20 August, 2017
Home / Περιβαλλον (Page 21)

1) Τι περιμένουμε; Δεν υπάρχουν «σωτήρες»
Οι περισσότεροι νεοέλληνες περίμεναν, μετέωροι και άπρακτοι, ότι η κυβέρνηση «κοινωνικής σωτηρίας» ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ θα μας έλυνε όλα τα προβλήματα: Να συμφωνήσει με τους «θεσμούς», να εξασφαλίσει χρηματοδότηση, να αποτρέψει τη «λιτότητα», την «ανθρωπιστική» και ‘’περιβαλλοντική’’ κρίση κ.λπ. Και αυτή η Κυβέρνηση κάθε άλλο παρά έλυσε αυτά τα προβλήματα, έφερε ένα σκληρότερο μνημόνιο, σαν αποτέλεσμα της «σθεναράς διαπραγμάτευσης» με τους πιστωτές. Και για να το εφαρμόσει χωρίς τα «βαρίδια» της, έκανε «φαστ τρακ» εκλογές, για μια νέα «ισχυρή εντολή» από το ζαλισμένο «πόπολο». Πριν προλάβει αυτό να αντιληφθεί ότι οι υποσχέσεις των εκλογών, θα ακολουθήσουν το δρόμο των προηγούμενων που δεν κρατήθηκαν παρά το ότι ο Τσίπρας ήθελε να «πρωτοτυπήσει και να τις κρατήσει».

Και πραγματικά: με το 3ο και διαρκές μνημόνιο, που μας έφερε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ( και που πολλοί ισχυρίζονται ότι έχει και «συνημμένο» το 4ο μνημόνιο για την επίτευξη μεγάλων αυτοκτονικών πλεονασμάτων, ώστε να ρεύσουν οι νέες δόσεις του δανεισμού, που θα μας φέρει είτε η σημερινή, είτε η επόμενη κυβέρνηση με όπλο των δανειστών την αξιολόγηση), κατέρρευσαν και οι τελευταίες ψευδαισθήσεις της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού.

​Όσοι όμως από μας έχουν αντιληφθεί καθαρά αυτές τις εξελίξεις και δεν έχουν ακόμη παραιτηθεί από την κοινωνικοπολιτική τους δράση, δεν μας μένει παρά να διαμορφώσουμε «από τα κάτω» ένα απαραίτητο ρεαλιστικό και ελκυστικό πολιτικό πρόγραμμα για το ξεπέρασμα της σημερινής κατάρρευσης και συγχρόνως για τη μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική κοινωνία.
Δε μας μένει τίποτα άλλο σε αυτή την χώρα, από το να αναζητήσουμε ριζοσπαστικές λύσεις!

Παρακάτω περιγράφουμε τη στρατηγική της Τοπικοποίησης σαν μια δυνατότητα μετάβασης σε μετακαπιταλιστική κοινωνία:

2) Η Στρατηγική της Τοπικοποίησης

i) Το παγκόσμιο πλαίσιο

Η ελληνική κρίση είναι η «εξτρέμ» έκφραση της παγκόσμιας κρίσης, στην οποία βρίσκεται το καπιταλιστικό σύστημα υπό την ηγεσία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.
Υπάρχει μια χρηματοπιστωτική φούσκα διογκωμένη τουλάχιστον κατά 10 φορές. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να έχουν αυξηθεί υπέρμετρα οι σημερινές χρηματικές περιουσίες της ελίτ του 1% του παγκόσμιου πληθυσμού. Αυτή η ελίτ διακινώντας και δανείζοντας αυτόν τον τεράστιο χρηματικό όγκο μπορεί και ελέγχει την «ευημερία» του υπόλοιπου 99%. Αυτό είναι δυνατόν γιατί έχει εξαρτήσει από αυτό το χρήμα και τις πλειοψηφίες των «από κάτω» με την μαζική χορήγηση δανείων από τις τράπεζες. Είχαμε παντού αυξανόμενα επίπεδα χρέους. Των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων, των κυβερνήσεων, ώστε η κατανάλωση να γίνει ο βασικός μοχλός της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Στην κουλτούρα του «δανείσου και ξόδευε» τα πιο ευάλωτα ήταν τα κοινωνικά στρώματα χαμηλού εισοδήματος, ιδίως της μεσαίας τάξης.

Η «αριστοκρατία» των μεσοστρωμάτων και των μισθωτών εργαζομένων είχαν κατορθώσει να εξασφαλίσουν για τον εαυτό τους σημαντικό μέρος της πίτας και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να μη βρεθούν στη θέση των «από κάτω».

Οι κυρίαρχες ελίτ και τάξεις κατόρθωναν μέχρι τώρα να έχουν την συναίνεση αυτών των στρωμάτων, υποσχόμενες ότι μπορούν να τους αυξάνουν το μερίδιο της πίτας με το να τις βοηθούν να μεγαλώνουν τη συνολική πίτα μέσω της «ανάπτυξης και της προόδου». Κατορθώνοντας δηλαδή να περάσει στη συνείδηση των «από κάτω» της πυραμίδας, σαν υπέρτατη αξία-σχεδόν σα νέα θρησκεία- την «άνετη» ζωή μέσα από την συνεχή αύξηση της κατανάλωσης.

Αυτό λειτουργούσε, όσο οι λαοί πίστευαν ακόμα σε μια «εικόνα» ενός απέραντου και απεριορίστων δυνατοτήτων πλανήτη, και όσο οι οικονομολόγοι μπορούσαν να υποστηρίζουν ότι η καμπύλη της οικονομίας είναι εκθετικά αυξητική.

