20 October, 2017
Home / Περιβαλλον (Page 26)

Μέσα στις σύγχρονες ιστορικές συνθήκες, όπου έχει καταρρεύσει η μόνη μεγάλης κλίμακας εναλλακτική –ο υπαρκτός σοσιαλισμός- και έχει εδραιωθεί ένα νεοφιλελεύθερο καθεστώς πολιτικού αυταρχισμού και φτωχοποίησης των πολλών, από τη δεκαετία του 1990 έχουν αρχίσει νέες αναζητήσεις και συζητήσεις, στη θεωρία και την πράξη, για την ανάκτηση της δημοκρατίας, της ισότητας και της βιώσιμης ευημερίας.

Το 1990 η Elinor Ostrom, πολιτική επιστήμονας στις ΗΠΑ, η οποία θα βραβευθεί αργότερα με το Νόμπελ Οικονομικών, δημοσιεύει το έργο της Η Διαχείριση των Κοινών Πόρων (Governing the Commons, Cambridge University Press, 1990). Σε αυτό αναλύει διεξοδικά διάφορα ιστορικά και σύγχρονα παραδείγματα διαχείρισης φυσικών πόρων –δασών, ψαρότοπων, αρδευτικών δικτύων, βοσκότοπων- από κατά τόπους κοινότητες με θεσμούς άμεσης συμμετοχικής δημοκρατίας και όρους που εξασφαλίζουν ισότητα και δίκαιη κατανομή των πόρων μεταξύ όλων των μελών της κοινότητας. Τα παραδείγματά της εκτείνονται από τη διαχείριση βοσκότοπων στις ελβετικές Άλπεις ως τη συλλογική λειτουργία και νομή αρδευτικών καναλιών στην Ισπανία, ψαρότοπους στην Τουρκία και τις ΗΠΑ κ.α.

Η Ostrom έδειξε ότι οι κατά τόπους κοινότητες έχουν τη γνώση, την εμπειρία και το συμφέρον να διαχειριστούν αυτούς τους πόρους πιο αποτελεσματικά από τις απομακρυσμένες κρατικές γραφειοκρατίες αλλά και ιδιωτικά συμφέροντα που προσβλέπουν στο κέρδος και αδιαφορούν για την οικολογία και τη συντήρηση των φυσικών πόρων. Η συλλογική κοινοτική διαχείριση των πόρων μέσα από θεσμούς άμεσης συμμετοχής όλων των μελών της κοινότητας (ψαράδων, γεωργών, κατοίκων χωριών και κωμοπόλεων) διαμόρφωσε δίκαιους κανόνες χρήσης και νομής που προστατεύουν τα φυσικά οικοσυστήματα και εξασφαλίζουν τη δίκαιη νομή των φυσικών προϊόντων. Αυτή η μορφή συλλογικής διαχείρισης διαφέρει σαφώς και από την κρατική, όπου μια άνωθεν γραφειοκρατία ή ιεραρχία λαμβάνει και επιβάλλει τις αποφάσεις για τους κανόνες διαχείρισης, αλλά και από την ιδιωτική της αγοράς, όπου τους πόρους τους ελέγχουν και τους διαχειρίζονται κατά βούληση ιδιώτες επιχειρηματίες με στόχο το κέρδος.

Τα «κοινά» (commons) ή οι «πόροι κοινής δεξαμενής» (common pool resources) ή η «βασισμένη στα κοινά ομότιμη παραγωγή» αναφέρονται σε ιστορικά ή σύγχρονα σχήματα συλλογικής αυτο-οργάνωσης γύρω από αγαθά τα οποία κατέχει ή/και παράγει συλλογικά μια κοινότητα. Υπάρχουν πολύ διαφορετικά είδη κοινών, από τους φυσικούς κοινούς πόρους (ψαρότοπους, δάση, αρδευτικά κάναλια) ως τα κοινά μέσα παραγωγής σε εργατικούς συνεταιρισμούς, και ψηφιακά κοινά όπως το ανοικτό λογισμικό. Το κρίσιμο είναι ότι τα «κοινά» σημαίνουν κοινούς πόρους τους οποίους διάφορες κοινότητες διαχειρίζονται, παράγουν και διανέμουν από κοινού, μέσα από τη συλλογική συμμετοχή και εξασφαλίζοντας ισότιμη πρόσβαση στα κοινά αγαθά, με τρόπους που ξεφεύγουν από τη λογική και της ατομικής ιδιοκτησίας στην αγορά (με στόχο το κέρδος, σε ανταγωνιστικό πλαίσιο κ.ο.κ) και της δημόσιας-κρατικής ιδιοκτησίας (με την ιεραρχική, συγκεντρωτική και γραφειοκρατική διοίκηση). Οι κοινότητες που κτίζονται με άξονα τα κοινά ανασυστήνουν κοινωνικούς δεσμούς, ικανοποιούν κοινωνικές ανάγκες, προάγουν τη δημοκρατική συμμετοχή και αυτοδιαχείριση στην οικονομία, την πολιτική και άλλα πεδία, και προωθούν νέες ιδέες συνεργατικές παραγωγής και αυτοδιαχείρισης.

H ιστορική αξία αυτών των κοινωνικών κινήσεων και νησίδων έγκειται ακριβώς ότι σε μια εποχή όπου η παγκόσμια ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού έχει διογκώσει σε κοινωνικά αβάστακτο βαθμό τις ανισότητες∙ όπου οι αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες βιώνουν μια χρόνια, οξεία κρίση αντιπροσώπευσης και δημοκρατίας, ενώ οι κοινωνίες αδυνατούν να συγκροτήσουν νέα συλλογικά μέτωπα απέναντι σε άπληστες και καταπιεστικές ελίτ∙ όπου ο οικολογικός βιόκοσμός μας κινδυνεύει να καταστραφεί∙ όπου η παγκόσμια μετανάστευση εξαιτίας των οικολογικών καταστροφών και των παγκόσμιων ανισοτήτων ρίχνει ξανά λάδι στη φωτιά των εθνικισμών, των ρατσισμών και των θρησκευτικών φανατισμών, και όπου δεσπόζει το δόγμα της ΤΙΝΑ («Δεν υπάρχει εναλλακτική») απέναντι στους βασικούς, οικονομικο—πολιτικούς άξονες αυτής της ιστορικής συνθήκης, τα «κοινά» δεν σκιαγραφούν μόνον ξανά το περίγραμμα μιας εναλλακτικής πρότασης απέναντι στο κυρίαρχο κράτος και την αντικοινωνική αγορά, αλλά και την πραγματοποιούν σποραδικά και εν μέρει.

Ανοικοδομούν κοινότητες δράσης και συνεργασίας ανοικτές στη διαφορετικότητα. Ικανοποιούν καθημερινές συλλογικές ανάγκες για τις οποίες αδιαφορεί η «επίσημη» οικονομία και το διαλυμένο κοινωνικό κράτος. Αναβιώνουν μια δημοκρατική πολιτική της συλλογικής σύμπραξης και συναπόφασης. Εφαρμόζουν τρόπους υλικής επιβίωσης και ευζωίας που συμβιώνουν με τα τοπικά και παγκόσμια οικοσυστήματα. Δημιουργούν μορφές προσωπικότητας και κοινωνικών σχέσεων πέρα από τους κυρίαρχους τύπους του καταναλωτισμού, της παθητικότητας και της πολιτικής ανάθεσης σε κυβερνήσεις και αντιπροσώπους που θα «βρουν» τις λύσεις και θα κάνουν πολιτική στη θέση των πολιτών. Τα κοινά είναι μηχανισμοί αντιμετώπισης άμεσων κοινωνικών αναγκών (π.χ. «το νερό για όλους τους πολίτες και όχι για τα ιδιωτικά κέρδη ή όπως ορίζουν οι γραφειοκρατίες»), εστίες συλλογικής αντίστασης στον κρατικό αυταρχισμό και την αρπακτικότητα των αγορών, σχολεία δημοκρατίας και εκπαίδευσης άλλων, υπεύθυνων, ενεργών και αλληλέγγυων πολιτών. Καλλιεργούν τα πρόσωπα και τους χώρους ενός άλλου πολιτισμού και μιας άλλης κοινωνικότητας με ίση ελευθερία, συνεργασία χωρίς εθνικές, φυλετικές και έμφυλες διακρίσεις ή ιδεολογικούς διαχωρισμούς, και συναλληλία μεταξύ των ανθρώπων και των άλλων όντων του πλανήτη.

