20 August, 2017
Home / Περιβαλλον (Page 37)

Η CETA και οι άλλες εμπορικές συμφωνίες είναι από τις μεγαλύτερες απειλές για την περαιτέρω εμπορευματοποίηση και ιδιωτικοποίηση του συλλογικού αγαθού του νερού. Αν και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει τονίσει ότι το νερό θα εξαιρεθεί από την συνθήκη, μια προσεκτική ανάγνωση του τελικού κειμένου δείχνει ότι η κατάσταση είναι διαφορετική. Η οργάνωση Food & Water Europe σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Κίνημα για το νερό (European Water
Movement) μέλος του οποίου είναι και το SAVEGREEKWATER, δημοσίευσε πριν λίγο καιρό αυτόν τον σύντομο οδηγό που δίνει συγκεκριμένες απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα που εγείρονται σχετικά με τις αρνητικές συνέπειες της CETA στον τομέα του νερού όπως η αύξηση της πίεσης για ιδιωτικοποίηση, το γιατί οι υπηρεσίες στην πραγματικότητα δεν προστατεύονται από την οριζόντια εξαίρεση για τις «δημόσιες υπηρεσίες» και ποια προβλήματα θα αντιμετωπίσουν όσοι δήμοι και κράτη θελήσουν να πάρουν πίσω υπό δημόσιο έλεγχο τις υπηρεσίες τους. Ο οδηγός αυτός παρουσιάζει συγκεκριμένους λόγους για το γιατί αυτή η συμφωνία πρέπει να εγκαταλειφθεί, που έρχονται να προστεθούν σε όσους ήδη αναπτύσσονται από πολλές άλλες πλευρές της κοινωνίας των πολιτών.

Βρυξέλλες, Οκτώβριος 2016
Κατά την διάρκεια των μυστικών διαπραγματεύσεων για την Συμφωνία Ελευθέρου Εμπορίου μεταξύ ΕΕ και Καναδά (CETA) η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έπαψε να υποστηρίζει ότι η Σύμβαση δεν αφορά στις Υπηρεσίες Ύδρευσης αλλά και ότι οι τρόποι διαχείρισης τέτοιων και συναφών υπηρεσιών (όπως π.χ. άντληση, καθαρισμός, αποχέτευση) θα παρέμεναν στην αρμοδιότητα των δημοσίων υπηρεσιών. Δυστυχώς μια προσεκτική ανάγνωση του τελικού κειμένου της CETA δείχνει μιαν διαφορετική κατάσταση.
Τα κινήματα Food & Water Europe και European Water Movement νοιώθουν ιδιαίτερη ανησυχία για τους τρόπους με τους οποίους η CETA θα επηρεάσει το νερό ως φυσικό αγαθό αλλά και την διαχείρισή του ως ανθρωπίνου δικαιώματος. Είναι γνωστό πως η CETA θα επηρεάσει την λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών, πράγμα που καθιστά αναγκαία την ανάλυση των πιθανών επιπτώσεών της στις υπηρεσίες ύδρευσης με τρόπο και μεθόδους που να μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τους πολίτες που ενεργοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Ένωση προσπαθώντας να σταματήσουν την αποδοχή της Συνθήκης.
Η Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών Right2Water υπήρξε μια από τις επιτυχέστερες κινητοποιήσεις στην Ευρώπη τα τελευταία έτη καθώς αφύπνισε πολλούς και οδήγησε άλλους ν’ αντιληφθούν την σημασία της παραμονής ή επιστροφής (ανάλογα) των υπηρεσιών ύδρευσης σε δημόσιο έλεγχο και την ανάγκη δημοκρατικής διαχείρισης των υδατίνων πόρων ενώ παράλληλα διέδωσε την θέση πως το νερό είναι δημόσιο αγαθό κι όχι εμπόρευμα. Αισθανόμαστε πως μπορούμε να επενδύσουμε στις εμπειρίες που αποκτήσαμε έτσι αλλά και στην δυναμική του κινήματος για ν’ αποτρέψουμε την αποδοχή της CETA και των άλλων παρομοίων Συνθηκών, καθώς αυτές αποτελούν έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους ιδιωτικοποίησης και εμπορευματοποίησης του νερού.

Περιέχονται στην Συνθήκη το Νερό και οι Υπηρεσίες Ύδρευσης;

Στο άρθρο 1.9, με τίτλο «Δικαιώματα και Υποχρεώσεις σχετικά με το Νερό» περιλαμβάνεται διάταξη, γραμμένη σε ακραιφνώς νομική γλώσσα, σύμφωνα προς την οποία: «… το νερό, στην φυσική του κατάσταση … δεν είναι προϊόν ούτε εμπόρευμα … Κατά συνέπεια τα κεφάλαια [της Συνθήκης] που διέπουν το νερό σ’ αυτήν την κατάσταση είναι τα 22 (Εμπόριο και Αειφόρος Ανάπτυξη) και 24 (Εμπόριο και περιβάλλον)». Το θέμα είναι πως όλες σχεδόν οι χρήσεις του νερού (ύδρευση, αποχέτευση, άρδευση κ.ο.κ. αφορούν σ’ αυτό εξηγμένο από την φυσική του θέση, πράγμα που εύκολα μπορεί να οδηγήσει στην θεώρησή του ως προϊόντος το οποίο, ως εμπορεύσιμο, υπάγεται σαφώς στις διατάξεις της CETA.

Το άρθρο συνεχίζει: «Όταν ένα των μερών επιτρέπει την εμπορική χρησιμοποίηση μιας υδατικής πηγής, αυτό θα πρέπει να συμβαίνει με τρόπο συνάδοντα προς την Σύμβαση». Δεν υπάρχει διευκρίνιση τι σημαίνει «εμπορική χρήση» ούτε «υδατική πηγή», πράγμα το οποίο εύκολα μπορεί να οδηγήσει σε εμπορευματοποίηση του νερού, ιδίως όσον αφορά στον τρόπο με τον οποίο οι αρχές παρέχουν δικαιώματα ύδρευσης. Βάσει των διατάξεων της CETA τα τελευταία μπορούν, πολύ εύκολα, να θεωρηθούν «επένδυση» (βλ. θέμα 8).

Είναι δυνατόν η CETA να αυξήσει την πίεση προς ιδιωτικοποίηση της διαχείρισης των επιχειρήσεων ύδρευσης;

Αυτό είναι δυνατό στην περίπτωση του πόσιμου νερού και πλέον ή βέβαιο σ’ αυτήν της αποχέτευσης.

Η Συνθήκη CETA είναι η πρώτη συνθήκη ελευθέρου εμπορίου (μεταξύ αυτών που τέθηκαν υπό διαπραγμάτευση στην ΕΕ) που περιέχει κατάλογο αρνητικής προσέγγισης στην προστασία των δημοσίων υπηρεσιών. Με τον τρόπο αυτό ό,τι δεν περιλαμβάνεται στην Συνθήκη επηρεάζεται από αυτήν (βάσει της αρχής “list it or lose it”: αν δεν αναφερθεί δεν προστατεύεται). Υπάρχουν δύο παραρτήματα στα οποία μπορούν ν’ αναφερθούν οι εξαιρούμενες δραστηριότητες: το Παράρτημα I, με διατάξεις (νόμους ή διοικητικές πράξεις) που παραβιάζουν τις υποχρεώσεις που προκύπτουν απ’ την Συνθήκη και το Παράρτημα II, όπου θα περιληφθούν υφιστάμενες και μελλοντικές πρακτικές.

Όσον αφορά στις υπηρεσίες ύδρευσης η ΕΕ διετήρησε επιφυλάξεις σχετικά προς την «Πρόσβαση στις Αγορές» και τις «Εθνικές Διατάξεις» που σχετίζονται με την «Συλλογή, επεξεργασία και διανομή του ύδατος» με παραπομπή στο Παράρτημα II (Επιφυλάξεις για τις Υπηρεσίες Ύδρευσης).

Στην πράξη όμως μόνο μια σειρά τεσσάρων επιφυλάξεων, ήτοι «Πρόσβαση στις Αγορές», «Εθνικές Πρακτικές», «Πλέον ευνοούμενο κράτος» και «Απαιτήσεις Απόδοσης» και μόνο όπου συντρέχουν όλες, μπορεί να διασφαλίσει πως μια υπηρεσία δεν θα διέπεται από τις διατάξεις της CETA. Για παράδειγμα κατά τις διαπραγματεύσεις για την TTIP[1], πρόταση της ΕΕ περιείχε (σε σχέση προς τις επιχειρήσεις ύδρευσης) επιφυλάξεις στα κεφάλαια «Εθνικές Πρακτικές», «Πλέον ευνοούμενο κράτος», «Απαιτήσεις Απόδοσης» και «Ανώτατοι Διαχειριστές-Διοικητικά Συμβούλια». Δεν κατανοούμε γιατί παρόμοιες (επιφυλάξεις), ενώ προτάθηκαν έναντι των ΗΠΑ, δεν υφίστανται στην διαπραγμάτευση με τον Καναδά.

Θα πρέπει επίσης ν’ αναφερθεί πως αν και οι υπηρεσίες παροχής ποσίμου ύδατος περιέχονται στις επιφυλάξεις του Παραρτήματος II, ακόμη και σ’ αυτές εφαρμόζονται οι αρχές της προστασίας των επενδύσεων [2].

Ως προς την Αποχέτευση μόνο η Γερμανία προέβαλε επιφύλαξη για την «Πρόσβαση στις Αγορές» όσον αφορά στον τομέα υπηρεσιών «Αποβλήτων, Διάθεσης Αποβλήτων και Αποχέτευσης», πράγμα που σημαίνει πως σ’ όλα τα υπόλοιπα κράτη-μέλη θα ισχύουν οι διατάξεις της CETA ακόμη κι αν αυτές βρίσκονται σε αντίθεση προς το αρ. 12 της Οδηγίας Παραχωρήσεων της ΕΕ (δυνάμει του οποίου η Οδηγία δεν ισχύει σε περιπτώσεις Παραχώρησης της Διάθεσης ή της Επεξεργασίας των Αποβλήτων [3]).

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ισχυρίζεται πως η οριζόντια «Εξαίρεση ΔΕΚΟ» προστατεύει τις Επιχειρήσεις Ύδρευσης

Βάσει Μελέτης την οποία παρήγγειλαν η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Δημοσίων Υπηρεσιών (EPSU) και το Αυστριακό Εργατικό Επιμελητήριο [4] η συγκεκριμένη διάταξη περιέχει σκοτεινά σημεία, παρά το ότι αποτελεί ένα από τα σημαντικώτερα όπλα της ΕΕ στις περιπτώσεις εμπορικών συμφωνιών.
Ο τρόπος προστασίας που εφαρμόζεται στην ΕΕ δεν περιλαμβάνει προστασία της επένδυσης.
Η ορολογία που χρησιμοποιείται παραμένει αμφίσημη καθώς όροι όπως «δημόσιες παροχές (public utilities)» δεν διαθέτουν ερμηνεία στο Διεθνές Δίκαιο ούτε έχουν αντίστοιχο στο Δίκαιο της ΕΕ.

Επίσης η διάταξη για τις «Δημόσιες παροχές» απλώς προστατεύει κατά της Πρόσβασης στις Αγορές όχι όμως στην περίπτωση των «Εθνικών Πρακτικών». Έτσι επιχειρήσεις με έδρα στον Καναδά, μόλις ιδρύσουν μια θυγατρική σε κράτος-μέλος της ΕΕ θα απολαμβάνουν όλων των προνομίων που τώρα έχουν οι τοπικές επιχειρήσεις.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δηλώνει πως αυτό το σύστημα διασφαλίζει μιαν εικοσαετία προστασίας. Εμείς απλώς οφείλουμε ν’ αναγνωρίσουμε πως μέχρι σήμερα καμιά εμπορική συνθήκη δεν έχει απαγορεύσει σε κράτη-μέλη να παρέχουν δημόσιες υπηρεσίες. Βάσει όμως των συμπερασμάτων του δρ. Krajewski, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τους περιορισμούς που θα δεσμεύουν τις κυβερνήσεις (αν η CETA γίνει αποδεκτή) καθώς αυτές θα πρέπει στο εξής να λαμβάνουν υπ’ όψη όλες τις επιβαλλόμενες από την Συνθήκη υποχρεώσεις. Το ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν υπάρξει αντιρρήσεις στο ισχύον σύστημα επ’ ουδενί σημαίνει πως τέτοιες δεν θα υπάρξουν στο μέλλον υπό τις νέες διατάξεις. Το παρόν σύστημα υπάρχει από την εποχή της Συνθήκης GATS (το 1995), στο μεσολαβήσαν δε διάστημα η ΕΕ έχει υπογράψει εμπορικές συνθήκες με αναπτυσσόμενες χώρες και αναδυόμενες αγορές (Μεξικό, Χιλή, Ν. Κορέα, Περού κ.ο.κ.). Ουδεμιά των αντισυμβληθεισών χωρών ήταν αρκούντως ισχυρή ώστε να δύναται να επεκταθεί στον τομέα των δημοσίων υπηρεσιών στο εσωτερικό της ΕΕ. Ο Καναδάς (της CETA) και οι ΗΠΑ (με την TTIP) είναι καταφανώς εντελώς διαφορετικές περιπτώσεις.

Όσον αφορά στην αποχέτευση υπάρχει (όπως ήδη ειπώθηκε) μια μόνο (γερμανική) επιφύλαξη σχετική με την επεξεργασία των αποβλήτων και ο γενικός όρος «Περί Δημοσίων Παροχών», όπου περιέχονται περιβαλλοντικά θέματα που περιέχουν και την διαχείριση των αποβλήτων. Το ερώτημα τι συμβαίνει όταν ένας γενικός όρος (αυτός ο «Περί Δημοσίων Παροχών») είναι αντίθετος σε έναν ειδικό (όπως στην περίπτωση ης ειδικής απελευθέρωσης στον τομέα των περιβαλλοντικών υπηρεσιών) μπορεί ν’ απαντηθεί εύκολα απ’ οποιονδήποτε στοιχειωδώς κατηρτισμένο σε νομικά θέματα: ο Ειδικός όρος υπερισχύει!

Η Γερμανική Ένωση Δημοσίων Επιχειρήσεων Ύδρευσης ανεκάλυψε ακόμη ένα κενό που μπορεί να επηρεάσει τις υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης: πρόκειται για την ενσωμάτωση του όρου «Περί Δημοσίων Παροχών» στον Κατάλογο Αρνητικής προσέγγισης (βλ. παραπάνω).[5]

Μπορεί η CETA να δημιουργήσει προβλήματα σε απόπειρες επιστροφής των υπηρεσιών ύδρευσης-αποχέτευσης σε δημόσιο έλεγχο;

Η απάντηση είναι σαφώς «ΝΑΙ»! Τούτο βασίζεται στην επίδραση της Συνεργασίας σε Κανονιστικό Επίπεδο, στις διαδικασίες Αναστολής και στην διαιτησία μεταξύ Επενδυτών και Κρατών (πρώην ISDS, ήδη ICS).

Στην CETA, όπως και σε παρόμοιες εμπορικές συνθήκες, υπάρχει Μηχανισμός Συνεργασίας σε Κανονιστικό Επίπεδο, βάσει του οποίου επιβάλλεται συνεργασία στην ερμηνεία και στην διαμόρφωση των ισχυόντων και των μελλοντικών κανόνων (νόμων κ.ο.κ.) στο βαθμό που αυτοί επηρεάζουν το εμπόριο ή τις επενδύσεις. Η όποια υπερεθνική επιχείρηση προφανώς (θα) διάκειται αρνητικά στην ύπαρξη ή ψήφιση νόμου που (θα) θίγει τα συμφέροντά της. Εκτός του κινδύνου που διατρέχει ένα κράτος να συρθεί ενώπιον ενός Ιδιωτικού Δικαστηρίου Επενδύσεων (ISDS/ICS), ο Μηχανισμός Συνεργασίας μπορεί εύκολα ν’ αναστείλει επ’ αόριστον την ψήφιση νόμων που ενισχύουν ή και απλώς προστατεύουν το δημόσιο συμφέρον ή τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ας μην παραβλέπουμε επίσης την ενυπάρχουσα στον Μηχανισμό δυνατότητα αποδυνάμωσης μέχρι και κατάργησης των ισχυουσών, ωφελίμων για το κοινωνικό σύνολο, διατάξεων.

Υπό τέτοιου τύπου Εμπορικές Συνθήκες άπαξ και κάποιος τομέας «απελευθερώθηκε» (με την μη αναφορά του στο Παράρτημα II) δεν υπάρχει τρόπος ανατροπής του αποτελέσματος. Επιτρέπονται αλλαγές μόνο στον βαθμό που αυτές περαιτέρω απελευθερώνουν τον τομέα, πράγμα που έχει παρατηρηθεί σε Συνθήκες Ελευθέρου Εμπορίου όπως η NAFTA. Σημαντική εδώ υπάρχει η άρνηση του Ευρωκοινοβουλίου να αποδεχθεί τέτοιες πρακτικές στην Απόφασή του σχετικά με την TiSA[6].

Ίσως το πλέον ανησυχητικό στην CETA είναι η διαδικασία επίλυσης διαφορών επενδυτών-κρατών (ISDS). Δυνάμει αυτής υπερεθνικές επιχειρήσεις μπορούν να ενάγουν κράτη ενώπιον Ιδιωτικών Δικαστηρίων (Διαιτητών) στην περίπτωση που θεωρήσουν ότι οι προσδοκίες των για κέρδη ή οι εμπορικές πρακτικές των θίγονται από αλλαγές στην πολιτική ή την νομοθεσία. Η Διαδικασία αυτή δίνει στις επιχειρήσεις την δυνατότητα να προσβάλουν και ν’ ανατρέψουν την εθνική νομοθεσία αλλά και ν’ αναζητήσουν αποζημίωση ανερχομένη συνήθως σε πολλά εκατομμύρια Ευρώ. Αν και η διαδικασία διαφέρει κάπως αυτής της περιεχομένης στην TTIP (μετά την κατακραυγή που υπήρξε), τ’ αποτελέσματά της παραμένουν ως επί το πλείστον τα ίδια. [7].

Περιπτώσεις, όπως αυτή της Αργεντινής (κατωτέρω υπό 5) κατέδειξαν πως όταν μια δημόσια αρχή αποπειράται, ακόμη και κατόπιν παραβάσεων της σύμβασης από την άλλη πλευρά, ν’ αναλάβει εκ νέου μιαν επιχείρηση ύδρευσης, ο ιδιώτης μπορεί, καταφεύγοντας σε Διαιτησία, ν’ αποκομίσει μιαν σημαντική αποζημίωση.

Υπάρχουν υποθέσεις Επίλυσης Διαφορών που σχετίζονται με το νερό και την διαχείρισή του;

Έχουν υπάρξει αρκετές περιπτώσεις όπου δημόσιες αρχές σύρθηκαν σε ιδιωτική διαιτησία κατόπιν διαφορών με ιδιωτικές επιχειρήσεις ύδρευσης.

Πρώτο παράδειγμα είναι η Αργεντική, η οποία έχασε σε τρεις υποθέσεις εναντίον διεθνών επενδυτών, όταν επεχείρησε ν’ ανακτήσει επιχειρήσεις ύδρευσης. Καταδικάσθηκε να καταβάλει $105 εκ. στην Vivendi (ήδη Veolia) όταν κατήγγειλε την σύμβαση ύδρευσης στην επαρχία Tucumán μετά την αύξηση των τιμών προς 104% με ταυτόχρονη άρνηση επένδυσης στο δίκτυο πράγμα που οδήγησε σε χειροτέρευση της ποιότητας του νερού [8]. Η Αργεντινή επίσης έχασε σε διαιτησία κατά της Azurix (θυγατρικής της Enron) και αναγκάσθηκε να πληρώσει $165 εκ. όταν την διαχείριση της ύδρευσης και αποχέτευσης στην επαρχία Buenos Aires ανέλαβε μια Συνεργατική Εργαζομένων μετά την αποχώρηση της εταιρίας [9]. Η τρίτη χαμένη διαιτησία της Αργεντινής ήταν κατά των Suez, AGBAR και Vivendi, όταν η πόλη του Buenos Aires απεφάσισε να επαναδημοτικοποιήσει την επιχείρηση ύδρευσης λόγω προβλημάτων στην ποιότητα, ελλείψεων στην διαχείριση των αποβλήτων και υψηλών τιμών [10].

Αλλού μια απλή διαφωνία ως προς το ύψος των χρεώσεων ήρκεσε ώστε η Tallinna Vesi (ιδιωτική επιχείρηση που διαχειρίζεται την ύδρευση στο Tallin (Εσθονία), να ενάγει την εσθονική κυβέρνηση βάσει μιας διμερούς επενδυτικής συμφωνίας. Η Tallina Vesi είναι θυγατρική της United Utilities, βρετανικής εταιρίας με έδρα στην Ολλανδία. a UK company registered in the Netherlands. Χρησιμοποιούν την Διμερή Επενδυτική Συνθήκη μεταξύ Ολλανδίας-Εσθονίας ισχυριζόμενοι παράβασή της από πλευράς εσθονικής κυβέρνησης, η οποία δεν επιτρέπει αύξηση των χρεώσεων και αναζητούν €90 εκ. ως αναμενόμενα κέρδη για όλη την διάρκεια της σύμβασης [11].

Μπορεί η CETA ν’ αποδειχθεί προβληματική για τις λειτουργούσες δημόσιες επιχειρήσεις ύδρευσης;

Η Stadtwerke Karlsruhe, επιχείρηση της οποίας τον έλεγχο έχει ο Δήμος Καρλσρούης, θεωρεί πως ναι! [12].

Σύμφωνα προς την ανάλυσή της τα δικαιώματα στο νερό, κατά την CETA, θεωρούνται επενδύσεις, ως τέτοιες δε υπόκεινται στην προστασία επενδύσεων της Συνθήκης, βάσει της οποίας εξωεθνικές επιχειρήσεις απολαμβάνουν περισσότερα τέτοια απ’ όσα οι τοπικές-εθνικές (όπως αυτή). Το πρόβλημα θα μπορούσε να εμφανισθεί με την μορφή διεκδίκησης από τους ξένους μιας πηγής την οποία ήδη διαχειρίζεται τοπική επιχείρηση (τούτο θεωρείται ιδιαιτέρως πιθανό). Άλλο πρόβλημα θα μπορούσε να δημιουργηθεί σε ζώνες προστασίας αν ο οποιοσδήποτε επενδυτής θεωρήσει ότι η επένδυσή του περιλαμβάνεται σε μια τέτοια. Τέλος προβλήματα παρουσιάζονται στην υποχρέωση των δημοσίων και δημοτικών επιχειρήσεων να εφαρμόζουν τις διατάξεις της ΕΕ σε θέματα προμηθειών, θέτοντάς τις έτσι σε θέση μειονεκτική έναντι των ιδιωτών, οι οποίοι, ούτως ή άλλως, τυγχάνουν και ειδικής προστασίας.

Η Ομοσπονδία Γερμανικών Δημοσίων Επιχειρήσεων Ύδρευσης προχώρησε παραπέρα [13]. Σύμφωνα προς την δική της ανάλυση οι επιφυλάξεις που διετύπωσε η ΕΕ σχετικά με την «Άντληση, Επεξεργασία και Διανομή Ύδατος» δεν περιλαμβάνει όλες τις δραστηριότητες, πολλώ δε μάλλον όσες είναι δυνατόν να εμφανισθούν στο μέλλον. Λόγω της αρνητικής προσέγγισης που ισχύει στην CETA δεν προστατεύεται η δυνατότητα δημοσίων και δημοτικών επιχειρήσεων να εφαρμόσουν καινοτόμες πρακτικές όπως η αύξηση της ενεργειακής αυτάρκειας ή η ανάκτηση υλικών από απόβλητα. Ήδη ο γερμανικός Νόμος περιλαμβάνει σχετικές διατάξεις υπό την CETA, όμως, οι δημόσιες επιχειρήσεις ύδρευσης θα πρέπει για τέτοιες δραστηριότητες να στραφούν στην ελεύθερη αγορά και σε ξένους επενδυτές.

Η Ομοσπονδία επίσης παραπονείται επειδή η ευρωπαϊκή νομοθεσία και αυτή των κρατών-μελών της ΕΕ δεν περιελήφθη στο Παράρτημα I, πράγμα το οποίο σημαίνει πως οι σημερινές πρακτικές μπορούν εύκολα να βρεθούν υπό αμφισβήτηση. Φοβούνται επίσης ότι οι διατάξεις για τις δημόσιες προμήθειες θα περιορίσουν την δυνατότητα των (δημοσίων και δημοτικών) επιχειρήσεων να συνεργασθούν με άλλες όμοιες χωρίς απαραιτήτως να τις ανταγωνίζονται. Η μη ενσωμάτωση στην CETA της Αρχής Προφύλαξης, που αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, σε συνδυασμό με την διαδικασία συνεργασίας που μπορεί να επηρεάσει τις αποφάσεις των εθνικών κοινοβουλίων, δημιουργεί κινδύνους που μπορούν να πλήξουν την δημόσια υγεία, το περιβάλλον και φυσικά τις πηγές του νερού.

Οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις νερού είναι ευρωπαϊκές. Αυτό δεν κάνει το πρόβλημα μάλλον καναδικό παρά δικό μας;

Ναι, φυσικά θα υπάρξει πρόβλημα για τις καναδικές δημόσιες επιχειρήσεις ύδρευσης. Τόσο όμως οι ευρωπαϊκές όσο και οι καναδικές ιδιωτικές επιχειρήσεις είναι θυγατρικές ή συγγενείς προς τις ίδιες μεγάλες υπερεθνικές όπως η Veolia, η Nestlé, η Suez και η Coca-Cola). Η CETA (όπως και η TTIP) παρέχουν σ’ αυτές τις υπερεθνικές μοναδικές ευκαιρίες ν’ αποκτήσουν πρόσβαση σε επιχειρήσεις ύδρευσης και σχετιζόμενες με αυτήν: αυτοί που έχουν μόνο να χάσουν είναι οι χρήστες τέτοιων υπηρεσιών και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού.

Η CETA παρέχει ειδικά προνόμια σε μη ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και επενδυτές, αλλ’ όχι μόνο απ’ τον Καναδά. Απλώς αναλογισθείτε πως από τις 51.495 λειτουργούσες σε κράτη-μέλη της ΕΕ θυγατρικές αμερικανικών επιχειρήσεων οι 41.811 ανήκουν σε τέτοιες που διαθέτουν επίσης θυγατρικές στον Καναδά [14]. Οποιαδήποτε από αυτές μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να στηρίξει υπόθεση ενώπιον του ιδιωτικού διαιτητικού δικαστηρίου ICS. Το ίδιο μπορούν να πράξουν και ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που έχουν θυγατρικές στις ΗΠΑ ή στον Καναδά.

Σαφές παράδειγμα του πως το ISDS/ICS λειτουργεί πέραν των εθνικών εννόμων τάξεων είναι το προαναφερθέν για την Εσθονία, όπου μια βρετανική εταιρία χρησιμοποίησε την ολλανδική θυγατρική της για να προχωρήσει σε διαιτησία βάσει της διμερούς συμφωνίας Ολλανδίας-Εσθονίας.

Μπορεί η CETA να επηρεάσει το νερό ως φυσικό αγαθό ή τις χρήσεις του στην γεωργία ή την βιομηχανία;

Υπάρχει ο φόβος ότι μέσω της CETA θα διευκολυνθεί η ιδιωτικοποίηση των υδατικών πηγών και η εμπορευματοποίηση του νερού.

Υπάρχει το άρθρο 1.9: «Όπου ένα των μερών επιτρέπει την εμπορική χρήση μιας συγκεκριμένης πηγής πρέπει να το πράττει βάσει των όρων της Συνθήκης». Δεν είναι ξεκάθαρο (νομικά) τι σημαίνει « εμπορική χρήση» ούτε «συγκεκριμένη πηγή». Σε συνδυασμό με τον ορισμό της «Επένδυσης» (CETA σ.39), ο οποίος παρουσιάζεται μάλλον ευρύς αφού «Μορφές επενδύσεων μπορούν να είναι … προσδοκίες προερχόμενες από … παραχωρήσεις γενόμενες βάσει νόμου ή δυνάμει συμφωνίας … συμπεριλαμβάνουν την αναζήτηση, εξόρυξη ή εκμετάλλευση φυσικών αγαθών», είναι ιδιαίτερα δύσκολο να προβλεφθεί ακριβώς το τι και πως θα γίνει, δεδομένο όμως είναι πως το νερό μπορεί να υπαχθεί στις διατάξεις περί εμπορίου και επενδύσεων της Συνθήκης. Περαιτέρω οι ειδικοί κανόνες προστασίας («ορθή και ίση αντιμετώπιση» και «έμμεση απαλλοτρίωση») των ξένων επενδυτών, σαφώς θα παίξουν σημαντικό ρόλο στον τρόπο που οι αρχές (θα) παραχωρούν δικαιώματα σε πηγές, περιορίζοντας παράλληλα την δυνατότητα ανάκτησης αυτών (των δικαιωμάτων) παρά μόνο με πολύ δύσκολο και δαπανηρό τρόπο. Εμμέσως αυτό σαφώς επιτρέπει την νόμιμη αρπαγή πηγών και δικαιωμάτων στο νερό. Η προστασία των επενδυτών σε παρόμοιες συνθήκες (NAFTA, Energy Charta) όπου υπήρξαν διαφορές μεταξύ αυτών και των κρατών πάντα οδήγησε σε λύση υπέρ της εναγούσης ιδιωτικής επιχείρησης [15]. Η CETA δεν περιλαμβάνει κανόνες ορθής προστασίας των δικαιωμάτων στο νερό (ως τέτοια νοούνται η δυνατότητα ανάληψης, εξαγωγής, εκτροπής ή χρήσης) όπου υπάρχει εμπορική χρήση. Η παράλειψη τέτοιων μπορεί αν επηρεάσει σημαντικά την γεωργία και αρκετές βιομηχανίες. Θεωρούμε, λοιπόν, ότι ο μόνος τρόπος ανάγνωσης του αρ. 1.9 είναι ως ενός επί πλέον εργαλείου εμπορευματοποίησης του νερού.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσπαθεί να εισάγει μηχανισμούς αγοράς στα θέματα του νερού [16]. Εδώ και πολλά χρόνια ο τρόπος τιμολόγησης αποτελεί ένα μόνο από τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την εμπορευματοποίησή του. Η ιδέα ότι δικαιώματα στο νερό μπορούν ν’ αποτελέσουν αντικείμενο εμπορίας με στόχο την αποτελεσματικώτερη απόδοση του πόρου είναι ένα νεοφιλελεύθερο mantra, το οποίο, δυστυχώς, υιοθετούν θεσμοί και στην Ευρώπη [17]: ας χρησιμοποιήσουμε τουλάχιστον την εμπειρία της Ισπανίας, της Αυστραλίας ή της Καλιφόρνιας.

Η παραχώρηση δικαιωμάτων στο νερό αποτελεί, σήμερα, αρμοδιότητα των κρατών-μελών. Χρησιμοποιούνται, φυσικά, διάφορα κριτήρια, όχι όμως τέτοια εξαρτώμενα απ’ τις συναλλαγές ή τις επενδύσεις, σε αντίθεση με αυτά που προωθούνται δια εμπορικών Συνθηκών όπως η CETA. Αν τα δικαιώματα στο νερό καταστούν εμπόρευμα ή και εμπορεύσιμα τότε αρχίζουν αμέσως να έχουν εφαρμογή οι κανόνες που τίθενται από την CETA. Έτσι, ακόμη κι αν το κράτος διατηρεί την κυριότητα και έχει κάποιο λέγειν στον τρόπο διανομής, αυτά θα μπορούν να μεταβιβάζονται οπουδήποτε ενώ ο ρόλος της πολιτείας θα περιορισθεί σ’ αυτόν μιας «ρυθμιστικής αρχής».

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: ο όρος «παραχώρηση» στην ΕΕ αναφέρεται στην παραχώρηση υπηρεσιών όπως π.χ. η ύδρευση. Τα δικαιώματα στο νερό δεν ταυτίζονται πάντα με τις παραχωρήσεις και αφορούν στις υδατικές πηγές ασχέτως του αν αυτές χρησιμοποιούνται για δημόσιο, εμπορικό, μη κερδοσκοπικό ή όποιον άλλο σκοπό.

——-

[1] European Commission, 2015. Transatlantic Trade and Investment Partnership. Services and Investment Offer of the European Union

[2] Krajewski, Markus, 2016. Model Clauses for the Exclusion of Public Services from Trade and Investment Agreements

[3] Directive 2014/23/EU of the European Parliament and of the Council of 26 February 2014 on the award of concession contracts

[4] Krajewski, ο.π.

[5] Allianz der öffentlichen Wasserwirtschaft e.V., 2016. Wasserwirtschaft im Sog des Freihandels – CETA

[6] European Parliament resolution of 3 February 2016 containing the European Parliament’s recommendations to the Commission on the negotiations for the Trade in Services Agreement (TiSA)

[7] Διαφόρων συγγραφέων, 2016. The Zombie ISDS

[8] Environmental Justice Atlas Διαφόρων συγγραφέων, 2007. CIADI: Fallo contra el pueblo de Tucumán

[9] Water Remunicipalisation Tracker

[10] Water Remunicipalisation Tracker

[11] International Centre for Settlement of Investment Disputes Kishimoto, S., 2015. Trade Agreements and investor protection: A global threat to public water. In Kishimoto, Lobita et Petitjean, 2015. Our Public Water Future. The Global Experience with Remunicipalisation

[12] Stadtwerke Karlsruhe, 2016. How water supply in Germany would be affected by the EU free trade and investment agreements CETA, TTIP, TiSA

[13] Allianz der öffentlichen Wasserwirtschaft (AöW), 2016. Wasserwirtschaft im Sog des Freihandels – CETA (γερμανικά). Μετάφραση στα γαλλικά: La gestion des ressources en eau dans le sillage du libre échange – CETA

[14] Public Citizen. Tens of Thousands of U.S. Firms Would Obtain New Powers to Launch Investor-State Attacks Against European Policies via CETA and TTIP

[15] Stadtwerke Karlsruhe, 2016, op. cit.