Το τελικό αποτέλεσμα των αυξημένων οικονομικών δραστηριοτήτων του οποιασδήποτε μορφής κεφαλαίου είναι η κατάρρευση των αποθεμάτων των φυσικών πόρων του πλανήτη. Αλλά και του περιβάλλοντός του, γιατί επίσης έχουν αυξημένη παραγωγή αποβλήτων, όσο και να αυξάνεται ο βαθμός απόδοσης της χρησιμοποιημένης τεχνολογίας.

Δεν είναι βασικά η «ανευθυνότητα» ή η «απληστία» των αγορών -αν και έπαιξε σημαντικό ρόλο- η αιτία της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης και της κρίσης των δημοσιονομικών χρεών. Η βασικότερη αιτία είναι η ίδια η επιδίωξη της οικονομικής ανάπτυξης και της αντίστοιχης ιδεολογίας της.

Αυτή η ιδεολογία, προς το παρόν οδηγεί σε οικονομική και περιβαλλοντική καταστροφή ολόκληρες χώρες και περιοχές, και στο μέλλον σε κατάρρευση ολόκληρο τον πλανήτη: οι υλικές και οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της επιδιωκόμενης ανάπτυξης μας οδηγεί εκτός της δημιουργίας οικονομικών χρεών και στη δημιουργία οικολογικών χρεών.

Η ανικανότητά μας να ρυθμίσουμε τις χρηματοοικονομικές αγορές συνδυάζεται με την ανικανότητά μας να προστατέψουμε τους φυσικούς πόρους και να περιορίσουμε τις οικολογικές καταστροφές.

Τα χρέη που αφήνουμε στα παιδιά μας και τις μελλούμενες γενιές δεν θα είναι μόνο οικονομικά προς τους πιστωτές μας. Θα είναι και οικολογικά προς τον πλανήτη και τα οικοσυστήματα, τα οποία ανήκουν σε όλους και δεν έχουν σύνορα. Και αυτά θα πρέπει να τα ξεπληρώσουν –οι νέες γενιές-αποκαθιστώντας ότι έχουμε καταστρέψει οι παλιότερες. Αν θέλουν φυσικά να επιβιώσουν στο μέλλον.

Με το κυρίαρχο σημερινό μοντέλο, μέχρι το 2030 η ανθρωπότητα θα χρειαζόταν έναν δεύτερο πλανήτη σαν τη γη, ενώ ο καπιταλισμός εξασφαλίζοντας από τη μία για τις ελίτ όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της υπάρχουσας πεπερασμένης πίτας και καταναλώνοντας από την άλλη τους εναπομείναντες πόρους για να συνεχίζει να καλλιεργεί τη ψευδαίσθηση της αύξησης της πίτας, την «φουσκώνει», αφού δε μπορεί να την μεγαλώνει.

Αλλά όσο μεγαλώνουν οι φούσκες τόσο πιο εύκολα «σπάνε» και έτσι δε θα μπορεί πια να εξασφαλίζει εύκολα τη συναίνεση των μεσαίων τάξεων. Αυτή η συναίνεση εξέλεγε μέχρι τώρα τις κυβερνήσεις των κομμάτων εξουσίας παντού. Με την άρση της έχουμε και αμφισβήτηση του πολιτικού συστήματος της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης και διακυβέρνησης, ιδίως στα κράτη της Ν. Ευρώπης.

ii) Το πλαίσιο στην Ελλάδα

Η Ελλάδα έγινε ο αδύνατος κρίκος στον παγκόσμιο καπιταλισμό, λόγω της μανίας της πολιτικής και οικονομικής ελίτ, για ανάπτυξη που δεν στηριζόταν στον πρωτογενή- δευτερογενή τομέα (γεωργία, μεταποίηση, καινοτομία κ.λπ.), αλλά στον τριτογενή (κατανάλωση, εμπόριο, τουριστικές υπηρεσίες κ.λπ.) και στις κάθε είδους οικοδόμηση και κατασκευές.

Ο «εκσυγχρονισμός» που υποτίθεται έγινε -χωρίς να υπολογίζεται το οικονομικό και το περιβαλλοντικό κόστος του-στηρίχθηκε σε δάνεια κύρια από το εξωτερικό. Σε αυτό βοήθησε και η είσοδος στην Ευρωζώνη, γιατί αύξησε τη δανειοληπτική πίστη λόγω του κοινού νομίσματος. Όλοι άρχισαν να δανείζονται εύκολα.

Η κυβέρνηση και οι τράπεζες από τις «χρηματοπιστωτικές αγορές», οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά από τις τράπεζες. Το Ευρώ και τα δάνεια βοήθησαν ιδιαίτερα στο να ικανοποιείται η μανία της ελληνικής ελίτ για έργα φαραωνικά ( π.χ. των ολυμπιακών του 2004 ), για γέφυρες λιμάνια, δρόμους, αεροδρόμια και στάδια, αλλά και για τη δημιουργία ενός υπερμεγέθους πελατειακού κράτους στην υπηρεσία της.

Ο τουρισμός αναδείχθηκε στη «μεγάλη βιομηχανία» της χώρας και ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού προσπάθησε να επιβιώσει προσφέροντας υπηρεσίες κατά τη «τουριστική σαιζόν», αφήνοντας κατά μέρος τις άλλες δραστηριότητες και τη γεωργία.

Και αυτή η κατεύθυνση -που υλοποιούταν από ένα πολιτικό προσωπικό κάθε άλλο παρά αξιόλογο-κατέρρευσε στα πλαίσια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Λόγω της άρσης της «εμπιστοσύνης των πιστωτών», η δομική κατά βάση ελληνική κρίση μετατράπηκε σε κρίση των δημοσιονομικών χρεών. Αυτή έφερε και τις πολιτικές της τρόικας και των «μνημονίων».

