεολογικές προκαταλήψεις και δεν έχουν αναστολές ή επιφυλάξεις ως προς την προστασία και διαφύλαξη θεμελιωδών συνταγματικών αρχών και κανόνων, δηλαδή, πίστη στο δημοκρατικό πολίτευμα, τη λαϊκή κυριαρχία, τις ατομικές και κοινωνικές ελευθερίες, τη δίκαιη κι ανεμπόδιστη ατομική και κοινωνική ανάπτυξη με σεβασμό στο δημόσιο συμφέρον και την προστασία των κοινωνικά ασθενέστερων.

Αυτοί οι «κανονικοί άνθρωποι», πολλοί από τους οποίους ασχολούνται ενεργά με την πολιτική, επιμένουν με κάθε ευκαιρία στην ανάγκη της μεγαλύτερης δυνατής συνεννόησης και συνεργασίας των πολιτικών δυνάμεων ενόψει των κρίσιμων αλλαγών που έχει ανάγκη η χώρα και δεν φείδονται πολιτικού κόστους, ούτε «μασούν τα λόγια τους» αναφερόμενοι στις δυσκολίες και τις υπερβάσεις που είναι απαραίτητο να πραγματοποιηθούν.

Χαίρομαι να επικοινωνώ και ν’ ανταλλάσσω απόψεις μαζί τους· ο προβληματισμός τους είναι γόνιμος, η κριτική τους βάσιμη, η διάθεσή τους θετική. Σ’ αυτή τη συγκυρία και την καμπή τους αντιλαμβάνομαι σαν φανοστάτες της ασφαλέστερης οδού προς το μέλλον, της διεξόδου που πρέπει πάση θυσία να διατηρηθεί ανοιχτή.

Ταυτόχρονα, νοιώθω να τους βαραίνει ένα χρέος –όσο βαριά κι αν ακούγεται η λέξη– να μη λυγίσουν, να κρατήσουν ζωντανή την ελπίδα παντού, όπου κι αν βρίσκονται, με την καθαρότητα του λόγου τους, με το ήθος, με την αξιοπρέπειά τους· να συμβάλουν με το παράδειγμά τους ώστε να περάσουν στο αύριο όσα αποτελούν τη συνέχεια, το νήμα της Ιστορίας, την κοινή μοίρα, την επιμονή, τη δύναμη και την απαντοχή στις δυσκολίες.

Έχουμε ανάγκη ως κοινωνία, ως λαός, το αντίδοτο, το ευεργετικό μπόλι, της νηφαλιότητας, της σωφροσύνης, της λογικής και του καλού λόγου, απέναντι στη χυδαιότητα και τον λαϊκισμό, που καθημερινά ξεδιάντροπα και ξετσίπωτα επελαύνουν αδιακρίτως δηλητηριάζοντας με μίσος, αλαζονεία και ψεύδη τον κοινωνικό ιστό. Έχουμε ανάγκη τις φωνές των «κανονικών ανθρώπων», γι’ αυτό πρέπει ν’ αντέξουν, παρά τα εμπόδια, τις δυσκολίες και τη σύγχυση· οι «κανονικοί άνθρωποι» πρέπει να σταθούν όρθιοι.

Το μέλλον βρίσκεται πέρα και πίσω απ’ τον κουρνιαχτό και τ’ αναχώματα της μισαλλοδοξίας και της μιζέριας, πέρα και πίσω απ’ τις κραυγές της αλλοφροσύνης και του διχασμού, πέρα και πίσω απ’ τον κακό μας εαυτό, πέρα απ’ το σήμερα.

Εκεί βρίσκεται η «κανονική» ζωή, εκεί πρέπει να μας οδηγούν –αδιαφορώντας για το όποιο κόστος – οι «κανονικοί άνθρωποι».



Κανονικοί άνθρωποι

Η ανισότητα στις βιομηχανικές χώρες έχει αυξηθεί σημαντικά, ταυτόχρονα και το οικολογικό αποτύπωμα. Πολλοί παράγοντες συμβάλλουν σε αυτή τη κακο-τοπία. Ένας από αυτούς τους παράγοντες είναι και το κυρίαρχο δόγμα της οικονομίας, τα οικονομικά που είναι προσανατολισμένα στη νεοκλασική θεωρία.
Αυτή υποτιμά συστηματικά τον ρόλο της ενέργειας στην οικονομική διαδικασία. Θεωρεί τους νόμους της αγοράς σαν φυσικούς νόμους. Επομένως, η αγορά είναι αποτελεσματική όσο και η φύση. Βγάζει έξω από αυτούς τους νόμους, σε μεγάλο βαθμό, το ζήτημα της οικονομικής ισχύος. Για αυτήν η παραπέρα ανάπτυξη είναι η λύση όλων των προβλημάτων. Έχουμε ανεργία; Χρειαζόμαστε περισσότερη ανάπτυξη! Στασιμότητα στα εισοδήματα; Η οικονομία πρέπει να αναπτυχθεί περισσότερο! Αναγκαία η προστασία του περιβάλλοντος; Μπορεί να επιτευχθεί μόνο με περισσότερη ανάπτυξη! Η ανάπτυξη, όπως ισχυρίζεται, είναι η πηγή της ευημερίας μας.