Για να είναι κοινότητες ελευθερίας, τα κοινά δεν πρέπει να θεμελιώνονται σε οργανικές κοινότητες ουσίας –του έθνους, του αίματος, της αλήθειας, του κληρονομημένου πολιτισμού- αλλά να διαπλάθονται ως κοινότητες ανοικτής, μεταβλητής διάδρασης των διαφόρων ατόμων και ομάδων σε ποικίλα επίπεδα (τοπικό, περιφερειακό, υπερεθνικό, παγκόσμιο, ανάλογα με το αγαθό γύρω από το οποίο ενεργοποιούνται) που δικτυώνονται και συμπράττουν μέσα από ανοικτές πλατφόρμες ή συνελεύσεις. Τα κοινά ως εναλλακτική πρόταση ισότητας και ελευθερίας στην εποχή μας περιλαμβάνουν: α) ανοικτές και πλουραλιστικές κοινότητες, β) αγαθά όπως το νερό, η ενέργεια, ψηφιακά δίκτυα, καλλιτεχνικά έργα, χώρους και κτήρια στην πόλη κ.α. τα οποία οι κοινότητες διαχειρίζονται ισότιμα, συμμετοχικά, δίκαια με βάση τις ανάγκες όλων και με οικολογικά βιώσιμους τρόπους, γ) θεσμούς συμμετοχικής διακυβέρνησης με τους οποίους διεξάγεται η συλλογική διαχείριση και ο ορισμός των κανόνων για τη δημιουργία και τη χρήση των αγαθών. Οι θεσμοί αυτοί είναι θεμελιώδεις για τη συγκρότηση των κοινών με μια λογική πέρα από το σύγχρονο κράτος και την αγορά. Εκφράζουν μια άλλη αντίληψη συμμετοχικής δημοκρατίας με πραγματικό κοινωνικό έλεγχο, λαϊκή εξουσία και ισότητα.

Η ειδοποιός διαφορά των κοινών και, ευρύτερα, των συμμετοχικών δημοκρατιών είναι ότι η πολιτική λήψη αποφάσεων και η διοίκηση καθίστανται μια κοινή υπόθεση με την έννοια που προτάσσουν οι σύγχρονες θεωρίες των «κοινών»: ένα δημόσιο αγαθό προσιτό σε όλα τα μέλη μιας κοινότητας στη βάση της ισότητας. Στην «κοινή δημοκρατία» κάθε πολίτης μπορεί να συμμετάσχει στη συλλογική χάραξη πολιτικής και στην εκτέλεσή της – ὁ βουλόμενος στο λεξιλόγιο της αθηναϊκής δημοκρατίας, όποιος θέλει. Ένα τέτοιο δημοκρατικό καθεστώς είναι πραγματικά διαφορετικό ή ανταγωνιστικό προς τις αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες όπου η λήψη αποφάσεων και η δημόσια διοίκηση ανατίθενται σε ειδικούς, γραφειοκρατίες και εκλεγμένες πολιτικές ελίτ, αποκλείοντας τον συγκεντρωμένο δήμο από οποιαδήποτε ουσιαστική σύμπραξη στην καθημερινή άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Σε αντίθεση με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, οι «κοινές» δημοκρατίες αναιρούν κάθε σταθερή διαίρεση ανάμεσα σε άρχοντες και αρχόμενους, επιτρέποντας σε καθένα και καθεμία να λάβει μέρος, αν το θέλει, στην πολιτική διαβούλευση, το νομοθετικό έργο, τη διοίκηση και την επιβολή του νόμου στις κοινές υποθέσεις. Η συλλογική αυτοδιαχείριση γίνεται λοιπόν επί της αρχής μια υπόθεση των απλών πολιτών, οποιουδήποτε και οποιασδήποτε. Καθένας/μία μπορεί να προτείνει νομοθετικά και πολιτικά μέτρα σε ανοικτούς χώρους διαβούλευσης, και έχει τη δυνατότητα να αναλάβει αξιώματα στους μηχανισμούς της διοίκησης και τα δικαστήρια.

Εν κατακλείδι, οι ιστορικές μορφές της συμμετοχικής δημοκρατίας και σύγχρονα παραδείγματα κοινωνικής αυτοδιαχείρισης παρέχουν πολλές ενδείξεις και ιδέες που μπορούν να συνδράμουν στη διάνοιξη οδών πολιτικής αυτονομίας πέρα από την ηγεμονική αντιπροσώπευση. Οι πρακτικές της αυτοκυβέρνησης από κοινού που αναπτύσσονται σήμερα στη συνεργατική παραγωγή και τη διαχείριση συλλογικών αγαθών, ανεξάρτητα εν μέρει τόσο από τις κρατικές όσο και από τις αγοραίες εντολές, θα μπορούσαν να αναπτυχθούν και να συνυφανθούν σε ευρύτερες ενώσεις σε όλη την κοινωνία για να θέσουν σε κίνηση μια διαδικασία εκδημοκρατισμού από τη βάση.

Σε πολλά διαφορετικά μέρη του κόσμου, από την Κοτσαμπάμπα της Βολιβίας ως το Βερολίνο και το Αμβούργο, τη Βαρκελώνη και τη Νάπολη της Ιταλίας, κινήσεις πολιτών αντιμάχονται την ιδιωτικοποίηση ζωτικών πόρων όπως το νερό και η ενέργεια. Επιδιώκουν τη συλλογική διαχείρισή τους σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης με την πραγματική συμμετοχή των πολιτών στη λήψη των αποφάσεων. Οργανώνουν νέους συνεταιρισμούς και αυτο-οργανωμένα πολιτικά σχήματα για να αναλάβουν θέσεις στην τοπική αυτοδιοίκηση και να πραγματοποιήσουν έναν άλλο τρόπο διαχείρισης των κοινών, από τους πολίτες και για τους πολίτες, ισότιμα και με ιδιαίτερη μέριμνα για το περιβάλλον και τη βιώσιμη χρήση των αγαθών της φύσης και του πολιτισμού. Η πολιτική τους πράξη και λογική πηγαίνει πέρα και από τη γραφειοκρατική, ιεραρχική διαχείριση των τοπικών πόρων και της τοπικής αυτοδιοίκησης από δημάρχους και παραδοσιακά δημοτικά σχήματα ή από την αγορά.

Αυτή η διαφορετική δράση των απλών πολιτών για την πραγματική δημοκρατία, τις κοινωνικές ανάγκες και την προστασία του περιβάλλοντας μπορεί να λειτουργήσει ως πραγματικό ανάχωμα ενάντια στην εκποίηση από το κράτος δασών, νερών, παραλιών, εκτάσεων γης και ποικίλων πηγών ενέργειας. Και μπορεί να γίνει η βάση για μια άλλη δημοκρατία των πολιτών για το κοινό καλό, η οποία θα ξεκινάει από το άμεσο, τοπικό επίπεδο και θα ανεβαίνει σταδιακά προς το περιφερειακό και τοπικό επίπεδο με τη δικτύωση και τη συνεργασία των εναλλακτικών σχημάτων τοπικής αυτοδιοίκησης. Αυτό συμβαίνει ήδη σε μεγάλες πόλεις της Ισπανίας, της Ιταλίας και τη Γερμανίας, μεταξύ άλλων. Η επέκταση και ενίσχυση τέτοιων διαφορετικών συλλογικών πολιτικών σε όλη την Ευρώπη και τον κόσμο είναι το μεγάλο στοίχημα για μια άλλη δημοκρατία, της αλληλεγγύης, της οικολογίας, της ισότητας και των κοινωνικών αναγκών στον 21ο αιώνα.


Αλέξανδρος Κιουπκιολής

*Ο Αλέξανδρος Κιουπκιολής, επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο ΑΠΘ και ο Ανδρέας Καρίτζης, δρ Φιλοσοφίας θα παρουσιάσουν το εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο του David Bollier, «Κοινά, μια σύντομη εισαγωγή», εκδόσεις Angelus Novus την Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου και ώρα 7:30 μ.μ. στο bar Manifesto.