Και η σημερινή, αλλά και οι επόμενες κυβερνήσεις των κομμάτων εξουσίας, θα είναι υποχρεωμένες –με τη «βοήθεια» των θεσμών της ΕΕ-να εφαρμόσουν τέτοιες πολιτικές, ώστε να επιστραφούν με οποιοδήποτε τρόπο τα χρέη στους διεθνείς και ντόπιους πιστωτές.

Εξάλλου η ευρωπαϊκή ελίτ δε μπορεί πια να διατηρεί πολυπληθείς μεσαίες τάξεις και θέλει να τις συρρικνώσει, ξεκινώντας από την Ελλάδα και τη Ν. Ευρώπη. Με τα προγράμματα «σωτηρίας» επιδιώκει τη «φτωχοποίηση» όλων των Ελλήνων «από κάτω», με τη δημιουργία ελλειμμάτων και άρα συνέχισης της δανειοδότησης από τους «πιστωτές» και της πληρωμής των δανείων από τα σημερινά και αυριανά «υποζύγια». Για να συνεχίζεται η εξάρτηση της χώρας και το «πάρτυ» της ντόπιας και διεθνούς κυρίαρχης τάξης, σε ένα φαύλο κύκλο.

Θα χρειασθεί, μέσα από την όξυνση της κρίσης, να αντιληφθούν τα ελληνικά μεσοστρώματα μαζί με τους εργαζόμενους και άνεργους, ότι είναι ψευδαίσθηση η επιθυμία να επιστρέψουν προς τα πίσω, στην προ κρίσης κατάσταση. Δεν θα είναι δυνατόν να «ανελιχθούν» πλέον κοινωνικά και να επιδιώξουν την «ευημερία» μέσω της αύξησης του κομματιού της πίτας που τους αναλογεί. Θα χρειασθεί να αντιληφθούν καθαρά ότι η ευζωία τους δε μπορεί να ταυτισθεί με την ατομική κατανάλωση και ατομική στάση.

Μπορεί να επιτευχθεί μόνο αν επιδιώξουν την επιστροφή …προς τα μπρος, μέσω της ανάδειξης άλλων σημαντικών αξιών και προτεραιοτήτων: της αλληλεγγύης, της συνεργασίας, της κοινότητας, της φιλίας, της ελευθερίας, του αυτοκαθορισμού, της κοινωνικής-αλληλέγγυας οικονομίας, της στήριξης στην αφθονία των κοινωνικών-συλλογικών αγαθών μας και στους δίκαια κατανεμημένους περιορισμένους φυσικούς πόρους μας.

Να αντιληφθούμε όλοι ότι δε μπορεί να συναινούμε πλέον στον μέχρι τώρα τρόπο ανάπτυξης και διακυβέρνησης που μας οδήγησε εδώ.

Πραγματικά, η απομυθοποίηση του καπιταλισμού και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, μπορεί να μας πείσει πιο εύκολα πια, ότι η εκχώρηση της αντιπροσώπευσης και η διαμεσολάβηση από τους επαγγελματίες πολιτικούς των κομμάτων, δεν είναι ο καλύτερος τρόπος διακυβέρνησης. Ότι θα πρέπει να αναλάβουμε οι ίδιοι την ευθύνη της διαμόρφωσης των συνθηκών της ζωής μας, προχωρώντας σε δομές αυτοοργάνωσης και αυτοκυβέρνησης.

Να δημιουργήσουμε ένα κίνημα, που ξεκινώντας από την «άμυνα», από τα συνθήματα των «πλατειών»: δεν «πληρώνουμε τα χρέη τους», «δε πουλάμε τα κοινωνικά και δημόσια αγαθά μας, ούτε το περιβάλλον μας», «δε χρειαζόμαστε τα λεφτά τους» κ.λπ., να προχωρήσει επιθετικά στη δημιουργία εναλλακτικών μορφών ατομικής και κοινωνικής ύπαρξης. Να διαμορφώσει και να βάλει σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα από τα κάτω, για τους «από κάτω», που θα δίνει λύσεις στην καθημερινότητά τους, αποτινάζοντας από πάνω τους το καθεστώς της αποικίας χρέους, στο οποίο βρίσκεται η χώρα, αλλά και θα αλλάζει την κυρίαρχη ατομική και κοινωνική συνείδηση του ατομικισμού που έχει διαμορφώσει τον κυρίαρχο σημερινό ανθρωπολογικό τύπο της ελληνικής κοινωνίας, ανεξάρτητα της ταξικής του προέλευσης.

Ένα τέτοιο κίνημα μπορεί να γίνει κάποια στιγμή πλειοψηφικό στην κοινωνία, και να την οδηγήσει σε ένα νέο «κοινωνικό συμβόλαιο» για μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική οργάνωσή της:
Με άρνηση της θέσης της χώρας στα πλαίσια του παγκοσμιοποιημένου καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης και της ευρωζώνης και μη συμμόρφωση με τα μέτρα που θα προωθήσουν οι επόμενες κυβερνήσεις
Με διαμόρφωση συνθηκών ενδογενούς και τοπικής παραγωγής και διανομής μέσα από την προώθηση ομάδων παραγωγών, συνεταιρισμών παραγωγών-καταναλωτών για απευθείας διακίνηση τροφίμων και άλλων χρηστικών προϊόντων χωρίς μεσάζοντες, συνεταιριστικών μικρών μαγαζιών, δικτύων διανομής και τοπικών συστημάτων ανταλλαγών κ.λ.π.,
Με επαναπροσδιορισμό γενικότερα από την κοινωνία των βασικών της αναγκών και του τρόπου ικανοποίησή τους, όσο γίνεται λιγότερο μέσω των αγορών και της ατομικής κατανάλωσης.
Με στήριξη στα συλλογικά αγαθά και με μικρότερο κοινωνικό και οικολογικό αποτύπωμα, σε ισορροπία με τη φύση.
Με επιδίωξη περισσότερο της αυτοανάπτυξης-αυτοπραγμάτωσης των πολιτών μέσα από τη συμμετοχή στις δομές αυτοοργάνωσης όλων των επιπέδων (οικονομικών, κοινωνικών, πολιτιστικών, πολιτικών), μέσα από τη κοινωνικοποίηση της εκπαίδευσης και παιδείας και την ενσωμάτωσή της στην κοινωνική ζωή και στην παραγωγική διαδικασία και κάτω από τον έλεγχο των πολιτών και των άμεσων παραγωγών.