[16] European Water Movement, 2012. Commission’s Blueprint Puts Water and Nature Up For Sale

[17] See for example the seminar Water Market Scenarios for Europe: A response to Water

European Citizens’ Initiative – Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών


Πώς επηρεάζει η CETA το Nερό μας

Η CETA και οι άλλες εμπορικές συμφωνίες είναι από τις μεγαλύτερες απειλές για την περαιτέρω εμπορευματοποίηση και ιδιωτικοποίηση του συλλογικού αγαθού του νερού. Αν και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει τονίσει ότι το νερό θα εξαιρεθεί από την συνθήκη, μια προσεκτική ανάγνωση του τελικού κειμένου δείχνει ότι η κατάσταση είναι διαφορετική. Η οργάνωση Food & Water Europe σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Κίνημα για το νερό (European Water
Movement) μέλος του οποίου είναι και το SAVEGREEKWATER, δημοσίευσε πριν λίγο καιρό αυτόν τον σύντομο οδηγό που δίνει συγκεκριμένες απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα που εγείρονται σχετικά με τις αρνητικές συνέπειες της CETA στον τομέα του νερού όπως η αύξηση της πίεσης για ιδιωτικοποίηση, το γιατί οι υπηρεσίες στην πραγματικότητα δεν προστατεύονται από την οριζόντια εξαίρεση για τις «δημόσιες υπηρεσίες» και ποια προβλήματα θα αντιμετωπίσουν όσοι δήμοι και κράτη θελήσουν να πάρουν πίσω υπό δημόσιο έλεγχο τις υπηρεσίες τους. Ο οδηγός αυτός παρουσιάζει συγκεκριμένους λόγους για το γιατί αυτή η συμφωνία πρέπει να εγκαταλειφθεί, που έρχονται να προστεθούν σε όσους ήδη αναπτύσσονται από πολλές άλλες πλευρές της κοινωνίας των πολιτών.

Βρυξέλλες, Οκτώβριος 2016
Κατά την διάρκεια των μυστικών διαπραγματεύσεων για την Συμφωνία Ελευθέρου Εμπορίου μεταξύ ΕΕ και Καναδά (CETA) η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έπαψε να υποστηρίζει ότι η Σύμβαση δεν αφορά στις Υπηρεσίες Ύδρευσης αλλά και ότι οι τρόποι διαχείρισης τέτοιων και συναφών υπηρεσιών (όπως π.χ. άντληση, καθαρισμός, αποχέτευση) θα παρέμεναν στην αρμοδιότητα των δημοσίων υπηρεσιών. Δυστυχώς μια προσεκτική ανάγνωση του τελικού κειμένου της CETA δείχνει μιαν διαφορετική κατάσταση.
Τα κινήματα Food & Water Europe και European Water Movement νοιώθουν ιδιαίτερη ανησυχία για τους τρόπους με τους οποίους η CETA θα επηρεάσει το νερό ως φυσικό αγαθό αλλά και την διαχείρισή του ως ανθρωπίνου δικαιώματος. Είναι γνωστό πως η CETA θα επηρεάσει την λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών, πράγμα που καθιστά αναγκαία την ανάλυση των πιθανών επιπτώσεών της στις υπηρεσίες ύδρευσης με τρόπο και μεθόδους που να μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τους πολίτες που ενεργοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Ένωση προσπαθώντας να σταματήσουν την αποδοχή της Συνθήκης.
Η Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών Right2Water υπήρξε μια από τις επιτυχέστερες κινητοποιήσεις στην Ευρώπη τα τελευταία έτη καθώς αφύπνισε πολλούς και οδήγησε άλλους ν’ αντιληφθούν την σημασία της παραμονής ή επιστροφής (ανάλογα) των υπηρεσιών ύδρευσης σε δημόσιο έλεγχο και την ανάγκη δημοκρατικής διαχείρισης των υδατίνων πόρων ενώ παράλληλα διέδωσε την θέση πως το νερό είναι δημόσιο αγαθό κι όχι εμπόρευμα. Αισθανόμαστε πως μπορούμε να επενδύσουμε στις εμπειρίες που αποκτήσαμε έτσι αλλά και στην δυναμική του κινήματος για ν’ αποτρέψουμε την αποδοχή της CETA και των άλλων παρομοίων Συνθηκών, καθώς αυτές αποτελούν έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους ιδιωτικοποίησης και εμπορευματοποίησης του νερού.

Περιέχονται στην Συνθήκη το Νερό και οι Υπηρεσίες Ύδρευσης;

Στο άρθρο 1.9, με τίτλο «Δικαιώματα και Υποχρεώσεις σχετικά με το Νερό» περιλαμβάνεται διάταξη, γραμμένη σε ακραιφνώς νομική γλώσσα, σύμφωνα προς την οποία: «… το νερό, στην φυσική του κατάσταση … δεν είναι προϊόν ούτε εμπόρευμα … Κατά συνέπεια τα κεφάλαια [της Συνθήκης] που διέπουν το νερό σ’ αυτήν την κατάσταση είναι τα 22 (Εμπόριο και Αειφόρος Ανάπτυξη) και 24 (Εμπόριο και περιβάλλον)». Το θέμα είναι πως όλες σχεδόν οι χρήσεις του νερού (ύδρευση, αποχέτευση, άρδευση κ.ο.κ. αφορούν σ’ αυτό εξηγμένο από την φυσική του θέση, πράγμα που εύκολα μπορεί να οδηγήσει στην θεώρησή του ως προϊόντος το οποίο, ως εμπορεύσιμο, υπάγεται σαφώς στις διατάξεις της CETA.

Το άρθρο συνεχίζει: «Όταν ένα των μερών επιτρέπει την εμπορική χρησιμοποίηση μιας υδατικής πηγής, αυτό θα πρέπει να συμβαίνει με τρόπο συνάδοντα προς την Σύμβαση». Δεν υπάρχει διευκρίνιση τι σημαίνει «εμπορική χρήση» ούτε «υδατική πηγή», πράγμα το οποίο εύκολα μπορεί να οδηγήσει σε εμπορευματοποίηση του νερού, ιδίως όσον αφορά στον τρόπο με τον οποίο οι αρχές παρέχουν δικαιώματα ύδρευσης. Βάσει των διατάξεων της CETA τα τελευταία μπορούν, πολύ εύκολα, να θεωρηθούν «επένδυση» (βλ. θέμα 8).

Είναι δυνατόν η CETA να αυξήσει την πίεση προς ιδιωτικοποίηση της διαχείρισης των επιχειρήσεων ύδρευσης;

Αυτό είναι δυνατό στην περίπτωση του πόσιμου νερού και πλέον ή βέβαιο σ’ αυτήν της αποχέτευσης.

Η Συνθήκη CETA είναι η πρώτη συνθήκη ελευθέρου εμπορίου (μεταξύ αυτών που τέθηκαν υπό διαπραγμάτευση στην ΕΕ) που περιέχει κατάλογο αρνητικής προσέγγισης στην προστασία των δημοσίων υπηρεσιών. Με τον τρόπο αυτό ό,τι δεν περιλαμβάνεται στην Συνθήκη επηρεάζεται από αυτήν (βάσει της αρχής “list it or lose it”: αν δεν αναφερθεί δεν προστατεύεται). Υπάρχουν δύο παραρτήματα στα οποία μπορούν ν’ αναφερθούν οι εξαιρούμενες δραστηριότητες: το Παράρτημα I, με διατάξεις (νόμους ή διοικητικές πράξεις) που παραβιάζουν τις υποχρεώσεις που προκύπτουν απ’ την Συνθήκη και το Παράρτημα II, όπου θα περιληφθούν υφιστάμενες και μελλοντικές πρακτικές.

Όσον αφορά στις υπηρεσίες ύδρευσης η ΕΕ διετήρησε επιφυλάξεις σχετικά προς την «Πρόσβαση στις Αγορές» και τις «Εθνικές Διατάξεις» που σχετίζονται με την «Συλλογή, επεξεργασία και διανομή του ύδατος» με παραπομπή στο Παράρτημα II (Επιφυλάξεις για τις Υπηρεσίες Ύδρευσης).

Στην πράξη όμως μόνο μια σειρά τεσσάρων επιφυλάξεων, ήτοι «Πρόσβαση στις Αγορές», «Εθνικές Πρακτικές», «Πλέον ευνοούμενο κράτος» και «Απαιτήσεις Απόδοσης» και μόνο όπου συντρέχουν όλες, μπορεί να διασφαλίσει πως μια υπηρεσία δεν θα διέπεται από τις διατάξεις της CETA. Για παράδειγμα κατά τις διαπραγματεύσεις για την TTIP[1], πρόταση της ΕΕ περιείχε (σε σχέση προς τις επιχειρήσεις ύδρευσης) επιφυλάξεις στα κεφάλαια «Εθνικές Πρακτικές», «Πλέον ευνοούμενο κράτος», «Απαιτήσεις Απόδοσης» και «Ανώτατοι Διαχειριστές-Διοικητικά Συμβούλια». Δεν κατανοούμε γιατί παρόμοιες (επιφυλάξεις), ενώ προτάθηκαν έναντι των ΗΠΑ, δεν υφίστανται στην διαπραγμάτευση με τον Καναδά.

Θα πρέπει επίσης ν’ αναφερθεί πως αν και οι υπηρεσίες παροχής ποσίμου ύδατος περιέχονται στις επιφυλάξεις του Παραρτήματος II, ακόμη και σ’ αυτές εφαρμόζονται οι αρχές της προστασίας των επενδύσεων [2].

Ως προς την Αποχέτευση μόνο η Γερμανία προέβαλε επιφύλαξη για την «Πρόσβαση στις Αγορές» όσον αφορά στον τομέα υπηρεσιών «Αποβλήτων, Διάθεσης Αποβλήτων και Αποχέτευσης», πράγμα που σημαίνει πως σ’ όλα τα υπόλοιπα κράτη-μέλη θα ισχύουν οι διατάξεις της CETA ακόμη κι αν αυτές βρίσκονται σε αντίθεση προς το αρ. 12 της Οδηγίας Παραχωρήσεων της ΕΕ (δυνάμει του οποίου η Οδηγία δεν ισχύει σε περιπτώσεις Παραχώρησης της Διάθεσης ή της Επεξεργασίας των Αποβλήτων [3]).

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ισχυρίζεται πως η οριζόντια «Εξαίρεση ΔΕΚΟ» προστατεύει τις Επιχειρήσεις Ύδρευσης

Βάσει Μελέτης την οποία παρήγγειλαν η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Δημοσίων Υπηρεσιών (EPSU) και το Αυστριακό Εργατικό Επιμελητήριο [4] η συγκεκριμένη διάταξη περιέχει σκοτεινά σημεία, παρά το ότι αποτελεί ένα από τα σημαντικώτερα όπλα της ΕΕ στις περιπτώσεις εμπορικών συμφωνιών.
Ο τρόπος προστασίας που εφαρμόζεται στην ΕΕ δεν περιλαμβάνει προστασία της επένδυσης.
Η ορολογία που χρησιμοποιείται παραμένει αμφίσημη καθώς όροι όπως «δημόσιες παροχές (public utilities)» δεν διαθέτουν ερμηνεία στο Διεθνές Δίκαιο ούτε έχουν αντίστοιχο στο Δίκαιο της ΕΕ.

Επίσης η διάταξη για τις «Δημόσιες παροχές» απλώς προστατεύει κατά της Πρόσβασης στις Αγορές όχι όμως στην περίπτωση των «Εθνικών Πρακτικών». Έτσι επιχειρήσεις με έδρα στον Καναδά, μόλις ιδρύσουν μια θυγατρική σε κράτος-μέλος της ΕΕ θα απολαμβάνουν όλων των προνομίων που τώρα έχουν οι τοπικές επιχειρήσεις.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δηλώνει πως αυτό το σύστημα διασφαλίζει μιαν εικοσαετία προστασίας. Εμείς απλώς οφείλουμε ν’ αναγνωρίσουμε πως μέχρι σήμερα καμιά εμπορική συνθήκη δεν έχει απαγορεύσει σε κράτη-μέλη να παρέχουν δημόσιες υπηρεσίες. Βάσει όμως των συμπερασμάτων του δρ. Krajewski, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τους περιορισμούς που θα δεσμεύουν τις κυβερνήσεις (αν η CETA γίνει αποδεκτή) καθώς αυτές θα πρέπει στο εξής να λαμβάνουν υπ’ όψη όλες τις επιβαλλόμενες από την Συνθήκη υποχρεώσεις. Το ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν υπάρξει αντιρρήσεις στο ισχύον σύστημα επ’ ουδενί σημαίνει πως τέτοιες δεν θα υπάρξουν στο μέλλον υπό τις νέες διατάξεις. Το παρόν σύστημα υπάρχει από την εποχή της Συνθήκης GATS (το 1995), στο μεσολαβήσαν δε διάστημα η ΕΕ έχει υπογράψει εμπορικές συνθήκες με αναπτυσσόμενες χώρες και αναδυόμενες αγορές (Μεξικό, Χιλή, Ν. Κορέα, Περού κ.ο.κ.). Ουδεμιά των αντισυμβληθεισών χωρών ήταν αρκούντως ισχυρή ώστε να δύναται να επεκταθεί στον τομέα των δημοσίων υπηρεσιών στο εσωτερικό της ΕΕ. Ο Καναδάς (της CETA) και οι ΗΠΑ (με την TTIP) είναι καταφανώς εντελώς διαφορετικές περιπτώσεις.

Όσον αφορά στην αποχέτευση υπάρχει (όπως ήδη ειπώθηκε) μια μόνο (γερμανική) επιφύλαξη σχετική με την επεξεργασία των αποβλήτων και ο γενικός όρος «Περί Δημοσίων Παροχών», όπου περιέχονται περιβαλλοντικά θέματα που περιέχουν και την διαχείριση των αποβλήτων. Το ερώτημα τι συμβαίνει όταν ένας γενικός όρος (αυτός ο «Περί Δημοσίων Παροχών») είναι αντίθετος σε έναν ειδικό (όπως στην περίπτωση ης ειδικής απελευθέρωσης στον τομέα των περιβαλλοντικών υπηρεσιών) μπορεί ν’ απαντηθεί εύκολα απ’ οποιονδήποτε στοιχειωδώς κατηρτισμένο σε νομικά θέματα: ο Ειδικός όρος υπερισχύει!

Η Γερμανική Ένωση Δημοσίων Επιχειρήσεων Ύδρευσης ανεκάλυψε ακόμη ένα κενό που μπορεί να επηρεάσει τις υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης: πρόκειται για την ενσωμάτωση του όρου «Περί Δημοσίων Παροχών» στον Κατάλογο Αρνητικής προσέγγισης (βλ. παραπάνω).[5]

Μπορεί η CETA να δημιουργήσει προβλήματα σε απόπειρες επιστροφής των υπηρεσιών ύδρευσης-αποχέτευσης σε δημόσιο έλεγχο;

Η απάντηση είναι σαφώς «ΝΑΙ»! Τούτο βασίζεται στην επίδραση της Συνεργασίας σε Κανονιστικό Επίπεδο, στις διαδικασίες Αναστολής και στην διαιτησία μεταξύ Επενδυτών και Κρατών (πρώην ISDS, ήδη ICS).

Στην CETA, όπως και σε παρόμοιες εμπορικές συνθήκες, υπάρχει Μηχανισμός Συνεργασίας σε Κανονιστικό Επίπεδο, βάσει του οποίου επιβάλλεται συνεργασία στην ερμηνεία και στην διαμόρφωση των ισχυόντων και των μελλοντικών κανόνων (νόμων κ.ο.κ.) στο βαθμό που αυτοί επηρεάζουν το εμπόριο ή τις επενδύσεις. Η όποια υπερεθνική επιχείρηση προφανώς (θα) διάκειται αρνητικά στην ύπαρξη ή ψήφιση νόμου που (θα) θίγει τα συμφέροντά της. Εκτός του κινδύνου που διατρέχει ένα κράτος να συρθεί ενώπιον ενός Ιδιωτικού Δικαστηρίου Επενδύσεων (ISDS/ICS), ο Μηχανισμός Συνεργασίας μπορεί εύκολα ν’ αναστείλει επ’ αόριστον την ψήφιση νόμων που ενισχύουν ή και απλώς προστατεύουν το δημόσιο συμφέρον ή τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ας μην παραβλέπουμε επίσης την ενυπάρχουσα στον Μηχανισμό δυνατότητα αποδυνάμωσης μέχρι και κατάργησης των ισχυουσών, ωφελίμων για το κοινωνικό σύνολο, διατάξεων.

Υπό τέτοιου τύπου Εμπορικές Συνθήκες άπαξ και κάποιος τομέας «απελευθερώθηκε» (με την μη αναφορά του στο Παράρτημα II) δεν υπάρχει τρόπος ανατροπής του αποτελέσματος. Επιτρέπονται αλλαγές μόνο στον βαθμό που αυτές περαιτέρω απελευθερώνουν τον τομέα, πράγμα που έχει παρατηρηθεί σε Συνθήκες Ελευθέρου Εμπορίου όπως η NAFTA. Σημαντική εδώ υπάρχει η άρνηση του Ευρωκοινοβουλίου να αποδεχθεί τέτοιες πρακτικές στην Απόφασή του σχετικά με την TiSA[6].

Ίσως το πλέον ανησυχητικό στην CETA είναι η διαδικασία επίλυσης διαφορών επενδυτών-κρατών (ISDS). Δυνάμει αυτής υπερεθνικές επιχειρήσεις μπορούν να ενάγουν κράτη ενώπιον Ιδιωτικών Δικαστηρίων (Διαιτητών) στην περίπτωση που θεωρήσουν ότι οι προσδοκίες των για κέρδη ή οι εμπορικές πρακτικές των θίγονται από αλλαγές στην πολιτική ή την νομοθεσία. Η Διαδικασία αυτή δίνει στις επιχειρήσεις την δυνατότητα να προσβάλουν και ν’ ανατρέψουν την εθνική νομοθεσία αλλά και ν’ αναζητήσουν αποζημίωση ανερχομένη συνήθως σε πολλά εκατομμύρια Ευρώ. Αν και η διαδικασία διαφέρει κάπως αυτής της περιεχομένης στην TTIP (μετά την κατακραυγή που υπήρξε), τ’ αποτελέσματά της παραμένουν ως επί το πλείστον τα ίδια. [7].

Περιπτώσεις, όπως αυτή της Αργεντινής (κατωτέρω υπό 5) κατέδειξαν πως όταν μια δημόσια αρχή αποπειράται, ακόμη και κατόπιν παραβάσεων της σύμβασης από την άλλη πλευρά, ν’ αναλάβει εκ νέου μιαν επιχείρηση ύδρευσης, ο ιδιώτης μπορεί, καταφεύγοντας σε Διαιτησία, ν’ αποκομίσει μιαν σημαντική αποζημίωση.

Υπάρχουν υποθέσεις Επίλυσης Διαφορών που σχετίζονται με το νερό και την διαχείρισή του;

Έχουν υπάρξει αρκετές περιπτώσεις όπου δημόσιες αρχές σύρθηκαν σε ιδιωτική διαιτησία κατόπιν διαφορών με ιδιωτικές επιχειρήσεις ύδρευσης.

Πρώτο παράδειγμα είναι η Αργεντική, η οποία έχασε σε τρεις υποθέσεις εναντίον διεθνών επενδυτών, όταν επεχείρησε ν’ ανακτήσει επιχειρήσεις ύδρευσης. Καταδικάσθηκε να καταβάλει $105 εκ. στην Vivendi (ήδη Veolia) όταν κατήγγειλε την σύμβαση ύδρευσης στην επαρχία Tucumán μετά την αύξηση των τιμών προς 104% με ταυτόχρονη άρνηση επένδυσης στο δίκτυο πράγμα που οδήγησε σε χειροτέρευση της ποιότητας του νερού [8]. Η Αργεντινή επίσης έχασε σε διαιτησία κατά της Azurix (θυγατρικής της Enron) και αναγκάσθηκε να πληρώσει $165 εκ. όταν την διαχείριση της ύδρευσης και αποχέτευσης στην επαρχία Buenos Aires ανέλαβε μια Συνεργατική Εργαζομένων μετά την αποχώρηση της εταιρίας [9]. Η τρίτη χαμένη διαιτησία της Αργεντινής ήταν κατά των Suez, AGBAR και Vivendi, όταν η πόλη του Buenos Aires απεφάσισε να επαναδημοτικοποιήσει την επιχείρηση ύδρευσης λόγω προβλημάτων στην ποιότητα, ελλείψεων στην διαχείριση των αποβλήτων και υψηλών τιμών [10].

Αλλού μια απλή διαφωνία ως προς το ύψος των χρεώσεων ήρκεσε ώστε η Tallinna Vesi (ιδιωτική επιχείρηση που διαχειρίζεται την ύδρευση στο Tallin (Εσθονία), να ενάγει την εσθονική κυβέρνηση βάσει μιας διμερούς επενδυτικής συμφωνίας. Η Tallina Vesi είναι θυγατρική της United Utilities, βρετανικής εταιρίας με έδρα στην Ολλανδία. a UK company registered in the Netherlands. Χρησιμοποιούν την Διμερή Επενδυτική Συνθήκη μεταξύ Ολλανδίας-Εσθονίας ισχυριζόμενοι παράβασή της από πλευράς εσθονικής κυβέρνησης, η οποία δεν επιτρέπει αύξηση των χρεώσεων και αναζητούν €90 εκ. ως αναμενόμενα κέρδη για όλη την διάρκεια της σύμβασης [11].

Μπορεί η CETA ν’ αποδειχθεί προβληματική για τις λειτουργούσες δημόσιες επιχειρήσεις ύδρευσης;

Η Stadtwerke Karlsruhe, επιχείρηση της οποίας τον έλεγχο έχει ο Δήμος Καρλσρούης, θεωρεί πως ναι! [12].

Σύμφωνα προς την ανάλυσή της τα δικαιώματα στο νερό, κατά την CETA, θεωρούνται επενδύσεις, ως τέτοιες δε υπόκεινται στην προστασία επενδύσεων της Συνθήκης, βάσει της οποίας εξωεθνικές επιχειρήσεις απολαμβάνουν περισσότερα τέτοια απ’ όσα οι τοπικές-εθνικές (όπως αυτή). Το πρόβλημα θα μπορούσε να εμφανισθεί με την μορφή διεκδίκησης από τους ξένους μιας πηγής την οποία ήδη διαχειρίζεται τοπική επιχείρηση (τούτο θεωρείται ιδιαιτέρως πιθανό). Άλλο πρόβλημα θα μπορούσε να δημιουργηθεί σε ζώνες προστασίας αν ο οποιοσδήποτε επενδυτής θεωρήσει ότι η επένδυσή του περιλαμβάνεται σε μια τέτοια. Τέλος προβλήματα παρουσιάζονται στην υποχρέωση των δημοσίων και δημοτικών επιχειρήσεων να εφαρμόζουν τις διατάξεις της ΕΕ σε θέματα προμηθειών, θέτοντάς τις έτσι σε θέση μειονεκτική έναντι των ιδιωτών, οι οποίοι, ούτως ή άλλως, τυγχάνουν και ειδικής προστασίας.

Η Ομοσπονδία Γερμανικών Δημοσίων Επιχειρήσεων Ύδρευσης προχώρησε παραπέρα [13]. Σύμφωνα προς την δική της ανάλυση οι επιφυλάξεις που διετύπωσε η ΕΕ σχετικά με την «Άντληση, Επεξεργασία και Διανομή Ύδατος» δεν περιλαμβάνει όλες τις δραστηριότητες, πολλώ δε μάλλον όσες είναι δυνατόν να εμφανισθούν στο μέλλον. Λόγω της αρνητικής προσέγγισης που ισχύει στην CETA δεν προστατεύεται η δυνατότητα δημοσίων και δημοτικών επιχειρήσεων να εφαρμόσουν καινοτόμες πρακτικές όπως η αύξηση της ενεργειακής αυτάρκειας ή η ανάκτηση υλικών από απόβλητα. Ήδη ο γερμανικός Νόμος περιλαμβάνει σχετικές διατάξεις υπό την CETA, όμως, οι δημόσιες επιχειρήσεις ύδρευσης θα πρέπει για τέτοιες δραστηριότητες να στραφούν στην ελεύθερη αγορά και σε ξένους επενδυτές.

Η Ομοσπονδία επίσης παραπονείται επειδή η ευρωπαϊκή νομοθεσία και αυτή των κρατών-μελών της ΕΕ δεν περιελήφθη στο Παράρτημα I, πράγμα το οποίο σημαίνει πως οι σημερινές πρακτικές μπορούν εύκολα να βρεθούν υπό αμφισβήτηση. Φοβούνται επίσης ότι οι διατάξεις για τις δημόσιες προμήθειες θα περιορίσουν την δυνατότητα των (δημοσίων και δημοτικών) επιχειρήσεων να συνεργασθούν με άλλες όμοιες χωρίς απαραιτήτως να τις ανταγωνίζονται. Η μη ενσωμάτωση στην CETA της Αρχής Προφύλαξης, που αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, σε συνδυασμό με την διαδικασία συνεργασίας που μπορεί να επηρεάσει τις αποφάσεις των εθνικών κοινοβουλίων, δημιουργεί κινδύνους που μπορούν να πλήξουν την δημόσια υγεία, το περιβάλλον και φυσικά τις πηγές του νερού.

Οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις νερού είναι ευρωπαϊκές. Αυτό δεν κάνει το πρόβλημα μάλλον καναδικό παρά δικό μας;

Ναι, φυσικά θα υπάρξει πρόβλημα για τις καναδικές δημόσιες επιχειρήσεις ύδρευσης. Τόσο όμως οι ευρωπαϊκές όσο και οι καναδικές ιδιωτικές επιχειρήσεις είναι θυγατρικές ή συγγενείς προς τις ίδιες μεγάλες υπερεθνικές όπως η Veolia, η Nestlé, η Suez και η Coca-Cola). Η CETA (όπως και η TTIP) παρέχουν σ’ αυτές τις υπερεθνικές μοναδικές ευκαιρίες ν’ αποκτήσουν πρόσβαση σε επιχειρήσεις ύδρευσης και σχετιζόμενες με αυτήν: αυτοί που έχουν μόνο να χάσουν είναι οι χρήστες τέτοιων υπηρεσιών και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού.

Η CETA παρέχει ειδικά προνόμια σε μη ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και επενδυτές, αλλ’ όχι μόνο απ’ τον Καναδά. Απλώς αναλογισθείτε πως από τις 51.495 λειτουργούσες σε κράτη-μέλη της ΕΕ θυγατρικές αμερικανικών επιχειρήσεων οι 41.811 ανήκουν σε τέτοιες που διαθέτουν επίσης θυγατρικές στον Καναδά [14]. Οποιαδήποτε από αυτές μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να στηρίξει υπόθεση ενώπιον του ιδιωτικού διαιτητικού δικαστηρίου ICS. Το ίδιο μπορούν να πράξουν και ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που έχουν θυγατρικές στις ΗΠΑ ή στον Καναδά.

Σαφές παράδειγμα του πως το ISDS/ICS λειτουργεί πέραν των εθνικών εννόμων τάξεων είναι το προαναφερθέν για την Εσθονία, όπου μια βρετανική εταιρία χρησιμοποίησε την ολλανδική θυγατρική της για να προχωρήσει σε διαιτησία βάσει της διμερούς συμφωνίας Ολλανδίας-Εσθονίας.

Μπορεί η CETA να επηρεάσει το νερό ως φυσικό αγαθό ή τις χρήσεις του στην γεωργία ή την βιομηχανία;

Υπάρχει ο φόβος ότι μέσω της CETA θα διευκολυνθεί η ιδιωτικοποίηση των υδατικών πηγών και η εμπορευματοποίηση του νερού.

Υπάρχει το άρθρο 1.9: «Όπου ένα των μερών επιτρέπει την εμπορική χρήση μιας συγκεκριμένης πηγής πρέπει να το πράττει βάσει των όρων της Συνθήκης». Δεν είναι ξεκάθαρο (νομικά) τι σημαίνει « εμπορική χρήση» ούτε «συγκεκριμένη πηγή». Σε συνδυασμό με τον ορισμό της «Επένδυσης» (CETA σ.39), ο οποίος παρουσιάζεται μάλλον ευρύς αφού «Μορφές επενδύσεων μπορούν να είναι … προσδοκίες προερχόμενες από … παραχωρήσεις γενόμενες βάσει νόμου ή δυνάμει συμφωνίας … συμπεριλαμβάνουν την αναζήτηση, εξόρυξη ή εκμετάλλευση φυσικών αγαθών», είναι ιδιαίτερα δύσκολο να προβλεφθεί ακριβώς το τι και πως θα γίνει, δεδομένο όμως είναι πως το νερό μπορεί να υπαχθεί στις διατάξεις περί εμπορίου και επενδύσεων της Συνθήκης. Περαιτέρω οι ειδικοί κανόνες προστασίας («ορθή και ίση αντιμετώπιση» και «έμμεση απαλλοτρίωση») των ξένων επενδυτών, σαφώς θα παίξουν σημαντικό ρόλο στον τρόπο που οι αρχές (θα) παραχωρούν δικαιώματα σε πηγές, περιορίζοντας παράλληλα την δυνατότητα ανάκτησης αυτών (των δικαιωμάτων) παρά μόνο με πολύ δύσκολο και δαπανηρό τρόπο. Εμμέσως αυτό σαφώς επιτρέπει την νόμιμη αρπαγή πηγών και δικαιωμάτων στο νερό. Η προστασία των επενδυτών σε παρόμοιες συνθήκες (NAFTA, Energy Charta) όπου υπήρξαν διαφορές μεταξύ αυτών και των κρατών πάντα οδήγησε σε λύση υπέρ της εναγούσης ιδιωτικής επιχείρησης [15]. Η CETA δεν περιλαμβάνει κανόνες ορθής προστασίας των δικαιωμάτων στο νερό (ως τέτοια νοούνται η δυνατότητα ανάληψης, εξαγωγής, εκτροπής ή χρήσης) όπου υπάρχει εμπορική χρήση. Η παράλειψη τέτοιων μπορεί αν επηρεάσει σημαντικά την γεωργία και αρκετές βιομηχανίες. Θεωρούμε, λοιπόν, ότι ο μόνος τρόπος ανάγνωσης του αρ. 1.9 είναι ως ενός επί πλέον εργαλείου εμπορευματοποίησης του νερού.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσπαθεί να εισάγει μηχανισμούς αγοράς στα θέματα του νερού [16]. Εδώ και πολλά χρόνια ο τρόπος τιμολόγησης αποτελεί ένα μόνο από τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την εμπορευματοποίησή του. Η ιδέα ότι δικαιώματα στο νερό μπορούν ν’ αποτελέσουν αντικείμενο εμπορίας με στόχο την αποτελεσματικώτερη απόδοση του πόρου είναι ένα νεοφιλελεύθερο mantra, το οποίο, δυστυχώς, υιοθετούν θεσμοί και στην Ευρώπη [17]: ας χρησιμοποιήσουμε τουλάχιστον την εμπειρία της Ισπανίας, της Αυστραλίας ή της Καλιφόρνιας.

Η παραχώρηση δικαιωμάτων στο νερό αποτελεί, σήμερα, αρμοδιότητα των κρατών-μελών. Χρησιμοποιούνται, φυσικά, διάφορα κριτήρια, όχι όμως τέτοια εξαρτώμενα απ’ τις συναλλαγές ή τις επενδύσεις, σε αντίθεση με αυτά που προωθούνται δια εμπορικών Συνθηκών όπως η CETA. Αν τα δικαιώματα στο νερό καταστούν εμπόρευμα ή και εμπορεύσιμα τότε αρχίζουν αμέσως να έχουν εφαρμογή οι κανόνες που τίθενται από την CETA. Έτσι, ακόμη κι αν το κράτος διατηρεί την κυριότητα και έχει κάποιο λέγειν στον τρόπο διανομής, αυτά θα μπορούν να μεταβιβάζονται οπουδήποτε ενώ ο ρόλος της πολιτείας θα περιορισθεί σ’ αυτόν μιας «ρυθμιστικής αρχής».

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: ο όρος «παραχώρηση» στην ΕΕ αναφέρεται στην παραχώρηση υπηρεσιών όπως π.χ. η ύδρευση. Τα δικαιώματα στο νερό δεν ταυτίζονται πάντα με τις παραχωρήσεις και αφορούν στις υδατικές πηγές ασχέτως του αν αυτές χρησιμοποιούνται για δημόσιο, εμπορικό, μη κερδοσκοπικό ή όποιον άλλο σκοπό.

——-

[1] European Commission, 2015. Transatlantic Trade and Investment Partnership. Services and Investment Offer of the European Union

[2] Krajewski, Markus, 2016. Model Clauses for the Exclusion of Public Services from Trade and Investment Agreements

[3] Directive 2014/23/EU of the European Parliament and of the Council of 26 February 2014 on the award of concession contracts

[4] Krajewski, ο.π.