Ο εναλλακτικός δρόμος των κοινών: πέρα από την κρίση, την αυταρχική ολιγαρχία και τη μεταδημοκρατία

Μέσα στις σύγχρονες ιστορικές συνθήκες, όπου έχει καταρρεύσει η μόνη μεγάλης κλίμακας εναλλακτική –ο υπαρκτός σοσιαλισμός- και έχει εδραιωθεί ένα νεοφιλελεύθερο καθεστώς πολιτικού αυταρχισμού και φτωχοποίησης των πολλών, από τη δεκαετία του 1990 έχουν αρχίσει νέες αναζητήσεις και συζητήσεις, στη θεωρία και την πράξη, για την ανάκτηση της δημοκρατίας, της ισότητας και της βιώσιμης ευημερίας.

Το 1990 η Elinor Ostrom, πολιτική επιστήμονας στις ΗΠΑ, η οποία θα βραβευθεί αργότερα με το Νόμπελ Οικονομικών, δημοσιεύει το έργο της Η Διαχείριση των Κοινών Πόρων (Governing the Commons, Cambridge University Press, 1990). Σε αυτό αναλύει διεξοδικά διάφορα ιστορικά και σύγχρονα παραδείγματα διαχείρισης φυσικών πόρων –δασών, ψαρότοπων, αρδευτικών δικτύων, βοσκότοπων- από κατά τόπους κοινότητες με θεσμούς άμεσης συμμετοχικής δημοκρατίας και όρους που εξασφαλίζουν ισότητα και δίκαιη κατανομή των πόρων μεταξύ όλων των μελών της κοινότητας. Τα παραδείγματά της εκτείνονται από τη διαχείριση βοσκότοπων στις ελβετικές Άλπεις ως τη συλλογική λειτουργία και νομή αρδευτικών καναλιών στην Ισπανία, ψαρότοπους στην Τουρκία και τις ΗΠΑ κ.α.

Η Ostrom έδειξε ότι οι κατά τόπους κοινότητες έχουν τη γνώση, την εμπειρία και το συμφέρον να διαχειριστούν αυτούς τους πόρους πιο αποτελεσματικά από τις απομακρυσμένες κρατικές γραφειοκρατίες αλλά και ιδιωτικά συμφέροντα που προσβλέπουν στο κέρδος και αδιαφορούν για την οικολογία και τη συντήρηση των φυσικών πόρων. Η συλλογική κοινοτική διαχείριση των πόρων μέσα από θεσμούς άμεσης συμμετοχής όλων των μελών της κοινότητας (ψαράδων, γεωργών, κατοίκων χωριών και κωμοπόλεων) διαμόρφωσε δίκαιους κανόνες χρήσης και νομής που προστατεύουν τα φυσικά οικοσυστήματα και εξασφαλίζουν τη δίκαιη νομή των φυσικών προϊόντων. Αυτή η μορφή συλλογικής διαχείρισης διαφέρει σαφώς και από την κρατική, όπου μια άνωθεν γραφειοκρατία ή ιεραρχία λαμβάνει και επιβάλλει τις αποφάσεις για τους κανόνες διαχείρισης, αλλά και από την ιδιωτική της αγοράς, όπου τους πόρους τους ελέγχουν και τους διαχειρίζονται κατά βούληση ιδιώτες επιχειρηματίες με στόχο το κέρδος.

Τα «κοινά» (commons) ή οι «πόροι κοινής δεξαμενής» (common pool resources) ή η «βασισμένη στα κοινά ομότιμη παραγωγή» αναφέρονται σε ιστορικά ή σύγχρονα σχήματα συλλογικής αυτο-οργάνωσης γύρω από αγαθά τα οποία κατέχει ή/και παράγει συλλογικά μια κοινότητα. Υπάρχουν πολύ διαφορετικά είδη κοινών, από τους φυσικούς κοινούς πόρους (ψαρότοπους, δάση, αρδευτικά κάναλια) ως τα κοινά μέσα παραγωγής σε εργατικούς συνεταιρισμούς, και ψηφιακά κοινά όπως το ανοικτό λογισμικό. Το κρίσιμο είναι ότι τα «κοινά» σημαίνουν κοινούς πόρους τους οποίους διάφορες κοινότητες διαχειρίζονται, παράγουν και διανέμουν από κοινού, μέσα από τη συλλογική συμμετοχή και εξασφαλίζοντας ισότιμη πρόσβαση στα κοινά αγαθά, με τρόπους που ξεφεύγουν από τη λογική και της ατομικής ιδιοκτησίας στην αγορά (με στόχο το κέρδος, σε ανταγωνιστικό πλαίσιο κ.ο.κ) και της δημόσιας-κρατικής ιδιοκτησίας (με την ιεραρχική, συγκεντρωτική και γραφειοκρατική διοίκηση). Οι κοινότητες που κτίζονται με άξονα τα κοινά ανασυστήνουν κοινωνικούς δεσμούς, ικανοποιούν κοινωνικές ανάγκες, προάγουν τη δημοκρατική συμμετοχή και αυτοδιαχείριση στην οικονομία, την πολιτική και άλλα πεδία, και προωθούν νέες ιδέες συνεργατικές παραγωγής και αυτοδιαχείρισης.

H ιστορική αξία αυτών των κοινωνικών κινήσεων και νησίδων έγκειται ακριβώς ότι σε μια εποχή όπου η παγκόσμια ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού έχει διογκώσει σε κοινωνικά αβάστακτο βαθμό τις ανισότητες∙ όπου οι αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες βιώνουν μια χρόνια, οξεία κρίση αντιπροσώπευσης και δημοκρατίας, ενώ οι κοινωνίες αδυνατούν να συγκροτήσουν νέα συλλογικά μέτωπα απέναντι σε άπληστες και καταπιεστικές ελίτ∙ όπου ο οικολογικός βιόκοσμός μας κινδυνεύει να καταστραφεί∙ όπου η παγκόσμια μετανάστευση εξαιτίας των οικολογικών καταστροφών και των παγκόσμιων ανισοτήτων ρίχνει ξανά λάδι στη φωτιά των εθνικισμών, των ρατσισμών και των θρησκευτικών φανατισμών, και όπου δεσπόζει το δόγμα της ΤΙΝΑ («Δεν υπάρχει εναλλακτική») απέναντι στους βασικούς, οικονομικο—πολιτικούς άξονες αυτής της ιστορικής συνθήκης, τα «κοινά» δεν σκιαγραφούν μόνον ξανά το περίγραμμα μιας εναλλακτικής πρότασης απέναντι στο κυρίαρχο κράτος και την αντικοινωνική αγορά, αλλά και την πραγματοποιούν σποραδικά και εν μέρει.

Ανοικοδομούν κοινότητες δράσης και συνεργασίας ανοικτές στη διαφορετικότητα. Ικανοποιούν καθημερινές συλλογικές ανάγκες για τις οποίες αδιαφορεί η «επίσημη» οικονομία και το διαλυμένο κοινωνικό κράτος. Αναβιώνουν μια δημοκρατική πολιτική της συλλογικής σύμπραξης και συναπόφασης. Εφαρμόζουν τρόπους υλικής επιβίωσης και ευζωίας που συμβιώνουν με τα τοπικά και παγκόσμια οικοσυστήματα. Δημιουργούν μορφές προσωπικότητας και κοινωνικών σχέσεων πέρα από τους κυρίαρχους τύπους του καταναλωτισμού, της παθητικότητας και της πολιτικής ανάθεσης σε κυβερνήσεις και αντιπροσώπους που θα «βρουν» τις λύσεις και θα κάνουν πολιτική στη θέση των πολιτών. Τα κοινά είναι μηχανισμοί αντιμετώπισης άμεσων κοινωνικών αναγκών (π.χ. «το νερό για όλους τους πολίτες και όχι για τα ιδιωτικά κέρδη ή όπως ορίζουν οι γραφειοκρατίες»), εστίες συλλογικής αντίστασης στον κρατικό αυταρχισμό και την αρπακτικότητα των αγορών, σχολεία δημοκρατίας και εκπαίδευσης άλλων, υπεύθυνων, ενεργών και αλληλέγγυων πολιτών. Καλλιεργούν τα πρόσωπα και τους χώρους ενός άλλου πολιτισμού και μιας άλλης κοινωνικότητας με ίση ελευθερία, συνεργασία χωρίς εθνικές, φυλετικές και έμφυλες διακρίσεις ή ιδεολογικούς διαχωρισμούς, και συναλληλία μεταξύ των ανθρώπων και των άλλων όντων του πλανήτη.