iii) Ο ρόλος της Τοπικοποίησης

Η Τοπικοποίηση προτείνεται σαν μια στρατηγική με την οποία θα απαντήσουμε στην «υπαρκτή» παγκοσμιοποίηση και θα επιδιώξουμε τη στροφή σε μια αποκεντρωμένη, επανατοπικοποιημένη, αυτοδιαχειριζόμενη, αταξική, οικολογική κοινωνία της ισοκατανομής, που θα έχει σαν κύτταρο την αυτοδύναμη κοινότητα και το δήμο και θα στηρίζεται στην ομοσπονδιοποίηση δήμων-περιφερειών-εθνών μέσω της θέσμισης της Δημοκρατικής Αυτονομίας και του Δημοκρατικού Ομοσπονδισμού. Για το ξεπέρασμα του δυτικού μοντέλου ανάπτυξης, της κλιματικής-οικολογικής καταστροφής, του καπιταλισμού και του εθνικού κεντρικού κράτους.

Είναι μια στρατηγική στα πλαίσια των γενικότερων προταγμάτων της «απο-ανάπτυξης», της αυτοδιαχείρισης, της «αμεσης δημοκρατίας» και του «κοινοτισμού»
Προτείνεται σαν μια στρατηγική, στα πλαίσια επιλογής ενός μοντέλου αποανάπτυξης και αναβίωσης του κοινοτικού πνεύματος για να ξεπεράσουμε τη κρίση, αλλά και για να αποχαιρετήσουμε τον καπιταλισμό που μας οδηγεί στη βαρβαρότητα και την οικο-καταστροφή.

Προτείνει να στηριχθούμε στις κοινότητες κάθε είδους- αστικές ή της υπαίθρου, αλλά και επαγγελματικές, κοινωνικής ή συνεργατικής οικονομίας, τις κοινότητες ενδιαφερόντων ή του διαδικτύου(π.χ. κοινότητες «κοινής χρήσης» κατοικιών, αυτοκινήτων κ.λπ) -σαν κύτταρα της νέας κοινωνίας που θα επιδιώξουμε. Αυτό θα γίνει καλύτερα αν επιδιώξουμε τα παρακάτω:

• Στήριξη όσο γίνεται περισσότερο στους τοπικούς πόρους κάθε περιοχής και όσον αφορά στη γεωργία στις τοπικές ποικιλίες και ράτσες
• Τοπική ποιοτική παραγωγή για τις ανάγκες κυρίως της αλυσίδας: πολίτης, κοινότητα, δήμος-περιφέρεια και επικράτεια και όχι οπωσδήποτε με κριτήριο το συγκριτικό πλεονέκτημα στη παγκόσμια αγορά
• Δίκτυα Ανταλλαγών-Τοπικά Νομίσματα- Tοπική αγορά των μικρών αποστάσεων
• Μεγαλύτερη συμμετοχή σε θεσμούς αυτοδιαχείρισης μικρής κλίμακας, όπου είναι πιο εύκολος ο έλεγχος από την τοπική κοινωνία.
Εφαλτήρας για την οικονομία μπορεί να γίνει ο αγροδιατροφικός τομέας, ο τομέας ένδυσης-υπόδησης, ο ενεργειακός τομέας με αιχμή στις ΑΠΕ και ο τομέας του ήπιου οικοτουρισμού για δημιουργία επιπλέον τοπικού εισοδήματος
Εφαλτήρας για τη διαμόρφωση αντίστοιχης πολιτικής οι τοπικές κινήσεις πολιτών που παρεμβαίνοντας στις τοπικές κοινωνίες και συμμετέχοντας στις τοπικές εκλογές θα απαιτήσουν «συμμετοχικούς προϋπολογισμούς» στους δήμους.

iv) Ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης

• Τ.Α. θέτει πόρους στη διάθεση συλλογικών δομών εργασίας, με τη μορφή κοινωνικών επιχειρήσεων (συνδυασμός αμειβόμενης εργασίας για ανέργους – εξειδικευμένης από υπαλλήλους του δήμου -εθελοντικής εργασίας από εθελοντές που μαζί με τους υπαλλήλους παίζουν το ρόλο του «εμψυχωτή»)
• Δημιουργεί χώρους παραγωγής και αυτοπαραγωγής (π.χ. εργαστηρίων επαναχρησιμοποίησης ηλεκτρικών – ηλεκτρονικών ειδών, επίπλων, ρούχων, κομποστοποίησης -λιπασματοποίησης οργανικών αποβλήτων, δημοτικών λαχανόκηπων, μεταποιητηρίων γεωργικών προϊόντων κ.λπ.)
• Χώρους απασχόλησης παιδιών ,ανταλλαγής ειδών από «δεύτερο χέρι», γραφείων «συνταξιδιωτών» κ.λπ
• οργάνωση γραφείων-συνεργείων από άνεργους αρχιτέκτονες-οικοδόμους για κατασκευή-μετατροπή κτιρίων σε βιοκλιματικά, συνεργείων για τη δημιουργία «πράσινων στεγών» και «ηλιακών στεγών»
• Ειδική περίπτωση: αυτοδιαχειριζόμενα συνεργεία και όχι ιδιώτες εργολάβοι να αναλαμβάνουν συγκεκριμένες εργασίες του δήμου

v). Ο ρόλος του κοινοτισμού

Ο ρόλος του κοινοτισμού για το ξεπέρασμα της σημερινής κρίσης (αλλά και για το πέρασμα σε μετακαπιταλιστική κοινωνία) θα είναι πολύ σημαντικός:

• Να αναβιώσουμε και σήμερα το κοινοτικό πνεύμα για να ξεπεράσουμε τη κρίση, αλλά και για να αποχαιρετήσουμε τον καπιταλισμό
• Να στηριχθούμε στις κοινότητες σαν κύτταρα της νέας κοινωνίας που θα επιδιώξουμε.
• Όχι μόνο στις χωρικές-αστικές ή της υπαίθρου-αλλά και στις επαγγελματικές, τα εγχειρήματα της κοινωνικής-συνεργατικής οικονομίας ή τις κοινότητες ενδιαφερόντων ή του διαδικτύου (π.χ. κοινότητες «κοινής χρήσης» κατοικιών, αυτοκινήτων κ.λπ)

Σήμερα υπάρχουν ήδη πάνω από 2600 εγχειρήματα κοινοτικού χαρακτήρα στη χώρα, που δεν περιμένουν την επανάσταση ή κάποια «κυβέρνηση κοινωνικής σωτηρίας» για να δώσει λύση. Εμφορούνται από την αντίληψη ότι μπορούν να δημιουργήσουν από τώρα στοιχεία «του κόσμου που θέλουν, μέσα στον κόσμο που θέλουν να ανατρέψουν και να αφήσουν πίσω τους».

Η δική μας συνολική πρόταση:

Να διαμορφωθεί «από τα κάτω» και από τους έλληνες «από κάτω» ένα απαραίτητο ρεαλιστικό και ελκυστικό πρόγραμμα για το ξεπέρασμα της κρίσης και συγχρόνως για τη μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική κοινωνία, σε μια κοινωνία Δημοκρατικής Αυτονομίας που θα στηριχθεί:

• στην οικονομία των βιοτικών αναγκών όσον αφορά στο περιεχόμενο,
• στον συνεργατισμό-συνεταιρισμό όσον αφορά στις σχέσεις παραγωγής,
• στη συλλογική-κοινοτική-δημοτική ιδιοκτησία όσον αφορά στα μέσα παραγωγής,
• στην εγγύτητα και τις μικρές αποστάσεις όσον αφορά στο μικρότερο δυνατό οικολογικό αποτύπωμα,
• στην άμεση δημοκρατία των συνελεύσεων και των ανακλητών εκπροσώπων, όσο αφορά στις διαδικασίες αποφάσεων, πολιτικής θέσμισης και διακυβέρνησης

vi). Ο Συνομοσπονδισμός

Εφαλτήρας για τη διαμόρφωση της κοινοτικής πολιτικής θέσμισης οι Τοπικές Κινήσεις Πολιτών και τα Τοπικά Συμβούλια για τη Δημοκρατική Αυτονομία –με τη μορφή της δημοκρατίας εν δράσει και κοινή ονομασία π.χ. Κινήσεις-Συμβούλια για τη «Δημοκρατική Αυτονομία»-που παρεμβαίνοντας στις τοπικές κοινωνίες στη βάση των προβλημάτων της καθημερινότητας και δημιουργώντας θεσμούς άμεσης δημοκρατίας σε όλα τα επίπεδα- θα μπορέσουν-συνδεόμενες-α και μεταξύ τους- να διαμορφώσουν ένα πρόγραμμα μετάβασης σε ένα σύστημα αποκεντρωμένης δημοκρατικής αυτονομίας και κοινοτισμού, σε μια κοινωνία ελευθερίας, ειρήνης, κοινωνικής και φυλετικής ισότητας, δικαιοσύνης και οικολογικής ισορροπίας.

Αυτές οι Κινήσεις θα απαιτήσουν από τους υπάρχοντες δήμους «συμμετοχικούς προϋπολογισμούς και προγραμματισμούς»(οργανώνοντας π.χ. στις γειτονιές των πόλεων και τα χωριά συνελεύσεις πολιτών όπου θα γίνονται οι προτάσεις και θα αποφασίζονται οι προτεραιότητες και στη συνέχεια Συντονιστικά Συμβούλια με ανακλητούς εκπροσώπους για την προώθηση των λύσεων προς την Τ.Α.

Όταν μπορέσουν να αλλάξουν τους πολιτικούς συσχετισμούς και συμμετέχοντας στις τοπικές εκλογές πάρουν την πλειοψηφία σε κάποιους δήμους, τότε τους μετατρέπουν σε θεσμούς πραγματικής αυτοδιοίκησης και αυτοκυβέρνησης (μικραίνοντας το μέγεθός τους-επιστρέφοντας τουλάχιστον στο καποδιστριακό τους μέγεθος- και θεσμοθετώντας την κοινότητα δρόμου στις πόλεις και την αγροτική κοινότητα σαν το μικρότερο κύτταρο της δημοκρατικής αυτονομίας, τα Συμβούλια Συνοικιών στη συνέχεια και τα Συμβούλια Πόλης.