[5] Allianz der öffentlichen Wasserwirtschaft e.V., 2016. Wasserwirtschaft im Sog des Freihandels – CETA

[6] European Parliament resolution of 3 February 2016 containing the European Parliament’s recommendations to the Commission on the negotiations for the Trade in Services Agreement (TiSA)

[7] Διαφόρων συγγραφέων, 2016. The Zombie ISDS

[8] Environmental Justice Atlas Διαφόρων συγγραφέων, 2007. CIADI: Fallo contra el pueblo de Tucumán

[9] Water Remunicipalisation Tracker

[10] Water Remunicipalisation Tracker

[11] International Centre for Settlement of Investment Disputes Kishimoto, S., 2015. Trade Agreements and investor protection: A global threat to public water. In Kishimoto, Lobita et Petitjean, 2015. Our Public Water Future. The Global Experience with Remunicipalisation

[12] Stadtwerke Karlsruhe, 2016. How water supply in Germany would be affected by the EU free trade and investment agreements CETA, TTIP, TiSA

[13] Allianz der öffentlichen Wasserwirtschaft (AöW), 2016. Wasserwirtschaft im Sog des Freihandels – CETA (γερμανικά). Μετάφραση στα γαλλικά: La gestion des ressources en eau dans le sillage du libre échange – CETA

[14] Public Citizen. Tens of Thousands of U.S. Firms Would Obtain New Powers to Launch Investor-State Attacks Against European Policies via CETA and TTIP

[15] Stadtwerke Karlsruhe, 2016, op. cit.

[16] European Water Movement, 2012. Commission’s Blueprint Puts Water and Nature Up For Sale

[17] See for example the seminar Water Market Scenarios for Europe: A response to Water

European Citizens’ Initiative – Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών


Πώς επηρεάζει η CETA το Nερό μας

Η CETA και οι άλλες εμπορικές συμφωνίες είναι από τις μεγαλύτερες απειλές για την περαιτέρω εμπορευματοποίηση και ιδιωτικοποίηση του συλλογικού αγαθού του νερού. Αν και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει τονίσει ότι το νερό θα εξαιρεθεί από την συνθήκη, μια προσεκτική ανάγνωση του τελικού κειμένου δείχνει ότι η κατάσταση είναι διαφορετική. Η οργάνωση Food & Water Europe σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Κίνημα για το νερό (European Water
Movement) μέλος του οποίου είναι και το SAVEGREEKWATER, δημοσίευσε πριν λίγο καιρό αυτόν τον σύντομο οδηγό που δίνει συγκεκριμένες απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα που εγείρονται σχετικά με τις αρνητικές συνέπειες της CETA στον τομέα του νερού όπως η αύξηση της πίεσης για ιδιωτικοποίηση, το γιατί οι υπηρεσίες στην πραγματικότητα δεν προστατεύονται από την οριζόντια εξαίρεση για τις «δημόσιες υπηρεσίες» και ποια προβλήματα θα αντιμετωπίσουν όσοι δήμοι και κράτη θελήσουν να πάρουν πίσω υπό δημόσιο έλεγχο τις υπηρεσίες τους. Ο οδηγός αυτός παρουσιάζει συγκεκριμένους λόγους για το γιατί αυτή η συμφωνία πρέπει να εγκαταλειφθεί, που έρχονται να προστεθούν σε όσους ήδη αναπτύσσονται από πολλές άλλες πλευρές της κοινωνίας των πολιτών.

Βρυξέλλες, Οκτώβριος 2016
Κατά την διάρκεια των μυστικών διαπραγματεύσεων για την Συμφωνία Ελευθέρου Εμπορίου μεταξύ ΕΕ και Καναδά (CETA) η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έπαψε να υποστηρίζει ότι η Σύμβαση δεν αφορά στις Υπηρεσίες Ύδρευσης αλλά και ότι οι τρόποι διαχείρισης τέτοιων και συναφών υπηρεσιών (όπως π.χ. άντληση, καθαρισμός, αποχέτευση) θα παρέμεναν στην αρμοδιότητα των δημοσίων υπηρεσιών. Δυστυχώς μια προσεκτική ανάγνωση του τελικού κειμένου της CETA δείχνει μιαν διαφορετική κατάσταση.
Τα κινήματα Food & Water Europe και European Water Movement νοιώθουν ιδιαίτερη ανησυχία για τους τρόπους με τους οποίους η CETA θα επηρεάσει το νερό ως φυσικό αγαθό αλλά και την διαχείρισή του ως ανθρωπίνου δικαιώματος. Είναι γνωστό πως η CETA θα επηρεάσει την λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών, πράγμα που καθιστά αναγκαία την ανάλυση των πιθανών επιπτώσεών της στις υπηρεσίες ύδρευσης με τρόπο και μεθόδους που να μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τους πολίτες που ενεργοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Ένωση προσπαθώντας να σταματήσουν την αποδοχή της Συνθήκης.
Η Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών Right2Water υπήρξε μια από τις επιτυχέστερες κινητοποιήσεις στην Ευρώπη τα τελευταία έτη καθώς αφύπνισε πολλούς και οδήγησε άλλους ν’ αντιληφθούν την σημασία της παραμονής ή επιστροφής (ανάλογα) των υπηρεσιών ύδρευσης σε δημόσιο έλεγχο και την ανάγκη δημοκρατικής διαχείρισης των υδατίνων πόρων ενώ παράλληλα διέδωσε την θέση πως το νερό είναι δημόσιο αγαθό κι όχι εμπόρευμα. Αισθανόμαστε πως μπορούμε να επενδύσουμε στις εμπειρίες που αποκτήσαμε έτσι αλλά και στην δυναμική του κινήματος για ν’ αποτρέψουμε την αποδοχή της CETA και των άλλων παρομοίων Συνθηκών, καθώς αυτές αποτελούν έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους ιδιωτικοποίησης και εμπορευματοποίησης του νερού.

Περιέχονται στην Συνθήκη το Νερό και οι Υπηρεσίες Ύδρευσης;

Στο άρθρο 1.9, με τίτλο «Δικαιώματα και Υποχρεώσεις σχετικά με το Νερό» περιλαμβάνεται διάταξη, γραμμένη σε ακραιφνώς νομική γλώσσα, σύμφωνα προς την οποία: «… το νερό, στην φυσική του κατάσταση … δεν είναι προϊόν ούτε εμπόρευμα … Κατά συνέπεια τα κεφάλαια [της Συνθήκης] που διέπουν το νερό σ’ αυτήν την κατάσταση είναι τα 22 (Εμπόριο και Αειφόρος Ανάπτυξη) και 24 (Εμπόριο και περιβάλλον)». Το θέμα είναι πως όλες σχεδόν οι χρήσεις του νερού (ύδρευση, αποχέτευση, άρδευση κ.ο.κ. αφορούν σ’ αυτό εξηγμένο από την φυσική του θέση, πράγμα που εύκολα μπορεί να οδηγήσει στην θεώρησή του ως προϊόντος το οποίο, ως εμπορεύσιμο, υπάγεται σαφώς στις διατάξεις της CETA.

Το άρθρο συνεχίζει: «Όταν ένα των μερών επιτρέπει την εμπορική χρησιμοποίηση μιας υδατικής πηγής, αυτό θα πρέπει να συμβαίνει με τρόπο συνάδοντα προς την Σύμβαση». Δεν υπάρχει διευκρίνιση τι σημαίνει «εμπορική χρήση» ούτε «υδατική πηγή», πράγμα το οποίο εύκολα μπορεί να οδηγήσει σε εμπορευματοποίηση του νερού, ιδίως όσον αφορά στον τρόπο με τον οποίο οι αρχές παρέχουν δικαιώματα ύδρευσης. Βάσει των διατάξεων της CETA τα τελευταία μπορούν, πολύ εύκολα, να θεωρηθούν «επένδυση» (βλ. θέμα 8).

Είναι δυνατόν η CETA να αυξήσει την πίεση προς ιδιωτικοποίηση της διαχείρισης των επιχειρήσεων ύδρευσης;

Αυτό είναι δυνατό στην περίπτωση του πόσιμου νερού και πλέον ή βέβαιο σ’ αυτήν της αποχέτευσης.

Η Συνθήκη CETA είναι η πρώτη συνθήκη ελευθέρου εμπορίου (μεταξύ αυτών που τέθηκαν υπό διαπραγμάτευση στην ΕΕ) που περιέχει κατάλογο αρνητικής προσέγγισης στην προστασία των δημοσίων υπηρεσιών. Με τον τρόπο αυτό ό,τι δεν περιλαμβάνεται στην Συνθήκη επηρεάζεται από αυτήν (βάσει της αρχής “list it or lose it”: αν δεν αναφερθεί δεν προστατεύεται). Υπάρχουν δύο παραρτήματα στα οποία μπορούν ν’ αναφερθούν οι εξαιρούμενες δραστηριότητες: το Παράρτημα I, με διατάξεις (νόμους ή διοικητικές πράξεις) που παραβιάζουν τις υποχρεώσεις που προκύπτουν απ’ την Συνθήκη και το Παράρτημα II, όπου θα περιληφθούν υφιστάμενες και μελλοντικές πρακτικές.

Όσον αφορά στις υπηρεσίες ύδρευσης η ΕΕ διετήρησε επιφυλάξεις σχετικά προς την «Πρόσβαση στις Αγορές» και τις «Εθνικές Διατάξεις» που σχετίζονται με την «Συλλογή, επεξεργασία και διανομή του ύδατος» με παραπομπή στο Παράρτημα II (Επιφυλάξεις για τις Υπηρεσίες Ύδρευσης).

Στην πράξη όμως μόνο μια σειρά τεσσάρων επιφυλάξεων, ήτοι «Πρόσβαση στις Αγορές», «Εθνικές Πρακτικές», «Πλέον ευνοούμενο κράτος» και «Απαιτήσεις Απόδοσης» και μόνο όπου συντρέχουν όλες, μπορεί να διασφαλίσει πως μια υπηρεσία δεν θα διέπεται από τις διατάξεις της CETA. Για παράδειγμα κατά τις διαπραγματεύσεις για την TTIP[1], πρόταση της ΕΕ περιείχε (σε σχέση προς τις επιχειρήσεις ύδρευσης) επιφυλάξεις στα κεφάλαια «Εθνικές Πρακτικές», «Πλέον ευνοούμενο κράτος», «Απαιτήσεις Απόδοσης» και «Ανώτατοι Διαχειριστές-Διοικητικά Συμβούλια». Δεν κατανοούμε γιατί παρόμοιες (επιφυλάξεις), ενώ προτάθηκαν έναντι των ΗΠΑ, δεν υφίστανται στην διαπραγμάτευση με τον Καναδά.

Θα πρέπει επίσης ν’ αναφερθεί πως αν και οι υπηρεσίες παροχής ποσίμου ύδατος περιέχονται στις επιφυλάξεις του Παραρτήματος II, ακόμη και σ’ αυτές εφαρμόζονται οι αρχές της προστασίας των επενδύσεων [2].

Ως προς την Αποχέτευση μόνο η Γερμανία προέβαλε επιφύλαξη για την «Πρόσβαση στις Αγορές» όσον αφορά στον τομέα υπηρεσιών «Αποβλήτων, Διάθεσης Αποβλήτων και Αποχέτευσης», πράγμα που σημαίνει πως σ’ όλα τα υπόλοιπα κράτη-μέλη θα ισχύουν οι διατάξεις της CETA ακόμη κι αν αυτές βρίσκονται σε αντίθεση προς το αρ. 12 της Οδηγίας Παραχωρήσεων της ΕΕ (δυνάμει του οποίου η Οδηγία δεν ισχύει σε περιπτώσεις Παραχώρησης της Διάθεσης ή της Επεξεργασίας των Αποβλήτων [3]).

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ισχυρίζεται πως η οριζόντια «Εξαίρεση ΔΕΚΟ» προστατεύει τις Επιχειρήσεις Ύδρευσης

Βάσει Μελέτης την οποία παρήγγειλαν η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Δημοσίων Υπηρεσιών (EPSU) και το Αυστριακό Εργατικό Επιμελητήριο [4] η συγκεκριμένη διάταξη περιέχει σκοτεινά σημεία, παρά το ότι αποτελεί ένα από τα σημαντικώτερα όπλα της ΕΕ στις περιπτώσεις εμπορικών συμφωνιών.
Ο τρόπος προστασίας που εφαρμόζεται στην ΕΕ δεν περιλαμβάνει προστασία της επένδυσης.
Η ορολογία που χρησιμοποιείται παραμένει αμφίσημη καθώς όροι όπως «δημόσιες παροχές (public utilities)» δεν διαθέτουν ερμηνεία στο Διεθνές Δίκαιο ούτε έχουν αντίστοιχο στο Δίκαιο της ΕΕ.

Επίσης η διάταξη για τις «Δημόσιες παροχές» απλώς προστατεύει κατά της Πρόσβασης στις Αγορές όχι όμως στην περίπτωση των «Εθνικών Πρακτικών». Έτσι επιχειρήσεις με έδρα στον Καναδά, μόλις ιδρύσουν μια θυγατρική σε κράτος-μέλος της ΕΕ θα απολαμβάνουν όλων των προνομίων που τώρα έχουν οι τοπικές επιχειρήσεις.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δηλώνει πως αυτό το σύστημα διασφαλίζει μιαν εικοσαετία προστασίας. Εμείς απλώς οφείλουμε ν’ αναγνωρίσουμε πως μέχρι σήμερα καμιά εμπορική συνθήκη δεν έχει απαγορεύσει σε κράτη-μέλη να παρέχουν δημόσιες υπηρεσίες. Βάσει όμως των συμπερασμάτων του δρ. Krajewski, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τους περιορισμούς που θα δεσμεύουν τις κυβερνήσεις (αν η CETA γίνει αποδεκτή) καθώς αυτές θα πρέπει στο εξής να λαμβάνουν υπ’ όψη όλες τις επιβαλλόμενες από την Συνθήκη υποχρεώσεις. Το ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν υπάρξει αντιρρήσεις στο ισχύον σύστημα επ’ ουδενί σημαίνει πως τέτοιες δεν θα υπάρξουν στο μέλλον υπό τις νέες διατάξεις. Το παρόν σύστημα υπάρχει από την εποχή της Συνθήκης GATS (το 1995), στο μεσολαβήσαν δε διάστημα η ΕΕ έχει υπογράψει εμπορικές συνθήκες με αναπτυσσόμενες χώρες και αναδυόμενες αγορές (Μεξικό, Χιλή, Ν. Κορέα, Περού κ.ο.κ.). Ουδεμιά των αντισυμβληθεισών χωρών ήταν αρκούντως ισχυρή ώστε να δύναται να επεκταθεί στον τομέα των δημοσίων υπηρεσιών στο εσωτερικό της ΕΕ. Ο Καναδάς (της CETA) και οι ΗΠΑ (με την TTIP) είναι καταφανώς εντελώς διαφορετικές περιπτώσεις.

Όσον αφορά στην αποχέτευση υπάρχει (όπως ήδη ειπώθηκε) μια μόνο (γερμανική) επιφύλαξη σχετική με την επεξεργασία των αποβλήτων και ο γενικός όρος «Περί Δημοσίων Παροχών», όπου περιέχονται περιβαλλοντικά θέματα που περιέχουν και την διαχείριση των αποβλήτων. Το ερώτημα τι συμβαίνει όταν ένας γενικός όρος (αυτός ο «Περί Δημοσίων Παροχών») είναι αντίθετος σε έναν ειδικό (όπως στην περίπτωση ης ειδικής απελευθέρωσης στον τομέα των περιβαλλοντικών υπηρεσιών) μπορεί ν’ απαντηθεί εύκολα απ’ οποιονδήποτε στοιχειωδώς κατηρτισμένο σε νομικά θέματα: ο Ειδικός όρος υπερισχύει!

Η Γερμανική Ένωση Δημοσίων Επιχειρήσεων Ύδρευσης ανεκάλυψε ακόμη ένα κενό που μπορεί να επηρεάσει τις υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης: πρόκειται για την ενσωμάτωση του όρου «Περί Δημοσίων Παροχών» στον Κατάλογο Αρνητικής προσέγγισης (βλ. παραπάνω).[5]

Μπορεί η CETA να δημιουργήσει προβλήματα σε απόπειρες επιστροφής των υπηρεσιών ύδρευσης-αποχέτευσης σε δημόσιο έλεγχο;

Η απάντηση είναι σαφώς «ΝΑΙ»! Τούτο βασίζεται στην επίδραση της Συνεργασίας σε Κανονιστικό Επίπεδο, στις διαδικασίες Αναστολής και στην διαιτησία μεταξύ Επενδυτών και Κρατών (πρώην ISDS, ήδη ICS).

Στην CETA, όπως και σε παρόμοιες εμπορικές συνθήκες, υπάρχει Μηχανισμός Συνεργασίας σε Κανονιστικό Επίπεδο, βάσει του οποίου επιβάλλεται συνεργασία στην ερμηνεία και στην διαμόρφωση των ισχυόντων και των μελλοντικών κανόνων (νόμων κ.ο.κ.) στο βαθμό που αυτοί επηρεάζουν το εμπόριο ή τις επενδύσεις. Η όποια υπερεθνική επιχείρηση προφανώς (θα) διάκειται αρνητικά στην ύπαρξη ή ψήφιση νόμου που (θα) θίγει τα συμφέροντά της. Εκτός του κινδύνου που διατρέχει ένα κράτος να συρθεί ενώπιον ενός Ιδιωτικού Δικαστηρίου Επενδύσεων (ISDS/ICS), ο Μηχανισμός Συνεργασίας μπορεί εύκολα ν’ αναστείλει επ’ αόριστον την ψήφιση νόμων που ενισχύουν ή και απλώς προστατεύουν το δημόσιο συμφέρον ή τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ας μην παραβλέπουμε επίσης την ενυπάρχουσα στον Μηχανισμό δυνατότητα αποδυνάμωσης μέχρι και κατάργησης των ισχυουσών, ωφελίμων για το κοινωνικό σύνολο, διατάξεων.

Υπό τέτοιου τύπου Εμπορικές Συνθήκες άπαξ και κάποιος τομέας «απελευθερώθηκε» (με την μη αναφορά του στο Παράρτημα II) δεν υπάρχει τρόπος ανατροπής του αποτελέσματος. Επιτρέπονται αλλαγές μόνο στον βαθμό που αυτές περαιτέρω απελευθερώνουν τον τομέα, πράγμα που έχει παρατηρηθεί σε Συνθήκες Ελευθέρου Εμπορίου όπως η NAFTA. Σημαντική εδώ υπάρχει η άρνηση του Ευρωκοινοβουλίου να αποδεχθεί τέτοιες πρακτικές στην Απόφασή του σχετικά με την TiSA[6].

Ίσως το πλέον ανησυχητικό στην CETA είναι η διαδικασία επίλυσης διαφορών επενδυτών-κρατών (ISDS). Δυνάμει αυτής υπερεθνικές επιχειρήσεις μπορούν να ενάγουν κράτη ενώπιον Ιδιωτικών Δικαστηρίων (Διαιτητών) στην περίπτωση που θεωρήσουν ότι οι προσδοκίες των για κέρδη ή οι εμπορικές πρακτικές των θίγονται από αλλαγές στην πολιτική ή την νομοθεσία. Η Διαδικασία αυτή δίνει στις επιχειρήσεις την δυνατότητα να προσβάλουν και ν’ ανατρέψουν την εθνική νομοθεσία αλλά και ν’ αναζητήσουν αποζημίωση ανερχομένη συνήθως σε πολλά εκατομμύρια Ευρώ. Αν και η διαδικασία διαφέρει κάπως αυτής της περιεχομένης στην TTIP (μετά την κατακραυγή που υπήρξε), τ’ αποτελέσματά της παραμένουν ως επί το πλείστον τα ίδια. [7].

Περιπτώσεις, όπως αυτή της Αργεντινής (κατωτέρω υπό 5) κατέδειξαν πως όταν μια δημόσια αρχή αποπειράται, ακόμη και κατόπιν παραβάσεων της σύμβασης από την άλλη πλευρά, ν’ αναλάβει εκ νέου μιαν επιχείρηση ύδρευσης, ο ιδιώτης μπορεί, καταφεύγοντας σε Διαιτησία, ν’ αποκομίσει μιαν σημαντική αποζημίωση.

Υπάρχουν υποθέσεις Επίλυσης Διαφορών που σχετίζονται με το νερό και την διαχείρισή του;

Έχουν υπάρξει αρκετές περιπτώσεις όπου δημόσιες αρχές σύρθηκαν σε ιδιωτική διαιτησία κατόπιν διαφορών με ιδιωτικές επιχειρήσεις ύδρευσης.

Πρώτο παράδειγμα είναι η Αργεντική, η οποία έχασε σε τρεις υποθέσεις εναντίον διεθνών επενδυτών, όταν επεχείρησε ν’ ανακτήσει επιχειρήσεις ύδρευσης. Καταδικάσθηκε να καταβάλει $105 εκ. στην Vivendi (ήδη Veolia) όταν κατήγγειλε την σύμβαση ύδρευσης στην επαρχία Tucumán μετά την αύξηση των τιμών προς 104% με ταυτόχρονη άρνηση επένδυσης στο δίκτυο πράγμα που οδήγησε σε χειροτέρευση της ποιότητας του νερού [8]. Η Αργεντινή επίσης έχασε σε διαιτησία κατά της Azurix (θυγατρικής της Enron) και αναγκάσθηκε να πληρώσει $165 εκ. όταν την διαχείριση της ύδρευσης και αποχέτευσης στην επαρχία Buenos Aires ανέλαβε μια Συνεργατική Εργαζομένων μετά την αποχώρηση της εταιρίας [9]. Η τρίτη χαμένη διαιτησία της Αργεντινής ήταν κατά των Suez, AGBAR και Vivendi, όταν η πόλη του Buenos Aires απεφάσισε να επαναδημοτικοποιήσει την επιχείρηση ύδρευσης λόγω προβλημάτων στην ποιότητα, ελλείψεων στην διαχείριση των αποβλήτων και υψηλών τιμών [10].

Αλλού μια απλή διαφωνία ως προς το ύψος των χρεώσεων ήρκεσε ώστε η Tallinna Vesi (ιδιωτική επιχείρηση που διαχειρίζεται την ύδρευση στο Tallin (Εσθονία), να ενάγει την εσθονική κυβέρνηση βάσει μιας διμερούς επενδυτικής συμφωνίας. Η Tallina Vesi είναι θυγατρική της United Utilities, βρετανικής εταιρίας με έδρα στην Ολλανδία. a UK company registered in the Netherlands. Χρησιμοποιούν την Διμερή Επενδυτική Συνθήκη μεταξύ Ολλανδίας-Εσθονίας ισχυριζόμενοι παράβασή της από πλευράς εσθονικής κυβέρνησης, η οποία δεν επιτρέπει αύξηση των χρεώσεων και αναζητούν €90 εκ. ως αναμενόμενα κέρδη για όλη την διάρκεια της σύμβασης [11].

Μπορεί η CETA ν’ αποδειχθεί προβληματική για τις λειτουργούσες δημόσιες επιχειρήσεις ύδρευσης;

Η Stadtwerke Karlsruhe, επιχείρηση της οποίας τον έλεγχο έχει ο Δήμος Καρλσρούης, θεωρεί πως ναι! [12].

Σύμφωνα προς την ανάλυσή της τα δικαιώματα στο νερό, κατά την CETA, θεωρούνται επενδύσεις, ως τέτοιες δε υπόκεινται στην προστασία επενδύσεων της Συνθήκης, βάσει της οποίας εξωεθνικές επιχειρήσεις απολαμβάνουν περισσότερα τέτοια απ’ όσα οι τοπικές-εθνικές (όπως αυτή). Το πρόβλημα θα μπορούσε να εμφανισθεί με την μορφή διεκδίκησης από τους ξένους μιας πηγής την οποία ήδη διαχειρίζεται τοπική επιχείρηση (τούτο θεωρείται ιδιαιτέρως πιθανό). Άλλο πρόβλημα θα μπορούσε να δημιουργηθεί σε ζώνες προστασίας αν ο οποιοσδήποτε επενδυτής θεωρήσει ότι η επένδυσή του περιλαμβάνεται σε μια τέτοια. Τέλος προβλήματα παρουσιάζονται στην υποχρέωση των δημοσίων και δημοτικών επιχειρήσεων να εφαρμόζουν τις διατάξεις της ΕΕ σε θέματα προμηθειών, θέτοντάς τις έτσι σε θέση μειονεκτική έναντι των ιδιωτών, οι οποίοι, ούτως ή άλλως, τυγχάνουν και ειδικής προστασίας.

Η Ομοσπονδία Γερμανικών Δημοσίων Επιχειρήσεων Ύδρευσης προχώρησε παραπέρα [13]. Σύμφωνα προς την δική της ανάλυση οι επιφυλάξεις που διετύπωσε η ΕΕ σχετικά με την «Άντληση, Επεξεργασία και Διανομή Ύδατος» δεν περιλαμβάνει όλες τις δραστηριότητες, πολλώ δε μάλλον όσες είναι δυνατόν να εμφανισθούν στο μέλλον. Λόγω της αρνητικής προσέγγισης που ισχύει στην CETA δεν προστατεύεται η δυνατότητα δημοσίων και δημοτικών επιχειρήσεων να εφαρμόσουν καινοτόμες πρακτικές όπως η αύξηση της ενεργειακής αυτάρκειας ή η ανάκτηση υλικών από απόβλητα. Ήδη ο γερμανικός Νόμος περιλαμβάνει σχετικές διατάξεις υπό την CETA, όμως, οι δημόσιες επιχειρήσεις ύδρευσης θα πρέπει για τέτοιες δραστηριότητες να στραφούν στην ελεύθερη αγορά και σε ξένους επενδυτές.

Η Ομοσπονδία επίσης παραπονείται επειδή η ευρωπαϊκή νομοθεσία και αυτή των κρατών-μελών της ΕΕ δεν περιελήφθη στο Παράρτημα I, πράγμα το οποίο σημαίνει πως οι σημερινές πρακτικές μπορούν εύκολα να βρεθούν υπό αμφισβήτηση. Φοβούνται επίσης ότι οι διατάξεις για τις δημόσιες προμήθειες θα περιορίσουν την δυνατότητα των (δημοσίων και δημοτικών) επιχειρήσεων να συνεργασθούν με άλλες όμοιες χωρίς απαραιτήτως να τις ανταγωνίζονται. Η μη ενσωμάτωση στην CETA της Αρχής Προφύλαξης, που αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, σε συνδυασμό με την διαδικασία συνεργασίας που μπορεί να επηρεάσει τις αποφάσεις των εθνικών κοινοβουλίων, δημιουργεί κινδύνους που μπορούν να πλήξουν την δημόσια υγεία, το περιβάλλον και φυσικά τις πηγές του νερού.

Οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις νερού είναι ευρωπαϊκές. Αυτό δεν κάνει το πρόβλημα μάλλον καναδικό παρά δικό μας;

Ναι, φυσικά θα υπάρξει πρόβλημα για τις καναδικές δημόσιες επιχειρήσεις ύδρευσης. Τόσο όμως οι ευρωπαϊκές όσο και οι καναδικές ιδιωτικές επιχειρήσεις είναι θυγατρικές ή συγγενείς προς τις ίδιες μεγάλες υπερεθνικές όπως η Veolia, η Nestlé, η Suez και η Coca-Cola). Η CETA (όπως και η TTIP) παρέχουν σ’ αυτές τις υπερεθνικές μοναδικές ευκαιρίες ν’ αποκτήσουν πρόσβαση σε επιχειρήσεις ύδρευσης και σχετιζόμενες με αυτήν: αυτοί που έχουν μόνο να χάσουν είναι οι χρήστες τέτοιων υπηρεσιών και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού.

Η CETA παρέχει ειδικά προνόμια σε μη ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και επενδυτές, αλλ’ όχι μόνο απ’ τον Καναδά. Απλώς αναλογισθείτε πως από τις 51.495 λειτουργούσες σε κράτη-μέλη της ΕΕ θυγατρικές αμερικανικών επιχειρήσεων οι 41.811 ανήκουν σε τέτοιες που διαθέτουν επίσης θυγατρικές στον Καναδά [14]. Οποιαδήποτε από αυτές μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να στηρίξει υπόθεση ενώπιον του ιδιωτικού διαιτητικού δικαστηρίου ICS. Το ίδιο μπορούν να πράξουν και ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που έχουν θυγατρικές στις ΗΠΑ ή στον Καναδά.

Σαφές παράδειγμα του πως το ISDS/ICS λειτουργεί πέραν των εθνικών εννόμων τάξεων είναι το προαναφερθέν για την Εσθονία, όπου μια βρετανική εταιρία χρησιμοποίησε την ολλανδική θυγατρική της για να προχωρήσει σε διαιτησία βάσει της διμερούς συμφωνίας Ολλανδίας-Εσθονίας.

Μπορεί η CETA να επηρεάσει το νερό ως φυσικό αγαθό ή τις χρήσεις του στην γεωργία ή την βιομηχανία;

Υπάρχει ο φόβος ότι μέσω της CETA θα διευκολυνθεί η ιδιωτικοποίηση των υδατικών πηγών και η εμπορευματοποίηση του νερού.

Υπάρχει το άρθρο 1.9: «Όπου ένα των μερών επιτρέπει την εμπορική χρήση μιας συγκεκριμένης πηγής πρέπει να το πράττει βάσει των όρων της Συνθήκης». Δεν είναι ξεκάθαρο (νομικά) τι σημαίνει « εμπορική χρήση» ούτε «συγκεκριμένη πηγή». Σε συνδυασμό με τον ορισμό της «Επένδυσης» (CETA σ.39), ο οποίος παρουσιάζεται μάλλον ευρύς αφού «Μορφές επενδύσεων μπορούν να είναι … προσδοκίες προερχόμενες από … παραχωρήσεις γενόμενες βάσει νόμου ή δυνάμει συμφωνίας … συμπεριλαμβάνουν την αναζήτηση, εξόρυξη ή εκμετάλλευση φυσικών αγαθών», είναι ιδιαίτερα δύσκολο να προβλεφθεί ακριβώς το τι και πως θα γίνει, δεδομένο όμως είναι πως το νερό μπορεί να υπαχθεί στις διατάξεις περί εμπορίου και επενδύσεων της Συνθήκης. Περαιτέρω οι ειδικοί κανόνες προστασίας («ορθή και ίση αντιμετώπιση» και «έμμεση απαλλοτρίωση») των ξένων επενδυτών, σαφώς θα παίξουν σημαντικό ρόλο στον τρόπο που οι αρχές (θα) παραχωρούν δικαιώματα σε πηγές, περιορίζοντας παράλληλα την δυνατότητα ανάκτησης αυτών (των δικαιωμάτων) παρά μόνο με πολύ δύσκολο και δαπανηρό τρόπο. Εμμέσως αυτό σαφώς επιτρέπει την νόμιμη αρπαγή πηγών και δικαιωμάτων στο νερό. Η προστασία των επενδυτών σε παρόμοιες συνθήκες (NAFTA, Energy Charta) όπου υπήρξαν διαφορές μεταξύ αυτών και των κρατών πάντα οδήγησε σε λύση υπέρ της εναγούσης ιδιωτικής επιχείρησης [15]. Η CETA δεν περιλαμβάνει κανόνες ορθής προστασίας των δικαιωμάτων στο νερό (ως τέτοια νοούνται η δυνατότητα ανάληψης, εξαγωγής, εκτροπής ή χρήσης) όπου υπάρχει εμπορική χρήση. Η παράλειψη τέτοιων μπορεί αν επηρεάσει σημαντικά την γεωργία και αρκετές βιομηχανίες. Θεωρούμε, λοιπόν, ότι ο μόνος τρόπος ανάγνωσης του αρ. 1.9 είναι ως ενός επί πλέον εργαλείου εμπορευματοποίησης του νερού.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσπαθεί να εισάγει μηχανισμούς αγοράς στα θέματα του νερού [16]. Εδώ και πολλά χρόνια ο τρόπος τιμολόγησης αποτελεί ένα μόνο από τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την εμπορευματοποίησή του. Η ιδέα ότι δικαιώματα στο νερό μπορούν ν’ αποτελέσουν αντικείμενο εμπορίας με στόχο την αποτελεσματικώτερη απόδοση του πόρου είναι ένα νεοφιλελεύθερο mantra, το οποίο, δυστυχώς, υιοθετούν θεσμοί και στην Ευρώπη [17]: ας χρησιμοποιήσουμε τουλάχιστον την εμπειρία της Ισπανίας, της Αυστραλίας ή της Καλιφόρνιας.

Η παραχώρηση δικαιωμάτων στο νερό αποτελεί, σήμερα, αρμοδιότητα των κρατών-μελών. Χρησιμοποιούνται, φυσικά, διάφορα κριτήρια, όχι όμως τέτοια εξαρτώμενα απ’ τις συναλλαγές ή τις επενδύσεις, σε αντίθεση με αυτά που προωθούνται δια εμπορικών Συνθηκών όπως η CETA. Αν τα δικαιώματα στο νερό καταστούν εμπόρευμα ή και εμπορεύσιμα τότε αρχίζουν αμέσως να έχουν εφαρμογή οι κανόνες που τίθενται από την CETA. Έτσι, ακόμη κι αν το κράτος διατηρεί την κυριότητα και έχει κάποιο λέγειν στον τρόπο διανομής, αυτά θα μπορούν να μεταβιβάζονται οπουδήποτε ενώ ο ρόλος της πολιτείας θα περιορισθεί σ’ αυτόν μιας «ρυθμιστικής αρχής».

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: ο όρος «παραχώρηση» στην ΕΕ αναφέρεται στην παραχώρηση υπηρεσιών όπως π.χ. η ύδρευση. Τα δικαιώματα στο νερό δεν ταυτίζονται πάντα με τις παραχωρήσεις και αφορούν στις υδατικές πηγές ασχέτως του αν αυτές χρησιμοποιούνται για δημόσιο, εμπορικό, μη κερδοσκοπικό ή όποιον άλλο σκοπό.