Πιθανώς αυτό να ίσχυε μερικώς στο παρελθόν. Το 2017, ωστόσο, δεν χρειάζεται να είναι κανένας διαστημικός επιστήμονας για να δει και να καταλάβει ότι η οικονομία της «ανάπτυξη» είναι βαθιά αντιοικονομική, από μακροπρόθεσμη σκοπιά. Υπονομεύει τα θεμέλιά της, πριονίζοντας το κλαδί στο οποίο κάθεται. Το κυρίαρχο οικονομικό δόγμα είναι τυφλό σε σχέση με τα βιοφυσικά θεμέλια της οικονομίας. Για πολλούς οικονομολόγους που το ασπάζονται, ζούμε ακόμα σε μια οικονομία των Καουμπόυδων (Kenneth Boulding), που τότε επεκτείνονταν στην αμερικάνικη «άγρια δύση». Δεν υπάρχουν όρια, μόνο μεγάλη, αχρησιμοποίητη γη. Μια τέτοια καουμπόυκη οικονομία κατακτά περιοχές, τις σκάβει και τις αλέθει κυριολεκτικά. Μετά συνεχίζει πάντα το ίδιο πηγαίνοντας παραπέρα. Ωστόσο, με την παγκοσμιοποίηση, αυξάνει η συνειδητοποίηση ότι η γη είναι στρογγυλή – και ότι αργότερα θα συναντήσει πάλι τις μολυσμένες περιοχές που άφησε πίσω της. Η στρατηγική «εξωτερικοποίησης» του κόστους που ακολουθεί-με την έννοια ότι αναθέτει στην κοινωνία να πληρώσει ή να αποκαταστήσει τις κοινωνικές και οικολογικές ζημιές-δεν θα λειτουργεί για όλη την αιωνιότητα.

Ακόμα κι αν ακούγεται σκληρό και είναι ίσως υπερβολικό: η φύση εξακολουθεί να εμφανίζεται για πολλούς συναδέλφους του κυρίαρχου δόγματος, ως αποθήκη δωρεάν πόρων. Τέτοιες ιδέες και απόψεις είναι πλέον παρωχημένες και ανήκουν στο χθες.
Παρά αυτές τις αδυναμίες, τα νεοκλασικά οικονομικά, προσανατολισμένα στις προτάσεις ενός Gary Becker ή ενός James Buchanan, κατάφεραν να αποικίσουν πολλές άλλες επιστήμες. Ένα παράδειγμα (μεταξύ πολλών) είναι οι επιστήμες της εκπαίδευσης. Εκεί, για σχεδόν 20 χρόνια, προσανατολίζεται κανείς σε οικονομικά κριτήρια με τη μορφή » της αποτελεσματικής κατεύθυνσης», «των ικανοτήτων» και των «αποτελεσμάτων PISA», φαινομενικά αβλαβή- αλλά στην πραγματικότητα έχουν μετασχηματίσει βαθιά τον τομέα της εκπαίδευσης. Δεν πρόκειται πλέον για εκπαίδευση με την έννοια του Humboldt, αλλά για παραγωγή και διάθεση ευέλικτου ανθρώπινου κεφαλαίου [1]
Μερικοί εκπρόσωποι των κυρίαρχων οικονομικών παρουσιάζουν ευχαρίστως τον εαυτό τους ως οικουμενικούς επιστήμονες, αλλά δεν είναι. Η εξειδικευμένη τους έρευνα μπορεί να είναι θεμιτή σε έναν τομέα, αλλά το νόημά της είναι περιορισμένο: αναφέρεται μόνο σε αριθμούς, ισορροπίες και τιμές, δηλαδή σε ποσοτικοποιημένα μετρήσιμα μεγέθη. Αυτό οδηγεί στο γεγονός ότι πολλά οικονομικά μοντέλα, τα οποία χρησιμοποιούνται για συμβουλές στην πολιτική πρακτική, υπολείπονται πολύ από την πραγματικότητα.
Οποιαδήποτε εστίαση στην ποσότητα, πιο έντονα: οποιοδήποτε «έλλειμμα αξίας», δεν ήταν πάντα χαρακτηριστικό της οικονομικής επιστήμης.
Οι κλασικοί της οικονομίας όπως ο Adam Smith, ο David Ricardo, ο John Stuart Mill, αλλά και ο Karl Marx και άλλοι στοχαστές του 18ου και 19ου αιώνα, διατύπωσαν θεωρίες με ηθικο-φιλοσοφικό υπόβαθρο. Ήταν οικονομολόγοι, αλλά και (κοινωνικοί) φιλόσοφοι. Ρωτούσαν: Γιατί υπάρχει η οικονομία; Ποιος κερδίζει χρήματα; Και γιατί; Είναι αυτό δίκαιο;
Τα ηθικά θεμέλια της οικονομίας χάθηκαν περισσότερο στο πέρασμα από τον 19ο στον 20ό αιώνα. Για τους νεοκλασικούς, όπως ο Alfred Marshall, Léon Walras ή William Stanley και Jevons, η κοινωνικο-φιλοσοφική στιγμή δεν παίζει πλέον κανένα ρόλο. Είδαν τα οικονομικά ως μια απόλυτη επιστήμη, όπως τις φυσικές επιστήμες. Ιδιαίτερα η φυσική και κυρίως εδώ το έργο του Νεύτωνα, εντυπωσίασαν τους νεοκλασικούς. Οι Walras και Jevons δεν ήταν μόνο οικονομολόγοι, είχαν σπουδάσει επίσης φυσική. Ανάλογα με ένα μηχανικό σύστημα που είναι συνεχώς εν κινήσει, κατάλαβαν και τα οικονομικά ως έναν κύκλο κατανάλωσης και παραγωγής, ο οποίος έμπαινε σε ισορροπία από τις τιμές. Οι νόμοι της αγοράς υποτίθεται ότι είναι καθολικά έγκυροι. Όπως ο νόμος της βαρύτητας. Δεν μπορεί να είναι κανείς εναντίον τους. Η ηθική δεν είχε πλέον θέση σε αυτό το σύστημα. Περιορίζεται κανείς στο να περιγράφει τα συγκεκριμένα θέματα ή γεγονότα, χωρίς να τα αμφισβητεί, χωρίς να τα αξιολογεί. Αναπόφευκτα, μια τέτοια στάση οδηγεί σε σκοτεινές περιοχές, στις οποίες το σύντομο αυτό άρθρο ιστολογίου, μόνο σε μερικές λίγες παραδειγματικές περιπτώσεις μπορούσε να αναφερθεί .
Σήμερα είναι πιο σημαντικό από ποτέ να συλλάβουμε μια κοινωνία στην οποία τα οικονομικά και η οικονομία γενικότερα να μπουν ξανά στην υπηρεσία του ανθρώπου. Πρόκειται, όπως επεσήμανε ο Serge Latouche, για τίποτα λιγότερο από την απο-αποικιοποίηση των ιδεών και την απο-οικονομικοποίηση της σκέψης, έτσι ώστε να μπορέσουμε να αλλάξουμε τον κόσμο από τα θεμέλιά του. [2] Το πρώτο βήμα συνίσταται στο να βλέπουμε τα πράγματα διαφορετικά, ώστε να μπορούν να γίνουν διαφορετικά.