Για να είναι κοινότητες ελευθερίας, τα κοινά δεν πρέπει να θεμελιώνονται σε οργανικές κοινότητες ουσίας –του έθνους, του αίματος, της αλήθειας, του κληρονομημένου πολιτισμού- αλλά να διαπλάθονται ως κοινότητες ανοικτής, μεταβλητής διάδρασης των διαφόρων ατόμων και ομάδων σε ποικίλα επίπεδα (τοπικό, περιφερειακό, υπερεθνικό, παγκόσμιο, ανάλογα με το αγαθό γύρω από το οποίο ενεργοποιούνται) που δικτυώνονται και συμπράττουν μέσα από ανοικτές πλατφόρμες ή συνελεύσεις. Τα κοινά ως εναλλακτική πρόταση ισότητας και ελευθερίας στην εποχή μας περιλαμβάνουν: α) ανοικτές και πλουραλιστικές κοινότητες, β) αγαθά όπως το νερό, η ενέργεια, ψηφιακά δίκτυα, καλλιτεχνικά έργα, χώρους και κτήρια στην πόλη κ.α. τα οποία οι κοινότητες διαχειρίζονται ισότιμα, συμμετοχικά, δίκαια με βάση τις ανάγκες όλων και με οικολογικά βιώσιμους τρόπους, γ) θεσμούς συμμετοχικής διακυβέρνησης με τους οποίους διεξάγεται η συλλογική διαχείριση και ο ορισμός των κανόνων για τη δημιουργία και τη χρήση των αγαθών. Οι θεσμοί αυτοί είναι θεμελιώδεις για τη συγκρότηση των κοινών με μια λογική πέρα από το σύγχρονο κράτος και την αγορά. Εκφράζουν μια άλλη αντίληψη συμμετοχικής δημοκρατίας με πραγματικό κοινωνικό έλεγχο, λαϊκή εξουσία και ισότητα.

Η ειδοποιός διαφορά των κοινών και, ευρύτερα, των συμμετοχικών δημοκρατιών είναι ότι η πολιτική λήψη αποφάσεων και η διοίκηση καθίστανται μια κοινή υπόθεση με την έννοια που προτάσσουν οι σύγχρονες θεωρίες των «κοινών»: ένα δημόσιο αγαθό προσιτό σε όλα τα μέλη μιας κοινότητας στη βάση της ισότητας. Στην «κοινή δημοκρατία» κάθε πολίτης μπορεί να συμμετάσχει στη συλλογική χάραξη πολιτικής και στην εκτέλεσή της – ὁ βουλόμενος στο λεξιλόγιο της αθηναϊκής δημοκρατίας, όποιος θέλει. Ένα τέτοιο δημοκρατικό καθεστώς είναι πραγματικά διαφορετικό ή ανταγωνιστικό προς τις αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες όπου η λήψη αποφάσεων και η δημόσια διοίκηση ανατίθενται σε ειδικούς, γραφειοκρατίες και εκλεγμένες πολιτικές ελίτ, αποκλείοντας τον συγκεντρωμένο δήμο από οποιαδήποτε ουσιαστική σύμπραξη στην καθημερινή άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Σε αντίθεση με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, οι «κοινές» δημοκρατίες αναιρούν κάθε σταθερή διαίρεση ανάμεσα σε άρχοντες και αρχόμενους, επιτρέποντας σε καθένα και καθεμία να λάβει μέρος, αν το θέλει, στην πολιτική διαβούλευση, το νομοθετικό έργο, τη διοίκηση και την επιβολή του νόμου στις κοινές υποθέσεις. Η συλλογική αυτοδιαχείριση γίνεται λοιπόν επί της αρχής μια υπόθεση των απλών πολιτών, οποιουδήποτε και οποιασδήποτε. Καθένας/μία μπορεί να προτείνει νομοθετικά και πολιτικά μέτρα σε ανοικτούς χώρους διαβούλευσης, και έχει τη δυνατότητα να αναλάβει αξιώματα στους μηχανισμούς της διοίκησης και τα δικαστήρια.

Εν κατακλείδι, οι ιστορικές μορφές της συμμετοχικής δημοκρατίας και σύγχρονα παραδείγματα κοινωνικής αυτοδιαχείρισης παρέχουν πολλές ενδείξεις και ιδέες που μπορούν να συνδράμουν στη διάνοιξη οδών πολιτικής αυτονομίας πέρα από την ηγεμονική αντιπροσώπευση. Οι πρακτικές της αυτοκυβέρνησης από κοινού που αναπτύσσονται σήμερα στη συνεργατική παραγωγή και τη διαχείριση συλλογικών αγαθών, ανεξάρτητα εν μέρει τόσο από τις κρατικές όσο και από τις αγοραίες εντολές, θα μπορούσαν να αναπτυχθούν και να συνυφανθούν σε ευρύτερες ενώσεις σε όλη την κοινωνία για να θέσουν σε κίνηση μια διαδικασία εκδημοκρατισμού από τη βάση.

Σε πολλά διαφορετικά μέρη του κόσμου, από την Κοτσαμπάμπα της Βολιβίας ως το Βερολίνο και το Αμβούργο, τη Βαρκελώνη και τη Νάπολη της Ιταλίας, κινήσεις πολιτών αντιμάχονται την ιδιωτικοποίηση ζωτικών πόρων όπως το νερό και η ενέργεια. Επιδιώκουν τη συλλογική διαχείρισή τους σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης με την πραγματική συμμετοχή των πολιτών στη λήψη των αποφάσεων. Οργανώνουν νέους συνεταιρισμούς και αυτο-οργανωμένα πολιτικά σχήματα για να αναλάβουν θέσεις στην τοπική αυτοδιοίκηση και να πραγματοποιήσουν έναν άλλο τρόπο διαχείρισης των κοινών, από τους πολίτες και για τους πολίτες, ισότιμα και με ιδιαίτερη μέριμνα για το περιβάλλον και τη βιώσιμη χρήση των αγαθών της φύσης και του πολιτισμού. Η πολιτική τους πράξη και λογική πηγαίνει πέρα και από τη γραφειοκρατική, ιεραρχική διαχείριση των τοπικών πόρων και της τοπικής αυτοδιοίκησης από δημάρχους και παραδοσιακά δημοτικά σχήματα ή από την αγορά.

Αυτή η διαφορετική δράση των απλών πολιτών για την πραγματική δημοκρατία, τις κοινωνικές ανάγκες και την προστασία του περιβάλλοντας μπορεί να λειτουργήσει ως πραγματικό ανάχωμα ενάντια στην εκποίηση από το κράτος δασών, νερών, παραλιών, εκτάσεων γης και ποικίλων πηγών ενέργειας. Και μπορεί να γίνει η βάση για μια άλλη δημοκρατία των πολιτών για το κοινό καλό, η οποία θα ξεκινάει από το άμεσο, τοπικό επίπεδο και θα ανεβαίνει σταδιακά προς το περιφερειακό και τοπικό επίπεδο με τη δικτύωση και τη συνεργασία των εναλλακτικών σχημάτων τοπικής αυτοδιοίκησης. Αυτό συμβαίνει ήδη σε μεγάλες πόλεις της Ισπανίας, της Ιταλίας και τη Γερμανίας, μεταξύ άλλων. Η επέκταση και ενίσχυση τέτοιων διαφορετικών συλλογικών πολιτικών σε όλη την Ευρώπη και τον κόσμο είναι το μεγάλο στοίχημα για μια άλλη δημοκρατία, της αλληλεγγύης, της οικολογίας, της ισότητας και των κοινωνικών αναγκών στον 21ο αιώνα.


Αλέξανδρος Κιουπκιολής

*Ο Αλέξανδρος Κιουπκιολής, επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο ΑΠΘ και ο Ανδρέας Καρίτζης, δρ Φιλοσοφίας θα παρουσιάσουν το εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο του David Bollier, «Κοινά, μια σύντομη εισαγωγή», εκδόσεις Angelus Novus την Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου και ώρα 7:30 μ.μ. στο bar Manifesto.