——-

[1] European Commission, 2015. Transatlantic Trade and Investment Partnership. Services and Investment Offer of the European Union

[2] Krajewski, Markus, 2016. Model Clauses for the Exclusion of Public Services from Trade and Investment Agreements

[3] Directive 2014/23/EU of the European Parliament and of the Council of 26 February 2014 on the award of concession contracts

[4] Krajewski, ο.π.

[5] Allianz der öffentlichen Wasserwirtschaft e.V., 2016. Wasserwirtschaft im Sog des Freihandels – CETA

[6] European Parliament resolution of 3 February 2016 containing the European Parliament’s recommendations to the Commission on the negotiations for the Trade in Services Agreement (TiSA)

[7] Διαφόρων συγγραφέων, 2016. The Zombie ISDS

[8] Environmental Justice Atlas Διαφόρων συγγραφέων, 2007. CIADI: Fallo contra el pueblo de Tucumán

[9] Water Remunicipalisation Tracker

[10] Water Remunicipalisation Tracker

[11] International Centre for Settlement of Investment Disputes Kishimoto, S., 2015. Trade Agreements and investor protection: A global threat to public water. In Kishimoto, Lobita et Petitjean, 2015. Our Public Water Future. The Global Experience with Remunicipalisation

[12] Stadtwerke Karlsruhe, 2016. How water supply in Germany would be affected by the EU free trade and investment agreements CETA, TTIP, TiSA

[13] Allianz der öffentlichen Wasserwirtschaft (AöW), 2016. Wasserwirtschaft im Sog des Freihandels – CETA (γερμανικά). Μετάφραση στα γαλλικά: La gestion des ressources en eau dans le sillage du libre échange – CETA

[14] Public Citizen. Tens of Thousands of U.S. Firms Would Obtain New Powers to Launch Investor-State Attacks Against European Policies via CETA and TTIP

[15] Stadtwerke Karlsruhe, 2016, op. cit.

[16] European Water Movement, 2012. Commission’s Blueprint Puts Water and Nature Up For Sale

[17] See for example the seminar Water Market Scenarios for Europe: A response to Water

European Citizens’ Initiative – Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών


Πώς επηρεάζει η CETA το Nερό μας

Μετά την αντίσταση της Βαλονίας του Βελγίου η CETA τελικά υπεγράφη την Κυριακή αλλά με μερικούς αστερίσκους. Τώρα το λόγο έχει το Ευρωκοινοβούλιο. Ας δούμε 8 ερωταπαντήσεις σχετικά με την διατλαντική εμπορική συμφωνία CETA.

1. Τι έγινε το μεσημέρι της Κυριακής στις Βρυξέλλες;
Ο πρωθυπουργός του Καναδά και οι επικεφαλής της Κομισιόν και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου υπέγραψαν την εμπορική και επενδυτική συμφωνία Ε.Ε.- Καναδά, CETA καθώς και μια χωριστή συμφωνία Στρατηγικής Συνεργασίας ΕΕ-Καναδά.

2. Τι θα συμβεί τώρα;

Το κείμενο των 1600 σελίδων περνά στο ευρωκοινοβούλιο για συζήτηση και ψήφιση στο τέλος του χρόνου ή το αργότερο τον Ιανουάριο του 2017. Μόνο αν συμφωνήσει και το ευρωκοινοβούλιο, η CETA θα τεθεί σε προσωρινή εφαρμογή από τις 16 Φεβρουαρίου 2017.

3. Μπορεί η CETA να έχει την τύχη της Συμφωνίας του Ειρηνικού;

Η Συμφωνία του Ειρηνικού (ΤΡΡ) ανάμεσα στις ΗΠΑ, την Ιαπωνία, την Αυστραλία, τη Μαλαισία και μερικές ακόμη χώρες υπογράφηκε με τυμπανοκρουσίες το Φεβρουάριο, αλλά δεν έχει τεθεί σε ισχύ γιατί δεν υπάρχει η απαιτούμενη πλειοψηφία στο Κογκρέσο.

4. Τι σημαίνει η CETA θα τεθεί σε εφαρμογή «προσωρινά»;

Σημαίνει ότι οι οπαδοί της συμφωνίας έχουν μεγάλες αμφιβολίες για το αν θα εγκριθεί από τα κοινοβούλια όλων των χωρών της Ε.Ε. και πόσα χρόνια μπορεί να χρειαστούν. Για το λόγο αυτό, χρησιμοποιούν ένα παραθυράκι που επιτρέπει την άμεση εφαρμογή μιας διεθνούς συνθήκης χωρίς να έχει ψηφιστεί από τα εθνικά κοινοβούλια, εφόσον πρόκειται για κάτι πραγματικά επείγον.

5. Και τι είναι τόσο επείγον;

Οι γιγάντιες καναδέζικες αγροτοκτηνοτροφικές μονάδες επείγονται να αυξήσουν τις εξαγωγές κρέατος στην Ε.Ε. και οι μεγάλες επιχειρήσεις της Ε.Ε. βιάζονται να «χτυπήσουν» τις δημόσιες προμήθειες του Καναδά. Τα ισχυρά λόμπι και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού ανυπομονούν να λάβουν επισήμως μέρος στη συγγραφή των ρυθμίσεων, μέσω της συμμετοχής τους στα όργανα που δημιουργεί η CETA για την «εθελοντική εναρμόνιση» των νόμων και κανονισμών (κοινές επιτροπές). Και η Κομισιόν πιέζεται να αποδείξει ότι η εμπορική πολιτική της συνεχίζει να αναπνέει.

6. Τι έγινε με τους Βέλγους που αντιδρούσαν;

Οι Βαλόνοι (γαλλόφωνοι Βέλγοι) υποχώρησαν μετά από τεράστιες πιέσεις, αλλά πούλησαν ακριβά την υπογραφή τους. Πέτυχαν να βγάλουν εκτός προσωρινής εφαρμογής το πιο επικίνδυνο κομμάτι της CETA, που είναι οι επιτροπές διαιτησίας (πρώην ISDS, νυν ICS). Να μην λειτουργήσουν οι επιτροπές διαιτησίας ζήτησε και το γερμανικό συνταγματικό δικαστήριο προκειμένου να επιτρέψει στη γερμανική κυβέρνηση να πει ναι στην προσωρινή εφαρμογή της CETA. Επίσης, οι Βαλόνοι υποχρέωσαν την ομοσπονδιακή κυβέρνηση του Βελγίου να προσφύγει στο ευρωπαϊκό δικαστήριο με το ερώτημα αν οι επιτροπές διαιτησίας συμβαδίζουν με την ευρωπαϊκή έννομη τάξη. Δεν πρόκειται για ακαδημαϊκό θέμα, αλλά για ζήτημα με δυνητικά δραματικές επιπτώσεις στα δημόσια οικονομικά. Ένα από τα εκατοντάδες παραδείγματα: Η καναδική εταιρεία Trans Canada έχει προσφύγει σε επιτροπή διαιτησίας κατά της αμερικανικής κυβέρνησης ζητώντας 15 δισεκατομμύρια (όχι εκατομμύρια!) δολάρια επειδή η κυβέρνηση των ΗΠΑ άκουσε τις διαμαρτυρίες των πολιτών και ακύρωσε σχεδιαζόμενο αγωγό πετρελαίου.

7. Τι θα γίνει στο ευρωκοινοβούλιο;

Οι συσχετισμοί στο ευρωκοινοβούλιο είναι μέχρι στιγμής υπέρ της CETA. Από τους Ελληνες ευρωβουλευτές, το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι δηλώνουν αποφασισμένοι ότι θα την ψηφίσουν, οι ευρωβουλευτές του Σύριζα θα καταψηφίσουν παρότι η ελληνική κυβέρνηση την υπέγραψε, ενώ οι ευρωβουλευτές της Νέας Δημοκρατίας έκαναν την έκπληξη, με τον Μανόλη Κεφαλογιάννη να ανακοινώνει ότι θα καταψηφίσουν, παρά την στάση του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος υπέρ της CETA.

8. Μετά από πέντε χρόνια διαπραγματεύσεων και δύο χρόνια μεταφράσεων/νομικής επεξεργασίας, τι νόημα έχουν οι αντιδράσεις τώρα;

Όταν ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις για την CETA, το 2009, κρατήθηκε μυστική ακόμη και η εντολή διαπραγμάτευσης που έδωσαν τα κράτη-μέλη στην Κομισιόν. Το κείμενο της συνθήκης διαμορφώθηκε μακριά από τα κοινοβούλια, μακριά από τον δημόσιο έλεγχο αλλά σε στενή συνεργασία με συγκεκριμένες ομάδες συμφερόντων, ενώ το επιχείρημα προς τους πολίτες εξ αρχής ήταν ότι «μόλις ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις, θα έχετε όλο το χρόνο να πείτε τη γνώμη σας». Αν οι στόχοι της εμπορικής πολιτικής καθορίζονταν με πιο δημοκρατικό τρόπο και αν οι κοινωνίες μπορούσαν να επηρεάσουν ουσιαστικά τις διαπραγματεύσεις, κανείς δεν θα ανησυχούσε στο τέλος για την επικύρωση. Εξάλλου, όταν μία περιοχή φθάσει να αντιδράσει, όπως έκαναν οι Βαλόνοι, συνήθως αυτό συνοδεύεται από ευρύτερες αντιστάσεις παντού. Στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Αυστρία και αλλού, η πλειοψηφία των πολιτών τάσσεται κατά των εμπορικών συμφωνιών – και όσο τα κεντρώα κόμματα υποτιμούν τις αιτίες των αντιδράσεων αυτών και υπερτιμούν τα οφέλη της συμφωνίας, τόσο πιο απροστάτευτα μένουν στις επιθέσεις από τα δεξιά και από τα αριστερά.


Οι παραχωρήσεις που απέσπασε η Βαλoνία (Γαλλικά, Φλαμανδικά)

Της Ευρυδίκης Μπερσή

CETA: Επόμενος σταθμός, ευρωκοινοβούλιο

Ζούμε σε μια εποχή στασιμότητας, ταχείας φτωχοποίησης ενός τεράστιου μέρους του πληθυσμού, αυξανόμενων ανισοτήτων και κοινωνικο­οικολογικών καταστροφών. Στον κυρίαρχο λόγο, αυτά είναι αποτελέσματα της οικονομικής κρίσης ή της έλλειψης ανάπτυξης. Αυτό το βιβλίο υποστηρίζει ότι η ίδια η ανάπτυξη είναι η αιτία αυτών των προβλημάτων και ότι έχει γίνει αντιοικονομική, οικολογικά μη βιώσιμη και εγγενώς άδικη.

Όταν η γλώσσα που μιλάμε δεν αρκεί ώστε να αρθρώσουμε αυτό που εκλιπαρεί να αρθρωθεί, τότε σημαίνει ότι έχει έρθει η ώρα για ένα νέο λεξιλόγιο.

Ένα ολόκληρο κίνημα –που ξεκίνησε από τη Γαλλία αρχικά ως κίνημα ακτιβιστών και διανοούμενων και κατόπιν έγινε μαζικό και παγκόσμιο– παλεύει για την απεμπλοκή της δημόσιας συζήτη­σης από τον στείρο οικονομισμό και την οριστική παύση της οικονομικής ανάπτυξης ως κοινωνικό στόχο. Η αποανάπτυξη συνεπάγεται κοινωνίες που θα χρησιμοποιούν λιγότερους φυσικούς πόρους και θα οργανώνονται για να ζήσουν με ριζικά διαφορετικό τρόπο. «Απλότητα», «συμβιωτικότητα», «αυτονομία», «φροντίδα», «κοινά» και «δαπάνη» είναι μερικές από τις λέξεις οι οποίες σκιαγραφούν μια κοινωνία αποανάπτυξης.

Το λεξιλόγιο της αποανάπτυξης είναι το πρώτο βιβλίο στην ελληνική γλώσσα που έρχεται να καλύψει πλήρως την έκρηξη της βιβλιογραφίας σχετικά με το θέμα. Παρουσιάζει και εξηγεί τις διαφορετικές γραμμές σκέψης και προτείνει τρόπους δράσης που μαζί συμπληρώνουν το παζλ της αποανάπτυξης. Το βιβλίο συγκεντρώνει κείμενα κορυφαίων επιστημόνων, νέων ερευνητών, αλλά και ακτιβιστών που κάνουν πράξη την αποανάπτυξη «εδώ και τώρα».

Πρόκειται για μια απαραίτητη πηγή πληροφοριών και έμπνευσης για όλους εκείνους που όχι μόνο πιστεύουν ότι ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός, αλλά εργάζονται και αγωνίζονται για να τον δημιουργήσουν σήμερα.

Ο Τζάκομο Ντ’ Αλίζα (Giacomo D’Alisa) είναι υπότροφος ερευνητής στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης στην Ισπανία.

Ο Φεντερίκο Ντεμάρια (Federico Demaria) είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης στην Ισπανία.

Ο Γιώργος Καλλής είναι καθηγητής του Καταλανικού Ιδρύματος Ερευνών και Προηγμένων Μελετών (ICREA) στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης στην Ισπανία.

Και οι τρεις επιμελητές της έκδοσης είναι μέλη της ένωσης Έρευνα & Αποανάπτυξη,

www.degrowth.org
Περισσότερες πληροφορίες στον ιστότοπο vocabulary.degrowth.org

Το λεξιλόγιο της αποανάπτυξης

Ζούμε σε μια εποχή στασιμότητας, ταχείας φτωχοποίησης ενός τεράστιου μέρους του πληθυσμού, αυξανόμενων ανισοτήτων και κοινωνικο­οικολογικών καταστροφών. Στον κυρίαρχο λόγο, αυτά είναι αποτελέσματα της οικονομικής κρίσης ή της έλλειψης ανάπτυξης. Αυτό το βιβλίο υποστηρίζει ότι η ίδια η ανάπτυξη είναι η αιτία αυτών των προβλημάτων και ότι έχει γίνει αντιοικονομική, οικολογικά μη βιώσιμη και εγγενώς άδικη.

Όταν η γλώσσα που μιλάμε δεν αρκεί ώστε να αρθρώσουμε αυτό που εκλιπαρεί να αρθρωθεί, τότε σημαίνει ότι έχει έρθει η ώρα για ένα νέο λεξιλόγιο.

Ένα ολόκληρο κίνημα –που ξεκίνησε από τη Γαλλία αρχικά ως κίνημα ακτιβιστών και διανοούμενων και κατόπιν έγινε μαζικό και παγκόσμιο– παλεύει για την απεμπλοκή της δημόσιας συζήτη­σης από τον στείρο οικονομισμό και την οριστική παύση της οικονομικής ανάπτυξης ως κοινωνικό στόχο. Η αποανάπτυξη συνεπάγεται κοινωνίες που θα χρησιμοποιούν λιγότερους φυσικούς πόρους και θα οργανώνονται για να ζήσουν με ριζικά διαφορετικό τρόπο. «Απλότητα», «συμβιωτικότητα», «αυτονομία», «φροντίδα», «κοινά» και «δαπάνη» είναι μερικές από τις λέξεις οι οποίες σκιαγραφούν μια κοινωνία αποανάπτυξης.

Το λεξιλόγιο της αποανάπτυξης είναι το πρώτο βιβλίο στην ελληνική γλώσσα που έρχεται να καλύψει πλήρως την έκρηξη της βιβλιογραφίας σχετικά με το θέμα. Παρουσιάζει και εξηγεί τις διαφορετικές γραμμές σκέψης και προτείνει τρόπους δράσης που μαζί συμπληρώνουν το παζλ της αποανάπτυξης. Το βιβλίο συγκεντρώνει κείμενα κορυφαίων επιστημόνων, νέων ερευνητών, αλλά και ακτιβιστών που κάνουν πράξη την αποανάπτυξη «εδώ και τώρα».

Πρόκειται για μια απαραίτητη πηγή πληροφοριών και έμπνευσης για όλους εκείνους που όχι μόνο πιστεύουν ότι ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός, αλλά εργάζονται και αγωνίζονται για να τον δημιουργήσουν σήμερα.

Ο Τζάκομο Ντ’ Αλίζα (Giacomo D’Alisa) είναι υπότροφος ερευνητής στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης στην Ισπανία.

Ο Φεντερίκο Ντεμάρια (Federico Demaria) είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης στην Ισπανία.

Ο Γιώργος Καλλής είναι καθηγητής του Καταλανικού Ιδρύματος Ερευνών και Προηγμένων Μελετών (ICREA) στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης στην Ισπανία.

Και οι τρεις επιμελητές της έκδοσης είναι μέλη της ένωσης Έρευνα & Αποανάπτυξη,

www.degrowth.org
Περισσότερες πληροφορίες στον ιστότοπο vocabulary.degrowth.org

Το λεξιλόγιο της αποανάπτυξης

Μου αρέσουν οι άνθρωποι που γελάνε δυνατά, που μιλάνε δυνατά, που αγαπάνε δυνατά, που κλαίνε λες και έσπασε κύμα,
που φωνάζουν μέσα στους δρόμους, στις απειλές και στη ανοχή,
μου αρέσουν οι άνθρωποι με τα φωτεινά χαμόγελα και με τους σπασμένους φόβους,
οι άγριοι,
οι αδέσποτοι,
οι αδάμαστοι,
οι πληγωμένοι,
οι τρελαμένοι,
οι χαοτικοί,
οι σιωπηλοί,
οι χρωματιστοί,
αυτοί που αναζητούν τον ένα Νόμο,
μου αρέσουν οι άνθρωποι που ξέρουν να χάνονται μέσα σ ένα βλέμμα, σ ένα βιβλίο, σ ένα σώμα, σε μια ελπίδα, μέσα στο απόλυτο, μέσα στο μοιραίο,
μου αρέσουν οι άνθρωποι που ξέρουν να σέβονται όταν όλοι οι άλλοι γίνονται χυδαίοι,
οι άνθρωποι που φιλιούνται και είναι λες και καταπίνουν ο ένας τον άλλον, που κάνουν έρωτα και είναι σαν τον αυτό που λέει ο Καρούζος αν θυμάμαι καλά που εξαϋλώνονται χωρίς σκέψη,
Μου αρέσουν οι άνθρωποι που όταν αντικρίζουν τα σκοτάδια τους και ψάχνουν μέσα σε πανικούς να δουν που είναι και τι κάνουν και όλοι τους λένε ότι η πόρτα ανοίγει απ΄έξω, τότε εκείνοι απλά βλέπουν ότι η πόρτα είναι το μέσα τους…
Μου αρέσουν οι άνθρωποι που ενώ είναι πεσμένοι σηκώνουν τους άλλους…
Μου αρέσουν οι άνθρωποι που μπορούν ν αναγνωρίζουν την γήινη φύση του ψέματος και την συμπαντικότητα της αλήθειας…
Αυτοί που ξέρουν να φτιάχνουν τα πιο αληθινά παραμύθια,
Αυτοί που δίνουν όταν δεν έχουν…
αυτοί που ξέρουν να ζουν μέσα σε κάθε κατάσταση γιατί μπορούν να νιώσουν την παροδικότητα των πάντων και πώς μένεις στην όποια φάση μέχρι να πάρεις το μάθημα, από τoν εαυτό σου στον εαυτό σου…
Μου αρέσουν οι άνθρωποι που ξύπνησαν ένα πρωί και απλά την έκαναν από το κατεστημένο τους, ένιωσαν την ελαφρότητα της βαρύτητας…
Αυτοί που ξέρουν να φεύγουν…

Μου αρέσουν αυτοί που έζησαν τον κοινό θάνατο του άστεγου έρωτα.



Μου αρέσουν οι άνθρωποι που ενώ είναι πεσμένοι σηκώνουν τους άλλους

Τη δεκαετία του ’60, δεν μπορούσε να βγει από το νου του Alexander Mitscherlich το ερώτημα:
Πώς μπορούν οι Γερμανοί, μετά από αυτά τα εγκλήματα να συνεχίζουν να ζουν κανονικά, σαν να μην είχαν οι ίδιοι καμία σχέση με τα όσα συνέβησαν;
Ως ψυχαναλυτής, είχε πάντα να κάνει με ασθενείς που ήταν αξιωματικοί των ναζί ή μέλη των SS.
Αυτό που τον απασχολούσε ήταν πως δεν φαινόταν να έχουν κανένα ίχνος τύψης, ενοχής ή ντροπής. Δεν μπορούσε να επεξηγήσει την έκταση της απάθειας και της ηθικής αδιαφορίας, μπροστά στη φρίκη της γενοκτονίας, επικεντρώνοντας στον αυταρχικό χαρακτήρα του γερμανικού λαού και στη λατρεία του προς την τάξη και την εξουσία.

Κατέληξε μάλιστα στο συμπέρασμα, πως αυτοί οι ασθενείς ήταν αντιπροσωπευτικοί για αυτό που χαρακτηρίζει το σύνολο της γερμανικής κοινωνίας και όχι μόνο μεμονωμένα περιστατικά. Τα αποτελέσματα όλης αυτής της εμπειρίας τους, το ζεύγος Mitscherlich τα δημοσίευσε το 1967, σε ένα βιβλίο που συγκλόνισε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλο τη μεταπολεμική γερμανική κοινωνία και που έγινε μπεστ σέλερ. Τίτλος του βιβλίου: «Η ανικανότητα του να πενθείς».

Στο βιβλίο αυτό οι Mitscherlich λένε:

«Ο πόλεμος είχε χαθεί. Τεράστιες οι καταστροφές στη Γερμανία και βουνό τα συντρίμμια. Και όμως το γεγονός αυτό δεν διείσδυσε πλήρως στη συνείδησή μας. Αμέσως, με τα πρώτα σημάδια επανενδυνάμωσης της πολιτικής μας επιρροής και της οικονομικής μας δύναμης, άρχισε να εκδηλώνεται όλο και περισσότερο πλέον ελεύθερα μια φαντασίωση για το τι συνέβη και όχι το τι πραγματικά συνέβη. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι μέσα από αυτή την άρνηση του τι συνέβη στο τρίτο Ράιχ, απαλλαχτήκαμε την ίδια στιγμή και από το να αναγνωρίσουμε τις συνέπειες!

Από ένα επιθετικό έθνος, υπό τον οπισθοδρομικό εθνικοσοσιαλισμό, μετατραπήκαμε φαινομενικά σε ένα απολιτικό, συντηρητικό έθνος. Ένα έθνος που ανέπτυξε πάρα πολύ μικρό ψυχολογικό ενδιαφέρον για τα κίνητρα που το έκαναν υποστηρικτή ενός ηγέτη όπως ο Χίτλερ, που το οδήγησε στη μεγαλύτερη υλική και ηθική καταστροφή. Εξίσου μικρό ήταν και το ενδιαφέρον μας για την αναδιοργάνωση της κοινωνίας μας.

Τι κάναμε λοιπόν; Συγκεντρώσαμε όλη μας την ενέργεια στην αποκατάσταση των καταστροφών και στην επέκταση της βιομηχανικής δύναμης.

Η αποκατάσταση της οικονομίας ήταν το αγαπημένο μας παιδί. Η αγαπημένη μας ασχολία.

Αντί μιας πολιτικής επεξεργασίας του παρελθόντος, ως μια μικρή προσπάθεια επανόρθωσης, πραγματοποιήσαμε μια εκρηκτική ανάπτυξη της γερμανικής βιομηχανίας και μόνο!

Από την άλλη, είναι σαφές ότι η δολοφονία εκατομμυρίων ανθρώπων δεν είναι εύκολο να αντιμετωπιστεί. Ωστόσο, η απόκρουση της συλλογικής ενοχής, είτε ως ενοχή της πράξης είτε ως ενοχή της ανοχής, έχει αφήσει ανεξίτηλα τα ίχνη της στο χαρακτήρα μας.

Αυτό που παρατηρείται είναι πως όποτε παίζουν σημαντικό ρόλο ψυχολογικοί μηχανισμοί απόκρουσης, όπως άρνηση και απώθηση, στην επίλυση συγκρούσεων – είτε πρόκειται για άτομο είτε πρόκειται για συλλογικότητες – τότε σχεδόν πάντα περιορίζεται η αντίληψη της πραγματικότητας και εξαπλώνονται στερεοτυπικές προκαταλήψεις. Οι προκαταλήψεις αυτές προστατεύουν τη διαδικασία άρνησης και απώθησης, η οποία με τη σειρά της ενισχύει τις προκαταλήψεις.

Η υπέρβαση του παρελθόντος προϋποθέτει μια σειρά γνωστικών σταδίων. Ο Freud κατονομάζει τα στάδια αυτά ως «Ανάμνηση, επανάληψη, επεξεργασία»…

Αυτό που συμβαίνει είναι πως το περιεχόμενο μιας μοναδικής μνήμης, ακόμα κι αν συνοδεύεται από έντονα συναισθήματα, ξεθωριάζει γρήγορα. Γι’ αυτό είναι αναγκαίες οι επαναλήψεις εσωτερικών συγκρούσεων και η κριτική μελέτη αυτών, για να ξεπεραστούν οι δυνάμεις της αυτοπροστασίας, που λειτουργούν ενστικτωδώς και ασυνείδητα μέσω της λήθης, της άρνησης, της προβολής και άλλων παρόμοιων αμυντικών μηχανισμών.»

Η αλήθεια είναι πως για τη μεγάλη πλειοψηφία των Γερμανών, η περίοδος του ναζισμού αντιμετωπίζεται ως μια… ίωση, που πέρασε στην παιδική ηλικία, παρόλο που αρχικά υπό τη φροντίδα του «ηγέτη» ζούσε μια συλλογική ευχαρίστηση. Ήταν θαυμάσιο να πιστεύεις πως είσαι μέλος ενός εκλεκτού λαού, να πιστεύεις στην ιδέα του εαυτού σου ως υπερανθρώπου!

Αυτή η πίστη δεν κλονίστηκε οπωσδήποτε αργότερα.

Απόδειξη πως δημοσιεύσεις σε βιβλία και εφημερίδες με απόψεις πως ό, τι έγινε στο ναζιστικό παρελθόν, έγινε υπό την πίεση κακόβουλων εξωτερικών παραγόντων, βρήκαν μεγάλη ανταπόκριση στη μεταπολεμική Γερμανία. Τέτοια δημοσιεύματα συνέβαλαν στο να καταπραΰνουν πιθανές ενοχές ή και πιθανό αίσθημα ντροπής που πηγάζουν από το ναζιστικό παρελθόν.

Μια τέτοια στάση σημαίνει πως επιλέγουμε να μένουν στη μνήμη μας μόνο τα… κατάλληλα για μας κομμάτια του παρελθόντος. Γεγονότα, στα οποία εμπλεκόμαστε ενοχικά απωθούνται, η σημασία τους αναθεωρείται, η ευθύνη καταλογίζεται σε άλλους και σε καμία περίπτωση δεν δεχόμαστε πως συνδέονται με την ταυτότητά μας. Απεναντίας, οι νικηφόρες επιδρομές δοξάζονται, σπάνια μνημονεύεται η ανευθυνότητα απέναντι στη μεγαλομανία, που στο βωμό της θυσιάστηκαν εκατομμύρια άνθρωποι, ακόμη και Γερμανοί.

Στο διαχωρισμό σε ευχάριστα και μη ευχάριστα μνημονευμένα, καταναλώνεται πολύ σημαντική ποσότητα ψυχικής ενέργειας. Ψυχική ενέργεια που βοηθάει στην προστασία του εαυτού από σοβαρές, βαριές τύψεις, αλλά και αμφιβολίες ως προς την αυτοεκτίμηση. Και φυσικά δεν υπολείπεται αρκετή ψυχική ενέργεια και για την υπέρβαση του παρελθόντος. Το ότι στη μεγάλη μάζα του πληθυσμού παρατηρήθηκαν μόνο λίγα σημάδια μελαγχολίας ή θλίψης ή πένθους, αποδίδεται σε αυτή ακριβώς τη συλλογική άρνηση και απώθηση του παρελθόντος.

Αν θέλουμε να μιλήσουμε για ψυχολογικά συμπτώματα, μπορούμε ίσως να ερμηνεύσουμε το πείσμα με το οποίο άρχισε άμεσα η απομάκρυνση των συντριμμιών ως μια μανιακή κατάσταση. Το πείσμα, όμως, αυτό δεν ερμηνεύτηκε ως μανιακή κατάσταση, αλλά αποδόθηκε περισσότερο στην εργατικότητα των Γερμανών. Πάλι δηλαδή έχουμε αντιστροφή μιας δυσάρεστης αλήθειας σε προτέρημα.

Από τη μεριά μας, ίσως μπορούμε με αυτή τη μανιακή κατάσταση άμυνας να εξηγήσουμε το πώς η πληροφορία για το μεγαλύτερο έγκλημα στην ιστορία, δεν προκαλεί, ακόμη και σήμερα, την συγκίνηση ή παρόμοια συναισθήματα.

Αυστηρά μιλώντας, μπορούμε να πούμε πως οι Γερμανοί, για να διατηρούσουν μακριά από τον εαυτό τους το συντριπτικό φορτίο της ενοχής, αντέδρασαν κατ’ αρχάς, με συναισθηματική ακαμψία. Μ’ αυτή ακριβώς τη συναισθηματική ακαμψία αντίκρισαν τα βουνά των πτωμάτων, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, την εξαφάνιση Γερμανών στρατιωτών στην αιχμαλωσία, τις πληροφορίες για τη δολοφονία εκατομμυρίων Εβραίων, Πολωνών Ρώσων, τη δολοφονία των πολιτικών αντιπάλων από τις τάξεις των ίδιων των Γερμανών. Με αυτή την ακαμψία μπόρεσαν να αποστραφούν συναισθηματικά το παρελθόν. Ένα παρελθόν, που προβάλλεται πλέον ως κάτι εξωπραγματικό, σαν ένα όνειρο. Αυτή η στάση, έθεσε αυτόματα σε λειτουργία το μηχανισμό της εξουδετέρωσης και του σχεδόν ακόμη ορατού Γ΄ Ράιχ και στη συνέχεια επέτρεψε στους Γερμανούς, χωρίς σημάδια πληγωμένης περηφάνιας, να ταυτιστούν εύκολα με τους νικητές. Επιπρόσθετα, η αλλαγή ταυτότητας συνέβαλε στην αποτροπή της επιρροής των συναισθημάτων και οδήγησε στη μανιακή αναίρεση του παρελθόντος και την στροφή σε τεράστιες συλλογικές προσπάθειες προς την ανοικοδόμηση.

Αλλά και το ζεύγος Mitscherlich τονίζει πως αν οι Γερμανοί δεν καταφέρουν να απαλλαγούν από τις ιστορικές στερεοτυπικές προκαταλήψεις, θα μείνουν παγιδευμένοι σε ψυχοκοινωνική ακινησία, όπως ένας ασθενής με σοβαρή παράλυση. Και μέσα από αυτή την ψυχοκοινωνική ακινησία θα αντιμετωπίζουν τους ζώντες και επιζώντες. Όσο η συνεχής λογοκρισία της συνείδησής τους δεν επιτρέπει να ξεπηδήσει η οδυνηρή μνήμη, και όσο το παρελθόν δεν αντιμετωπίζεται στην αλήθεια του, δεν είναι δυνατό να αναπτυχθεί πένθος. Αντιθέτως, αναγκαία είναι μια συστημική και μακρόχρονη απελευθέρωση από αντικειμενικές σχέσεις με ανθρώπους και ιδανικά του παρελθόντος. Αν δεν γίνει αυτό, τότε θα συνεχίσουν να επιδρούν ασυνείδητα τα παλιά ιδανικά, που στον εθνικοσοσιαλισμό είχαν προκαλέσει την μοιραία στροφή της γερμανικής ιστορίας.

Οι Mitscherlich διατυπώνουν πως δεδομένης της ισχυρής ταύτισης με τον Χίτλερ, μετά τον πόλεμο και λόγω αυτής της απώλειας, οι Γερμανοί θα είχαν κάθε λόγο να πέσουν συλλογικά στην μελαγχολία ή να αναπτύξουν σοβαρές ψυχικές ασθένειες. Το ίδιο ισχύει και για το τεράστιο χρέος, που, το αργότερο το 1945, ήταν ορατό σε όλους. Ωστόσο, αυτό δε συνέβη.

Για τους Mitscherlich, ο λόγος είναι πως οι Γερμανοί συμπεριφέρθηκαν σαν μικρά παιδιά που έκαναν ένα λάθος. Και έτσι απλά, απώθησαν την ενοχή τους.

Και συνεχίζουν: Όπου υπάρχει χρέος, ενοχή , περιμένουμε μετάνοια και την ανάγκη για αποκατάσταση, για επανόρθωση. Όποιος υποστεί απώλεια, θρηνεί. Όταν τραυματίζεται το ιδανικό μας, είναι η ντροπή η φυσική συνέπεια. Ωστόσο, αυτό που έγινε ήταν πως η άρνηση επεκτάθηκε στις περιπτώσεις ενοχής, θλίψης και ντροπής. Οι Mitscherlich παρατηρούν πως η μνήμη χρησιμοποιείται μόνο ως εργαλείο συμψηφισμού της δικής τους ενοχής κατά την ενοχή του άλλου και όλα τα υπόλοιπα απωθούνται από αυτή.

Το συμπέρασμα των Mitscherlich είναι πως το κίνητρο γι’ αυτό που παρατήρησαν στη γερμανική κοινωνία, αποδίδεται καθαρά στην ανάγκη της αυτοπροστασίας. Αλλά οποίος δεν είναι σε θέση να θρηνήσει για την απώλεια του ηγέτη από τη μία πλευρά και για τα εκατομμύρια των θυμάτων από την άλλη, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ούτε το παρόν ούτε το μέλλον. Μένει εγκλωβισμένος στην ψυχολογική του ακαμψία.