[1]. Για εμβάθυνση, συνιστάται: Krautz, Jochen: Ware Bildung: Schule und Universität unter dem Diktat der Ökonomie, München 2011 (Αληθινή Εκπαίδευση: Σχολείο και Πανεπιστήμιο υπό υπαγόρευση της Οικονομίας, Μόναχο 2011).
[2]. Βλέπε: Latouche, Serge: Survivre au développement(Επιβράβευση της ανάπτυξης), Παρίσι 2004, σ. 115
.

Μετάφραση: Γιώργος Κολέμπας

Ο συγγραφέας του άρθρου Norbert Nicoll είναι διδάκτωρ της πολιτικής επιστήμης και διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Duisburg-Essen για την αειφόρο ανάπτυξη. Ως συγγραφέας δοκιμίων και μέλος της Attac, τον απασχολεί επίσης το ζήτημα της μελλοντικής βιωσιμότητας των δυτικών κοινωνιών. Εκτός των άλλων έχει γράψει και το βιβλίο: Adieu, Wachstum! (Αντίο Ανάπτυξη), Tectum Verlag 2016

Αντίο οικονομία του «Κάου Μπόυ»

Ένα από τα κυρίαρχα θέματα περιβαλλοντικής πολιτικής των τελευταίων δεκαετιών αφορά την προσπάθεια κοστολόγησης των περιβαλλοντικών προβλημάτων, αρχικά, και εν συνεχεία και της ίδιας της φύσης, με στόχο την καλύτερη προστασία της. Σύμφωνα με τους υποστηρικτές αυτής της προσέγγισης, αν κάτι μπορεί να μετρηθεί και κοστολογηθεί, τότε αποκτά οικονομική αξία στην αγορά και άρα μπορεί ευκολότερα να προστατευτεί, αν αποδειχθεί ότι η αξία διατήρησής του υπερβαίνει το κόστος καταστροφής του.

Πώς όμως κοστολογείται ένα βουνό; Οι περιβαλλοντικοί οικονομολόγοι λένε ότι αυτό παρέχει μια σειρά από λειτουργίες, τις οποίες ονομάζουν «υπηρεσίες», όπως η παροχή τροφής και ενέργειας, η ρύθμιση του κλίματος μέσω της δέσμευσης άνθρακα και παροχής οξυγόνου, η ανακύκλωση θρεπτικών συστατικών, η προστασία που μας παρέχει από τις πλημμύρες, αλλά και μια σειρά από πολιτιστικές, πνευματικές, θεραπευτικές ή ψυχαγωγικές υπηρεσίες, όπως ο τουρισμός. Όλα τα παραπάνω επιχειρούνται να κοστολογηθούν και άρα να μπορούν να συγκριθούν με το κόστος μιας επένδυσης. Πέραν της αντικειμενικής δυσκολίας κοστολόγησης των παραπάνω, το ερώτημα είναι βαθύτερο. Ισοδυναμεί το κόστος με τη αξία ενός βουνού; Μπορεί αυτή να είναι μόνο οικονομική;