Ο εναλλακτικός δρόμος των κοινών: πέρα από την κρίση, την αυταρχική ολιγαρχία και τη μεταδημοκρατία

Μέσα στις σύγχρονες ιστορικές συνθήκες, όπου έχει καταρρεύσει η μόνη μεγάλης κλίμακας εναλλακτική –ο υπαρκτός σοσιαλισμός- και έχει εδραιωθεί ένα νεοφιλελεύθερο καθεστώς πολιτικού αυταρχισμού και φτωχοποίησης των πολλών, από τη δεκαετία του 1990 έχουν αρχίσει νέες αναζητήσεις και συζητήσεις, στη θεωρία και την πράξη, για την ανάκτηση της δημοκρατίας, της ισότητας και της βιώσιμης ευημερίας.

Το 1990 η Elinor Ostrom, πολιτική επιστήμονας στις ΗΠΑ, η οποία θα βραβευθεί αργότερα με το Νόμπελ Οικονομικών, δημοσιεύει το έργο της Η Διαχείριση των Κοινών Πόρων (Governing the Commons, Cambridge University Press, 1990). Σε αυτό αναλύει διεξοδικά διάφορα ιστορικά και σύγχρονα παραδείγματα διαχείρισης φυσικών πόρων –δασών, ψαρότοπων, αρδευτικών δικτύων, βοσκότοπων- από κατά τόπους κοινότητες με θεσμούς άμεσης συμμετοχικής δημοκρατίας και όρους που εξασφαλίζουν ισότητα και δίκαιη κατανομή των πόρων μεταξύ όλων των μελών της κοινότητας. Τα παραδείγματά της εκτείνονται από τη διαχείριση βοσκότοπων στις ελβετικές Άλπεις ως τη συλλογική λειτουργία και νομή αρδευτικών καναλιών στην Ισπανία, ψαρότοπους στην Τουρκία και τις ΗΠΑ κ.α.

Η Ostrom έδειξε ότι οι κατά τόπους κοινότητες έχουν τη γνώση, την εμπειρία και το συμφέρον να διαχειριστούν αυτούς τους πόρους πιο αποτελεσματικά από τις απομακρυσμένες κρατικές γραφειοκρατίες αλλά και ιδιωτικά συμφέροντα που προσβλέπουν στο κέρδος και αδιαφορούν για την οικολογία και τη συντήρηση των φυσικών πόρων. Η συλλογική κοινοτική διαχείριση των πόρων μέσα από θεσμούς άμεσης συμμετοχής όλων των μελών της κοινότητας (ψαράδων, γεωργών, κατοίκων χωριών και κωμοπόλεων) διαμόρφωσε δίκαιους κανόνες χρήσης και νομής που προστατεύουν τα φυσικά οικοσυστήματα και εξασφαλίζουν τη δίκαιη νομή των φυσικών προϊόντων. Αυτή η μορφή συλλογικής διαχείρισης διαφέρει σαφώς και από την κρατική, όπου μια άνωθεν γραφειοκρατία ή ιεραρχία λαμβάνει και επιβάλλει τις αποφάσεις για τους κανόνες διαχείρισης, αλλά και από την ιδιωτική της αγοράς, όπου τους πόρους τους ελέγχουν και τους διαχειρίζονται κατά βούληση ιδιώτες επιχειρηματίες με στόχο το κέρδος.

Τα «κοινά» (commons) ή οι «πόροι κοινής δεξαμενής» (common pool resources) ή η «βασισμένη στα κοινά ομότιμη παραγωγή» αναφέρονται σε ιστορικά ή σύγχρονα σχήματα συλλογικής αυτο-οργάνωσης γύρω από αγαθά τα οποία κατέχει ή/και παράγει συλλογικά μια κοινότητα. Υπάρχουν πολύ διαφορετικά είδη κοινών, από τους φυσικούς κοινούς πόρους (ψαρότοπους, δάση, αρδευτικά κάναλια) ως τα κοινά μέσα παραγωγής σε εργατικούς συνεταιρισμούς, και ψηφιακά κοινά όπως το ανοικτό λογισμικό. Το κρίσιμο είναι ότι τα «κοινά» σημαίνουν κοινούς πόρους τους οποίους διάφορες κοινότητες διαχειρίζονται, παράγουν και διανέμουν από κοινού, μέσα από τη συλλογική συμμετοχή και εξασφαλίζοντας ισότιμη πρόσβαση στα κοινά αγαθά, με τρόπους που ξεφεύγουν από τη λογική και της ατομικής ιδιοκτησίας στην αγορά (με στόχο το κέρδος, σε ανταγωνιστικό πλαίσιο κ.ο.κ) και της δημόσιας-κρατικής ιδιοκτησίας (με την ιεραρχική, συγκεντρωτική και γραφειοκρατική διοίκηση). Οι κοινότητες που κτίζονται με άξονα τα κοινά ανασυστήνουν κοινωνικούς δεσμούς, ικανοποιούν κοινωνικές ανάγκες, προάγουν τη δημοκρατική συμμετοχή και αυτοδιαχείριση στην οικονομία, την πολιτική και άλλα πεδία, και προωθούν νέες ιδέες συνεργατικές παραγωγής και αυτοδιαχείρισης.

H ιστορική αξία αυτών των κοινωνικών κινήσεων και νησίδων έγκειται ακριβώς ότι σε μια εποχή όπου η παγκόσμια ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού έχει διογκώσει σε κοινωνικά αβάστακτο βαθμό τις ανισότητες∙ όπου οι αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες βιώνουν μια χρόνια, οξεία κρίση αντιπροσώπευσης και δημοκρατίας, ενώ οι κοινωνίες αδυνατούν να συγκροτήσουν νέα συλλογικά μέτωπα απέναντι σε άπληστες και καταπιεστικές ελίτ∙ όπου ο οικολογικός βιόκοσμός μας κινδυνεύει να καταστραφεί∙ όπου η παγκόσμια μετανάστευση εξαιτίας των οικολογικών καταστροφών και των παγκόσμιων ανισοτήτων ρίχνει ξανά λάδι στη φωτιά των εθνικισμών, των ρατσισμών και των θρησκευτικών φανατισμών, και όπου δεσπόζει το δόγμα της ΤΙΝΑ («Δεν υπάρχει εναλλακτική») απέναντι στους βασικούς, οικονομικο—πολιτικούς άξονες αυτής της ιστορικής συνθήκης, τα «κοινά» δεν σκιαγραφούν μόνον ξανά το περίγραμμα μιας εναλλακτικής πρότασης απέναντι στο κυρίαρχο κράτος και την αντικοινωνική αγορά, αλλά και την πραγματοποιούν σποραδικά και εν μέρει.

Ανοικοδομούν κοινότητες δράσης και συνεργασίας ανοικτές στη διαφορετικότητα. Ικανοποιούν καθημερινές συλλογικές ανάγκες για τις οποίες αδιαφορεί η «επίσημη» οικονομία και το διαλυμένο κοινωνικό κράτος. Αναβιώνουν μια δημοκρατική πολιτική της συλλογικής σύμπραξης και συναπόφασης. Εφαρμόζουν τρόπους υλικής επιβίωσης και ευζωίας που συμβιώνουν με τα τοπικά και παγκόσμια οικοσυστήματα. Δημιουργούν μορφές προσωπικότητας και κοινωνικών σχέσεων πέρα από τους κυρίαρχους τύπους του καταναλωτισμού, της παθητικότητας και της πολιτικής ανάθεσης σε κυβερνήσεις και αντιπροσώπους που θα «βρουν» τις λύσεις και θα κάνουν πολιτική στη θέση των πολιτών. Τα κοινά είναι μηχανισμοί αντιμετώπισης άμεσων κοινωνικών αναγκών (π.χ. «το νερό για όλους τους πολίτες και όχι για τα ιδιωτικά κέρδη ή όπως ορίζουν οι γραφειοκρατίες»), εστίες συλλογικής αντίστασης στον κρατικό αυταρχισμό και την αρπακτικότητα των αγορών, σχολεία δημοκρατίας και εκπαίδευσης άλλων, υπεύθυνων, ενεργών και αλληλέγγυων πολιτών. Καλλιεργούν τα πρόσωπα και τους χώρους ενός άλλου πολιτισμού και μιας άλλης κοινωνικότητας με ίση ελευθερία, συνεργασία χωρίς εθνικές, φυλετικές και έμφυλες διακρίσεις ή ιδεολογικούς διαχωρισμούς, και συναλληλία μεταξύ των ανθρώπων και των άλλων όντων του πλανήτη.