Αν και το βιβλίο των Mitscherlich είναι από το 1967, μπορώ με ήσυχη τη συνείδηση να διατυπώσω πως ακόμη και σήμερα η πλειοψηφία της γερμανικής κοινωνίας είναι άκαμπτη ως προς το ναζιστικό παρελθόν και το χρέος που απορρέει από αυτό. Και δεν έχει αναπτύξει την ικανότητα να πενθεί. Έτσι εξηγώ και τα σχόλια των αναγνωστών στη Welt, σε σχέση με την επιστολή του Μ. Γλέζου.

Ο ρόλος των ΜΜΕ και της γερμανικής πολιτικής ως προς την κληρονομιά και το χρέος απέναντι στην Ελλάδα είναι γνωστός και δεν θα τον σχολιάσω. Θέλω μόνο να αναφερθώ στο ρόλο της παιδείας: Μέχρι σήμερα, μετά από 12 χρόνια σχολικής εκπαίδευσης, ο Γερμανός δεν διδάσκεται τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο σε όλο του το φάσμα. Το μάθημα της ιστορίας στα σχολεία περιλαμβάνει: άνοδο του φασισμού, αίτια κλπ., εισβολή στην Πολωνία, Στάλινγκραντ, εξόντωση των Εβραίων, ίσως και για πολιτικούς αντιπάλους των Ναζί, και το επόμενο κεφάλαιο είναι ο ψυχρός πόλεμος. Ο μέσος Γερμανός δεν γνωρίζει τίποτα για την κατοχή άλλων κρατών, όπως η Ελλάδα.

Ακόμη παρατηρώ πως η ελλιπής ενασχόληση με το ναζιστικό παρελθόν, η απώθηση οποιουδήποτε ίχνους λύπης ή μετάνοιας συνοδεύεται πλέον και με απόλυτη αδιαφορία. Χαρακτηριστικά αναφέρω το εξής παράδειγμα: λίγο πριν την επιστολή του Μανώλη Γλέζου, υπήρξε στην ίδια εφημερίδα μια συνέντευξή του. Σε αυτήν, ο Γλέζος αναφερόταν στον Μαξ Μέρτεν, τον Γερμανό υπεύθυνο για την εξόντωση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης – γνωστό και ως «ο χασάπης της Θεσσαλονίκης». Υποθέτω πως ο δημοσιογράφος δεν άκουσε καλά το όνομα του σφαγέα «Μέρτεν», καθώς στο κείμενο έγραψε «Μέρτελ» και μάλιστα πολλές φορές. Φαίνεται, λοιπόν, πως ούτε ήξερε αλλά ούτε είχε καν την παραμικρή, έστω και δημοσιογραφική, περιέργεια να μάθει για ποιον Μέρτεν μιλούσε ο Γλέζος. Και έτσι ο Μέρτεν… έγινε Μέρτελ.

Και κλείνω λέγοντας πως η ενασχόληση με το ναζιστικό παρελθόν δεν επιφέρει πάντα μόνο θετικά αποτελέσματα: άνθρωποι που ασχολήθηκαν και πρωτοπόρησαν το Μάη το ’68 ενάντια στους ναζί πατεράδες τους ή υπήρξαν δριμείς κατήγοροι της δράσης τους, όπως ο ευρωβουλευτής Ντανιέλ Κον Μπεντιτ (γνωστός τότε και ως ο «κόκκινος Ντάνι») και ο πρώην υπουργός εξωτερικών της Γερμανίας, Γιόσκα Φίσερ, χρησιμοποίησαν το ναζιστικό παρελθόν για να πείσουν το γερμανικό λαό να πάρει μέρος ξανά σε έναν ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Τον πόλεμο ενάντια στη Γιουγκοσλαβία. Το επιχείρημα;… «Ως Γερμανοί έχουμε χρέος να μην επιτρέψουμε άλλο Άουσβιτς». Και έτσι, το «μετά το 45 ποτέ πια πόλεμος», μετατράπηκε από κεί και πέρα στο «κανένας πόλεμος χωρίς τη Γερμανία!». Και μάλιστα στο όνομα της αποφυγής ενός ακόμα Άουσβιτς.

*O Alexander Mitscherlich κατέθεσε στη Δίκη της Νυρεμβέργης εναντίον συναδέλφων του ναζιστών, με αποτέλεσμα στη μεταπολεμική Γερμανία, που εννοείται πως προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές της, να μην τον αφήσουν να πάρει έδρα στο πανεπιστήμιο της Χαϊλδεβέργης, όπου δίδασκε. Τελικά κατόρθωσε να πάρει έδρα στη Φρανκφούρτη, καθώς ήταν φίλος των Αντόρνο και Χορκχάιμερ, αλλά και πάλι όχι ως καθηγητής ιατρικής, αλλά φιλοσοφίας

Τριανταφυλλιά Thiesing-Κωστοπούλου


Η «συναισθηματική ακαμψία» των Γερμανών και το ναζιστικό παρελθόν της Γερμανίας

Το MeinKampf του Χίτλερ είναι μια σύνθεση από αφόρητα απλοϊκές σκέψεις και ατέλειωτες επαναλήψεις οι οποίες διατυπώνονται μ’ ένα τρόπο που προσβάλλουν βάναυσα τη λογική.
Ένα χάος από εξωραϊσμένες παιδικές και νεανικές αναμνήσεις, κοινοτοπίες, άσχημα αφομοιωμένες επιδερμικές αναγνώσεις και ακούσματα ενός αμόρφωτου, ανεπάγγελτου και αποτυχημένου αυστρογερμανού χωρικού, που η παρουσίασή τους με τη μορφή βιβλίου δεν θα είχε καμιά ελπίδα να επηρεάσει οποιονδήποτε εκτός από τον (καθ’ υπαγόρευση) συγγραφέα του, εάν μια απρόσμενη ιστορική συγκυρία που είχε ανάγκη από μίσος, δεν το καθιστούσε «εργαλείο της ιστορίας».

Πυρηνικό στοιχείο του MeinKampf είναι το μίσος που διαπερνά όλες τις σελίδες του. Ένα μίσος που, όταν καταλάβει την εξουσία, θα μετασχηματιστεί σε κινητήρια δύναμη η οποία θα οδηγήσει τον γερμανικό λαό και την ανθρωπότητα στη χειρότερη πολεμική καταστροφή της ιστορίας, μέσα από ένα δρόμο σπαρμένο με πτώματα.

Ο Χίτλερ μπορεί να επικριθεί, να αποδοκιμαστεί και να καταδικαστεί για οτιδήποτε εκτός από το ότι δεν προειδοποίησε την ανθρωπότητα για τα ανθρωποθυσιαστικά του σχέδια. Γιατί στο MeinKampf υπάρχουν τα πάντα: Η κατάργηση της δημοκρατίας. Η επιβολή της δικτατορίας. Το μίσος κατά της Γαλλίας. Η κατάκτηση της ηπειρωτικής Ευρώπης. Η εκστρατεία στην Ανατολή, Το φυλετικό μίσος. Η εξόντωση των Εβραίων. Η κυριαρχία της «ανώτερης φυλής». Η δουλοποίηση των «κατώτερων φυλών».

Όλα αυτά, που εκτίθενται ως στόχοι του μελλοντικού υποψήφιου Φίρερμε ανατριχιαστική σαφήνεια και κυνικότητα, στην αρχή αντιμετωπίστηκαν από τους πολιτικούς και την κοινή γνώμη ως«παραλήρημα ενός φανατικού» που θα έπρεπε να αποτελεί αντικείμενο ψυχιατρικής και όχι πολιτικής αποτίμησης. Αλλά, όταν μερικά χρόνια αργότερα αυτό το «παραλήρημα» επενδύθηκε με δύναμη ικανή να επιτρέψει την εφαρμογή του, η ανθρωπότητα κλήθηκε να πληρώσει ένα βαρύτατο τίμημα για την εθελοτυφλία και την κωφότητά της.

Εάν οι πολιτικοί, οι επιχειρηματίες, οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης και οι λαοί στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ είχαν κάνει τον κόπο να διαβάσουν το MeinKampf τα πρώτα χρόνια της έκδοσής του (1925-1932), θα είχαν βρει σ’ αυτό όλες τις λεπτομέρειες της τραγωδίας που χρειάστηκε να βιώσουμε στην σκοτεινή περίοδο 1933-1945.

Γιατί πέρα από οποιαδήποτε φιλολογική, πολιτική ή κοινωνιολογική ερμηνεία, το MeinKampf είναι η πρώτη στην ιστορία εκ των προτέρων καταγραφή και δημοσιοποίηση του σχεδίου ενός εφιαλτικού μαζικού εγκλήματος εκ προμελέτης, απέναντι στην οποία τα δυνάμει θύματά του αντέδρασαν με μια ανερμήνευτη και ασυγχώρητη ελαφρότητα.

Η άποψη ότι η επιβολή του Χίτλερ ήταν αποτέλεσμα της «μοιραίας και δαιμονικής προσωπικότητάς του» έχει απορριφθεί από το μεγαλύτερο μέρος των ιστορικών. Ο ναζισμός ως μέθοδος κατάληψης και τρόπος οργάνωσης και άσκησης της εξουσίας δεν μπορεί να αποδοθεί στις υπερφυσικές ιδιότητες ενός «πνεύματος του κακού» ούτε να αγνοείται ως «θλιβερό ατύχημα» της ιστορίας.

Γιατί, όπως υποστηρίζει ο φιλόσοφος Κάρλ Γιάσπερς (Karl Jaspers), μέσα από την ιστορία του Χίτλερ και του ναζισμού βγαίνει το δίδαγμα ότι «όλα αυτά ήταν δυνατό να γίνουν. Και πάντα θα είναι δυνατό».
Αδόλφος Χίτλερ: Χρονολόγιο
1889. Ο Αδόλφος Χίτλερ γεννήθηκε στο Μπράουναου, ένα μικρό χωριό στα βόρεια σύνορα τις Αυστρίας. Ήταν το τέταρτο από τα έξι παιδιά του τελωνειακού υπάλληλου Αλόισιου Χίτλερ και της τρίτης γυναίκας του (και ανιψιάς του) Κλάρας Χίτλερ.
To 1876, ο Αλόισιος Χίτλερ άλλαξε το οικογενειακό του επώνυμο από Σίκλγκρουμπερ (Schicklgruber) σεΧίτλερ: Ο Αλόισιος θεωρούταν εξώγαμο παιδί της Άννας Μαρίας Σίκλγκρουμπερκαι του μυλωνά Γιόχαν Γκέοργκ Χίντλερ (Johann Georg Hiedler), ο οποίος ποτέ δεν τον αναγνώρισε ως παιδί του. Η τροποποίηση του Χίντλερ σε Χίτλερ οφείλεται σε ορθογραφικό λάθος του υπαλλήλου που κατέγραψε το νέο επώνυμο του Αλόισιου.
Το 1938, με διαταγή του Χίτλερ, καταστράφηκαν ολοσχερώς τα χωριά των γονέων του (το Ντόλερσχαϊμ και το Στρόνες στη βορειοδυτική Αυστρία), προκειμένου να καταστεί αδύνατη οποιαδήποτε έρευνα για το γενεαλογικό του δέντρο.

1901 (12 ετών). Ο Αδόλφος Χίτλερ μένει στην ίδια τάξη «λόγω τεμπελιάς»

1903 (13 ετών). Πεθαίνει ο πατέρας του.

1906 (16 ετών). Εγκαταλείπει το σχολείο. Στο Mein Kampf, εξωραΐζειτην τεμπελιά και τις αποτυχίες του ως αποτέλεσμα της «επανάστασης εναντίον του αυταρχικού πατέρα» του, παρά το γεγονός ότι ο πατέρας του πέθανε όταν ο Χίτλερ ήταν 13 χρονών και, συνεπώς, δεν μπορούσε να αποτελέσει εμπόδιο στα σχέδιά του.

1907 (17 ετών). Πρώτη αποτυχημένη προσπάθειά του να γίνει δεκτός ως σπουδαστής στην Ακαδημία των καλών τεχνών της Βιέννης. Θάνατος της μητέρας του από καρκίνο.

1908 (18 ετών). Δεύτερη αποτυχημένη προσπάθειά. Η Ακαδημία απορρίπτει την αίτηση του. Εκτοτε, δεν προσπάθησε να αποκτήσει ένα επάγγελμα ή να μάθει μια τέχνη και η ζωή του είναι τυπική ζωή ενός ανεπάγγελτου ημιμαθή που ζούσε στηριγμένος σε ένα μικρό επίδομα και ευκαιριακές πρόχειρες δουλειές,διακατεχόμενος από την ιδέα της παραγνωρισμένης και αδικημένης μεγαλοφυΐας (σύνδρομο τυπικό σε όλες τις περιπτώσεις των εξουσιοφρενών), μέχρι την είσοδό του στην πολιτική.

1909 (19 ετών). Εγκαθίσταται στη Βιέννη. Εκεί έρχεται σε επαφή με τις ρατσιστικές θεωρίες του Jörg Lanz von Liebenfels, τις αντισημιτικές ιδέες του Georg Ritter von Schonerer (που ήταν Fuhrer τουΠαγγερμανικού Κινήματος) και του δήμαρχου της Βιέννης Karl Lueger.Υπό την επίδρασή τους διαμορφώνεται η ιδέα της «ανώτερης φυλής» (Herrenrasse) που αργότερα θα αποτελέσει πυρηνικό στοιχείο της ιδεολογίας του Χίτλερ, παρόλο που ο ίδιος δεν αναφέρθηκε ποτέ στα πολιτικά του πρότυπα.

1909 (19 ετών). Καταλήγει σε ένα ίδρυμα αστέγων(Meldemannstraße) και βγάζει λίγα χρήματα πουλώντας πίνακές του στους δρόμους της Βιέννης.

1913 (23 ετών). Κληρονομεί τα περιουσιακά στοιχεία του πατέρα του και εγκαθίσταται στο Μόναχο. Διαβάζει τα έργα του ρατσιστή Χιούστον Στούαρτ Τσάμπερλεν (Houston Stewart Chamberlain).

1914 (24 ετών). Ο Χίτλερ αποφεύγει να υπηρετήσει τη θητεία του στον αυστριακό στρατό (δηλώνοντας έτσι την αντίθεσή του στον αυστροουγγρικό πολυεθνικισμό) και κατατάσσεται ως εθελοντής στο γερμανικό στρατό (16-8-1914).

1914-1918 (24-28 ετών). Υπηρετεί ως υποδεκανέας στο σύνταγμα Λιστ στο δυτικό μέτωπο. Τραυματίζεται και παρασημοφορείται δύο φορές (1914 και 1918). Η έρευνα στα αρχεία του στρατιωτικού νοσοκομείου της πόλης Πάζεβαλκ της Πομερανίας όπου μεταφέρθηκε αποδεικνύει ότι ο δεύτερος τραυματισμός του το 1918 (που είχε ως συνέπεια μια προσωρινή του τύφλωσή) δεν ήταν τραυματισμός αλλά τυπική εκδήλωση υστερικής τύφλωσης καισύμφωνα με τη διάγνωση του ψυχιάτρου του στρατιωτικού νοσοκομείο ο Χίτλερ«είναι ψυχοπαθής, απολύτως ακατάλληλος για ηγετικά αξιώματα». (ενώ ο ίδιος, υποστηρίζει στο MeinKampf ότι η απώλεια της όρασή του οφείλεται στα αέρια που χρησιμοποιούσε ο εχθρός).

1918 (28 ετών): Ο πόλεμος τελειώνει με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Στη Γερμανία εγκαθιδρύεται η Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Ο Χίτλερ αρνιέται να συμβιβαστεί με την ιδέα της ήττας της Γερμανίας (την οποία απέδιδε στους Εβραίους, τους Μαρξιστές και τους ειρηνόφιλους) και με την μεταπολεμική οργάνωση της χώρας σε δημοκρατικές βάσεις (με την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης).

1919 (29 ετών). Επιστρέφει στο στρατόπεδό του στο Μόναχο και προσπαθεί να παραμείνει στο στρατό.
Κατά την εξέγερση που ξεσπά στη Βαυαρία μετά τη δολοφονία του σοσιαλιστή ηγέτη Κουρτ Άισνερ (Kurt Eisner), παραμένει στο περιθώριο, αναμένοντας τις εξελίξεις. Μετά τη συντριβή του επαναστατικού καθεστώτος, προσλαμβάνεται ως έμμισθος πληροφοριοδότης από τη μυστική υπηρεσία του στρατού. Γνωρίζει ανθρώπους σαν τον λοχαγό Ερνστ Ρεμ (Ernst Rohm), που θεωρούν τον Χίτλερ χρήσιμο για την εξάπλωση της εθνικιστικής ιδεολογίας.
Στις 19 Οκτωβρίου 1919 γίνεται μέλος -με την άδεια των προϊσταμένων του- του «Γερμανικού Εργατικού Κόμματος» (DAP) που είχε ιδρυθεί από τον εργάτη Άντον Ντρέξλερ (Anton Drexler) και είχε ως άξονές του την ξενοφοβία, τον ρατσισμό και τον αντισημιτισμό.

1920 (30 ετών). Απολύεται από το στρατό. Προσλαμβάνεται ως κομματικό στέλεχος στο DAP (που, εν συνεχεία, θα μετονομαστεί σε«Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα», NSDAP) και συμμετέχει στη διαμόρφωση του προγράμματός του, επιβάλλοντας ένα«Πρόγραμμα 25 Σημείων» που αποσκοπούσε στον προσεταιρισμό των εργαζομένων (καλλιεργώντας το μίσος εναντίον των «διεθνών εκμεταλλευτών του γερμανικού λαού» και του κοινοβουλευτισμού).

1921 (31 ετών). Χάρη στην ικανότητά του στις μηχανορραφίες, εξαναγκάζει σε παραίτηση την ηγεσία του NSDAP, αναλαμβάνει την προεδρία του, καταργεί τη λήψη αποφάσεων με ψηφοφορία και επιβάλλει τη θεσμοποίηση της αρχής της τυφλής υπακοής στον Ηγέτη (Φίρερ).

1923 (33 ετών). Ο Χίτλερ σχεδιάζει ένα πραξικόπημα για τις 9 Νοεμβρίου 1923, με εργαλείο το NSDAP και την υποστήριξη μιας στρατιωτικής κλίκας υπό τον στρατηγό Λούντεντορφ (Ludendorff). Tο «πραξικόπημα», οπερετικό στη σύλληψη και την οργάνωσή του (που θα περάσει στην ιστορία ως «πραξικόπημα της μπυραρίας») έχει ως αποτέλεσμα να μη συμβεί απολύτως τίποτα στις 9/11/1923, εκτός από συλλήψεις ορισμένων στελεχών του NSDAP και του ίδιου του Χίτλερ.

1924 (34 ετών). Το Φεβρουάριο του 1924, ο Χίτλερ καταδικάζεται σε ποινή φυλάκισης 5 ετών. Αργότερα, η ποινή θα περιοριστεί σε 12 μήνες από τους οποίους ο Χίτλερ θα εκτίσει τους 10 και θα απολυθεί στο τέλος του ίδιου χρόνου. Πολλοί συνεργάτες του Χίτλερ αθωώνονται (μεταξύ αυτών και ο στρατηγός Lunderdorff).

1924 (34 ετών). Κρατούμενος στο βαυαρικές φυλακές του Λάντσμπεργκ, ο Χίτλερ υπαγορεύει στον συγκρατούμενό του Ρούντολφ Ες τον πρώτο τόμο μιας αυτοβιογραφίας του που έμελλε να περάσει στην ιστορία με τον τίτλο MeinKampf.

1925 (35 ετών). Εκδίδεται ο πρώτος τόμος του MeinKampf από το ναζιστικό εκδοτικό οίκο «Εκδόσεις Εερ» που διεύθυνε ο Μαξ Άμαν, στον οποίο οφείλεται και ο τελικός τίτλος του βιβλίου (ο Άμαν επέβαλε τον τίτλο MeinKampf αντί του αρχικού, πομπώδους και αντιεμπορικού, τίτλου που επέλεξε ο ίδιος ο Χίτλερ «Τεσσεράμισι χρόνια αγώνας εναντίον ψεμάτων, βλακείας και δειλίας»). Ο πρώτος τόμος, είχε περίπου 400 σελίδες, διατιμήθηκε 12 μάρκα (το διπλάσιο της τιμής των περισσότερων βιβλίων που πουλιόνταν στην Γερμανία τότε) και δεν σημείωσε καμιά εμπορική επιτυχία.
Ο Χίτλερ αποποιείται την αυστριακή υπηκοότητα και επανιδρύει το NSDAP, με σκοπό να κατακτήσει την εξουσία με νόμιμα μέσα.

1926 (36 ετών). Ο Χίτλερ συμπληρώνει τον δεύτερο τόμο του MeinKampf στο Μπερχτεσγκάντεν.

1927-1932 (37-42 ετών). Αναδιοργανώνει το NSDAP και οργανώνει τις σχέσεις του με ηγετικούς κύκλους της οικονομίας (που επιδιώκουν επιχειρηματικό κλίμα κατάλληλο για υψηλά κέρδη και προσδοκούν σε επαναλειτουργία της πολεμικής βιομηχανίας), της πολιτικής (που φοβούνται την άνοδο της επιρροής της αριστεράς και επιδιώκουν πολιτική σταθερότητα) και του στρατού (που επιθυμούν διακαώς την ακύρωση της Συνθήκης των Βερσαλλιών και την αποκατάσταση του στρατού).

1932 (42 ετών). Αποκτά τη γερμανική υπηκοότητα, πράγμα που του επιτρέπει να βάλει υποψηφιότητα στις εκλογές του 1932.

1933 (43 ετών). Στις 30 Ιανουαρίου 1933 ο Χίτλερ διορίζεταικαγκελάριος της Γερμανίας.
Στις 27 Φεβρουαρίου 1933, πράκτορες του NSDAP πυρπολούν το κοινοβούλιο (Ράιχσταγκ), με στόχο την ενοχοποίηση και τη συντριβή της αριστεράς (Σοσιαλδημοκράτες, Κομμουνιστές και συνδικάτα). Με δικαιολογία την πυρκαγιά του Ράιχσταγκ, ο Χίτλερ αποσπά από τον πρόεδρο Χίντενμπουργκ Αναγκαστικό Διάταγμα που επιτρέπει στον Χίτλερ να καταργήσει τα όλα τα πολιτικά δικαιώματα των πολιτών. Και αμέσως μεθοδεύει τη θέσπιση του λεγόμενου Εξουσιοδοτικού Νόμου(Ermachtigungsgesetz ή «νόμος αποτροπής κινδύνου για το λαό και το Ράιχ»), ο οποίος παραχωρεί στην κυβέρνηση όλη την νομοθετική εξουσία. Δεδομένου ότι ο Χίτλερ δεν διαθέτει την αυξημένη πλειοψηφία των 2/3 στη βουλή που απαιτείται για την ψήφιση αυτού του νόμου, εκμεταλλεύεται την προσωρινή εξουσία του που απέκτησε με το Αναγκαστικό Διάταγμα και διατάζει τη σύλληψη όλων των βουλευτών του Κομμουνιστικού Κόμματος,KPD (81 άτομα) και πολλών βουλευτών του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, SPD. Έτσι,
Στις 24 Μαρτίου 1933, κατά την κρίσιμη ψηφοφορία για τονΕξουσιοδοτικό Νόμο, με θετική ψήφο όλων των κομμάτων (και αρνητική των βουλευτών του SPD που δεν συνελήφθησαν), η νομοθετική εξουσία παραχωρείται εξ’ ολοκλήρου στη χιτλερική κυβέρνηση και ανοίγει η αυλαία της ναζιστικής δικτατορίας του Τρίτου Ράιχ.

1934 (44 ετών). Στις 1 Ιουλίου 1933, ο Χίτλερ καθιερώνει τη «Δωρεά για τον Αδόλφο Χίτλερ της γερμανικής οικονομίας» (Adolf-Hitler-Spende der deutschen Wirtschaft): Όλες οι επιχειρήσεις είναι υποχρεωμένες να πληρώνουν ένα συγκεκριμένο ποσοστό από τα κέρδη τους στο NSDAP. Έτσι, στα επόμενα 11 χρόνια, ο Χίτλερ και το NSPAD δεν θα αντιμετωπίσουν κανένα οικονομικό πρόβλημα (μέχρι το 1945 συγκεντρώθηκαν περίπου 700 εκατομμύρια Μάρκα).

1934 (44 ετών). Στις 30 Ιουνίου 1934, δολοφονούνται με διαταγή του Χίτλερ περίπου 200 πολιτικοί του αντίπαλοι, μεταξύ των οποίων η ηγεσία των ναζιστικών SA (Τάγματα Εφόδου) και ο επικεφαλής τουςΕρνστ Ρεμ και άλλοι εξωκομματικοί παράγοντες (όπως, ο πρώην στρατηγός και καγκελάριος φον Σλάιχερ). Η επιχείρηση, που είναι γνωστή ως «η νύχτα των μεγάλων μαχαιριών» ή «το πραξικόπημα του Ρεμ», έγινε με τη συνδυασμένη δράση του αρχηγού των SS Χάινριχ Χίμλερ και του Χέρμαν Γκέρινγκ που έχουν κάθε λόγο να εξουδετερώσουν τον Ρεμ, ομογάλακτο αλλά αντίπαλό τους στο εσωτερικό της ναζιστικής κλίκας. Στις 2 Αυγούστου 1934 πεθαίνει ο πρόεδρος Χίντενμπουργκ.

1935 (45 ετών). Ο γερμανικός στρατός μετονομάζεται από Reichswehrσε Wehrmacht και ορκίζεται πίστη στον Χίτλερ, ο οποίος από εδώ και εμπρός θα είναι και πρόεδρος του κράτους και θα φέρει τον τίτλο«Ηγέτης και Καγκελάριος» (Fuhrer und Reichskanzler).

1938 (48 ετών). Ο Χίτλερ αναλαμβάνει και την αρχηγία του στρατού. Ο δρόμος για την εφαρμογή των σχεδίων που περιγράφονται στο MeinKampf είναι ανοικτός.

1938 (48 ετών). Τα μέτρα εναντίον των Εβραίων κορυφώνονται τηΝύχτα των Κρυστάλλων (9 Νοεμβρίου 1938), κατά την οποία ο Γκέμπελς οργανώνει με διαταγή του Χίτλερ αγριότητες που προβάλλονται ως «αυθόρμητες εκδηλώσεις αντι-εβραϊκής λαϊκής οργής»: Σ’ ολόκληρη τη Γερμανία, Εβραίοι κακοποιούνται, εβραϊκά μαγαζιά λεηλατούνται, κοινότητες καταστρέφονται και συναγωγές πυρπολούνται.

1939 (49 ετών). Ο Χίτλερ διατάζει την εφαρμογή του Προγράμματος Ευθανασίας που έχει την κωδική ονομασία «Πρόγραμμα Τα-4» (Οκτώβριος 1939). Το πρόγραμμα υλοποιείται με τη δολοφονία τουλάχιστον 200.000 ανθρώπων που χαρακτηρίζονται ως σωματικά ή ψυχικά ανάπηροι, με τη χρήση πυροβόλων όπλων, αερίων, δηλητηρίων και ασιτίας. Η επιχείρηση γίνεται σε διάφορα νοσοκομεία και κλινικές που μετατρέπονται σε«Κέντρα Ευθανασίας»(Χαρτχάιμ, Χάνταμαρ, κ.α.).

1939-1945 (49-55 ετών). Λαμβάνει χώρα το κυρίως μέρος της Τραγωδίας. Πόλεμος: Κατακτήσεις, Καταστροφές, Ερείπια. Μαζικές εξοντώσεις (Εβραίων, Τσιγγάνων, Σλάβων): Νύχτα των Κρυστάλλων, Προγράμματα Ευθανασίας, Τελική Λύση.

1945 (55 ετών). Στις 19 Μαρτίου 1945 ο Χίτλερ δίνει τη διαταγή«Νέρων», με βάση την οποία η Βέρμαχτ, κατά την υποχώρησή της, πρέπει να καταστρέφει οτιδήποτε θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τον εχθρό (εργοστάσια και έργα υποδομής, μέσα ανεφοδιασμού και κάλυψης, σοδειές), προκειμένου ο εχθρός να καταλάβει μόνο καμένη γη, σύμφωνα με το χιτλερικό δίλημμα «νίκη ή καταστροφή».
Στις 29 Απριλίου 1945, ο Χίτλερ παντρεύεται τη σύντροφο τουΕύα Μπράουν στο καταφύγιο όπου είναι εγκλωβισμένος τις τελευταίες μέρες της ζωής του μαζί με μερικούς πιστούς του.
Στις 30 Απριλίου 1945, ο Χίτλερ και η Μπράουν αυτοκτονούν με δηλητήριο. Ο Μάρτιν Μπόρμαν, φροντίζει να καούν τα πτώματα και τα υπολείμματα τους να θαφτούν έξω από το καταφύγιο. Από εκεί τα παραλαμβάνονται από τους Σοβιετικούς και διατηρούνται μέχρι τη δεκαετία 1970, οπότε καταστρέφονται τελείως και πετιούνται στον Ελβα με διαταγή του τότε αρχηγού της KGBΓιούρι Αντρόποφ.
Μ’ αυτή τη σκηνή έπεσε η αυλαία σε ένα έργο που ξεκίνησε ως οπερέτα ή επιθεώρηση (1889-1932),πραγματώθηκε ως ανείπωτη τραγωδία (1933-1945) και κατέληξε ως μελόδραμα (30/4/1945), μ’ ένα φινάλε που ίσως θα μπορούσε να το είχε φανταστεί ο Ρίχαρντ Βάγκνερ για ένα «Λυκόφως των Παλιάτσων». Η Γερμανία έχει συντριβεί.
Η διαδρομή του MeinKampf

Το 1945, όταν οι Σύμμαχοι κατέσχεσαν τα λογιστικά βιβλία και τις αποδείξεις του ναζιστικού εκδοτικού οίκου «Εκδόσεις Έερ», κατέστη ολοφάνερο ότι οι πωλήσεις του MeinKampf ήταν σε απλή συνάρτηση με την εξέλιξης της πολιτικής επιρροής του Ναζιστικού Κόμματος:


Μ’ άλλα λόγια, η τύχη του MeinKampf εξαρτιόταν από την τύχη του Χίτλερ και του κόμματός του. Κι αυτά με τη σειρά τους, εξαρτιόταν από την τροπή της γερμανικής ιστορίας μετά το 1925. Συνεπώς, είναι η τραγική εξέλιξη του κόσμου που καθόρισε τη μοίρα του MeinKampf και όχι το MeinKampf που καθόρισε την τραγική εξέλιξη του κόσμου.
Το MeinKampf κατά την περίοδο της σταθερότητας της Δημοκρατία της Βαϊμάρης (1923-1929) περνάει σχεδόν απαρατήρητο: Είναι κτήμα μιας μικρής ομάδας φανατικών που το αντιμετωπίζουν ως «νέο πολιτικό ευαγγέλιο», ενώ για την συντριπτική πλειοψηφία των Γερμανών φαντάζει ως«παραλήρημα ενός μεγαλομανούς υστερικού που η θέση του είναι στο φρενοκομείο».
To ίδιο έργο, κατά την περίοδο της κρίσης της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (1929-1933), κατά την οποία ενισχύεται το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα, προωθείται συστηματικά και οι πωλήσεις του φτάνουν τo 1.000.000 αντίτυπα το 1933. Όπως γράφει ο Λούντβιχ: «Το 1933, ο Γερμανικός λαός βρισκόταν σε μια κατάσταση που τον καθιστούσε επικίνδυνα επιρρεπή στον φασιστικό βάκιλο. Οι Γερμανοί δοκίμασαν να βρουν το δρόμο της επιστροφής στην κανονική ζωή και τον εθνικό αυτοσεβασμό, αλλά τον βρήκαν κλεισμένο από την προκατάληψη και την παρανόηση. Τα μεγάλα κράτη ενδιαφέρονταν μόνον για τις αποζημιώσεις. Τα γερμανικά εργατικά κόμματα, που θα μπορούσαν να είχαν βοηθήσει, ήταν μοιρασμένα σε μισή δωδεκάδα αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Όλα αυτά διαδραματίζονταν με φόντο χρωματισμένο από έναν αιώνα έξαλλου εθνικισμοί. Ο γερμανικός λαός είχε φτάσει σ’ ένα σημείο, όπου η τάξη και η ασφάλεια φαίνονταν να έχουν μεγαλύτερη σημασία από την πολιτική ελευθερία που είχε καταστεί συνώνυμη με ταραχές και αιματοχυσία. Ο Χίτλερ κατανοούσε αυτή την κατάσταση και τη χρησιμοποιούσε για τους δικούς του σκοπούς, βοηθημένος από την ικανότητά του για οργάνωση και προπαγάνδα και από την προθυμία των Γερμανών βιομηχάνων να χρηματοδοτήσουν τις εκστρατείες του».
Από το 1934, το MeinKampf καθίσταται υποχρεωτικό ανάγνωσμα για όλες τις οικογένειες, τους νεόνυμφους, τους μαθητές, για κάθε Γερμανό. Αλλά, δυστυχώς, λίγοι έμπαιναν στον κόπο να το διαβάσουν.

Ίσως εάν είχε μελετηθεί προσεκτικά από τους Γερμανούς και τους ξένους πολιτικούς πριν από το 1933 που υπήρχε ακόμη δυνατότητα να ελεγχθεί η κατάσταση,οι εξελίξεις στη Γερμανία και τον υπόλοιπο κόσμο να ήταν διαφορετικές.

Γιατί στο MeinKampf υπήρχαν όλα όσα σκόπευε να κάνει ο Χίτλερ μετά την κατάληψη της εξουσίας: Το Τρίτο Ράιχ που θα επέβαλε στη Γερμανία. Η Νέα Τάξη που θα επέβαλε στην Ευρώπη. Ο παγγερμανισμός, ο ρατσισμός και ο αντισημιτισμός.