Η προσπάθεια και μόνο κοστολόγησης των «υπηρεσιών» που προσφέρει ένα βουνό, ακόμα και η ορολογία που χρησιμοποιείται, μαρτυράει πολλά για το σύστημα αξιών της κοινωνίας μας όπου όλα δυνητικά μπορούν να μετρηθούν σε χρήμα. Οι υποβόσκουσες θεμελιώδεις αξίες αυτής της προσέγγισης σπανίως αμφισβητούνται, και απόψεις που δεν ταιριάζουν με αυτό το οικονομιστικό μοντέλο είτε προσπερνιούνται ή στην καλύτερη περίπτωση χλευάζονται. Έτσι, σύμφωνα με την κυριαρχούσα λογική της διαρκούς ανάπτυξης, τα περιβαλλοντικά ζητήματα είναι βασικά προβλήματα τεχνικού χαρακτήρα και, εάν αυτά εισέλθουν στον δημόσιο διάλογο, η συζήτηση περιορίζεται σε διαχειριστικό επίπεδο, γεγονός που μειώνει δραματικά την δυνατότητα εναλλακτικών επιλογών.

Πώς σχετίζονται αυτά με τη Σαμοθράκη;

Πριν λίγους μήνες έγινε γνωστό ότι σχεδιάζεται βιομηχανικό αιολικό πάρκο 39 ανεμογεννητριών στο όρος Σάος της Σαμοθράκης, ένα από τα πολλά που δρομολογούνται αυτόν τον καιρό σε Βέρμιο, Εύβοια, Κυκλάδες, ηπειρωτική χώρα κ.α. Το αφήγημα παραμένει πάνω κάτω το ίδιο: Η κλιματική αλλαγή επιβάλλει τη μείωση της ενεργειακής εξάρτησης από το πετρέλαιο και τον λιγνίτη και καθιστά αναγκαία μια στροφή προς την «πράσινη ανάπτυξη» και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Τοποθετημένη σε αυτήν τη βάση, η υποστήριξη του έργου μοιάζει σχεδόν αυτονόητη. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την ανάγκη μετάβασης σε λιγότερο ρυπογόνες μορφές ενέργειας. Ποιό είναι λοιπόν το πρόβλημα;

Υπάρχουν αμέτρητα πρακτικά ζητήματα που αξίζει και πρέπει να τεθούν στο τραπέζι, όπως οι επιπτώσεις στο μικρόκλιμα της περιοχής, στον υδροφόρο ορίζοντα, στη γεωλογία, στην πανίδα, και φυσικά οι θέσεις εργασίας, οι επιπτώσεις στον τουρισμό κ.α. Το βασικό όμως πρόβλημα είναι ότι το ζήτημα τέθηκε από την πρώτη στιγμή (από την εταιρεία αλλά όχι μόνο) σε μια αμιγώς οικονομοτεχνική βάση: Μιλάμε για τα πόσα ενέργειας, για το κόστος της επένδυσης, για τα ανταποδοτικά τέλη, και ό,τι θέμα προκύπτει οφείλει να αντικρούσει τα παραπάνω. Αυτό αποτελεί ήδη μια πρώτη και σημαντική ήττα του διαλόγου σχετικά με εναλλακτικές επιλογές. Διότι εισερχόμενοι στον διάλογο από μια πολύ συγκεκριμένη οικονομιστική σκοπιά παραδεχόμαστε, εν αγνοία μας, μια σειρά από υποθέσεις και επικροτούμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτές υφίστανται.

Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, ερωτήσεις όπως: «Χρειαζόμαστε περισσότερη ενέργεια; Για ποιους σκοπούς την χρησιμοποιούμε; Ποιος ελέγχει και αποφασίζει για την παραγόμενη ενέργεια;» μένουν αναπάντητες. Συζητώντας λοιπόν «μόνον» για τις επιπτώσεις στην ορνιθοπανίδα ή το ύψος των πιθανών οικονομικών ανταποδοτικών τελών, αποδεχόμαστε σιωπηρά μια σειρά από εικασίες, όπως λ.χ. ότι χρειαζόμαστε περισσότερη ενέργεια και όχι σωστότερη διαχείριση της υπάρχουσας, ότι οι αποφάσεις μας μετράνε πολύ περισσότερο από αυτές των επόμενων γενεών, ότι οι ανανεώσιμες πηγές μειώνουν την παραγωγή λιγνίτη, κ.α.