Όταν γίνει αυτό σε αρκετούς δήμους τους ομοσπονδοποιούν και λειτουργούν για ένα πιθανά μεγάλο διάστημα σαν αυτόνομη ομοσπονδία σε σχέση συμπλήρωσης, αντιπαράθεσης και ρήξης με το κεντρικό κράτος( ένα είδος δυαδικής αντιεξουσίας) έως ότου καταλήξουμε σε ένα νέο «Κοινωνικό Συμβόλαιο» και μια δημοκρατική συνομοσπονδιακή κοινοπολιτεία στην ελληνική επικράτεια (ελπίζουμε ειρηνικά και αναίμακτα, αλλά και προετοιμαζόμενοι για πιθανές συγκρούσεις με αυτοάμυνα και αντίσταση και μεθόδους που θα έχει αναπτύξει το κίνημα εντωμεταξύ).

Από τον «αδύνατο καπιταλιστικό κρίκο της «Ενωμένης Ευρώπης» να μετατρέψουμε τη χώρα σε κόμβο κοινωνικής, πολιτικής και οικολογικής ανάτασης στα πλαίσια του πραγματικού μας «οίκου» που είναι η Μεσόγειος και τα Βαλκάνια. Όπου ανεξάρτητα των θρησκευτικών και φυλετικών διαφορών, καθώς και συνόρων, μπορούν να δημιουργηθούν συνομοσπονδισμένες βιοπεριφέρειες, που θα στηρίζονται σε ένα εκτεταμένο δίκτυο συνεργασιών και μεταξύ τους ροών και θα αναπτύσσουν το μοντέλο της ευζωίας χωρίς «ανάπτυξη» και καταναλωτισμό , αλλά με κοινωνική ισότητα και ατομική εγκράτεια, στηριζόμενοι στα κοινωνικά και συλλογικά αγαθά και την άμεση δημοκρατία.

Γιώργος Κολέμπας

Aντί ενός 4ου Mνημονίου, μια πρόταση επιστροφής…προς τα μπρος

1) Τι περιμένουμε; Δεν υπάρχουν «σωτήρες»
Οι περισσότεροι νεοέλληνες περίμεναν, μετέωροι και άπρακτοι, ότι η κυβέρνηση «κοινωνικής σωτηρίας» ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ θα μας έλυνε όλα τα προβλήματα: Να συμφωνήσει με τους «θεσμούς», να εξασφαλίσει χρηματοδότηση, να αποτρέψει τη «λιτότητα», την «ανθρωπιστική» και ‘’περιβαλλοντική’’ κρίση κ.λπ. Και αυτή η Κυβέρνηση κάθε άλλο παρά έλυσε αυτά τα προβλήματα, έφερε ένα σκληρότερο μνημόνιο, σαν αποτέλεσμα της «σθεναράς διαπραγμάτευσης» με τους πιστωτές. Και για να το εφαρμόσει χωρίς τα «βαρίδια» της, έκανε «φαστ τρακ» εκλογές, για μια νέα «ισχυρή εντολή» από το ζαλισμένο «πόπολο». Πριν προλάβει αυτό να αντιληφθεί ότι οι υποσχέσεις των εκλογών, θα ακολουθήσουν το δρόμο των προηγούμενων που δεν κρατήθηκαν παρά το ότι ο Τσίπρας ήθελε να «πρωτοτυπήσει και να τις κρατήσει».

Και πραγματικά: με το 3ο και διαρκές μνημόνιο, που μας έφερε η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ( και που πολλοί ισχυρίζονται ότι έχει και «συνημμένο» το 4ο μνημόνιο για την επίτευξη μεγάλων αυτοκτονικών πλεονασμάτων, ώστε να ρεύσουν οι νέες δόσεις του δανεισμού, που θα μας φέρει είτε η σημερινή, είτε η επόμενη κυβέρνηση με όπλο των δανειστών την αξιολόγηση), κατέρρευσαν και οι τελευταίες ψευδαισθήσεις της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού.

​Όσοι όμως από μας έχουν αντιληφθεί καθαρά αυτές τις εξελίξεις και δεν έχουν ακόμη παραιτηθεί από την κοινωνικοπολιτική τους δράση, δεν μας μένει παρά να διαμορφώσουμε «από τα κάτω» ένα απαραίτητο ρεαλιστικό και ελκυστικό πολιτικό πρόγραμμα για το ξεπέρασμα της σημερινής κατάρρευσης και συγχρόνως για τη μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική κοινωνία.
Δε μας μένει τίποτα άλλο σε αυτή την χώρα, από το να αναζητήσουμε ριζοσπαστικές λύσεις!

Παρακάτω περιγράφουμε τη στρατηγική της Τοπικοποίησης σαν μια δυνατότητα μετάβασης σε μετακαπιταλιστική κοινωνία:

2) Η Στρατηγική της Τοπικοποίησης

i) Το παγκόσμιο πλαίσιο

Η ελληνική κρίση είναι η «εξτρέμ» έκφραση της παγκόσμιας κρίσης, στην οποία βρίσκεται το καπιταλιστικό σύστημα υπό την ηγεσία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.
Υπάρχει μια χρηματοπιστωτική φούσκα διογκωμένη τουλάχιστον κατά 10 φορές. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να έχουν αυξηθεί υπέρμετρα οι σημερινές χρηματικές περιουσίες της ελίτ του 1% του παγκόσμιου πληθυσμού. Αυτή η ελίτ διακινώντας και δανείζοντας αυτόν τον τεράστιο χρηματικό όγκο μπορεί και ελέγχει την «ευημερία» του υπόλοιπου 99%. Αυτό είναι δυνατόν γιατί έχει εξαρτήσει από αυτό το χρήμα και τις πλειοψηφίες των «από κάτω» με την μαζική χορήγηση δανείων από τις τράπεζες. Είχαμε παντού αυξανόμενα επίπεδα χρέους. Των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων, των κυβερνήσεων, ώστε η κατανάλωση να γίνει ο βασικός μοχλός της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Στην κουλτούρα του «δανείσου και ξόδευε» τα πιο ευάλωτα ήταν τα κοινωνικά στρώματα χαμηλού εισοδήματος, ιδίως της μεσαίας τάξης.