Για να είναι κοινότητες ελευθερίας, τα κοινά δεν πρέπει να θεμελιώνονται σε οργανικές κοινότητες ουσίας –του έθνους, του αίματος, της αλήθειας, του κληρονομημένου πολιτισμού- αλλά να διαπλάθονται ως κοινότητες ανοικτής, μεταβλητής διάδρασης των διαφόρων ατόμων και ομάδων σε ποικίλα επίπεδα (τοπικό, περιφερειακό, υπερεθνικό, παγκόσμιο, ανάλογα με το αγαθό γύρω από το οποίο ενεργοποιούνται) που δικτυώνονται και συμπράττουν μέσα από ανοικτές πλατφόρμες ή συνελεύσεις. Τα κοινά ως εναλλακτική πρόταση ισότητας και ελευθερίας στην εποχή μας περιλαμβάνουν: α) ανοικτές και πλουραλιστικές κοινότητες, β) αγαθά όπως το νερό, η ενέργεια, ψηφιακά δίκτυα, καλλιτεχνικά έργα, χώρους και κτήρια στην πόλη κ.α. τα οποία οι κοινότητες διαχειρίζονται ισότιμα, συμμετοχικά, δίκαια με βάση τις ανάγκες όλων και με οικολογικά βιώσιμους τρόπους, γ) θεσμούς συμμετοχικής διακυβέρνησης με τους οποίους διεξάγεται η συλλογική διαχείριση και ο ορισμός των κανόνων για τη δημιουργία και τη χρήση των αγαθών. Οι θεσμοί αυτοί είναι θεμελιώδεις για τη συγκρότηση των κοινών με μια λογική πέρα από το σύγχρονο κράτος και την αγορά. Εκφράζουν μια άλλη αντίληψη συμμετοχικής δημοκρατίας με πραγματικό κοινωνικό έλεγχο, λαϊκή εξουσία και ισότητα.

Η ειδοποιός διαφορά των κοινών και, ευρύτερα, των συμμετοχικών δημοκρατιών είναι ότι η πολιτική λήψη αποφάσεων και η διοίκηση καθίστανται μια κοινή υπόθεση με την έννοια που προτάσσουν οι σύγχρονες θεωρίες των «κοινών»: ένα δημόσιο αγαθό προσιτό σε όλα τα μέλη μιας κοινότητας στη βάση της ισότητας. Στην «κοινή δημοκρατία» κάθε πολίτης μπορεί να συμμετάσχει στη συλλογική χάραξη πολιτικής και στην εκτέλεσή της – ὁ βουλόμενος στο λεξιλόγιο της αθηναϊκής δημοκρατίας, όποιος θέλει. Ένα τέτοιο δημοκρατικό καθεστώς είναι πραγματικά διαφορετικό ή ανταγωνιστικό προς τις αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες όπου η λήψη αποφάσεων και η δημόσια διοίκηση ανατίθενται σε ειδικούς, γραφειοκρατίες και εκλεγμένες πολιτικές ελίτ, αποκλείοντας τον συγκεντρωμένο δήμο από οποιαδήποτε ουσιαστική σύμπραξη στην καθημερινή άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Σε αντίθεση με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, οι «κοινές» δημοκρατίες αναιρούν κάθε σταθερή διαίρεση ανάμεσα σε άρχοντες και αρχόμενους, επιτρέποντας σε καθένα και καθεμία να λάβει μέρος, αν το θέλει, στην πολιτική διαβούλευση, το νομοθετικό έργο, τη διοίκηση και την επιβολή του νόμου στις κοινές υποθέσεις. Η συλλογική αυτοδιαχείριση γίνεται λοιπόν επί της αρχής μια υπόθεση των απλών πολιτών, οποιουδήποτε και οποιασδήποτε. Καθένας/μία μπορεί να προτείνει νομοθετικά και πολιτικά μέτρα σε ανοικτούς χώρους διαβούλευσης, και έχει τη δυνατότητα να αναλάβει αξιώματα στους μηχανισμούς της διοίκησης και τα δικαστήρια.

Εν κατακλείδι, οι ιστορικές μορφές της συμμετοχικής δημοκρατίας και σύγχρονα παραδείγματα κοινωνικής αυτοδιαχείρισης παρέχουν πολλές ενδείξεις και ιδέες που μπορούν να συνδράμουν στη διάνοιξη οδών πολιτικής αυτονομίας πέρα από την ηγεμονική αντιπροσώπευση. Οι πρακτικές της αυτοκυβέρνησης από κοινού που αναπτύσσονται σήμερα στη συνεργατική παραγωγή και τη διαχείριση συλλογικών αγαθών, ανεξάρτητα εν μέρει τόσο από τις κρατικές όσο και από τις αγοραίες εντολές, θα μπορούσαν να αναπτυχθούν και να συνυφανθούν σε ευρύτερες ενώσεις σε όλη την κοινωνία για να θέσουν σε κίνηση μια διαδικασία εκδημοκρατισμού από τη βάση.

Σε πολλά διαφορετικά μέρη του κόσμου, από την Κοτσαμπάμπα της Βολιβίας ως το Βερολίνο και το Αμβούργο, τη Βαρκελώνη και τη Νάπολη της Ιταλίας, κινήσεις πολιτών αντιμάχονται την ιδιωτικοποίηση ζωτικών πόρων όπως το νερό και η ενέργεια. Επιδιώκουν τη συλλογική διαχείρισή τους σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης με την πραγματική συμμετοχή των πολιτών στη λήψη των αποφάσεων. Οργανώνουν νέους συνεταιρισμούς και αυτο-οργανωμένα πολιτικά σχήματα για να αναλάβουν θέσεις στην τοπική αυτοδιοίκηση και να πραγματοποιήσουν έναν άλλο τρόπο διαχείρισης των κοινών, από τους πολίτες και για τους πολίτες, ισότιμα και με ιδιαίτερη μέριμνα για το περιβάλλον και τη βιώσιμη χρήση των αγαθών της φύσης και του πολιτισμού. Η πολιτική τους πράξη και λογική πηγαίνει πέρα και από τη γραφειοκρατική, ιεραρχική διαχείριση των τοπικών πόρων και της τοπικής αυτοδιοίκησης από δημάρχους και παραδοσιακά δημοτικά σχήματα ή από την αγορά.

Αυτή η διαφορετική δράση των απλών πολιτών για την πραγματική δημοκρατία, τις κοινωνικές ανάγκες και την προστασία του περιβάλλοντας μπορεί να λειτουργήσει ως πραγματικό ανάχωμα ενάντια στην εκποίηση από το κράτος δασών, νερών, παραλιών, εκτάσεων γης και ποικίλων πηγών ενέργειας. Και μπορεί να γίνει η βάση για μια άλλη δημοκρατία των πολιτών για το κοινό καλό, η οποία θα ξεκινάει από το άμεσο, τοπικό επίπεδο και θα ανεβαίνει σταδιακά προς το περιφερειακό και τοπικό επίπεδο με τη δικτύωση και τη συνεργασία των εναλλακτικών σχημάτων τοπικής αυτοδιοίκησης. Αυτό συμβαίνει ήδη σε μεγάλες πόλεις της Ισπανίας, της Ιταλίας και τη Γερμανίας, μεταξύ άλλων. Η επέκταση και ενίσχυση τέτοιων διαφορετικών συλλογικών πολιτικών σε όλη την Ευρώπη και τον κόσμο είναι το μεγάλο στοίχημα για μια άλλη δημοκρατία, της αλληλεγγύης, της οικολογίας, της ισότητας και των κοινωνικών αναγκών στον 21ο αιώνα.


Αλέξανδρος Κιουπκιολής

*Ο Αλέξανδρος Κιουπκιολής, επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο ΑΠΘ και ο Ανδρέας Καρίτζης, δρ Φιλοσοφίας θα παρουσιάσουν το εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο του David Bollier, «Κοινά, μια σύντομη εισαγωγή», εκδόσεις Angelus Novus την Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου και ώρα 7:30 μ.μ. στο bar Manifesto.