Για να έχει η τοπική κοινωνία τη δυνατότητα συμμετοχής, ελέγχου, καθώς και συνδιαμόρφωσης ενός βιώσιμου ενεργειακού μέλλοντος, χρειάζεται να έχει τη δυνατότητα να αποφασίσει πάνω σε κομβικά θέματα, πολύ πριν ασχοληθεί με ζητήματα διαχειριστικού χαρακτήρα. Για παράδειγμα, κανείς δεν υποστηρίζει ότι είναι προτιμότερο να διατηρείται ένα φορτίο βάσης από λιγνίτη. Δυστυχώς όμως, εντός του υπάρχοντος πλαισίου, τα βιομηχανικά πάρκα ΑΠΕ που σχεδιάζονται δεν θα προκαλέσουν μείωση της παραγωγής λιγνίτη στη χώρα, όταν η ανάγκη για ενέργεια διαρκώς μεγαλώνει! Απλά θα αυξήσουν την παραγωγή και πιθανόν και τις εξαγωγές. Αυτή δεν είναι κάποια περιφερειακή παράπλευρη απώλεια αλλά η βάση του συστήματος που ονομάζουμε καπιταλιστικό. Ο καπιταλισμός χρειάζεται οικονομική ανάπτυξη και η ανάπτυξη περισσότερη ενέργεια. Η παραγωγή «πράσινης» ενέργεια αποτελεί μια ακόμα αγορά που θα μπορέσει να μεγαλώσει την πίτα και τον αέναο κύκλο της ανάπτυξης. Μια εταιρία μπορεί να επενδύσει σε διάφορες μορφές γκρίζας, πράσινης η μπλε ενέργειας. Δεν μπορεί όμως να επενδύσει σε λιγότερη ενέργεια, γιατί αυτό θα πήγαινε ενάντια στη λογική της. Ποια όμως είναι η λογική των ανθρώπων;

Κάλεσμα για μια βιώσιμη λύση

Σε ποιόν εν τέλει ανήκει το βουνό; Στο κράτος; Στους μόνιμους κατοίκους του νησιού, ακόμα και αυτούς που δεν το έχουν περπατήσει ποτέ; Στους επισκέπτες που έρχονται να το επισκεφτούν από την άκρη της Ευρώπης; Στις επόμενες γενιές κατοίκων και επισκεπτών; Μήπως ανήκει εξίσου στα δάση του, τα ζώα και τα πουλιά του;

Για να κατανοήσουμε καλύτερα την κατάσταση ας λάβουμε ως αφετηρία την κυριαρχούσα φιλοσοφία και το σύστημα αξιών της εποχής μας, τα οποία διαμορφώνουν σε μεγάλο βαθμό το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναζητούνται οι λύσεις στα προβλήματα που προκύπτουν. Η υπερισχύουσα άποψη λέει ότι όλα μπορούν να μετρηθούν σε χρήμα, ότι η οικονομική ανάπτυξη είναι μη διαπραγματεύσιμη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το αφήγημα της εταιρείας ακούγεται σαν μονόδρομος. Τι θα γινόταν όμως αν αλλάζαμε το αφήγημα; Αν πούμε γενναία ότι δε συμφωνούμε με την οικονομοτεχνική διαχείριση ενός θέματος βαθιά πολιτικού; Αν υποστηρίξουμε ότι η κοστολόγηση του βουνού είναι μια χίμαιρα;

Ας μη μασάμε τα λόγια μας. Για όλους εμάς που για χρόνια είτε μένουμε, επισκεπτόμαστε, ασχολούμαστε ή μελετάμε το νησί, που οραματιζόμαστε μια Βιώσιμη Σαμοθράκη και δουλεύουμε προς αυτήν την κατεύθυνση, το έργο με τη μορφή που προτείνεται δεν ταιριάζει με την κλίμακα του νησιού. Ποιο το νόημα της επιστημονικής έρευνας ετών, της διατυπωμένης υποστήριξης κατοίκων και επισκεπτών προς τη διατήρηση της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς, της υποψηφιότητας της Σαμοθράκης ως «Απόθεμα Βιόσφαιρας» της UNESCO, αλλά και των δεσμεύσεων της τοπικής αρχής διαχρονικά προς ένα επιχειρησιακό μοντέλο αειφορίας αν δεν υπάρχει συνέπεια λόγων και πράξεων;

Υπάρχουν πολλές ευκαιρίες για ένα βιώσιμο μέλλον για τη Σαμοθράκη, και κάθε τόπο, που θα σέβεται το περιβάλλον και την κοινωνία. Ένα τέτοιο μέλλον όμως δεν μπορεί να περνάει μέσα από την παραίτηση και την εξάρτηση από μια εταιρεία με πρωταρχικό στόχο το κέρδος. Τα όμορφα λόγια δεν μπορούν να αλλάξουν την πραγματικότητα και το απλό γεγονός ότι η «αγορά», στο σύστημα στο οποίο ζούμε, δεν μπορεί εξ’ ορισμού να ορίσει ως προτεραιότητα της τη βιωσιμότητα και την αειφορία ενός τόπου. Αυτό οφείλει να το διεκδικήσει η ίδια η κοινωνία.

Και λοιπόν, τι; Καταρχήν, πριν ακόμα από την μετάβαση σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αξίζει να συλλογιστούμε αν αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι λιγότερη ενέργεια, και εξορθολογισμός των υπέρμετρων αναγκών προς την κατεύθυνση αυτών που έχει πραγματικά ανάγκη ο τόπος. Σε νησιά όπως η Σαμοθράκη που η κύρια κατανάλωση είναι οικιακή, αντί της υπέρμετρης αύξησης παραγωγής ενέργειας υπάρχουν λύσεις προς την κατεύθυνση της μείωση της κατανάλωσης, μέσω της ενεργειακής μόνωσης, εξοικονόμησης φωτισμού και γενικότερα της αναβάθμισης της ενεργειακής απόδοσης των κτηρίων. Ύστερα μπορεί να επιτευχθεί μια ενεργειακή αυτονομία και αυτάρκεια με μονάδες ΑΠΕ μικρής κλίμακας που να καλύπτουν τις ενεργειακές ανάγκες του νησιού ως μέρος ενός γενικότερου σχεδιασμού. Η υποστήριξη μιας μικρότερης κλίμακας κυκλικής οικονομίας (και σε τομείς πέραν της ενέργειας, όπως η διαχείριση αποβλήτων) όπου φέρνει κοντύτερα την παραγωγή με την κατανάλωση συνεισφέρει στο χτίσιμο μιας οικολογικής συνείδησης, που αποτελεί σημάδι πολιτισμού.