Όλα αυτά εκτίθενται λεπτομερώς, με σαφήνεια, ωμότητα και κυνισμό στο MeinKampf. Συνεπώς, κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει το συγγραφέα του ότι εξαπάτησε το γερμανικό λαό και τους ξένους πολιτικούς σε σχέση με τα σχέδια που είχε σκοπό να εφαρμόσει μετά την κατάληψη της εξουσίας.
Η κοσμοθεωρία

Το MeinKampf είναι ένα συνονθύλευμα ιδεών στον πυρήνα των οποίων βρίσκονται τρία σταθερά στοιχεία (παγγερμανισμός,ρατσισμός και αντισημιτισμός) και στην περιφέρειά τουςκινούνται ασταμάτητα στοιχεία δανεισμένα από το μπολσεβικισμό και τον φασισμό που συνδυάζονται με τα αντεπαναστατικά και εθνικιστικά στερεότυπα που κυκλοφορούσαν στη Γερμανία από την εποχή του Φίχτε (και αφορούσαν τον πόλεμο, την ήττα και την επανάσταση).

Ρατσισμός

Στα τέλη του 19ου αιώνα, σημειώθηκε στη Γερμανία μια εντυπωσιακή ενδυνάμωση του παγγερμανισμού, η οποία ενισχύθηκε αποφασιστικά από έναν ρατσισμό που, παραδόξως δεν γεννήθηκε στη Γερμανία αλλά στη Γαλλία και την Αγγλία, έχοντας ως βασικά του αντιστηρίγματα ορισμένα βιβλία:
Ο Γάλλος κόμης Arthur de Gobineau (1816-1882), αποκαλούμενος και «πατέρας της ρατσιστικής ιδεολογίας», διπλωμάτης και συγγραφέας του βιβλίου «Δοκίμιο για την ανισότητα των ανθρώπινων φυλών»(1853-55), που υποστήριζε ότι «η εθνική ανισότητα είναι έμφυτη και διαρκής. Η πρωτοκαθεδρία μεταξύ των φυλών ανήκει στη λευκή φυλή. Στους κόλπους της λευκής φυλής, η κυριαρχία ανήκει στους Αρίους, και μεταξύ των Αρίων ανήκει στογερμανικό κλάδο τους»). [Michael Biddiss: Father of racist ideology. The social and political thought of Count Gobineau,Weybright & Talley, N.Υ., 1970), σ. 3]
Ο Γάλλος Georges Vacher de Lapouge (1854-1936), κύριος εκπρόσωπος του μύθου της άριας φυλής και συγγραφέας του βιβλίου «O “Αριος και ο κοινωνικός του ρόλος» (1899), που υποστήριζε ότι «οι συστηματικές μέθοδοι επιλογής μπορούν να ανανεώσουν το ανθρώπινο είδος με ό,τι απέμενε από τους γνήσιους Αρίους και να αποτρέψουν τον εκφυλισμό της ανθρωπότητας».
O Γάλλος Gustave Le Bon (1841-1931), συγγραφέας του βιβλίου«Ψυχολογία των Όχλων» που επηρέασε αποφασιστικά τη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής ρατσιστικής σκέψης και «πολλές παράγραφοι του MeinKampf αποτελούν ιδεολογική επεξεργασία των απόψεων του LeBon».
Ο Άγγλος Houston Stewart Chamberlain (1855-1927), γιος ναυάρχου, γαμπρός του Ρίχαρντ Βάγκνερ και συγγραφέας του βιβλίου «Τα θεμέλια του 20ου Αιώνα» (1899),υποστήριζε ότι «δεν ήταν το παν τα φυσικά χαρακτηριστικά, γιατί το ουσιαστικό ήταν να κατέχει κανείς τη φυλή του μέσα στην συνείδηση του… και σ’ αυτή την κατεύθυνση, το έθνος ως πολιτικό οικοδόμημα, είχε να παίξει αποφασιστικά ρόλο, δημιουργώντας τις αναγκαίες συνθήκες για τη ζωή των φυλών» και ότι «οι Εβραίοι είναι ο μεγαλύτερος εχθρός των Αρίων». Θαυμαστής του Χίτλερ, ο Chamberlain γράφει στο είδωλό του: «Υπάρχει μια βία που αρχίζει και τελειώνει στο χάος. Υπάρχει όμως και μια βία που δημιουργεί νέους κόσμους. Πιστεύω πως η Ιστορία θα σας τοποθετήσει μια μέρα ανάμεσα στους μεγάλους οικοδόμους της και όχι ανάμεσα στους καταστροφείς της. Ποια άλλη απόδειξη χρειάζεται για τη ζωτικότητα της Γερμανίας από το γεγονός ότι σας ανέδειξε τη στιγμή που διέτρεχε το μεγαλύτερο κίνδυνο;»
Ο Σκωτσέζος Robert Knox (1798-1862), καθηγητής της ανατομίας, θεμελιωτής του βρετανικού ρατσισμού και συγγραφέας του βιβλίου «Οι ανθρώπινες Φυλές» (1850), υποστηρίζει «τη φυλετική ανωτερότητα των Σαξόνων και των Σλάβων και τη φυλετική κατωτερότητα των Εβραίων και των Τσιγγάνων που ζουν ως παράσιτα χάρη στην κουτοπονηριά που τους διακρίνει και είναι άνθρωποι πανούργοι, δολοπλόκοι και κερδοσκόποι». [Rh. D. Curtin: The Image of Africa, British ideas and actions, 1780-1850, London, 1965,, σ. 50 καιR. Knox, The Races of Men: A Philosophical Enquire into the Influence of Race over the Destinies of Nations, London, 1862, σ. 50]

Είναι μάλλον βέβαιο ότι ο Χίτλερ δεν γνώριζε από πρώτο χέρι τα έργα των παραπάνω συγγραφέων που εξυμνούσαν τον «Άριο». Αλλά η ανάγνωση του MeinKampf οδηγεί στη διαπίστωση ότι τοεθνικοσοσιαλιστικό δόγμα της φυλής του Χίτλερ (η πίστη στη φυλή και στην οργάνωση που θα έπρεπε να εφαρμόσει μια συνειδητή φυλετική πολιτική), είναι ένα συνονθύλευμα από τους ισχυρισμούς αυτών των συγγραφέων που, αργότερα θα συγκεκριμενοποιηθεί από τον Ρόζενμπεργκ και θα τελειοποιηθεί από τον Γκίντερ.

Το βασικό θέμα, που επαναλαμβάνεται συνεχώς στο MeinKampf, είναι η«φυλή», η «καθαρότητα της φυλής» και η«φυλετική υπεροχή», χωρίς να ορίζεται πουθενά το «τί είναι η φυλή». Απλώς, διακηρύσσεται αξιωματικά ότι: «Η ανθρωπότητα είναι μοιρασμένη σε τρεις ομάδες: τους δημιουργούς πολιτισμού, που είναι μόνο οι Άριοι ή Βόρειοι (και ειδικά, οι Γερμανοί), τους φορείς πολιτισμού, όπως οι Γιαπωνέζοι, και τους καταστροφείς του πολιτισμού, όπως οι Εβραίοι και οι Νέγροι… Η ισότητα των φυλών δεν υπήρξε ποτέ σκοπός της φύσης. Οι φυλές δεν είναι ίσες, όπως και τα άτομα δεν είναι ίσα. Μερικοί γεννιούνται ανώτεροι από άλλους… Οι Γερμανοί, ως η ισχυρότερη φυλή του κόσμου, θα πρέπει να κυβερνήσουν τις κατώτερες φυλές της γης».

Αντισημιτισμός

Όπως διαπιστώνει ο Βερμέιγ στο βιβλίο του Οι Δογματικοί της Γερμανικής Επανάστασης: «Ο γερμανικός αντισημιτισμός (που είναι πολύ παλιότερος από τον Χίτλερ, ο οποίος έμελλε να τον εντείνει μέχρι δολοφονικής υστερίας), από την εποχή του Φίχτε παρουσιάζεται ως μια μορφή της πάλης της γερμανικής σκέψης (που είναι βασικά εθνικιστική) εναντίον όλων των Διεθνών: της Καθολικής, της αστικής, της κεφαλαιοκρατικής και φιλελεύθερης, της σοσιαλιστικής, της μαρξιστικής. Στο εσωτερικό όλων αυτών των Διεθνών, εμφανίζεται ως κεντρικό δρών στοιχείο ο Εβραίος, με αποτέλεσμα ο αντισημιτισμός να παίρνει τη μορφή βασικού δόγματος».

Ο γερμανικός αντισημιτισμός που δηλητηρίαζε τη γερμανική κοινωνία κατά τον 19ο αιώνα, στην περίοδο 1916-1917 είχε εκφραστεί με μια αντισημιτική εκστρατεία που είχε ως επίκεντρο τα «Πρωτοκόλλα των σοφών της Σιών», ενός πλαστού «ντοκουμέντου» που κατασκεύασαν πράκτορες της τσαρικής Οχράνα, στο οποίο οι Εβραίοι αυτο-αποκαλύπτονταν ότι «επιδίωκαν την παγκόσμια ηγεμονία και την καταστροφή των χριστιανικών κρατών, μέσω της δημοκρατίας, του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού, της αναρχίας και του πολέμου» και ότι«προκάλεσαν τον πόλεμο του 1914 προκειμένου να εξαντλήσουν τους λαούς και να εξασφαλίσουν την κυριαρχία του εβραϊκού κεφαλαίου».

Συνεχιστής αυτού του ρεύματος, ο Χίτλερ, όπως εκτίθεται στο MeinKampf, διαχειρίζεται τον αντισημιτισμό με τρόπο να προσφέρει στη μάζα («που έχει στοιχειώδη νοημοσύνη»)έναν ορατό και προσεγγίσιμο «εχθρό», εναντίον του οποίου θα στραφεί η εχθρότητά της και θα πυροδοτηθεί η αστόχαστη «δράση για τη δράση» και «για «τυφλή φυγή προς τα εμπρός», που είναι στοιχεία αναγκαία σε κάθε μαζικό κίνημα. Έτσι, ανακαλύφθηκε εκ νέου ο Εβραίος, που κατά την άποψη του Χίτλερ«είναι πρωταρχικά διεθνιστής κερδοσκόπος καI εκμεταλλευτής, συνήθως σοσιαλιστής ή κομμουνιστής».

Ο αντισημιτισμός του Χίτλερ και των εθνικοσοσιαλιστών που αναπτύσσεται θεωρητικά στο MeinKampf, θα αρχίσει να υλοποιείται αμέσως μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους ναζί (1933) και θα ολοκληρωθεί με την Τελική Λύση του εβραϊκού ζητήματος (Ολοκαύτωμα) με την εξόντωση περίπου έξι εκατομμυρίων Εβραίων.

Οι διακρίσεις σε βάρος των Εβραίων στη Γερμανία αρχίζουν αμέσως μετά την έκδοση του Εξουσιοδοτικού νόμου(24 Μαρτίου 1933):
Τον Απρίλιο του 1933, η χιτλερική κυβέρνηση οργανώνει μποϊκοτάρισμα των εβραϊκών μαγαζιών και με διαδοχικά διατάγματα μετατρέπει σταδιακά του Γερμανοεβραίους σε πολίτες έσχατης κατηγορίας: Με μια σειρά μέτρων (που έλκουν την καταγωγή τους από τις βούλες του Πάπα Ιννοκέντιου Ι’ κατά των Εβραίων στο χώρο κυριαρχίας της καθολικής εκκλησίας), οι Γερμανο-εβραίοι στερούνται του δικαιώματος να δουλεύουν στο δημόσιο, όσοι δουλεύουν σ’ αυτό απολύονται (διάταγμα της 7ηςΑπριλίου 1933), αποκλείονται βαθμιαία από πολλούς άλλους τομείς και τους απαγορεύεται να εργαστούν με ή για μη-Εβραίους πολίτες.
To 1935, με τη θέσπιση των ρατσιστικών «νόμων της Νυρεμβέργης», απαγορεύεται ο γάμος και οι σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ Εβραίων και μη Εβραίων.
Μεθοδεύεται η «αριοποίηση» των εβραϊκών περιουσιών που μεταβιβάζονται σε μη Εβραίους με την καταβολή ασήμαντης αποζημίωσης στους πρώην ιδιοκτήτες τους.

Στους Εβραίους που επιθυμούν να μεταναστεύσουν επιβάλλεται ένας ειδικός «φόρος φυγής από το Ράιχ» που αποσκοπεί στο να τους απογυμνώσει περιουσιακά όταν εγκαταλείπουν τη Γερμανία.
Στις 9 Νοεμβρίου 1938, τα μέτρα εναντίον των Εβραίων θα κορυφωθούν τη Νύχτα των Κρυστάλλων, κατά την οποία ο Γκέμπελς οργανώνει με διαταγή του Χίτλερ αγριότητες που προβάλλονται ως «αυθόρμητες εκδηλώσεις αντι-εβραϊκής λαϊκής οργής»: Σ’ ολόκληρη τη Γερμανία, Εβραίοι κακοποιούνται, εβραϊκά μαγαζιά λεηλατούνται, κοινότητες καταστρέφονται και συναγωγές πυρπολούνται.
Κατά το προκαταρκτικό στάδιο της εξόντωσης των Εβραίων, τα μέτρα εναντίον τους επεκτείνονται από τους Γερμανοεβραίους σε όλους τους Εβραίους των κατεχόμενων χωρών: Όλοι οι Εβραίοι υποχρεώνονται να φορούν στο στήθος ένα κίτρινο αστέρι (1 Σεπτεμβρίου 1941) και να ζουν έγκλειστοι σε γκέτο (ειδικές περιοχές που καθορίζονται από τις αρχές κατοχής). Τους απαγορεύεται η μετανάστευση, η χρησιμοποίηση αυτοκινήτων ή δημοσίων μέσων μεταφοράς, η κατοχή ραδιοφώνων, κ.α.
Πυκνώνουν οι μεταφορές Εβραίων στα υπάρχοντα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας και θανάτου, ενώ, συγχρόνως, χτίζονται νέα στρατόπεδα όπως το Άουσβιτς και το Μαϊντάνεκστην κατεχόμενη Πολωνία (1942) που θα εξυπηρετήσουν την βιομηχανικά οργανωμένη εξόντωση των «κατώτερων φυλών» (Εβραίοι, Ρόμα, Πολωνοί, Ρώσοι, κ.α.), αντιπολιτευόμενων Γερμανών, σεξουαλικά διαφορετικών (ομοφυλόφιλοι) και άλλων.
Εσωτερική Πολιτική

Οργάνωση του κράτους. Οι ιδέες του Χίτλερ για τη φύση του μελλοντικού ναζιστικού κράτους είναι αρκετά σαφείς στο MeinKampf: Στόχος του ένα κράτος που (α)θα βασίζεται στη φυλή, (β) θαπεριλαμβάνει όλους τους Γερμανούς πού ζουν εντός και εκτός των συνόρων του, και (γ) θα λειτουργεί με βάση την απόλυτη δικτατορία του Ηγέτη (δηλαδή, του ίδιου), ο οποίος θα περιβάλλεται από ένα επιτελείο μικρότερων ηγετών που θα ενεργούν ως ιμάντας μεταβίβασης των διαταγών του προς τους κατωτέρους τους.

Στο Τρίτο Ράιχ δεν θα υφίστανται κανενός είδους «δημοκρατικές ανοησίες» και θα κυβερνιέται με βάση την αρχή του ενός αρχηγού («Φίρερ πριντσίπ»). Δηλαδή, θα είναι μια δικτατορία.

Οικονομία. Στο MeinKampf, ο Χίτλερ δεν κάνει καμιά αναφορά σε κάποιο οικονομικό σχέδιο, ούτε εκφράζει κάποια άποψη για τις οικονομικές βάσεις του Τρίτου Ράιχ που ευαγγελίζεται, περιοριζόμενος σε μια ευκαιριακή αναφορά σε κάποιες αόριστες «οικονομικές βουλές»,«επαγγελματικές βουλές» και μια «κεντρική οικονομική βουλή» που «θα διευθύνει τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας».

Απολύτως άσχετος με τα οικονομικά θέματα, ο Χίτλερ θεωρούσε πως το πρωταρχικό εργαλείο ήταν η πολιτική δύναμη και ότι η οικονομία θα προσαρμοζόταν αυτομάτως στις απαιτήσεις και τους σκοπούς της πολιτικής εξουσίας:

«Το κράτος δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με καμιά συγκεκριμένη οικονομική αντίληψη… Το κράτος είναι ένας φυλετικός οργανισμός και όχι μια οικονομική οργάνωση. Η εσωτερική δύναμη ένας κράτους σπανίως συμπίπτει με τη λεγόμενη οικονομική ευημερία. Η οικονομική ευημερία, σε πάρα πολλές περιπτώσεις, φαίνεται να προαναγγέλλει την επικείμενη κατάπτωση του κράτους. Η Πρωσία, αποδεικνύει με θαυμαστή καθαρότητα, ότι εκείνο που καθιστά δυνατό το σχηματισμό ενός κράτους είναι τα ιδεώδη και οι αρετές και όχι τα υλικά πλεονεκτήματα. Γιατί μόνο υπό την προστασία [αυτών των αρετών] μπορεί ν” ανθίσει η οικονομική ζωή. Πάντοτε, στη Γερμανία, όταν παρουσιαζόταν μια ενδυνάμωση της πολιτικής ισχύος, άρχιζαν να βελτιώνονται και οι οικονομικές συνθήκες. Αλλά, πάντοτε όμως, όταν η οικονομία γινόταν το μοναδικό περιεχόμενο της ζωής τον λαού μας και αποδυνάμωνε τα ιδεώδη και τις αρετές, το κράτος κατέρρεε, παρασύροντας στην πτώση του και την οικονομική ζωή».
Εξωτερική Πολιτική

Κεντρικό ζήτημα στο MeinKampf, είναι η εκ νέου ανάδειξη της Γερμανίας σε παγκόσμια δύναμη ως αναγκαία προϋπόθεση για να διεκδικήσει την παγκόσμια κυριαρχία. Ο Χίτλερ ασχολείται μ’ αυτό το θέμα τόσο στον πρώτο (1924) όσο και στον δεύτερο (1926) τόμο του έργου. Ο πρώτος τόμος υπαγορεύτηκε από τον Χίτλερ στον Ες το 1924, κατά τη διάρκεια της κράτησής του στις φυλακές μετά το αποτυχημένο «Πραξικόπημα της Μπυραρίας» (Μόναχο, 1923). Ο δεύτερος τόμος ολοκληρώθηκε το 1926.

Στο MeinKampf, η εξωτερική πολιτική προκύπτει ως αποτέλεσμα της εσωτερικής πολιτικής και έχει δύο στρατηγικούς στόχους.

Στόχος πρώτος: Η καταστροφή της Γαλλίας. Η Γαλλία «είναι θανάσιμος εχθρός του Γερμανικού λαού» και έχει ως πάγιο σκοπό «να καταστήσει τη Γερμανία διαμελισμένη και ανήμπορη, ένα συνονθύλευμα από μικρά κράτη». Συνεπώς, ήταν αναγκαία «μια τελευταία δυναμική αναμέτρηση με τη Γαλλία, ένας τελευταίος αποφασιστικός αγώνας… που θα βάλει τέλος στον αιώνιο και ατελέσφορο αγώνα ανάμεσα στη Γερμανία και τη Γαλλία». Σ’ αυτόν τον αγώνα, «η Γερμανία θεωρεί την καταστροφή της Γαλλίας ως ένα μέσο που θα την καταστήσει αργότερα ικανή να προσφέρει στο Γερμανικό λαό την επέκταση που θα γίνει σε άλλη κατεύθυνση».

Στόχος δεύτερος: Η επέκταση στην Ανατολή. Η Γερμανία έχει ανάγκη και δικαίωμα σε «ζωτικό χώρο» και πρέπει να κάνει χρήση αυτού του δικαιώματος, επεκτεινόμενη στην Ανατολή.
Αρχικά, ορίζεται ο σκοπός της εξωτερικής πολιτικής: «Σήμερα, η εδαφική πολιτική δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί στο Καμερούν, αλλά σχεδόν αποκλειστικά στην Ευρώπη… Η Γερμανία πρέπει να επεκταθεί στην Ανατολή, κυρίως, σε βάρος της Ρωσίας».
Στη συνέχεια, προσδιορίζεται το μέσο. Όπως γράφει στον πρώτο τόμο: «Το έδαφος υπάρχει για το λαό που έχει τη δύναμη να το κατακτήσει… Σύμφωνα με το νόμο της αυτοσυντήρησης, ό,τι δεν παίρνεται με την πειθώ, καταχτιέται με την πυγμή… Η απόχτηση νέων εδαφών ήταν δυνατή μόνον στην Ανατολή. Αν θέλουμε γη στην Ευρώπη, μπορούμε να την αποχτήσουμε μόνο σε βάρος της Ρωσίας. Αυτό σημαίνει ότι το νέο Ράιχ πρέπει να βαδίσει εκ νέου το δρόμο των Τευτόνων Ιπποτών και το γερμανικό σπαθί να κερδίσει χώμα για το γερμανικό αλέτρι και ψωμί για το γερμανικό έθνος». Και επαναλαμβάνει στον δεύτερο: «Μόνο μια μεγάλη έκταση σ” αυτή τη γη εξασφαλίζει σ’ ένα έθνος την ελευθερία της ύπαρξης. Χωρίς να λογαριάζει παραδόσεις και προκαταλήψεις (το εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα) πρέπει να βρει το θάρρος να συγκεντρώσει το λαό μας και τη δύναμη του για ν’ ακολουθήσει το δρόμο που θα οδηγήσει τον λαό από το σημερινό περιορισμένο ζωτικό χώρο του σε νέα γη και χώμα. Το Εθνικοσοσιαλιστικό Κίνημα πρέπει να προσπαθήσει να καταργήσει την ασυμφωνία που υπάρχει ανάμεσα στο μέγεθος του πληθυσμού της χώρας μας και στην έκταση του εδάφους της, η οποία πρέπει να αντιμετωπίζεται τόσο ως πηγή των μέσων συντήρησης όσο και ως παράγοντας πολιτικής ισχύος. Πρέπει να επιμείνουμε ακλόνητοι στους σκοπούς μας… για να εξασφαλίσουμε στο γερμανικό λαό την έκταση γης που δικαιούται».
Αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει μόνο με την άρση της ισχύος τηςΣυνθήκης των Βερσαλλιών (που «πρέπει να καταργηθεί») και την αποκατάσταση της Γερμανίας στα σύνορα του 1914. Ο Χίτλερ ενδιαφέρεται για το πρώτο και αδιαφορεί για το δεύτερο: «Το αίτημα για την αποκατάσταση των συνόρων του 1914 είναι ένας πολιτικός παραλογισμός με τέτοιες διαστάσεις και συνέπειες που τον κάνουν να φαίνεται ως έγκλημα. Εκτός από το γεγονός ότι το 1914 τα σύνορα του Ράιχ δεν ήταν ούτε πλήρη (με την έννοια ότι δεν αγκάλιαζαν όσους ανήκαν στο γερμανικό έθνος), ούτε λογικά από την άποψη της γεωστρατιωτικής αποτελεσματικότητας. Δεν ήταν το αποτέλεσμα μιας μελετημένης πολιτικής ενεργείας αλλά προσωρινά σύνορα που προέκυψαν από ένα πολιτικό αγώνα ο οποίος δεν είχε τελειώσει… Εξίσου δικαιολογημένα, θα μπορούσε κανείς να διαλέξει κανείς μια άλλη ημερομηνία της γερμανικής ιστορίας και να δηλώσει ότι σκοπός της εξωτερικής πολιτικής είναι η αποκατάσταση των συνθηκών εκείνης της εποχής… Eμείς οι Εθνικοσοσιαλιστές ξεκινάμε από εκεί που διακόψαμε πριν εξακόσια χρόνια περίπου. Σταματάμε την άσκοπη γερμανική κίνηση προς το νότο και τη δύση και στρέφουμε το βλέμμα μας στη γη της Ανατολής… Αν μιλάμε για ευρωπαϊκή γη σήμερα, δεν μπορούμε παρά να έχουμε πρωταρχικά στο νου μας τη Ρωσία και τα υποτελή σ’ αυτή κράτη που την περιβάλλουν… Οι μεγάλες στέπες στην Ανατολή, μετά την κατάρρευση της Ρωσίας, θα μπορούσαν να καταληφθούν εύκολα χωρίς να κοστίσουν πολύ σε αίμα στην Γερμανία».

Το σχέδιο εφαρμόστηκε με ακρίβεια: Η Γαλλία κατακτήθηκε και η Γερμανία επεκτάθηκε στην Ανατολή. Πρώτα καταλήφθηκαν οι γειτονικές χώρες που κατοικούνταν από γερμανόφωνους πληθυσμούς (η Αυστρία, η περιοχή των Σουδητών στην Τσεχοσλοβακία, το δυτικό τμήμα της Πολωνίας και το Ντάντσιχ) και στη συνέχεια η Ρωσία.
Προς τι λοιπόν η δήθεν «έκπληξη» και οι «διαμαρτυρίες»των ηγετών που διαχειρίζονταν την πολιτική εξουσία στις ευρωπαϊκές χώρες (Τσάμπερλεν, Νταλαντιέ, Τσόρτσιλ, κ.α.), οι οποίοι:
Όταν ο Εθνικοσοσιαλισμός έκανε τα πρώτα του βήματα, τον πριμοδοτούσαν ποικιλοτρόπως, ελπίζοντας να τον χρησιμοποιήσουν ως ανάχωμα του κομμουνισμού στο εσωτερικό της ηττημένης Γερμανίας. Και

Όταν κατέλαβε την εξουσία, τον αντιμετώπιζαν με πολιτικές κατευνασμού, ελπίζοντας ότι θα παρέκαμπτε το πρώτο μέρος του σχεδίου του (εξουδετέρωση των χωρών της δυτικής Ευρώπης) και θα περιοριζότανε στο δεύτερο (επέκταση στην Ανατολή, σε βάρος της Ρωσίας);
Και προς τι, οι αντιναζιστικές κορώνες του Στάλιν, τη στιγμή που ο Χίτλερ και ο Στάλιν διαπραγματεύτηκαν, συμφώνησαν και εφάρμοσαν την πρώτη έγγραφη και επίσημη «κατανομή ζωνών επιρροής» στη σύγχρονη ιστορία, με το Γερμανο-σοβιετικό Σύμφωνο μη-Επίθεσης (23 Αυγούστου 1939);

Γιατί είναι προφανές ότι ο Χίτλερ μπορεί να επικριθεί, να αποδοκιμαστεί και να καταδικαστεί για οτιδήποτε άλλο, εκτός από το ότι δεν προειδοποίησε την ανθρωπότητα για τα ανθρωποθυσιαστικά του σχέδια, τα οποία, δυστυχώς, εφαρμόστηκαν με τη συνενοχή των υποψηφίων θυμάτων του.
Επίλογος

Στην εξελικτική πορεία των ανταγωνιστικών κοινωνιών διαφοροποιείται συνεχώς ο «ύψιστος νόμος» που επικαλείται κατά καιρούς η Εξουσιαστική Διεθνής για να δικαιολογήσει την ύπαρξή της και να ενισχύσει τη θέση της.

Η «σωτηρία» της ιδέας, της φυλής, της πατρίδας, της θρησκείας, τουέθνους, του κράτους ή του πολιτισμού και η «υπεράσπιση» της βούλησης του θεού ή της θείας πρόνοιας και των «νόμων» της φύσης ή τηςιστορίας από τους αυτο-διορισμένους αποκλειστικούς κατόχους της γνώσης αυτών των «βουλήσεων» και των «νόμων», συνθέτουν μια ατέλειωτη αλυσίδα αφαιρέσεων που «νομιμοποιούν» τις μεμονωμένες δολοφονίες και τις μαζικές ανθρωποθυσίες οι οποίες σηματοδοτούν την παθολογία της εξουσίας.

Oι τελετουργικές ανθρωποθυσίες, οι μαζικές εξοντώσεις, τα βασανιστήρια, τα πογκρόμ, οι πυρές της Ιερής Εξέτασης, το Χάνταμαρ, το Νταχάου, το Άουσβιτς και το Γκουλάγκ είναι τυπικά και σταθερά επαναλαμβανόμενα συμπτώματα της εξουσιαστικής σχιζοφρένειας που όλο και πιο γοργά αποσυνθέτει την ανθρώπινη κοινωνία.

«Η γoνεoποίηση της εξουσίας και η βρεφoποίηση της κοινωνίας» [T. Szasz: Το Δεύτερο Αμάρτημα, Αθήνα, Αβραάμ, 1982, σ. 15]ήταν και παραμένει ο ιστορικά αμετάλλακτος στόχος όλων των διαχειριστών της «νόμιμης» βίας, ανεξάρτητα από τις πολιτικές και ιδεολογικές ενδυμασίες τους. Μόνο τα μέσα που χρησιμοποιούν οι εξουσιοφρενείς αλλάζουν, ανάλογα με τις ανάγκες και τις τεχνολογικές δυνατότητες κάθε ιστορικής εποχής, με σκοπό πάντα την αναγωγή του ανθρώπου σε απλό ανιστορικό είδος πλάι στα άλλα είδη του ζωικού βασιλείου, την«κατασκευή ενός πράγματος που δεν υπάρχει, ενός ανθρώπινου είδους το οποίο θα μοιάζει με τα άλλα ζωικά είδη και του οποίου η μόνη ελευθερία θα συνίστατο στη διατήρηση του είδους». (Η. Arendt)

Προς την κατεύθυνση αυτή, έχουν ήδη γίνει τα πιο αποφασιστικά βήματα, με τη διαμόρφωση ενός νέου τύπου ανθρώπου ο οποίοςεσωτερικεύει την καθολική κυριαρχία της μισθωτής δουλείας ως μια αδήριτη «αναγκαιότητα» που υπερβαίνει τη θέλησή του, παραιτείταιαπό το δικαίωμά του να δημιουργεί τον κόσμο, την ιστορία και τον εαυτό του, και έτσι μετασχηματίζεται από ενεργός κινητήρια δύναμη της ιστορίας σε παθητικό ενεργούμενό της:

«Αυτός ο τύπος ανθρώπου έχει υλοποιηθεί ιστορικά: Είναι ο άνθρωπος της σύγχρονης εποχής είναι ο άνθρωπος της μάζας, ο ικανοποιημένος με την ευτελή του μόρφωση, τις ασήμαντες αρετές του, την ευτυχία που του προκαλεί η μέτρια τοξικομανία του… Είναι ένας άνθρωπος αδύναμος, αφοπλισμένος, ευνουχισμένος, απομονωμένος. Είναι ο άνθρωπος της ψυχρής τεχνολογίας και των κομματιασμένων συναισθημάτων. είναι ο άνθρωπος που έχει εξοριστεί μέσα στον εαυτό του. Σχιζοειδικός έξω απ” τους τοίχους του ψυχιατρείου, Σχιζοφρενικός μέσα σ” αυτούς».[R. Jaccard:Η εξορία μέσα μας, Αθήνα, Χατζηνικολή, 1981, σ. 11]

Στον ιστορικό ορίζοντα του ανθρώπου προβάλλει ήδη το φάσμα της στρατοπεδικής κοινωνίας που το πειραματικό της μοντέλο έχει δοκιμαστεί μαζικά με επιτυχία στα εργαστήρια της «ολοκληρωτικής κυριαρχίας» της Εξουσιαστικής Διεθνούς:

Tα στρατόπεδα συγκέντρωσης σε όλη την έκταση του πλανήτη, στη Δύση και την Ανατολή, υπήρξαν τα πειραματικά εργαστήρια στα οποία διαμορφώθηκε το εξουσιαστικό προείκασμα του αποτρόπαιου κοντινού μέλλοντος της ανθρώπινης κοινωνίας η οποία θα συντίθεται από μια ομοιογενή μάζα ανιστορικών ανθρωποειδών, προγραμματισμένων να μην παρεκκλίνουν ποτέ από τον «κανόνα»: Ένα άθυρμα από ιδεώδεις «μέσους πολίτες-υπηκόους» για τους οποίους δεν έχει καμιά σημασία εάν φορούν την ομοιόμορφη στολή των φυλακισμένων ή εάν βολεύονται με ένα συμβατικό ζουρλομανδύα.

Με όλο και πιο γοργούς ρυθμούς, η κτηνωδία της οργανωμένης «νόμιμης βίας» προβάλλει ως το αποκρουστικό πρόσωπο μιας «ποιοτικής» αναπαλαίωσης της εξουσίας όπως διαμορφώνονταν στην περίοδο του μεσοπολέμου. Μόνο που «ο φασισμός που θα έλθει δεν θα λέγεται πια φασισμός». [Γ. Λυκιαρδόπουλος: Η έσχατη στράτευση,Αθήνα, Υψιλον, 1985, σ. 66]

Kάθε πολιτισμός συνθέτει τα στοιχεία που τον χαρακτηρίζουν μ’ ένα εντελώς ιδιαίτερο και μοναδικό τρόπο. Και συντίθεται απ” αυτά.

Μέχρι σήμερα, όλοι οι προϋπάρξαντες πολιτισμοί οικοδομούσαν τους Παρθενώνες και τους Γοτθικούς τους υπό την εποπτεία των αρχιτεκτόνων και των καλλιτεχνών τους, για τη δόξα των ανθρώπων ή των θεών τους.

Σήμερα, ο «πολιτισμός» οικοδομεί τα δικά του μνημεία (τις φάμπρικες, τις φυλακές, τα ψυχιατρεία, τις φυλακές-ψυχιατρεία, τα Άουσβιτς, τα Γκουλάγκ, τα Γκουαντάναμο και τις συνεχώς διογκούμενες ζώνες φτώχειας) προς δόξα της εξουσίας.