Ο εναλλακτικός δρόμος των κοινών: πέρα από την κρίση, την αυταρχική ολιγαρχία και τη μεταδημοκρατία

Δεν σας κάνει εντύπωση που ενώ ο μισός περίπου (ίσως και παραπάνω) λαός θέλει επιστροφή στο εθνικό νόμισμα, αντίθετα όλοι σχεδόν οι δημοσιογράφοι όλων των ΜΜΕ μιλούν και γράφουν με πάθος υπέρ του ευρώ, καταστροφολογώντας και τρομοκρατώντας σε ότι αφορά το εθνικό νόμισμα;

Είτε οι δημοσιογράφοι δεν θέλουν το καλό του λαού, είτε ο μισός σχεδόν λαός είναι ηλίθιος και δεν καταλαβαίνει το «καλό» του που του λένε οι δημοσιογράφοι.

Αν όμως δεχτούμε ότι οι δημοσιογράφοι δεν είναι ελεύθερες φωνές, αλλά λόγω της εξαρτημένης εργασίας τους, είναι οι φωνές των αφεντικών τους, τότε θα πρέπει να αναρωτηθούμε, γιατί τα αφεντικά τους είναι τόσο φανατικά υπέρ του ευρώ; Είναι άραγε αυτό καλό για τα λαϊκά συμφέροντα;

Υ.Γ. Να λάβουμε επίσης υπόψη, πως, σε αντίθεση με τα στρατευμένα ΜΜΕ, ολόκληρο το ελεύθερο διαδίκτυο είναι υπέρ της επιστροφής στο εθνικό νόμισμα.




Γιατί οι δημοσιογράφοι είναι υπέρ του ευρώ;

Φτιάχνουμε τη ζωή μας έχοντας στο μυαλό μας μονόδρομους, γνώριμους και κληρονομικούς, στήνουμε την περσόνα μας μονοδιάστατα, καταχωνιάζοντας ανομολόγητα πάθη, γυρίζουμε γύρω από το άτομό μας, χωρίς να επικεντρωνόμαστε, ανύπαρκτος ο πυρήνας μας,
πλέκουμε τις προσδοκίες μας με νήμα

ξασμένο από τους παλιούς, σε πλέξη που ελάχιστα μας επιτρέπει να δούμε παραπέρα, κι όμως μας αρκεί, αυτό που βλέπουμε είναι αυτό που μας ταιριάζει και ότι δεν μας τρομάζει, αμαχητί παραδινόμαστε, χωρίς να καταλαβαίνουμε πως όσο πιο σφιχτό είναι πλεχτό τόσο πιο εύκολα ξεφτίζει, και καταλήγουμε στα αζήτητα, κοιτώντας ένα ρολόι χωρίς δείκτες, στο ίδιο σημείο που πιστέψαμε ότι έχουμε χρόνο,
πλέουμε πάντα σοτοβέντο, η ρότα είναι μία, απαγορεύονται τα αχαρτογράφητα νερά, σποραδικά, ασκήσεις θάρρους μα ελάχιστες μοίρες λοξοδρόμησης, τρέμουμε τα όρτσα κι όταν έρθει η τρικυμία, αναζητάμε–αργά; μάταια; ανέξοδα; την κουπαστή που θα μας κρατήσει,
σχεδιάζουμε τις ζωές μας σαν να κατεβαίνουμε ένα λόφο, χοροπηδώντας ανέμελα, μέχρι να βρεθούμε μπροστά στο γκρεμό, ένα σκαλάκι το μεγαλείο απ’ το γκρεμίδι· και ξαφνικά, ανακαλύπτοντας πόσο βαθιά είμαστε, αναγνωρίζουμε το χάος, και στυλώνουμε τα πόδια, τρέμοντας πως, αν σκοντάψουμε, χαθήκαμε· παρόλα αυτά, αντίθετα απ’ ότι πιστεύουμε, παρά τα όσα πιστεύουμε, ακόμη κι αν δεν το πιστεύουμε, είμαστε γενετικά προδιατεθειμένοι να σκοντάψουμε, είμαστε τα λάθη μας – και στο διηνεκές θα παραμείνουμε…

Λίγο πολύ όλοι μοιάζουμε στο νερό που κυλάει στ’ αυλάκι, στο καλόπιστο ρυάκι που προδιαγεγραμμένα καταλήγει στην ήρεμη λίμνη, εφησυχάζουμε κι αφηνόμαστε να παρασυρθούμε, χλευάζοντας τη συντριβή των άγριων ποταμιών κι αμελώντας την εντροπία…
Και περιμένουμε αυτό που θα μας αφυπνίσει, κι αν είναι αυτός, ας είναι ο ζωγράφος που σεβαστικά κι εκστατικά τα έργα του περιεργάστηκα, ένα φωτεινό πέρασμα στο χάος είναι η ζωγραφική, μου ψιθύρισε, και «όψις αδήλων τα φαινόμενα».

Rubies and Clouds

Πρόσκρουσις

Η Κινέζα καλλιτέχνης “Red” Yi γνωστή για τη δημιουργία πινάκων με μη συμβατικά υλικά, παρουσίασε το τελευταίο αριστούργημα της – ένα πορτρέτο του Κινέζου καλλιτέχνη Ai Weiwei φτιαγμένο με 20.000 ηλιόσπορους.Εμπνευσμένο από τη φράση του Ai WeiWei  – «ο σπόρος είναι ένα αντικείμενο των νοικοκυριών, αλλά την ίδια στιγμή είναι ένα επαναστατικό σύμβολο»

Απέναντι Όχθη

Δημιουργία πορτρέτου με 20000 ηλιόσπορους

Η τελική χειρότερη κατάληξη θα είναι η δραχμή με τους όρους Σόιμπλε/Ε.Ε./Eurogroup από ένα «απελπισμένο» συμβιβασμό από την αστική τάξη που θα κοιτάξει φυσικά και τότε να αρπάξει, μαζί με τους λακέδες της, ότι μπορεί -όχι με τόσο κέφι βέβαια και με αρκετό αληθινό κλαψούρισμα μια και με ευρώ (και Ε.Ε.) σαφώς είναι better off που λένε οι Αμερικάνοι φιλελέδες.

Αλλά όταν η μόνη αναγκαστική «διέξοδος» θα είναι αυτή, τότε θα γίνει το νέο σχέδιο «σωτηρίας» της αστικής τάξης και θα την διαλαλούν οι κάθε Κούλης και Τσίπρας μαζί με τα κάθε λογής πολιτικάντικα λιμά, που απλώς έτυχε να περνάνε και είδαν φως, ΕΣΠΑ και βουλευτικά μισθά και μπήκαν. Πάρα πολλοί τέτοιοι τελευταίοι φυσικά υπάρχουν και σε συριζονουδούλα, απλώς υποταγμένοι και προσαρμοσμένοι στην «διαφορετική» ιδεολογία-ζόμπι που εκφράζει το κάθε κόμμα εξουσίας.

Αδιάφορα τα ρητορικά σχήματα που θα ανακαλύψει ο καθένας τους για να νομιμοποιήσει αυτήν την νέα «δραχμολαγνική” επιλογή «σωτηρίας» (δραχμή με όρους Ε.Ε/Εurogroup/Σόιμπλε όπως και με το ευρώ) , κολλώντας ταυτόχρονα σαν βδέλλα τα τομάρια τους στο νέο αυτό σχέδιο, παρουσιάζοντας την κομματική ψευδοιδεολογία τους, ως μια αναγκαιότητα για τη νέα διαχείριση της πάντα μόνιμης «φυσικής και αναπόφευκτης” φρίκης. Όπως αδιάφορα είναι και τα σημερινά περί “Ευρώπης πατρίδας μας και πατρίδας του διαφωτισμού”, “Η Ευρώπη αλλάζει, λίγη υπομονή να πάρουμε κάνα ψήφο από τους εμμονικούς της λιτότητας” κτλ κτλ.

Σημασία έχει ότι εντός των πλαισίων του οικονομικού ιμπεριαλισμού της Ε.Ε.-των ισχυρότερων χωρών της- και του ευρύτερου δυτικού ιμπεριαλισμού, η δραχμή θα παρουσιαστεί και θα εφαρμοστεί ως πολιτική «αναβαπτισμένη» ως μια νέα ΤΙΝΑ, όπως ακριβώς παρουσιάζεται ως τώρα το ευρώ και η Ε.Ε..