Ιδέες υπάρχουν, τεχνογνωσία το ίδιο. Το ζήτημα είναι πρωτίστως κοινωνικό και πολιτικό. Ας γίνει λοιπόν η παρούσα συνθήκη μια ευκαιρία στοχασμού και όχι φθηνής πολιτικής. Ας γίνει μια ευκαιρία για ένα δημιουργικό κάλεσμα προς όλους, κατοίκους, επισκέπτες, τοπική αυτοδιοίκηση και επιστήμονες που αγαπάνε το νησί, να σχεδιάσουμε μαζί ένα μέλλον ενεργειακής αυτάρκειας. Ας γίνει μια ευκαιρία προορατικής δράσης και όχι αντίδρασης στην κάθε εταιρεία που θα ορίζει τον δημόσιο διάλογο με επουσιώδη επιχειρήματα οικονομοτεχνικής φύσεως, ορίζοντας έτσι και συνδιαμορφώνοντας τις κοινωνικές προτεραιότητες.

Του Πάνου Πετρίδη (Institute of Social Ecology, Alpen Adria University, Vienna )

Πόσο κοστολογείται ένα βουνό;

Μεγαλώσαμε. Δεν μπαίνει θέμα. Το μυαλό είναι το πρόβλημα. Ζηλεύει. Όχι στιγμές περασμένες. Στιγμές καινούργιες που σβήνουν ότι πέρασε, που προχωρούν ένα βήμα παραπέρα. Είναι στιγμές που νοιώθω την ανάγκη να ακινητοποιήσω το χρόνο, όχι για να ζήσω την ευτυχία της στιγμής, αλλά γιατί καμιά ευχή δεν έχει θέση. Ούτε ένα λεπτό πίσω, ούτε είκοσι χρόνια. Ούτε ένα λεπτό μπροστά. Λες και τούτο τελικά είναι το σημείο μηδέν. Κάπου εκεί στη μέση, ή για να είμαι απόλυτος, ακριβώς στη μέση. Πόσο πια το μυαλό να ωριμάσει, δεν θα τρώγεται. Αλλά και το πίσω έχει αναθεωρηθεί. Στερημένο από τις μετέπειτα εμπειρίες τι άξια μπορεί να έχει;

Η γνώση τελικά επιβάλει την ανάγκη, να μείνουμε εδώ στου δρόμου τα μισά, εδώ που ξέρουμε πια ότι δεν ξέραμε, αλλά και έχουμε την δυνατότητα για ασφαλείς προβλέψεις.

Θα έχετε καταλάβει, ότι δεν ασπάζομαι «Το όσο ζεις μαθαίνεις». Τι να μάθουμε πια; Μπορεί η ανηφόρα να μας κούρασε, αλλά μας έδωσε την δυνατότητα να βλέπουμε από εδώ ψηλά και τις δυο κατηφόρες και αυτήν που μόλις ανεβήκαμε και αυτήν που έχουμε μπροστά μας και ετοιμαζόμαστε να κατεβούμε.

Έπρεπε να διαβώ χιλιόμετρα χρόνου, για να μην κάνω ούτε μια δεκάρα έκπτωση, για να μην σκέφτομαι με αριθμούς, για να μην κρατάω πισινές, για να μην υπολογίζω κανένα αύριο. Η ανηφόρα πράγματι μας κούρασε, αλλά γύμνασε κατάλληλα τα αισθήματα μας, τόσο που να μη μετανιώνω για ότι προηγήθηκε και για ότι θα ακολουθήσει. Μπορώ να υποστηρίζω πλέον ότι: «ο έρωτας είναι πράξη ακραία και οριακή. Και ή τη ζεις με τα όλα της – συμπεριλαμβανομένης της ολικής καταστροφής ενίοτε – η την προσπερνάς, κι όταν γκριζάρεις ψάχνεις τοίχους να ματώσεις το κεφάλι σου που δεν την έζησες».



Εδώ στου δρόμου τα μισά

Μεγαλώσαμε. Δεν μπαίνει θέμα. Το μυαλό είναι το πρόβλημα. Ζηλεύει. Όχι στιγμές περασμένες. Στιγμές καινούργιες που σβήνουν ότι πέρασε, που προχωρούν ένα βήμα παραπέρα. Είναι στιγμές που νοιώθω την ανάγκη να ακινητοποιήσω το χρόνο, όχι για να ζήσω την ευτυχία της στιγμής, αλλά γιατί καμιά ευχή δεν έχει θέση. Ούτε ένα λεπτό πίσω, ούτε είκοσι χρόνια. Ούτε ένα λεπτό μπροστά. Λες και τούτο τελικά είναι το σημείο μηδέν. Κάπου εκεί στη μέση, ή για να είμαι απόλυτος, ακριβώς στη μέση. Πόσο πια το μυαλό να ωριμάσει, δεν θα τρώγεται. Αλλά και το πίσω έχει αναθεωρηθεί. Στερημένο από τις μετέπειτα εμπειρίες τι άξια μπορεί να έχει;

Η γνώση τελικά επιβάλει την ανάγκη, να μείνουμε εδώ στου δρόμου τα μισά, εδώ που ξέρουμε πια ότι δεν ξέραμε, αλλά και έχουμε την δυνατότητα για ασφαλείς προβλέψεις.