Μέχρι σήμερα, όλοι οι προϋπάρξαντες πολιτισμοί ήταν θεμελιωμένοι στην καταπίεση, αλλά μέσα από τη διανοητική τους δημιουργία έθεταν το αίτημα της ελευθερίας και το διατηρούσαν ζωντανό στο φαντασιακό τους σύμπαν.

Σήμερα, ο «πολιτισμός» είναι θεμελιωμένος στην καταπίεση και μέσα από την ψυχοδιαλυτική του «δημιουργία» εκμηδενίζει κάθε απελευθερωτικό όραμα, επιβάλλοντας την εσωτερίκευση της δουλείας.

«Όλες oι τέχνες δημιουργούν αριστουργήματα. Η τέχνη της διακυβέρνησης των ανθρώπων δημιουργεί μόνο τέρατα»,προειδοποιούσε την ανθρωπότητα ο Saint Just από το βήμα της Συντακτικής Συνέλευσης στις 24-4-1793.

Δυο αιώνες αργότερα, η ανθρωπότητα καλείται να πληρώσει το τίμημα της ιστορικής της κωφότητας, διαπιστώνοντας έκπληκτη ότι η εξουσιαστική διεκδίκηση για την καθολικοποίηση και την οριστικοποίηση της δουλείας, έχει ήδη διατυπωθεί με σαφήνεια από τους εξουσιοφρενείς που ασκούν την «τέχνη της διακυβέρνησης» και έχει σκιαγραφηθεί με ακρίβεια από τους τεχνικούς του Ολοκληρωτισμού.

Η καθολικοποίηση της κυριαρχίας και η στρατοπεδική κοινωνία, μια επιδίωξη προς την οποία τείνουν οι επιλογές των εξουσιοφρενών παλιάτσων που διαχειρίζονται την εξουσία σε πλανητικό πεδίο, προϋποθέτει την μετάπλαση του ανθρώπου σε Πράγμα.
Αποτιμώντας τον Χίτλερ

«[Ο Χίτλερ] Τριάντα χρόνια δεν είναι παρά ένας μυστήριος αποτυχημένος. Και ξαφνικά μεταμορφώνεται σε τοπική πολιτική μορφή και εξελίσσεται σε άνθρωπο με τον οποίο θα ασχοληθεί η παγκόσμια πολιτική».

Sebastian Haffner,

Anmerkungen zu Hitler (Σημειώσεις για τον Χίτλερ)


Χίτλερ : MeinKampf «Ο Αγών» του και η Αγωνία μας

Το MeinKampf του Χίτλερ είναι μια σύνθεση από αφόρητα απλοϊκές σκέψεις και ατέλειωτες επαναλήψεις οι οποίες διατυπώνονται μ’ ένα τρόπο που προσβάλλουν βάναυσα τη λογική.
Ένα χάος από εξωραϊσμένες παιδικές και νεανικές αναμνήσεις, κοινοτοπίες, άσχημα αφομοιωμένες επιδερμικές αναγνώσεις και ακούσματα ενός αμόρφωτου, ανεπάγγελτου και αποτυχημένου αυστρογερμανού χωρικού, που η παρουσίασή τους με τη μορφή βιβλίου δεν θα είχε καμιά ελπίδα να επηρεάσει οποιονδήποτε εκτός από τον (καθ’ υπαγόρευση) συγγραφέα του, εάν μια απρόσμενη ιστορική συγκυρία που είχε ανάγκη από μίσος, δεν το καθιστούσε «εργαλείο της ιστορίας».

Πυρηνικό στοιχείο του MeinKampf είναι το μίσος που διαπερνά όλες τις σελίδες του. Ένα μίσος που, όταν καταλάβει την εξουσία, θα μετασχηματιστεί σε κινητήρια δύναμη η οποία θα οδηγήσει τον γερμανικό λαό και την ανθρωπότητα στη χειρότερη πολεμική καταστροφή της ιστορίας, μέσα από ένα δρόμο σπαρμένο με πτώματα.

Ο Χίτλερ μπορεί να επικριθεί, να αποδοκιμαστεί και να καταδικαστεί για οτιδήποτε εκτός από το ότι δεν προειδοποίησε την ανθρωπότητα για τα ανθρωποθυσιαστικά του σχέδια. Γιατί στο MeinKampf υπάρχουν τα πάντα: Η κατάργηση της δημοκρατίας. Η επιβολή της δικτατορίας. Το μίσος κατά της Γαλλίας. Η κατάκτηση της ηπειρωτικής Ευρώπης. Η εκστρατεία στην Ανατολή, Το φυλετικό μίσος. Η εξόντωση των Εβραίων. Η κυριαρχία της «ανώτερης φυλής». Η δουλοποίηση των «κατώτερων φυλών».

Όλα αυτά, που εκτίθενται ως στόχοι του μελλοντικού υποψήφιου Φίρερμε ανατριχιαστική σαφήνεια και κυνικότητα, στην αρχή αντιμετωπίστηκαν από τους πολιτικούς και την κοινή γνώμη ως«παραλήρημα ενός φανατικού» που θα έπρεπε να αποτελεί αντικείμενο ψυχιατρικής και όχι πολιτικής αποτίμησης. Αλλά, όταν μερικά χρόνια αργότερα αυτό το «παραλήρημα» επενδύθηκε με δύναμη ικανή να επιτρέψει την εφαρμογή του, η ανθρωπότητα κλήθηκε να πληρώσει ένα βαρύτατο τίμημα για την εθελοτυφλία και την κωφότητά της.

Εάν οι πολιτικοί, οι επιχειρηματίες, οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης και οι λαοί στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ είχαν κάνει τον κόπο να διαβάσουν το MeinKampf τα πρώτα χρόνια της έκδοσής του (1925-1932), θα είχαν βρει σ’ αυτό όλες τις λεπτομέρειες της τραγωδίας που χρειάστηκε να βιώσουμε στην σκοτεινή περίοδο 1933-1945.

Γιατί πέρα από οποιαδήποτε φιλολογική, πολιτική ή κοινωνιολογική ερμηνεία, το MeinKampf είναι η πρώτη στην ιστορία εκ των προτέρων καταγραφή και δημοσιοποίηση του σχεδίου ενός εφιαλτικού μαζικού εγκλήματος εκ προμελέτης, απέναντι στην οποία τα δυνάμει θύματά του αντέδρασαν με μια ανερμήνευτη και ασυγχώρητη ελαφρότητα.

Η άποψη ότι η επιβολή του Χίτλερ ήταν αποτέλεσμα της «μοιραίας και δαιμονικής προσωπικότητάς του» έχει απορριφθεί από το μεγαλύτερο μέρος των ιστορικών. Ο ναζισμός ως μέθοδος κατάληψης και τρόπος οργάνωσης και άσκησης της εξουσίας δεν μπορεί να αποδοθεί στις υπερφυσικές ιδιότητες ενός «πνεύματος του κακού» ούτε να αγνοείται ως «θλιβερό ατύχημα» της ιστορίας.

Γιατί, όπως υποστηρίζει ο φιλόσοφος Κάρλ Γιάσπερς (Karl Jaspers), μέσα από την ιστορία του Χίτλερ και του ναζισμού βγαίνει το δίδαγμα ότι «όλα αυτά ήταν δυνατό να γίνουν. Και πάντα θα είναι δυνατό».
Αδόλφος Χίτλερ: Χρονολόγιο
1889. Ο Αδόλφος Χίτλερ γεννήθηκε στο Μπράουναου, ένα μικρό χωριό στα βόρεια σύνορα τις Αυστρίας. Ήταν το τέταρτο από τα έξι παιδιά του τελωνειακού υπάλληλου Αλόισιου Χίτλερ και της τρίτης γυναίκας του (και ανιψιάς του) Κλάρας Χίτλερ.
To 1876, ο Αλόισιος Χίτλερ άλλαξε το οικογενειακό του επώνυμο από Σίκλγκρουμπερ (Schicklgruber) σεΧίτλερ: Ο Αλόισιος θεωρούταν εξώγαμο παιδί της Άννας Μαρίας Σίκλγκρουμπερκαι του μυλωνά Γιόχαν Γκέοργκ Χίντλερ (Johann Georg Hiedler), ο οποίος ποτέ δεν τον αναγνώρισε ως παιδί του. Η τροποποίηση του Χίντλερ σε Χίτλερ οφείλεται σε ορθογραφικό λάθος του υπαλλήλου που κατέγραψε το νέο επώνυμο του Αλόισιου.
Το 1938, με διαταγή του Χίτλερ, καταστράφηκαν ολοσχερώς τα χωριά των γονέων του (το Ντόλερσχαϊμ και το Στρόνες στη βορειοδυτική Αυστρία), προκειμένου να καταστεί αδύνατη οποιαδήποτε έρευνα για το γενεαλογικό του δέντρο.

1901 (12 ετών). Ο Αδόλφος Χίτλερ μένει στην ίδια τάξη «λόγω τεμπελιάς»

1903 (13 ετών). Πεθαίνει ο πατέρας του.

1906 (16 ετών). Εγκαταλείπει το σχολείο. Στο Mein Kampf, εξωραΐζειτην τεμπελιά και τις αποτυχίες του ως αποτέλεσμα της «επανάστασης εναντίον του αυταρχικού πατέρα» του, παρά το γεγονός ότι ο πατέρας του πέθανε όταν ο Χίτλερ ήταν 13 χρονών και, συνεπώς, δεν μπορούσε να αποτελέσει εμπόδιο στα σχέδιά του.

1907 (17 ετών). Πρώτη αποτυχημένη προσπάθειά του να γίνει δεκτός ως σπουδαστής στην Ακαδημία των καλών τεχνών της Βιέννης. Θάνατος της μητέρας του από καρκίνο.

1908 (18 ετών). Δεύτερη αποτυχημένη προσπάθειά. Η Ακαδημία απορρίπτει την αίτηση του. Εκτοτε, δεν προσπάθησε να αποκτήσει ένα επάγγελμα ή να μάθει μια τέχνη και η ζωή του είναι τυπική ζωή ενός ανεπάγγελτου ημιμαθή που ζούσε στηριγμένος σε ένα μικρό επίδομα και ευκαιριακές πρόχειρες δουλειές,διακατεχόμενος από την ιδέα της παραγνωρισμένης και αδικημένης μεγαλοφυΐας (σύνδρομο τυπικό σε όλες τις περιπτώσεις των εξουσιοφρενών), μέχρι την είσοδό του στην πολιτική.

1909 (19 ετών). Εγκαθίσταται στη Βιέννη. Εκεί έρχεται σε επαφή με τις ρατσιστικές θεωρίες του Jörg Lanz von Liebenfels, τις αντισημιτικές ιδέες του Georg Ritter von Schonerer (που ήταν Fuhrer τουΠαγγερμανικού Κινήματος) και του δήμαρχου της Βιέννης Karl Lueger.Υπό την επίδρασή τους διαμορφώνεται η ιδέα της «ανώτερης φυλής» (Herrenrasse) που αργότερα θα αποτελέσει πυρηνικό στοιχείο της ιδεολογίας του Χίτλερ, παρόλο που ο ίδιος δεν αναφέρθηκε ποτέ στα πολιτικά του πρότυπα.

1909 (19 ετών). Καταλήγει σε ένα ίδρυμα αστέγων(Meldemannstraße) και βγάζει λίγα χρήματα πουλώντας πίνακές του στους δρόμους της Βιέννης.

1913 (23 ετών). Κληρονομεί τα περιουσιακά στοιχεία του πατέρα του και εγκαθίσταται στο Μόναχο. Διαβάζει τα έργα του ρατσιστή Χιούστον Στούαρτ Τσάμπερλεν (Houston Stewart Chamberlain).

1914 (24 ετών). Ο Χίτλερ αποφεύγει να υπηρετήσει τη θητεία του στον αυστριακό στρατό (δηλώνοντας έτσι την αντίθεσή του στον αυστροουγγρικό πολυεθνικισμό) και κατατάσσεται ως εθελοντής στο γερμανικό στρατό (16-8-1914).

1914-1918 (24-28 ετών). Υπηρετεί ως υποδεκανέας στο σύνταγμα Λιστ στο δυτικό μέτωπο. Τραυματίζεται και παρασημοφορείται δύο φορές (1914 και 1918). Η έρευνα στα αρχεία του στρατιωτικού νοσοκομείου της πόλης Πάζεβαλκ της Πομερανίας όπου μεταφέρθηκε αποδεικνύει ότι ο δεύτερος τραυματισμός του το 1918 (που είχε ως συνέπεια μια προσωρινή του τύφλωσή) δεν ήταν τραυματισμός αλλά τυπική εκδήλωση υστερικής τύφλωσης καισύμφωνα με τη διάγνωση του ψυχιάτρου του στρατιωτικού νοσοκομείο ο Χίτλερ«είναι ψυχοπαθής, απολύτως ακατάλληλος για ηγετικά αξιώματα». (ενώ ο ίδιος, υποστηρίζει στο MeinKampf ότι η απώλεια της όρασή του οφείλεται στα αέρια που χρησιμοποιούσε ο εχθρός).

1918 (28 ετών): Ο πόλεμος τελειώνει με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Στη Γερμανία εγκαθιδρύεται η Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Ο Χίτλερ αρνιέται να συμβιβαστεί με την ιδέα της ήττας της Γερμανίας (την οποία απέδιδε στους Εβραίους, τους Μαρξιστές και τους ειρηνόφιλους) και με την μεταπολεμική οργάνωση της χώρας σε δημοκρατικές βάσεις (με την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης).

1919 (29 ετών). Επιστρέφει στο στρατόπεδό του στο Μόναχο και προσπαθεί να παραμείνει στο στρατό.
Κατά την εξέγερση που ξεσπά στη Βαυαρία μετά τη δολοφονία του σοσιαλιστή ηγέτη Κουρτ Άισνερ (Kurt Eisner), παραμένει στο περιθώριο, αναμένοντας τις εξελίξεις. Μετά τη συντριβή του επαναστατικού καθεστώτος, προσλαμβάνεται ως έμμισθος πληροφοριοδότης από τη μυστική υπηρεσία του στρατού. Γνωρίζει ανθρώπους σαν τον λοχαγό Ερνστ Ρεμ (Ernst Rohm), που θεωρούν τον Χίτλερ χρήσιμο για την εξάπλωση της εθνικιστικής ιδεολογίας.
Στις 19 Οκτωβρίου 1919 γίνεται μέλος -με την άδεια των προϊσταμένων του- του «Γερμανικού Εργατικού Κόμματος» (DAP) που είχε ιδρυθεί από τον εργάτη Άντον Ντρέξλερ (Anton Drexler) και είχε ως άξονές του την ξενοφοβία, τον ρατσισμό και τον αντισημιτισμό.

1920 (30 ετών). Απολύεται από το στρατό. Προσλαμβάνεται ως κομματικό στέλεχος στο DAP (που, εν συνεχεία, θα μετονομαστεί σε«Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα», NSDAP) και συμμετέχει στη διαμόρφωση του προγράμματός του, επιβάλλοντας ένα«Πρόγραμμα 25 Σημείων» που αποσκοπούσε στον προσεταιρισμό των εργαζομένων (καλλιεργώντας το μίσος εναντίον των «διεθνών εκμεταλλευτών του γερμανικού λαού» και του κοινοβουλευτισμού).

1921 (31 ετών). Χάρη στην ικανότητά του στις μηχανορραφίες, εξαναγκάζει σε παραίτηση την ηγεσία του NSDAP, αναλαμβάνει την προεδρία του, καταργεί τη λήψη αποφάσεων με ψηφοφορία και επιβάλλει τη θεσμοποίηση της αρχής της τυφλής υπακοής στον Ηγέτη (Φίρερ).

1923 (33 ετών). Ο Χίτλερ σχεδιάζει ένα πραξικόπημα για τις 9 Νοεμβρίου 1923, με εργαλείο το NSDAP και την υποστήριξη μιας στρατιωτικής κλίκας υπό τον στρατηγό Λούντεντορφ (Ludendorff). Tο «πραξικόπημα», οπερετικό στη σύλληψη και την οργάνωσή του (που θα περάσει στην ιστορία ως «πραξικόπημα της μπυραρίας») έχει ως αποτέλεσμα να μη συμβεί απολύτως τίποτα στις 9/11/1923, εκτός από συλλήψεις ορισμένων στελεχών του NSDAP και του ίδιου του Χίτλερ.

1924 (34 ετών). Το Φεβρουάριο του 1924, ο Χίτλερ καταδικάζεται σε ποινή φυλάκισης 5 ετών. Αργότερα, η ποινή θα περιοριστεί σε 12 μήνες από τους οποίους ο Χίτλερ θα εκτίσει τους 10 και θα απολυθεί στο τέλος του ίδιου χρόνου. Πολλοί συνεργάτες του Χίτλερ αθωώνονται (μεταξύ αυτών και ο στρατηγός Lunderdorff).

1924 (34 ετών). Κρατούμενος στο βαυαρικές φυλακές του Λάντσμπεργκ, ο Χίτλερ υπαγορεύει στον συγκρατούμενό του Ρούντολφ Ες τον πρώτο τόμο μιας αυτοβιογραφίας του που έμελλε να περάσει στην ιστορία με τον τίτλο MeinKampf.

1925 (35 ετών). Εκδίδεται ο πρώτος τόμος του MeinKampf από το ναζιστικό εκδοτικό οίκο «Εκδόσεις Εερ» που διεύθυνε ο Μαξ Άμαν, στον οποίο οφείλεται και ο τελικός τίτλος του βιβλίου (ο Άμαν επέβαλε τον τίτλο MeinKampf αντί του αρχικού, πομπώδους και αντιεμπορικού, τίτλου που επέλεξε ο ίδιος ο Χίτλερ «Τεσσεράμισι χρόνια αγώνας εναντίον ψεμάτων, βλακείας και δειλίας»). Ο πρώτος τόμος, είχε περίπου 400 σελίδες, διατιμήθηκε 12 μάρκα (το διπλάσιο της τιμής των περισσότερων βιβλίων που πουλιόνταν στην Γερμανία τότε) και δεν σημείωσε καμιά εμπορική επιτυχία.
Ο Χίτλερ αποποιείται την αυστριακή υπηκοότητα και επανιδρύει το NSDAP, με σκοπό να κατακτήσει την εξουσία με νόμιμα μέσα.

1926 (36 ετών). Ο Χίτλερ συμπληρώνει τον δεύτερο τόμο του MeinKampf στο Μπερχτεσγκάντεν.

1927-1932 (37-42 ετών). Αναδιοργανώνει το NSDAP και οργανώνει τις σχέσεις του με ηγετικούς κύκλους της οικονομίας (που επιδιώκουν επιχειρηματικό κλίμα κατάλληλο για υψηλά κέρδη και προσδοκούν σε επαναλειτουργία της πολεμικής βιομηχανίας), της πολιτικής (που φοβούνται την άνοδο της επιρροής της αριστεράς και επιδιώκουν πολιτική σταθερότητα) και του στρατού (που επιθυμούν διακαώς την ακύρωση της Συνθήκης των Βερσαλλιών και την αποκατάσταση του στρατού).

1932 (42 ετών). Αποκτά τη γερμανική υπηκοότητα, πράγμα που του επιτρέπει να βάλει υποψηφιότητα στις εκλογές του 1932.

1933 (43 ετών). Στις 30 Ιανουαρίου 1933 ο Χίτλερ διορίζεταικαγκελάριος της Γερμανίας.
Στις 27 Φεβρουαρίου 1933, πράκτορες του NSDAP πυρπολούν το κοινοβούλιο (Ράιχσταγκ), με στόχο την ενοχοποίηση και τη συντριβή της αριστεράς (Σοσιαλδημοκράτες, Κομμουνιστές και συνδικάτα). Με δικαιολογία την πυρκαγιά του Ράιχσταγκ, ο Χίτλερ αποσπά από τον πρόεδρο Χίντενμπουργκ Αναγκαστικό Διάταγμα που επιτρέπει στον Χίτλερ να καταργήσει τα όλα τα πολιτικά δικαιώματα των πολιτών. Και αμέσως μεθοδεύει τη θέσπιση του λεγόμενου Εξουσιοδοτικού Νόμου(Ermachtigungsgesetz ή «νόμος αποτροπής κινδύνου για το λαό και το Ράιχ»), ο οποίος παραχωρεί στην κυβέρνηση όλη την νομοθετική εξουσία. Δεδομένου ότι ο Χίτλερ δεν διαθέτει την αυξημένη πλειοψηφία των 2/3 στη βουλή που απαιτείται για την ψήφιση αυτού του νόμου, εκμεταλλεύεται την προσωρινή εξουσία του που απέκτησε με το Αναγκαστικό Διάταγμα και διατάζει τη σύλληψη όλων των βουλευτών του Κομμουνιστικού Κόμματος,KPD (81 άτομα) και πολλών βουλευτών του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, SPD. Έτσι,
Στις 24 Μαρτίου 1933, κατά την κρίσιμη ψηφοφορία για τονΕξουσιοδοτικό Νόμο, με θετική ψήφο όλων των κομμάτων (και αρνητική των βουλευτών του SPD που δεν συνελήφθησαν), η νομοθετική εξουσία παραχωρείται εξ’ ολοκλήρου στη χιτλερική κυβέρνηση και ανοίγει η αυλαία της ναζιστικής δικτατορίας του Τρίτου Ράιχ.

1934 (44 ετών). Στις 1 Ιουλίου 1933, ο Χίτλερ καθιερώνει τη «Δωρεά για τον Αδόλφο Χίτλερ της γερμανικής οικονομίας» (Adolf-Hitler-Spende der deutschen Wirtschaft): Όλες οι επιχειρήσεις είναι υποχρεωμένες να πληρώνουν ένα συγκεκριμένο ποσοστό από τα κέρδη τους στο NSDAP. Έτσι, στα επόμενα 11 χρόνια, ο Χίτλερ και το NSPAD δεν θα αντιμετωπίσουν κανένα οικονομικό πρόβλημα (μέχρι το 1945 συγκεντρώθηκαν περίπου 700 εκατομμύρια Μάρκα).

1934 (44 ετών). Στις 30 Ιουνίου 1934, δολοφονούνται με διαταγή του Χίτλερ περίπου 200 πολιτικοί του αντίπαλοι, μεταξύ των οποίων η ηγεσία των ναζιστικών SA (Τάγματα Εφόδου) και ο επικεφαλής τουςΕρνστ Ρεμ και άλλοι εξωκομματικοί παράγοντες (όπως, ο πρώην στρατηγός και καγκελάριος φον Σλάιχερ). Η επιχείρηση, που είναι γνωστή ως «η νύχτα των μεγάλων μαχαιριών» ή «το πραξικόπημα του Ρεμ», έγινε με τη συνδυασμένη δράση του αρχηγού των SS Χάινριχ Χίμλερ και του Χέρμαν Γκέρινγκ που έχουν κάθε λόγο να εξουδετερώσουν τον Ρεμ, ομογάλακτο αλλά αντίπαλό τους στο εσωτερικό της ναζιστικής κλίκας. Στις 2 Αυγούστου 1934 πεθαίνει ο πρόεδρος Χίντενμπουργκ.

1935 (45 ετών). Ο γερμανικός στρατός μετονομάζεται από Reichswehrσε Wehrmacht και ορκίζεται πίστη στον Χίτλερ, ο οποίος από εδώ και εμπρός θα είναι και πρόεδρος του κράτους και θα φέρει τον τίτλο«Ηγέτης και Καγκελάριος» (Fuhrer und Reichskanzler).

1938 (48 ετών). Ο Χίτλερ αναλαμβάνει και την αρχηγία του στρατού. Ο δρόμος για την εφαρμογή των σχεδίων που περιγράφονται στο MeinKampf είναι ανοικτός.

1938 (48 ετών). Τα μέτρα εναντίον των Εβραίων κορυφώνονται τηΝύχτα των Κρυστάλλων (9 Νοεμβρίου 1938), κατά την οποία ο Γκέμπελς οργανώνει με διαταγή του Χίτλερ αγριότητες που προβάλλονται ως «αυθόρμητες εκδηλώσεις αντι-εβραϊκής λαϊκής οργής»: Σ’ ολόκληρη τη Γερμανία, Εβραίοι κακοποιούνται, εβραϊκά μαγαζιά λεηλατούνται, κοινότητες καταστρέφονται και συναγωγές πυρπολούνται.

1939 (49 ετών). Ο Χίτλερ διατάζει την εφαρμογή του Προγράμματος Ευθανασίας που έχει την κωδική ονομασία «Πρόγραμμα Τα-4» (Οκτώβριος 1939). Το πρόγραμμα υλοποιείται με τη δολοφονία τουλάχιστον 200.000 ανθρώπων που χαρακτηρίζονται ως σωματικά ή ψυχικά ανάπηροι, με τη χρήση πυροβόλων όπλων, αερίων, δηλητηρίων και ασιτίας. Η επιχείρηση γίνεται σε διάφορα νοσοκομεία και κλινικές που μετατρέπονται σε«Κέντρα Ευθανασίας»(Χαρτχάιμ, Χάνταμαρ, κ.α.).

1939-1945 (49-55 ετών). Λαμβάνει χώρα το κυρίως μέρος της Τραγωδίας. Πόλεμος: Κατακτήσεις, Καταστροφές, Ερείπια. Μαζικές εξοντώσεις (Εβραίων, Τσιγγάνων, Σλάβων): Νύχτα των Κρυστάλλων, Προγράμματα Ευθανασίας, Τελική Λύση.

1945 (55 ετών). Στις 19 Μαρτίου 1945 ο Χίτλερ δίνει τη διαταγή«Νέρων», με βάση την οποία η Βέρμαχτ, κατά την υποχώρησή της, πρέπει να καταστρέφει οτιδήποτε θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τον εχθρό (εργοστάσια και έργα υποδομής, μέσα ανεφοδιασμού και κάλυψης, σοδειές), προκειμένου ο εχθρός να καταλάβει μόνο καμένη γη, σύμφωνα με το χιτλερικό δίλημμα «νίκη ή καταστροφή».
Στις 29 Απριλίου 1945, ο Χίτλερ παντρεύεται τη σύντροφο τουΕύα Μπράουν στο καταφύγιο όπου είναι εγκλωβισμένος τις τελευταίες μέρες της ζωής του μαζί με μερικούς πιστούς του.
Στις 30 Απριλίου 1945, ο Χίτλερ και η Μπράουν αυτοκτονούν με δηλητήριο. Ο Μάρτιν Μπόρμαν, φροντίζει να καούν τα πτώματα και τα υπολείμματα τους να θαφτούν έξω από το καταφύγιο. Από εκεί τα παραλαμβάνονται από τους Σοβιετικούς και διατηρούνται μέχρι τη δεκαετία 1970, οπότε καταστρέφονται τελείως και πετιούνται στον Ελβα με διαταγή του τότε αρχηγού της KGBΓιούρι Αντρόποφ.
Μ’ αυτή τη σκηνή έπεσε η αυλαία σε ένα έργο που ξεκίνησε ως οπερέτα ή επιθεώρηση (1889-1932),πραγματώθηκε ως ανείπωτη τραγωδία (1933-1945) και κατέληξε ως μελόδραμα (30/4/1945), μ’ ένα φινάλε που ίσως θα μπορούσε να το είχε φανταστεί ο Ρίχαρντ Βάγκνερ για ένα «Λυκόφως των Παλιάτσων». Η Γερμανία έχει συντριβεί.
Η διαδρομή του MeinKampf

Το 1945, όταν οι Σύμμαχοι κατέσχεσαν τα λογιστικά βιβλία και τις αποδείξεις του ναζιστικού εκδοτικού οίκου «Εκδόσεις Έερ», κατέστη ολοφάνερο ότι οι πωλήσεις του MeinKampf ήταν σε απλή συνάρτηση με την εξέλιξης της πολιτικής επιρροής του Ναζιστικού Κόμματος:


Μ’ άλλα λόγια, η τύχη του MeinKampf εξαρτιόταν από την τύχη του Χίτλερ και του κόμματός του. Κι αυτά με τη σειρά τους, εξαρτιόταν από την τροπή της γερμανικής ιστορίας μετά το 1925. Συνεπώς, είναι η τραγική εξέλιξη του κόσμου που καθόρισε τη μοίρα του MeinKampf και όχι το MeinKampf που καθόρισε την τραγική εξέλιξη του κόσμου.
Το MeinKampf κατά την περίοδο της σταθερότητας της Δημοκρατία της Βαϊμάρης (1923-1929) περνάει σχεδόν απαρατήρητο: Είναι κτήμα μιας μικρής ομάδας φανατικών που το αντιμετωπίζουν ως «νέο πολιτικό ευαγγέλιο», ενώ για την συντριπτική πλειοψηφία των Γερμανών φαντάζει ως«παραλήρημα ενός μεγαλομανούς υστερικού που η θέση του είναι στο φρενοκομείο».
To ίδιο έργο, κατά την περίοδο της κρίσης της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (1929-1933), κατά την οποία ενισχύεται το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα, προωθείται συστηματικά και οι πωλήσεις του φτάνουν τo 1.000.000 αντίτυπα το 1933. Όπως γράφει ο Λούντβιχ: «Το 1933, ο Γερμανικός λαός βρισκόταν σε μια κατάσταση που τον καθιστούσε επικίνδυνα επιρρεπή στον φασιστικό βάκιλο. Οι Γερμανοί δοκίμασαν να βρουν το δρόμο της επιστροφής στην κανονική ζωή και τον εθνικό αυτοσεβασμό, αλλά τον βρήκαν κλεισμένο από την προκατάληψη και την παρανόηση. Τα μεγάλα κράτη ενδιαφέρονταν μόνον για τις αποζημιώσεις. Τα γερμανικά εργατικά κόμματα, που θα μπορούσαν να είχαν βοηθήσει, ήταν μοιρασμένα σε μισή δωδεκάδα αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Όλα αυτά διαδραματίζονταν με φόντο χρωματισμένο από έναν αιώνα έξαλλου εθνικισμοί. Ο γερμανικός λαός είχε φτάσει σ’ ένα σημείο, όπου η τάξη και η ασφάλεια φαίνονταν να έχουν μεγαλύτερη σημασία από την πολιτική ελευθερία που είχε καταστεί συνώνυμη με ταραχές και αιματοχυσία. Ο Χίτλερ κατανοούσε αυτή την κατάσταση και τη χρησιμοποιούσε για τους δικούς του σκοπούς, βοηθημένος από την ικανότητά του για οργάνωση και προπαγάνδα και από την προθυμία των Γερμανών βιομηχάνων να χρηματοδοτήσουν τις εκστρατείες του».
Από το 1934, το MeinKampf καθίσταται υποχρεωτικό ανάγνωσμα για όλες τις οικογένειες, τους νεόνυμφους, τους μαθητές, για κάθε Γερμανό. Αλλά, δυστυχώς, λίγοι έμπαιναν στον κόπο να το διαβάσουν.

Ίσως εάν είχε μελετηθεί προσεκτικά από τους Γερμανούς και τους ξένους πολιτικούς πριν από το 1933 που υπήρχε ακόμη δυνατότητα να ελεγχθεί η κατάσταση,οι εξελίξεις στη Γερμανία και τον υπόλοιπο κόσμο να ήταν διαφορετικές.

Γιατί στο MeinKampf υπήρχαν όλα όσα σκόπευε να κάνει ο Χίτλερ μετά την κατάληψη της εξουσίας: Το Τρίτο Ράιχ που θα επέβαλε στη Γερμανία. Η Νέα Τάξη που θα επέβαλε στην Ευρώπη. Ο παγγερμανισμός, ο ρατσισμός και ο αντισημιτισμός.

Όλα αυτά εκτίθενται λεπτομερώς, με σαφήνεια, ωμότητα και κυνισμό στο MeinKampf. Συνεπώς, κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει το συγγραφέα του ότι εξαπάτησε το γερμανικό λαό και τους ξένους πολιτικούς σε σχέση με τα σχέδια που είχε σκοπό να εφαρμόσει μετά την κατάληψη της εξουσίας.
Η κοσμοθεωρία

Το MeinKampf είναι ένα συνονθύλευμα ιδεών στον πυρήνα των οποίων βρίσκονται τρία σταθερά στοιχεία (παγγερμανισμός,ρατσισμός και αντισημιτισμός) και στην περιφέρειά τουςκινούνται ασταμάτητα στοιχεία δανεισμένα από το μπολσεβικισμό και τον φασισμό που συνδυάζονται με τα αντεπαναστατικά και εθνικιστικά στερεότυπα που κυκλοφορούσαν στη Γερμανία από την εποχή του Φίχτε (και αφορούσαν τον πόλεμο, την ήττα και την επανάσταση).