Δεν ξέρω αν υπάρχουν οι αναγκαίοι υποκειμενικοί όροι για ένα μαζικό κοινωνικό πρόταγμα οργανωμένο από επίσης μαζικούς πολιτικούς φορείς, που θα στηρίξει ως απάντηση ένα εναλλακτικό φιλολαϊκό σχέδιο που θα είναι σε πλήρη ταξική και πολιτική αντίθεση με το σχέδιο της Ε.Ε. (και αναγκαστικά και της εσωτερικής ολιγαρχίας), με αυτούς τους νέους όρους και το νέο διακύβευμα, δηλ. δραχμή ως η μόνη πια επιλογή ούτως ή άλλως. Στα χαρτιά βέβαια και σε προγράμματα υπάρχει το σχέδιο (ή σχέδια) όπως υπάρχουν και οι εκπρόσωποι του. Αλλά αυτό δεν φτάνει…

Από ότι βλέπω ως τώρα, οι εκπρόσωποι αυτού του σχεδίου/σχεδίων αρκετά εύκολα απαξιώνονται και περιθωριοποιούνται για τα δεδομένα της απήχησης στην κοινωνία που θα έπρεπε να έχουν, ή χειρότερα ίσως κάποιοι να γίνουν και ουρές του αστικού σχεδίου Α* που θα είναι εκπορευόμενο από την Ε.Ε., όσο αυτή τουλάχιστον υπάρχει με την σημερινή μορφή της.

*Και σχέδιο Α και μόνο Α υπήρχε και υπάρχει από την άλλη πλευρά, γιατί μόνο ένα σχέδιο έχουν οι καπιταλιστικές ολιγαρχίες, το ίδιο παντού, την διατήρηση και αναπαραγωγή της οικονομικής και πολιτικής ισχύος τους, με μόνο περιορισμό την αντίσταση με έμπρακτους όρους ισχύος από τους λαούς (ή άλλες πιο ισχυρές ολιγαρχίες αν και αυτό είναι εντελώς άλλης φύσης πολιτικό γεγονός).

Μπροστά στην Δραχμή ως μια νέα ΤΙΝΑ

Χιλιάδες σκέψεις και ούτε μια λέξη για να τις πεις…

Σκέψεις που δεν έχουν λογική, παράλογες σκέψεις παράλογοι φόβοι, παράξενοι φόβοι…

Πόσα κείμενα έχουν γραφτεί για να βοηθηθούμε οι άνθρωποι με τους φόβους μας, με τα άγχη μας… Πόσες θεωρίες… Τι συμβαίνει και δεν το πετυχαίνουμε; Είμαστε αδύναμοι, είμαστε απροετοίμαστοι, ή μήπως είμαστε μαζοχιστές και μας αρέσει να ζούμε μια ζωή ταλαίπωρη γεμάτη φοβίες και άγχη; Η μήπως απλά συμβαίνει και δεν μπορούμε να σταματήσουμε τη βασανισμένη φύση μας ό,τι και να κάνουμε..

Ίσως αν επικεντρωθούμε στο χρόνο που περνάμε με τον εαυτό μας, στο χρόνο που δεν αφιερώνουμε ποτέ στον εαυτό μας, στον χρόνο που θεωρούμε αυτονόητο ότι συμβαίνει χωρίς να το επιδιώκουμε αφού πάντα κουβαλάμε τον εαυτό μας.

Χρόνος, πολύτιμος χρόνος για να βάλουμε σε τάξη τον ανήσυχο τόνο της φωνής και της σκέψης μας. Χρόνος από την πραγματική ζωή για να μπορέσουμε να ζήσουμε στα όριά της, στους κανόνες της… Χρόνος για τα θέλω μας ενάντια σε κάθε φόβο, χρόνος για να εξουδετερώσουμε τα άγχη μας… Χρόνος για να ζήσουμε…

Μ.Γ.

Χρόνος

Χιλιάδες σκέψεις και ούτε μια λέξη για να τις πεις…

Σκέψεις που δεν έχουν λογική, παράλογες σκέψεις παράλογοι φόβοι, παράξενοι φόβοι…

Πόσα κείμενα έχουν γραφτεί για να βοηθηθούμε οι άνθρωποι με τους φόβους μας, με τα άγχη μας… Πόσες θεωρίες… Τι συμβαίνει και δεν το πετυχαίνουμε; Είμαστε αδύναμοι, είμαστε απροετοίμαστοι, ή μήπως είμαστε μαζοχιστές και μας αρέσει να ζούμε μια ζωή ταλαίπωρη γεμάτη φοβίες και άγχη; Η μήπως απλά συμβαίνει και δεν μπορούμε να σταματήσουμε τη βασανισμένη φύση μας ό,τι και να κάνουμε..

Ίσως αν επικεντρωθούμε στο χρόνο που περνάμε με τον εαυτό μας, στο χρόνο που δεν αφιερώνουμε ποτέ στον εαυτό μας, στον χρόνο που θεωρούμε αυτονόητο ότι συμβαίνει χωρίς να το επιδιώκουμε αφού πάντα κουβαλάμε τον εαυτό μας.

Χρόνος, πολύτιμος χρόνος για να βάλουμε σε τάξη τον ανήσυχο τόνο της φωνής και της σκέψης μας. Χρόνος από την πραγματική ζωή για να μπορέσουμε να ζήσουμε στα όριά της, στους κανόνες της… Χρόνος για τα θέλω μας ενάντια σε κάθε φόβο, χρόνος για να εξουδετερώσουμε τα άγχη μας… Χρόνος για να ζήσουμε…

Μ.Γ.

Χρόνος

«Δεν υπάρχει έγνοια πιο βασανιστική και πιο συνεχής για τον άνθρωπο, όταν μείνει ελεύθερος, από το να βρει το γρηγορότερο κάποιον να προσκυνήσει.

Αλλά ο άνθρωπος γυρεύει να προσκυνήσει κάποιον που είναι κιόλας αναμφισβήτητος, τόσο αναμφισβήτητος που όλοι οι άνθρωποι θα συμφωνήσουν αμέσως να τον προσκυνήσουν όλοι μαζί. Γιατί η έγνοια που βασανίζει αυτά τα αξιολύπητα πλάσματα δεν είναι μονάχα να βρουν κάτι που να το προσκυνήσω εγώ ή κάποιος άλλος, αλλά να βρουν κάτι που θα το πιστέψουν όλοι και που θα το προσκυνήσουν, αλλά που θα το προσκυνήσουν οπωσδήποτε ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ.

Αυτή λοιπόν, η ανάγκη της γενικής λατρείας, είναι το κυριότερο μαρτύριο του κάθε ανθρώπου χωριστά, όπως και ολόκληρης της ανθρωπότητας από την αρχή του κόσμου. Εξαιτίας της γενικής λατρείας εξολόθρευαν ο ένας τον άλλον με το σπαθί. Δημιούργησαν θεούς και φώναζαν ο ένας στον άλλον: «Παρατήστε τους θεούς σας και ελάτε να προσκυνήσετε τους δικούς μας, ειδεμή θα πεθάνετε και σεις και οι θεοί σας!» Κι αυτό θα γίνεται μέχρι τη συντέλεια του κόσμου, ακόμα και τότε, όταν θα έχουν εξαφανιστεί οι θεοί στον κόσμο: και τότε ακόμα θα πέσουν γονατιστοί μπροστά σε είδωλα. […]

Σου λέω πως ο άνθρωπος δεν έχει πιο βασανιστική έγνοια, όταν βρεθεί ελεύθερος, από το να βρει εκείνον, στον οποίο θα παραδώσει πιο γρήγορα το δώρο της ελευθερίας, που μ’ αυτό γεννιέται αυτό το δύστυχο πλάσμα…»

***
Ένα μικρό απόσπασμα από τον ξακουστό μονόλογο του Μέγα Ιεροεξεταστή , όπως αποτυπώθηκε στους «Αδερφούς Καραμαζόφ» του Φίοντορ Ντοστογιέφσκι [μετάφραση, Κ. Σίνου]. Στην εικόνα το πορτραίτο του πάπα Ιννοκέντιου του 10ου, από τον Ντιέγκο Βελάσκεθ.


Ο φόβος της ελευθερίας

Γραμματοσειρά
Αντίθεση