Θα έχετε καταλάβει, ότι δεν ασπάζομαι «Το όσο ζεις μαθαίνεις». Τι να μάθουμε πια; Μπορεί η ανηφόρα να μας κούρασε, αλλά μας έδωσε την δυνατότητα να βλέπουμε από εδώ ψηλά και τις δυο κατηφόρες και αυτήν που μόλις ανεβήκαμε και αυτήν που έχουμε μπροστά μας και ετοιμαζόμαστε να κατεβούμε.

Έπρεπε να διαβώ χιλιόμετρα χρόνου, για να μην κάνω ούτε μια δεκάρα έκπτωση, για να μην σκέφτομαι με αριθμούς, για να μην κρατάω πισινές, για να μην υπολογίζω κανένα αύριο. Η ανηφόρα πράγματι μας κούρασε, αλλά γύμνασε κατάλληλα τα αισθήματα μας, τόσο που να μη μετανιώνω για ότι προηγήθηκε και για ότι θα ακολουθήσει. Μπορώ να υποστηρίζω πλέον ότι: «ο έρωτας είναι πράξη ακραία και οριακή. Και ή τη ζεις με τα όλα της – συμπεριλαμβανομένης της ολικής καταστροφής ενίοτε – η την προσπερνάς, κι όταν γκριζάρεις ψάχνεις τοίχους να ματώσεις το κεφάλι σου που δεν την έζησες».



Εδώ στου δρόμου τα μισά

Μεγαλώσαμε. Δεν μπαίνει θέμα. Το μυαλό είναι το πρόβλημα. Ζηλεύει. Όχι στιγμές περασμένες. Στιγμές καινούργιες που σβήνουν ότι πέρασε, που προχωρούν ένα βήμα παραπέρα. Είναι στιγμές που νοιώθω την ανάγκη να ακινητοποιήσω το χρόνο, όχι για να ζήσω την ευτυχία της στιγμής, αλλά γιατί καμιά ευχή δεν έχει θέση. Ούτε ένα λεπτό πίσω, ούτε είκοσι χρόνια. Ούτε ένα λεπτό μπροστά. Λες και τούτο τελικά είναι το σημείο μηδέν. Κάπου εκεί στη μέση, ή για να είμαι απόλυτος, ακριβώς στη μέση. Πόσο πια το μυαλό να ωριμάσει, δεν θα τρώγεται. Αλλά και το πίσω έχει αναθεωρηθεί. Στερημένο από τις μετέπειτα εμπειρίες τι άξια μπορεί να έχει;

Η γνώση τελικά επιβάλει την ανάγκη, να μείνουμε εδώ στου δρόμου τα μισά, εδώ που ξέρουμε πια ότι δεν ξέραμε, αλλά και έχουμε την δυνατότητα για ασφαλείς προβλέψεις.

Θα έχετε καταλάβει, ότι δεν ασπάζομαι «Το όσο ζεις μαθαίνεις». Τι να μάθουμε πια; Μπορεί η ανηφόρα να μας κούρασε, αλλά μας έδωσε την δυνατότητα να βλέπουμε από εδώ ψηλά και τις δυο κατηφόρες και αυτήν που μόλις ανεβήκαμε και αυτήν που έχουμε μπροστά μας και ετοιμαζόμαστε να κατεβούμε.

Έπρεπε να διαβώ χιλιόμετρα χρόνου, για να μην κάνω ούτε μια δεκάρα έκπτωση, για να μην σκέφτομαι με αριθμούς, για να μην κρατάω πισινές, για να μην υπολογίζω κανένα αύριο. Η ανηφόρα πράγματι μας κούρασε, αλλά γύμνασε κατάλληλα τα αισθήματα μας, τόσο που να μη μετανιώνω για ότι προηγήθηκε και για ότι θα ακολουθήσει. Μπορώ να υποστηρίζω πλέον ότι: «ο έρωτας είναι πράξη ακραία και οριακή. Και ή τη ζεις με τα όλα της – συμπεριλαμβανομένης της ολικής καταστροφής ενίοτε – η την προσπερνάς, κι όταν γκριζάρεις ψάχνεις τοίχους να ματώσεις το κεφάλι σου που δεν την έζησες».