Ρατσισμός

Στα τέλη του 19ου αιώνα, σημειώθηκε στη Γερμανία μια εντυπωσιακή ενδυνάμωση του παγγερμανισμού, η οποία ενισχύθηκε αποφασιστικά από έναν ρατσισμό που, παραδόξως δεν γεννήθηκε στη Γερμανία αλλά στη Γαλλία και την Αγγλία, έχοντας ως βασικά του αντιστηρίγματα ορισμένα βιβλία:
Ο Γάλλος κόμης Arthur de Gobineau (1816-1882), αποκαλούμενος και «πατέρας της ρατσιστικής ιδεολογίας», διπλωμάτης και συγγραφέας του βιβλίου «Δοκίμιο για την ανισότητα των ανθρώπινων φυλών»(1853-55), που υποστήριζε ότι «η εθνική ανισότητα είναι έμφυτη και διαρκής. Η πρωτοκαθεδρία μεταξύ των φυλών ανήκει στη λευκή φυλή. Στους κόλπους της λευκής φυλής, η κυριαρχία ανήκει στους Αρίους, και μεταξύ των Αρίων ανήκει στογερμανικό κλάδο τους»). [Michael Biddiss: Father of racist ideology. The social and political thought of Count Gobineau,Weybright & Talley, N.Υ., 1970), σ. 3]
Ο Γάλλος Georges Vacher de Lapouge (1854-1936), κύριος εκπρόσωπος του μύθου της άριας φυλής και συγγραφέας του βιβλίου «O “Αριος και ο κοινωνικός του ρόλος» (1899), που υποστήριζε ότι «οι συστηματικές μέθοδοι επιλογής μπορούν να ανανεώσουν το ανθρώπινο είδος με ό,τι απέμενε από τους γνήσιους Αρίους και να αποτρέψουν τον εκφυλισμό της ανθρωπότητας».
O Γάλλος Gustave Le Bon (1841-1931), συγγραφέας του βιβλίου«Ψυχολογία των Όχλων» που επηρέασε αποφασιστικά τη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής ρατσιστικής σκέψης και «πολλές παράγραφοι του MeinKampf αποτελούν ιδεολογική επεξεργασία των απόψεων του LeBon».
Ο Άγγλος Houston Stewart Chamberlain (1855-1927), γιος ναυάρχου, γαμπρός του Ρίχαρντ Βάγκνερ και συγγραφέας του βιβλίου «Τα θεμέλια του 20ου Αιώνα» (1899),υποστήριζε ότι «δεν ήταν το παν τα φυσικά χαρακτηριστικά, γιατί το ουσιαστικό ήταν να κατέχει κανείς τη φυλή του μέσα στην συνείδηση του… και σ’ αυτή την κατεύθυνση, το έθνος ως πολιτικό οικοδόμημα, είχε να παίξει αποφασιστικά ρόλο, δημιουργώντας τις αναγκαίες συνθήκες για τη ζωή των φυλών» και ότι «οι Εβραίοι είναι ο μεγαλύτερος εχθρός των Αρίων». Θαυμαστής του Χίτλερ, ο Chamberlain γράφει στο είδωλό του: «Υπάρχει μια βία που αρχίζει και τελειώνει στο χάος. Υπάρχει όμως και μια βία που δημιουργεί νέους κόσμους. Πιστεύω πως η Ιστορία θα σας τοποθετήσει μια μέρα ανάμεσα στους μεγάλους οικοδόμους της και όχι ανάμεσα στους καταστροφείς της. Ποια άλλη απόδειξη χρειάζεται για τη ζωτικότητα της Γερμανίας από το γεγονός ότι σας ανέδειξε τη στιγμή που διέτρεχε το μεγαλύτερο κίνδυνο;»
Ο Σκωτσέζος Robert Knox (1798-1862), καθηγητής της ανατομίας, θεμελιωτής του βρετανικού ρατσισμού και συγγραφέας του βιβλίου «Οι ανθρώπινες Φυλές» (1850), υποστηρίζει «τη φυλετική ανωτερότητα των Σαξόνων και των Σλάβων και τη φυλετική κατωτερότητα των Εβραίων και των Τσιγγάνων που ζουν ως παράσιτα χάρη στην κουτοπονηριά που τους διακρίνει και είναι άνθρωποι πανούργοι, δολοπλόκοι και κερδοσκόποι». [Rh. D. Curtin: The Image of Africa, British ideas and actions, 1780-1850, London, 1965,, σ. 50 καιR. Knox, The Races of Men: A Philosophical Enquire into the Influence of Race over the Destinies of Nations, London, 1862, σ. 50]

Είναι μάλλον βέβαιο ότι ο Χίτλερ δεν γνώριζε από πρώτο χέρι τα έργα των παραπάνω συγγραφέων που εξυμνούσαν τον «Άριο». Αλλά η ανάγνωση του MeinKampf οδηγεί στη διαπίστωση ότι τοεθνικοσοσιαλιστικό δόγμα της φυλής του Χίτλερ (η πίστη στη φυλή και στην οργάνωση που θα έπρεπε να εφαρμόσει μια συνειδητή φυλετική πολιτική), είναι ένα συνονθύλευμα από τους ισχυρισμούς αυτών των συγγραφέων που, αργότερα θα συγκεκριμενοποιηθεί από τον Ρόζενμπεργκ και θα τελειοποιηθεί από τον Γκίντερ.

Το βασικό θέμα, που επαναλαμβάνεται συνεχώς στο MeinKampf, είναι η«φυλή», η «καθαρότητα της φυλής» και η«φυλετική υπεροχή», χωρίς να ορίζεται πουθενά το «τί είναι η φυλή». Απλώς, διακηρύσσεται αξιωματικά ότι: «Η ανθρωπότητα είναι μοιρασμένη σε τρεις ομάδες: τους δημιουργούς πολιτισμού, που είναι μόνο οι Άριοι ή Βόρειοι (και ειδικά, οι Γερμανοί), τους φορείς πολιτισμού, όπως οι Γιαπωνέζοι, και τους καταστροφείς του πολιτισμού, όπως οι Εβραίοι και οι Νέγροι… Η ισότητα των φυλών δεν υπήρξε ποτέ σκοπός της φύσης. Οι φυλές δεν είναι ίσες, όπως και τα άτομα δεν είναι ίσα. Μερικοί γεννιούνται ανώτεροι από άλλους… Οι Γερμανοί, ως η ισχυρότερη φυλή του κόσμου, θα πρέπει να κυβερνήσουν τις κατώτερες φυλές της γης».

Αντισημιτισμός

Όπως διαπιστώνει ο Βερμέιγ στο βιβλίο του Οι Δογματικοί της Γερμανικής Επανάστασης: «Ο γερμανικός αντισημιτισμός (που είναι πολύ παλιότερος από τον Χίτλερ, ο οποίος έμελλε να τον εντείνει μέχρι δολοφονικής υστερίας), από την εποχή του Φίχτε παρουσιάζεται ως μια μορφή της πάλης της γερμανικής σκέψης (που είναι βασικά εθνικιστική) εναντίον όλων των Διεθνών: της Καθολικής, της αστικής, της κεφαλαιοκρατικής και φιλελεύθερης, της σοσιαλιστικής, της μαρξιστικής. Στο εσωτερικό όλων αυτών των Διεθνών, εμφανίζεται ως κεντρικό δρών στοιχείο ο Εβραίος, με αποτέλεσμα ο αντισημιτισμός να παίρνει τη μορφή βασικού δόγματος».

Ο γερμανικός αντισημιτισμός που δηλητηρίαζε τη γερμανική κοινωνία κατά τον 19ο αιώνα, στην περίοδο 1916-1917 είχε εκφραστεί με μια αντισημιτική εκστρατεία που είχε ως επίκεντρο τα «Πρωτοκόλλα των σοφών της Σιών», ενός πλαστού «ντοκουμέντου» που κατασκεύασαν πράκτορες της τσαρικής Οχράνα, στο οποίο οι Εβραίοι αυτο-αποκαλύπτονταν ότι «επιδίωκαν την παγκόσμια ηγεμονία και την καταστροφή των χριστιανικών κρατών, μέσω της δημοκρατίας, του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού, της αναρχίας και του πολέμου» και ότι«προκάλεσαν τον πόλεμο του 1914 προκειμένου να εξαντλήσουν τους λαούς και να εξασφαλίσουν την κυριαρχία του εβραϊκού κεφαλαίου».

Συνεχιστής αυτού του ρεύματος, ο Χίτλερ, όπως εκτίθεται στο MeinKampf, διαχειρίζεται τον αντισημιτισμό με τρόπο να προσφέρει στη μάζα («που έχει στοιχειώδη νοημοσύνη»)έναν ορατό και προσεγγίσιμο «εχθρό», εναντίον του οποίου θα στραφεί η εχθρότητά της και θα πυροδοτηθεί η αστόχαστη «δράση για τη δράση» και «για «τυφλή φυγή προς τα εμπρός», που είναι στοιχεία αναγκαία σε κάθε μαζικό κίνημα. Έτσι, ανακαλύφθηκε εκ νέου ο Εβραίος, που κατά την άποψη του Χίτλερ«είναι πρωταρχικά διεθνιστής κερδοσκόπος καI εκμεταλλευτής, συνήθως σοσιαλιστής ή κομμουνιστής».

Ο αντισημιτισμός του Χίτλερ και των εθνικοσοσιαλιστών που αναπτύσσεται θεωρητικά στο MeinKampf, θα αρχίσει να υλοποιείται αμέσως μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους ναζί (1933) και θα ολοκληρωθεί με την Τελική Λύση του εβραϊκού ζητήματος (Ολοκαύτωμα) με την εξόντωση περίπου έξι εκατομμυρίων Εβραίων.

Οι διακρίσεις σε βάρος των Εβραίων στη Γερμανία αρχίζουν αμέσως μετά την έκδοση του Εξουσιοδοτικού νόμου(24 Μαρτίου 1933):
Τον Απρίλιο του 1933, η χιτλερική κυβέρνηση οργανώνει μποϊκοτάρισμα των εβραϊκών μαγαζιών και με διαδοχικά διατάγματα μετατρέπει σταδιακά του Γερμανοεβραίους σε πολίτες έσχατης κατηγορίας: Με μια σειρά μέτρων (που έλκουν την καταγωγή τους από τις βούλες του Πάπα Ιννοκέντιου Ι’ κατά των Εβραίων στο χώρο κυριαρχίας της καθολικής εκκλησίας), οι Γερμανο-εβραίοι στερούνται του δικαιώματος να δουλεύουν στο δημόσιο, όσοι δουλεύουν σ’ αυτό απολύονται (διάταγμα της 7ηςΑπριλίου 1933), αποκλείονται βαθμιαία από πολλούς άλλους τομείς και τους απαγορεύεται να εργαστούν με ή για μη-Εβραίους πολίτες.
To 1935, με τη θέσπιση των ρατσιστικών «νόμων της Νυρεμβέργης», απαγορεύεται ο γάμος και οι σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ Εβραίων και μη Εβραίων.
Μεθοδεύεται η «αριοποίηση» των εβραϊκών περιουσιών που μεταβιβάζονται σε μη Εβραίους με την καταβολή ασήμαντης αποζημίωσης στους πρώην ιδιοκτήτες τους.

Στους Εβραίους που επιθυμούν να μεταναστεύσουν επιβάλλεται ένας ειδικός «φόρος φυγής από το Ράιχ» που αποσκοπεί στο να τους απογυμνώσει περιουσιακά όταν εγκαταλείπουν τη Γερμανία.
Στις 9 Νοεμβρίου 1938, τα μέτρα εναντίον των Εβραίων θα κορυφωθούν τη Νύχτα των Κρυστάλλων, κατά την οποία ο Γκέμπελς οργανώνει με διαταγή του Χίτλερ αγριότητες που προβάλλονται ως «αυθόρμητες εκδηλώσεις αντι-εβραϊκής λαϊκής οργής»: Σ’ ολόκληρη τη Γερμανία, Εβραίοι κακοποιούνται, εβραϊκά μαγαζιά λεηλατούνται, κοινότητες καταστρέφονται και συναγωγές πυρπολούνται.
Κατά το προκαταρκτικό στάδιο της εξόντωσης των Εβραίων, τα μέτρα εναντίον τους επεκτείνονται από τους Γερμανοεβραίους σε όλους τους Εβραίους των κατεχόμενων χωρών: Όλοι οι Εβραίοι υποχρεώνονται να φορούν στο στήθος ένα κίτρινο αστέρι (1 Σεπτεμβρίου 1941) και να ζουν έγκλειστοι σε γκέτο (ειδικές περιοχές που καθορίζονται από τις αρχές κατοχής). Τους απαγορεύεται η μετανάστευση, η χρησιμοποίηση αυτοκινήτων ή δημοσίων μέσων μεταφοράς, η κατοχή ραδιοφώνων, κ.α.
Πυκνώνουν οι μεταφορές Εβραίων στα υπάρχοντα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας και θανάτου, ενώ, συγχρόνως, χτίζονται νέα στρατόπεδα όπως το Άουσβιτς και το Μαϊντάνεκστην κατεχόμενη Πολωνία (1942) που θα εξυπηρετήσουν την βιομηχανικά οργανωμένη εξόντωση των «κατώτερων φυλών» (Εβραίοι, Ρόμα, Πολωνοί, Ρώσοι, κ.α.), αντιπολιτευόμενων Γερμανών, σεξουαλικά διαφορετικών (ομοφυλόφιλοι) και άλλων.
Εσωτερική Πολιτική

Οργάνωση του κράτους. Οι ιδέες του Χίτλερ για τη φύση του μελλοντικού ναζιστικού κράτους είναι αρκετά σαφείς στο MeinKampf: Στόχος του ένα κράτος που (α)θα βασίζεται στη φυλή, (β) θαπεριλαμβάνει όλους τους Γερμανούς πού ζουν εντός και εκτός των συνόρων του, και (γ) θα λειτουργεί με βάση την απόλυτη δικτατορία του Ηγέτη (δηλαδή, του ίδιου), ο οποίος θα περιβάλλεται από ένα επιτελείο μικρότερων ηγετών που θα ενεργούν ως ιμάντας μεταβίβασης των διαταγών του προς τους κατωτέρους τους.

Στο Τρίτο Ράιχ δεν θα υφίστανται κανενός είδους «δημοκρατικές ανοησίες» και θα κυβερνιέται με βάση την αρχή του ενός αρχηγού («Φίρερ πριντσίπ»). Δηλαδή, θα είναι μια δικτατορία.

Οικονομία. Στο MeinKampf, ο Χίτλερ δεν κάνει καμιά αναφορά σε κάποιο οικονομικό σχέδιο, ούτε εκφράζει κάποια άποψη για τις οικονομικές βάσεις του Τρίτου Ράιχ που ευαγγελίζεται, περιοριζόμενος σε μια ευκαιριακή αναφορά σε κάποιες αόριστες «οικονομικές βουλές»,«επαγγελματικές βουλές» και μια «κεντρική οικονομική βουλή» που «θα διευθύνει τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας».

Απολύτως άσχετος με τα οικονομικά θέματα, ο Χίτλερ θεωρούσε πως το πρωταρχικό εργαλείο ήταν η πολιτική δύναμη και ότι η οικονομία θα προσαρμοζόταν αυτομάτως στις απαιτήσεις και τους σκοπούς της πολιτικής εξουσίας:

«Το κράτος δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με καμιά συγκεκριμένη οικονομική αντίληψη… Το κράτος είναι ένας φυλετικός οργανισμός και όχι μια οικονομική οργάνωση. Η εσωτερική δύναμη ένας κράτους σπανίως συμπίπτει με τη λεγόμενη οικονομική ευημερία. Η οικονομική ευημερία, σε πάρα πολλές περιπτώσεις, φαίνεται να προαναγγέλλει την επικείμενη κατάπτωση του κράτους. Η Πρωσία, αποδεικνύει με θαυμαστή καθαρότητα, ότι εκείνο που καθιστά δυνατό το σχηματισμό ενός κράτους είναι τα ιδεώδη και οι αρετές και όχι τα υλικά πλεονεκτήματα. Γιατί μόνο υπό την προστασία [αυτών των αρετών] μπορεί ν” ανθίσει η οικονομική ζωή. Πάντοτε, στη Γερμανία, όταν παρουσιαζόταν μια ενδυνάμωση της πολιτικής ισχύος, άρχιζαν να βελτιώνονται και οι οικονομικές συνθήκες. Αλλά, πάντοτε όμως, όταν η οικονομία γινόταν το μοναδικό περιεχόμενο της ζωής τον λαού μας και αποδυνάμωνε τα ιδεώδη και τις αρετές, το κράτος κατέρρεε, παρασύροντας στην πτώση του και την οικονομική ζωή».
Εξωτερική Πολιτική

Κεντρικό ζήτημα στο MeinKampf, είναι η εκ νέου ανάδειξη της Γερμανίας σε παγκόσμια δύναμη ως αναγκαία προϋπόθεση για να διεκδικήσει την παγκόσμια κυριαρχία. Ο Χίτλερ ασχολείται μ’ αυτό το θέμα τόσο στον πρώτο (1924) όσο και στον δεύτερο (1926) τόμο του έργου. Ο πρώτος τόμος υπαγορεύτηκε από τον Χίτλερ στον Ες το 1924, κατά τη διάρκεια της κράτησής του στις φυλακές μετά το αποτυχημένο «Πραξικόπημα της Μπυραρίας» (Μόναχο, 1923). Ο δεύτερος τόμος ολοκληρώθηκε το 1926.

Στο MeinKampf, η εξωτερική πολιτική προκύπτει ως αποτέλεσμα της εσωτερικής πολιτικής και έχει δύο στρατηγικούς στόχους.

Στόχος πρώτος: Η καταστροφή της Γαλλίας. Η Γαλλία «είναι θανάσιμος εχθρός του Γερμανικού λαού» και έχει ως πάγιο σκοπό «να καταστήσει τη Γερμανία διαμελισμένη και ανήμπορη, ένα συνονθύλευμα από μικρά κράτη». Συνεπώς, ήταν αναγκαία «μια τελευταία δυναμική αναμέτρηση με τη Γαλλία, ένας τελευταίος αποφασιστικός αγώνας… που θα βάλει τέλος στον αιώνιο και ατελέσφορο αγώνα ανάμεσα στη Γερμανία και τη Γαλλία». Σ’ αυτόν τον αγώνα, «η Γερμανία θεωρεί την καταστροφή της Γαλλίας ως ένα μέσο που θα την καταστήσει αργότερα ικανή να προσφέρει στο Γερμανικό λαό την επέκταση που θα γίνει σε άλλη κατεύθυνση».

Στόχος δεύτερος: Η επέκταση στην Ανατολή. Η Γερμανία έχει ανάγκη και δικαίωμα σε «ζωτικό χώρο» και πρέπει να κάνει χρήση αυτού του δικαιώματος, επεκτεινόμενη στην Ανατολή.
Αρχικά, ορίζεται ο σκοπός της εξωτερικής πολιτικής: «Σήμερα, η εδαφική πολιτική δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί στο Καμερούν, αλλά σχεδόν αποκλειστικά στην Ευρώπη… Η Γερμανία πρέπει να επεκταθεί στην Ανατολή, κυρίως, σε βάρος της Ρωσίας».
Στη συνέχεια, προσδιορίζεται το μέσο. Όπως γράφει στον πρώτο τόμο: «Το έδαφος υπάρχει για το λαό που έχει τη δύναμη να το κατακτήσει… Σύμφωνα με το νόμο της αυτοσυντήρησης, ό,τι δεν παίρνεται με την πειθώ, καταχτιέται με την πυγμή… Η απόχτηση νέων εδαφών ήταν δυνατή μόνον στην Ανατολή. Αν θέλουμε γη στην Ευρώπη, μπορούμε να την αποχτήσουμε μόνο σε βάρος της Ρωσίας. Αυτό σημαίνει ότι το νέο Ράιχ πρέπει να βαδίσει εκ νέου το δρόμο των Τευτόνων Ιπποτών και το γερμανικό σπαθί να κερδίσει χώμα για το γερμανικό αλέτρι και ψωμί για το γερμανικό έθνος». Και επαναλαμβάνει στον δεύτερο: «Μόνο μια μεγάλη έκταση σ” αυτή τη γη εξασφαλίζει σ’ ένα έθνος την ελευθερία της ύπαρξης. Χωρίς να λογαριάζει παραδόσεις και προκαταλήψεις (το εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα) πρέπει να βρει το θάρρος να συγκεντρώσει το λαό μας και τη δύναμη του για ν’ ακολουθήσει το δρόμο που θα οδηγήσει τον λαό από το σημερινό περιορισμένο ζωτικό χώρο του σε νέα γη και χώμα. Το Εθνικοσοσιαλιστικό Κίνημα πρέπει να προσπαθήσει να καταργήσει την ασυμφωνία που υπάρχει ανάμεσα στο μέγεθος του πληθυσμού της χώρας μας και στην έκταση του εδάφους της, η οποία πρέπει να αντιμετωπίζεται τόσο ως πηγή των μέσων συντήρησης όσο και ως παράγοντας πολιτικής ισχύος. Πρέπει να επιμείνουμε ακλόνητοι στους σκοπούς μας… για να εξασφαλίσουμε στο γερμανικό λαό την έκταση γης που δικαιούται».
Αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει μόνο με την άρση της ισχύος τηςΣυνθήκης των Βερσαλλιών (που «πρέπει να καταργηθεί») και την αποκατάσταση της Γερμανίας στα σύνορα του 1914. Ο Χίτλερ ενδιαφέρεται για το πρώτο και αδιαφορεί για το δεύτερο: «Το αίτημα για την αποκατάσταση των συνόρων του 1914 είναι ένας πολιτικός παραλογισμός με τέτοιες διαστάσεις και συνέπειες που τον κάνουν να φαίνεται ως έγκλημα. Εκτός από το γεγονός ότι το 1914 τα σύνορα του Ράιχ δεν ήταν ούτε πλήρη (με την έννοια ότι δεν αγκάλιαζαν όσους ανήκαν στο γερμανικό έθνος), ούτε λογικά από την άποψη της γεωστρατιωτικής αποτελεσματικότητας. Δεν ήταν το αποτέλεσμα μιας μελετημένης πολιτικής ενεργείας αλλά προσωρινά σύνορα που προέκυψαν από ένα πολιτικό αγώνα ο οποίος δεν είχε τελειώσει… Εξίσου δικαιολογημένα, θα μπορούσε κανείς να διαλέξει κανείς μια άλλη ημερομηνία της γερμανικής ιστορίας και να δηλώσει ότι σκοπός της εξωτερικής πολιτικής είναι η αποκατάσταση των συνθηκών εκείνης της εποχής… Eμείς οι Εθνικοσοσιαλιστές ξεκινάμε από εκεί που διακόψαμε πριν εξακόσια χρόνια περίπου. Σταματάμε την άσκοπη γερμανική κίνηση προς το νότο και τη δύση και στρέφουμε το βλέμμα μας στη γη της Ανατολής… Αν μιλάμε για ευρωπαϊκή γη σήμερα, δεν μπορούμε παρά να έχουμε πρωταρχικά στο νου μας τη Ρωσία και τα υποτελή σ’ αυτή κράτη που την περιβάλλουν… Οι μεγάλες στέπες στην Ανατολή, μετά την κατάρρευση της Ρωσίας, θα μπορούσαν να καταληφθούν εύκολα χωρίς να κοστίσουν πολύ σε αίμα στην Γερμανία».

Το σχέδιο εφαρμόστηκε με ακρίβεια: Η Γαλλία κατακτήθηκε και η Γερμανία επεκτάθηκε στην Ανατολή. Πρώτα καταλήφθηκαν οι γειτονικές χώρες που κατοικούνταν από γερμανόφωνους πληθυσμούς (η Αυστρία, η περιοχή των Σουδητών στην Τσεχοσλοβακία, το δυτικό τμήμα της Πολωνίας και το Ντάντσιχ) και στη συνέχεια η Ρωσία.
Προς τι λοιπόν η δήθεν «έκπληξη» και οι «διαμαρτυρίες»των ηγετών που διαχειρίζονταν την πολιτική εξουσία στις ευρωπαϊκές χώρες (Τσάμπερλεν, Νταλαντιέ, Τσόρτσιλ, κ.α.), οι οποίοι:
Όταν ο Εθνικοσοσιαλισμός έκανε τα πρώτα του βήματα, τον πριμοδοτούσαν ποικιλοτρόπως, ελπίζοντας να τον χρησιμοποιήσουν ως ανάχωμα του κομμουνισμού στο εσωτερικό της ηττημένης Γερμανίας. Και

Όταν κατέλαβε την εξουσία, τον αντιμετώπιζαν με πολιτικές κατευνασμού, ελπίζοντας ότι θα παρέκαμπτε το πρώτο μέρος του σχεδίου του (εξουδετέρωση των χωρών της δυτικής Ευρώπης) και θα περιοριζότανε στο δεύτερο (επέκταση στην Ανατολή, σε βάρος της Ρωσίας);
Και προς τι, οι αντιναζιστικές κορώνες του Στάλιν, τη στιγμή που ο Χίτλερ και ο Στάλιν διαπραγματεύτηκαν, συμφώνησαν και εφάρμοσαν την πρώτη έγγραφη και επίσημη «κατανομή ζωνών επιρροής» στη σύγχρονη ιστορία, με το Γερμανο-σοβιετικό Σύμφωνο μη-Επίθεσης (23 Αυγούστου 1939);

Γιατί είναι προφανές ότι ο Χίτλερ μπορεί να επικριθεί, να αποδοκιμαστεί και να καταδικαστεί για οτιδήποτε άλλο, εκτός από το ότι δεν προειδοποίησε την ανθρωπότητα για τα ανθρωποθυσιαστικά του σχέδια, τα οποία, δυστυχώς, εφαρμόστηκαν με τη συνενοχή των υποψηφίων θυμάτων του.
Επίλογος

Στην εξελικτική πορεία των ανταγωνιστικών κοινωνιών διαφοροποιείται συνεχώς ο «ύψιστος νόμος» που επικαλείται κατά καιρούς η Εξουσιαστική Διεθνής για να δικαιολογήσει την ύπαρξή της και να ενισχύσει τη θέση της.

Η «σωτηρία» της ιδέας, της φυλής, της πατρίδας, της θρησκείας, τουέθνους, του κράτους ή του πολιτισμού και η «υπεράσπιση» της βούλησης του θεού ή της θείας πρόνοιας και των «νόμων» της φύσης ή τηςιστορίας από τους αυτο-διορισμένους αποκλειστικούς κατόχους της γνώσης αυτών των «βουλήσεων» και των «νόμων», συνθέτουν μια ατέλειωτη αλυσίδα αφαιρέσεων που «νομιμοποιούν» τις μεμονωμένες δολοφονίες και τις μαζικές ανθρωποθυσίες οι οποίες σηματοδοτούν την παθολογία της εξουσίας.

Oι τελετουργικές ανθρωποθυσίες, οι μαζικές εξοντώσεις, τα βασανιστήρια, τα πογκρόμ, οι πυρές της Ιερής Εξέτασης, το Χάνταμαρ, το Νταχάου, το Άουσβιτς και το Γκουλάγκ είναι τυπικά και σταθερά επαναλαμβανόμενα συμπτώματα της εξουσιαστικής σχιζοφρένειας που όλο και πιο γοργά αποσυνθέτει την ανθρώπινη κοινωνία.

«Η γoνεoποίηση της εξουσίας και η βρεφoποίηση της κοινωνίας» [T. Szasz: Το Δεύτερο Αμάρτημα, Αθήνα, Αβραάμ, 1982, σ. 15]ήταν και παραμένει ο ιστορικά αμετάλλακτος στόχος όλων των διαχειριστών της «νόμιμης» βίας, ανεξάρτητα από τις πολιτικές και ιδεολογικές ενδυμασίες τους. Μόνο τα μέσα που χρησιμοποιούν οι εξουσιοφρενείς αλλάζουν, ανάλογα με τις ανάγκες και τις τεχνολογικές δυνατότητες κάθε ιστορικής εποχής, με σκοπό πάντα την αναγωγή του ανθρώπου σε απλό ανιστορικό είδος πλάι στα άλλα είδη του ζωικού βασιλείου, την«κατασκευή ενός πράγματος που δεν υπάρχει, ενός ανθρώπινου είδους το οποίο θα μοιάζει με τα άλλα ζωικά είδη και του οποίου η μόνη ελευθερία θα συνίστατο στη διατήρηση του είδους». (Η. Arendt)

Προς την κατεύθυνση αυτή, έχουν ήδη γίνει τα πιο αποφασιστικά βήματα, με τη διαμόρφωση ενός νέου τύπου ανθρώπου ο οποίοςεσωτερικεύει την καθολική κυριαρχία της μισθωτής δουλείας ως μια αδήριτη «αναγκαιότητα» που υπερβαίνει τη θέλησή του, παραιτείταιαπό το δικαίωμά του να δημιουργεί τον κόσμο, την ιστορία και τον εαυτό του, και έτσι μετασχηματίζεται από ενεργός κινητήρια δύναμη της ιστορίας σε παθητικό ενεργούμενό της:

«Αυτός ο τύπος ανθρώπου έχει υλοποιηθεί ιστορικά: Είναι ο άνθρωπος της σύγχρονης εποχής είναι ο άνθρωπος της μάζας, ο ικανοποιημένος με την ευτελή του μόρφωση, τις ασήμαντες αρετές του, την ευτυχία που του προκαλεί η μέτρια τοξικομανία του… Είναι ένας άνθρωπος αδύναμος, αφοπλισμένος, ευνουχισμένος, απομονωμένος. Είναι ο άνθρωπος της ψυχρής τεχνολογίας και των κομματιασμένων συναισθημάτων. είναι ο άνθρωπος που έχει εξοριστεί μέσα στον εαυτό του. Σχιζοειδικός έξω απ” τους τοίχους του ψυχιατρείου, Σχιζοφρενικός μέσα σ” αυτούς».[R. Jaccard:Η εξορία μέσα μας, Αθήνα, Χατζηνικολή, 1981, σ. 11]

Στον ιστορικό ορίζοντα του ανθρώπου προβάλλει ήδη το φάσμα της στρατοπεδικής κοινωνίας που το πειραματικό της μοντέλο έχει δοκιμαστεί μαζικά με επιτυχία στα εργαστήρια της «ολοκληρωτικής κυριαρχίας» της Εξουσιαστικής Διεθνούς:

Tα στρατόπεδα συγκέντρωσης σε όλη την έκταση του πλανήτη, στη Δύση και την Ανατολή, υπήρξαν τα πειραματικά εργαστήρια στα οποία διαμορφώθηκε το εξουσιαστικό προείκασμα του αποτρόπαιου κοντινού μέλλοντος της ανθρώπινης κοινωνίας η οποία θα συντίθεται από μια ομοιογενή μάζα ανιστορικών ανθρωποειδών, προγραμματισμένων να μην παρεκκλίνουν ποτέ από τον «κανόνα»: Ένα άθυρμα από ιδεώδεις «μέσους πολίτες-υπηκόους» για τους οποίους δεν έχει καμιά σημασία εάν φορούν την ομοιόμορφη στολή των φυλακισμένων ή εάν βολεύονται με ένα συμβατικό ζουρλομανδύα.

Με όλο και πιο γοργούς ρυθμούς, η κτηνωδία της οργανωμένης «νόμιμης βίας» προβάλλει ως το αποκρουστικό πρόσωπο μιας «ποιοτικής» αναπαλαίωσης της εξουσίας όπως διαμορφώνονταν στην περίοδο του μεσοπολέμου. Μόνο που «ο φασισμός που θα έλθει δεν θα λέγεται πια φασισμός». [Γ. Λυκιαρδόπουλος: Η έσχατη στράτευση,Αθήνα, Υψιλον, 1985, σ. 66]

Kάθε πολιτισμός συνθέτει τα στοιχεία που τον χαρακτηρίζουν μ’ ένα εντελώς ιδιαίτερο και μοναδικό τρόπο. Και συντίθεται απ” αυτά.

Μέχρι σήμερα, όλοι οι προϋπάρξαντες πολιτισμοί οικοδομούσαν τους Παρθενώνες και τους Γοτθικούς τους υπό την εποπτεία των αρχιτεκτόνων και των καλλιτεχνών τους, για τη δόξα των ανθρώπων ή των θεών τους.

Σήμερα, ο «πολιτισμός» οικοδομεί τα δικά του μνημεία (τις φάμπρικες, τις φυλακές, τα ψυχιατρεία, τις φυλακές-ψυχιατρεία, τα Άουσβιτς, τα Γκουλάγκ, τα Γκουαντάναμο και τις συνεχώς διογκούμενες ζώνες φτώχειας) προς δόξα της εξουσίας.

Μέχρι σήμερα, όλοι οι προϋπάρξαντες πολιτισμοί ήταν θεμελιωμένοι στην καταπίεση, αλλά μέσα από τη διανοητική τους δημιουργία έθεταν το αίτημα της ελευθερίας και το διατηρούσαν ζωντανό στο φαντασιακό τους σύμπαν.

Σήμερα, ο «πολιτισμός» είναι θεμελιωμένος στην καταπίεση και μέσα από την ψυχοδιαλυτική του «δημιουργία» εκμηδενίζει κάθε απελευθερωτικό όραμα, επιβάλλοντας την εσωτερίκευση της δουλείας.

«Όλες oι τέχνες δημιουργούν αριστουργήματα. Η τέχνη της διακυβέρνησης των ανθρώπων δημιουργεί μόνο τέρατα»,προειδοποιούσε την ανθρωπότητα ο Saint Just από το βήμα της Συντακτικής Συνέλευσης στις 24-4-1793.

Δυο αιώνες αργότερα, η ανθρωπότητα καλείται να πληρώσει το τίμημα της ιστορικής της κωφότητας, διαπιστώνοντας έκπληκτη ότι η εξουσιαστική διεκδίκηση για την καθολικοποίηση και την οριστικοποίηση της δουλείας, έχει ήδη διατυπωθεί με σαφήνεια από τους εξουσιοφρενείς που ασκούν την «τέχνη της διακυβέρνησης» και έχει σκιαγραφηθεί με ακρίβεια από τους τεχνικούς του Ολοκληρωτισμού.

Η καθολικοποίηση της κυριαρχίας και η στρατοπεδική κοινωνία, μια επιδίωξη προς την οποία τείνουν οι επιλογές των εξουσιοφρενών παλιάτσων που διαχειρίζονται την εξουσία σε πλανητικό πεδίο, προϋποθέτει την μετάπλαση του ανθρώπου σε Πράγμα.
Αποτιμώντας τον Χίτλερ

«[Ο Χίτλερ] Τριάντα χρόνια δεν είναι παρά ένας μυστήριος αποτυχημένος. Και ξαφνικά μεταμορφώνεται σε τοπική πολιτική μορφή και εξελίσσεται σε άνθρωπο με τον οποίο θα ασχοληθεί η παγκόσμια πολιτική».

Sebastian Haffner,

Anmerkungen zu Hitler (Σημειώσεις για τον Χίτλερ)


Χίτλερ : MeinKampf «Ο Αγών» του και η Αγωνία μας

Γραμματοσειρά
Αντίθεση