Η «αριστοκρατία» των μεσοστρωμάτων και των μισθωτών εργαζομένων είχαν κατορθώσει να εξασφαλίσουν για τον εαυτό τους σημαντικό μέρος της πίτας και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να μη βρεθούν στη θέση των «από κάτω».

Οι κυρίαρχες ελίτ και τάξεις κατόρθωναν μέχρι τώρα να έχουν την συναίνεση αυτών των στρωμάτων, υποσχόμενες ότι μπορούν να τους αυξάνουν το μερίδιο της πίτας με το να τις βοηθούν να μεγαλώνουν τη συνολική πίτα μέσω της «ανάπτυξης και της προόδου». Κατορθώνοντας δηλαδή να περάσει στη συνείδηση των «από κάτω» της πυραμίδας, σαν υπέρτατη αξία-σχεδόν σα νέα θρησκεία- την «άνετη» ζωή μέσα από την συνεχή αύξηση της κατανάλωσης.

Αυτό λειτουργούσε, όσο οι λαοί πίστευαν ακόμα σε μια «εικόνα» ενός απέραντου και απεριορίστων δυνατοτήτων πλανήτη, και όσο οι οικονομολόγοι μπορούσαν να υποστηρίζουν ότι η καμπύλη της οικονομίας είναι εκθετικά αυξητική.

Το τελικό αποτέλεσμα των αυξημένων οικονομικών δραστηριοτήτων του οποιασδήποτε μορφής κεφαλαίου είναι η κατάρρευση των αποθεμάτων των φυσικών πόρων του πλανήτη. Αλλά και του περιβάλλοντός του, γιατί επίσης έχουν αυξημένη παραγωγή αποβλήτων, όσο και να αυξάνεται ο βαθμός απόδοσης της χρησιμοποιημένης τεχνολογίας.

Δεν είναι βασικά η «ανευθυνότητα» ή η «απληστία» των αγορών -αν και έπαιξε σημαντικό ρόλο- η αιτία της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης και της κρίσης των δημοσιονομικών χρεών. Η βασικότερη αιτία είναι η ίδια η επιδίωξη της οικονομικής ανάπτυξης και της αντίστοιχης ιδεολογίας της.

Αυτή η ιδεολογία, προς το παρόν οδηγεί σε οικονομική και περιβαλλοντική καταστροφή ολόκληρες χώρες και περιοχές, και στο μέλλον σε κατάρρευση ολόκληρο τον πλανήτη: οι υλικές και οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της επιδιωκόμενης ανάπτυξης μας οδηγεί εκτός της δημιουργίας οικονομικών χρεών και στη δημιουργία οικολογικών χρεών.

Η ανικανότητά μας να ρυθμίσουμε τις χρηματοοικονομικές αγορές συνδυάζεται με την ανικανότητά μας να προστατέψουμε τους φυσικούς πόρους και να περιορίσουμε τις οικολογικές καταστροφές.

Τα χρέη που αφήνουμε στα παιδιά μας και τις μελλούμενες γενιές δεν θα είναι μόνο οικονομικά προς τους πιστωτές μας. Θα είναι και οικολογικά προς τον πλανήτη και τα οικοσυστήματα, τα οποία ανήκουν σε όλους και δεν έχουν σύνορα. Και αυτά θα πρέπει να τα ξεπληρώσουν –οι νέες γενιές-αποκαθιστώντας ότι έχουμε καταστρέψει οι παλιότερες. Αν θέλουν φυσικά να επιβιώσουν στο μέλλον.

Με το κυρίαρχο σημερινό μοντέλο, μέχρι το 2030 η ανθρωπότητα θα χρειαζόταν έναν δεύτερο πλανήτη σαν τη γη, ενώ ο καπιταλισμός εξασφαλίζοντας από τη μία για τις ελίτ όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της υπάρχουσας πεπερασμένης πίτας και καταναλώνοντας από την άλλη τους εναπομείναντες πόρους για να συνεχίζει να καλλιεργεί τη ψευδαίσθηση της αύξησης της πίτας, την «φουσκώνει», αφού δε μπορεί να την μεγαλώνει.

Αλλά όσο μεγαλώνουν οι φούσκες τόσο πιο εύκολα «σπάνε» και έτσι δε θα μπορεί πια να εξασφαλίζει εύκολα τη συναίνεση των μεσαίων τάξεων. Αυτή η συναίνεση εξέλεγε μέχρι τώρα τις κυβερνήσεις των κομμάτων εξουσίας παντού. Με την άρση της έχουμε και αμφισβήτηση του πολιτικού συστήματος της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης και διακυβέρνησης, ιδίως στα κράτη της Ν. Ευρώπης.

ii) Το πλαίσιο στην Ελλάδα

Η Ελλάδα έγινε ο αδύνατος κρίκος στον παγκόσμιο καπιταλισμό, λόγω της μανίας της πολιτικής και οικονομικής ελίτ, για ανάπτυξη που δεν στηριζόταν στον πρωτογενή- δευτερογενή τομέα (γεωργία, μεταποίηση, καινοτομία κ.λπ.), αλλά στον τριτογενή (κατανάλωση, εμπόριο, τουριστικές υπηρεσίες κ.λπ.) και στις κάθε είδους οικοδόμηση και κατασκευές.