Εδώ στου δρόμου τα μισά

Μεγαλώσαμε. Δεν μπαίνει θέμα. Το μυαλό είναι το πρόβλημα. Ζηλεύει. Όχι στιγμές περασμένες. Στιγμές καινούργιες που σβήνουν ότι πέρασε, που προχωρούν ένα βήμα παραπέρα. Είναι στιγμές που νοιώθω την ανάγκη να ακινητοποιήσω το χρόνο, όχι για να ζήσω την ευτυχία της στιγμής, αλλά γιατί καμιά ευχή δεν έχει θέση. Ούτε ένα λεπτό πίσω, ούτε είκοσι χρόνια. Ούτε ένα λεπτό μπροστά. Λες και τούτο τελικά είναι το σημείο μηδέν. Κάπου εκεί στη μέση, ή για να είμαι απόλυτος, ακριβώς στη μέση. Πόσο πια το μυαλό να ωριμάσει, δεν θα τρώγεται. Αλλά και το πίσω έχει αναθεωρηθεί. Στερημένο από τις μετέπειτα εμπειρίες τι άξια μπορεί να έχει;

Η γνώση τελικά επιβάλει την ανάγκη, να μείνουμε εδώ στου δρόμου τα μισά, εδώ που ξέρουμε πια ότι δεν ξέραμε, αλλά και έχουμε την δυνατότητα για ασφαλείς προβλέψεις.

Θα έχετε καταλάβει, ότι δεν ασπάζομαι «Το όσο ζεις μαθαίνεις». Τι να μάθουμε πια; Μπορεί η ανηφόρα να μας κούρασε, αλλά μας έδωσε την δυνατότητα να βλέπουμε από εδώ ψηλά και τις δυο κατηφόρες και αυτήν που μόλις ανεβήκαμε και αυτήν που έχουμε μπροστά μας και ετοιμαζόμαστε να κατεβούμε.

Έπρεπε να διαβώ χιλιόμετρα χρόνου, για να μην κάνω ούτε μια δεκάρα έκπτωση, για να μην σκέφτομαι με αριθμούς, για να μην κρατάω πισινές, για να μην υπολογίζω κανένα αύριο. Η ανηφόρα πράγματι μας κούρασε, αλλά γύμνασε κατάλληλα τα αισθήματα μας, τόσο που να μη μετανιώνω για ότι προηγήθηκε και για ότι θα ακολουθήσει. Μπορώ να υποστηρίζω πλέον ότι: «ο έρωτας είναι πράξη ακραία και οριακή. Και ή τη ζεις με τα όλα της – συμπεριλαμβανομένης της ολικής καταστροφής ενίοτε – η την προσπερνάς, κι όταν γκριζάρεις ψάχνεις τοίχους να ματώσεις το κεφάλι σου που δεν την έζησες».



Εδώ στου δρόμου τα μισά

Μεγαλώσαμε. Δεν μπαίνει θέμα. Το μυαλό είναι το πρόβλημα. Ζηλεύει. Όχι στιγμές περασμένες. Στιγμές καινούργιες που σβήνουν ότι πέρασε, που προχωρούν ένα βήμα παραπέρα. Είναι στιγμές που νοιώθω την ανάγκη να ακινητοποιήσω το χρόνο, όχι για να ζήσω την ευτυχία της στιγμής, αλλά γιατί καμιά ευχή δεν έχει θέση. Ούτε ένα λεπτό πίσω, ούτε είκοσι χρόνια. Ούτε ένα λεπτό μπροστά. Λες και τούτο τελικά είναι το σημείο μηδέν. Κάπου εκεί στη μέση, ή για να είμαι απόλυτος, ακριβώς στη μέση. Πόσο πια το μυαλό να ωριμάσει, δεν θα τρώγεται. Αλλά και το πίσω έχει αναθεωρηθεί. Στερημένο από τις μετέπειτα εμπειρίες τι άξια μπορεί να έχει;

Η γνώση τελικά επιβάλει την ανάγκη, να μείνουμε εδώ στου δρόμου τα μισά, εδώ που ξέρουμε πια ότι δεν ξέραμε, αλλά και έχουμε την δυνατότητα για ασφαλείς προβλέψεις.

Θα έχετε καταλάβει, ότι δεν ασπάζομαι «Το όσο ζεις μαθαίνεις». Τι να μάθουμε πια; Μπορεί η ανηφόρα να μας κούρασε, αλλά μας έδωσε την δυνατότητα να βλέπουμε από εδώ ψηλά και τις δυο κατηφόρες και αυτήν που μόλις ανεβήκαμε και αυτήν που έχουμε μπροστά μας και ετοιμαζόμαστε να κατεβούμε.

Έπρεπε να διαβώ χιλιόμετρα χρόνου, για να μην κάνω ούτε μια δεκάρα έκπτωση, για να μην σκέφτομαι με αριθμούς, για να μην κρατάω πισινές, για να μην υπολογίζω κανένα αύριο. Η ανηφόρα πράγματι μας κούρασε, αλλά γύμνασε κατάλληλα τα αισθήματα μας, τόσο που να μη μετανιώνω για ότι προηγήθηκε και για ότι θα ακολουθήσει. Μπορώ να υποστηρίζω πλέον ότι: «ο έρωτας είναι πράξη ακραία και οριακή. Και ή τη ζεις με τα όλα της – συμπεριλαμβανομένης της ολικής καταστροφής ενίοτε – η την προσπερνάς, κι όταν γκριζάρεις ψάχνεις τοίχους να ματώσεις το κεφάλι σου που δεν την έζησες».



Εδώ στου δρόμου τα μισά

Γραμματοσειρά
Αντίθεση