Ο «εκσυγχρονισμός» που υποτίθεται έγινε -χωρίς να υπολογίζεται το οικονομικό και το περιβαλλοντικό κόστος του-στηρίχθηκε σε δάνεια κύρια από το εξωτερικό. Σε αυτό βοήθησε και η είσοδος στην Ευρωζώνη, γιατί αύξησε τη δανειοληπτική πίστη λόγω του κοινού νομίσματος. Όλοι άρχισαν να δανείζονται εύκολα.

Η κυβέρνηση και οι τράπεζες από τις «χρηματοπιστωτικές αγορές», οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά από τις τράπεζες. Το Ευρώ και τα δάνεια βοήθησαν ιδιαίτερα στο να ικανοποιείται η μανία της ελληνικής ελίτ για έργα φαραωνικά ( π.χ. των ολυμπιακών του 2004 ), για γέφυρες λιμάνια, δρόμους, αεροδρόμια και στάδια, αλλά και για τη δημιουργία ενός υπερμεγέθους πελατειακού κράτους στην υπηρεσία της.

Ο τουρισμός αναδείχθηκε στη «μεγάλη βιομηχανία» της χώρας και ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού προσπάθησε να επιβιώσει προσφέροντας υπηρεσίες κατά τη «τουριστική σαιζόν», αφήνοντας κατά μέρος τις άλλες δραστηριότητες και τη γεωργία.

Και αυτή η κατεύθυνση -που υλοποιούταν από ένα πολιτικό προσωπικό κάθε άλλο παρά αξιόλογο-κατέρρευσε στα πλαίσια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Λόγω της άρσης της «εμπιστοσύνης των πιστωτών», η δομική κατά βάση ελληνική κρίση μετατράπηκε σε κρίση των δημοσιονομικών χρεών. Αυτή έφερε και τις πολιτικές της τρόικας και των «μνημονίων».

Και η σημερινή, αλλά και οι επόμενες κυβερνήσεις των κομμάτων εξουσίας, θα είναι υποχρεωμένες –με τη «βοήθεια» των θεσμών της ΕΕ-να εφαρμόσουν τέτοιες πολιτικές, ώστε να επιστραφούν με οποιοδήποτε τρόπο τα χρέη στους διεθνείς και ντόπιους πιστωτές.

Εξάλλου η ευρωπαϊκή ελίτ δε μπορεί πια να διατηρεί πολυπληθείς μεσαίες τάξεις και θέλει να τις συρρικνώσει, ξεκινώντας από την Ελλάδα και τη Ν. Ευρώπη. Με τα προγράμματα «σωτηρίας» επιδιώκει τη «φτωχοποίηση» όλων των Ελλήνων «από κάτω», με τη δημιουργία ελλειμμάτων και άρα συνέχισης της δανειοδότησης από τους «πιστωτές» και της πληρωμής των δανείων από τα σημερινά και αυριανά «υποζύγια». Για να συνεχίζεται η εξάρτηση της χώρας και το «πάρτυ» της ντόπιας και διεθνούς κυρίαρχης τάξης, σε ένα φαύλο κύκλο.

Θα χρειασθεί, μέσα από την όξυνση της κρίσης, να αντιληφθούν τα ελληνικά μεσοστρώματα μαζί με τους εργαζόμενους και άνεργους, ότι είναι ψευδαίσθηση η επιθυμία να επιστρέψουν προς τα πίσω, στην προ κρίσης κατάσταση. Δεν θα είναι δυνατόν να «ανελιχθούν» πλέον κοινωνικά και να επιδιώξουν την «ευημερία» μέσω της αύξησης του κομματιού της πίτας που τους αναλογεί. Θα χρειασθεί να αντιληφθούν καθαρά ότι η ευζωία τους δε μπορεί να ταυτισθεί με την ατομική κατανάλωση και ατομική στάση.

Μπορεί να επιτευχθεί μόνο αν επιδιώξουν την επιστροφή …προς τα μπρος, μέσω της ανάδειξης άλλων σημαντικών αξιών και προτεραιοτήτων: της αλληλεγγύης, της συνεργασίας, της κοινότητας, της φιλίας, της ελευθερίας, του αυτοκαθορισμού, της κοινωνικής-αλληλέγγυας οικονομίας, της στήριξης στην αφθονία των κοινωνικών-συλλογικών αγαθών μας και στους δίκαια κατανεμημένους περιορισμένους φυσικούς πόρους μας.

Να αντιληφθούμε όλοι ότι δε μπορεί να συναινούμε πλέον στον μέχρι τώρα τρόπο ανάπτυξης και διακυβέρνησης που μας οδήγησε εδώ.

Πραγματικά, η απομυθοποίηση του καπιταλισμού και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, μπορεί να μας πείσει πιο εύκολα πια, ότι η εκχώρηση της αντιπροσώπευσης και η διαμεσολάβηση από τους επαγγελματίες πολιτικούς των κομμάτων, δεν είναι ο καλύτερος τρόπος διακυβέρνησης. Ότι θα πρέπει να αναλάβουμε οι ίδιοι την ευθύνη της διαμόρφωσης των συνθηκών της ζωής μας, προχωρώντας σε δομές αυτοοργάνωσης και αυτοκυβέρνησης.

Να δημιουργήσουμε ένα κίνημα, που ξεκινώντας από την «άμυνα», από τα συνθήματα των «πλατειών»: δεν «πληρώνουμε τα χρέη τους», «δε πουλάμε τα κοινωνικά και δημόσια αγαθά μας, ούτε το περιβάλλον μας», «δε χρειαζόμαστε τα λεφτά τους» κ.λπ., να προχωρήσει επιθετικά στη δημιουργία εναλλακτικών μορφών ατομικής και κοινωνικής ύπαρξης. Να διαμορφώσει και να βάλει σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα από τα κάτω, για τους «από κάτω», που θα δίνει λύσεις στην καθημερινότητά τους, αποτινάζοντας από πάνω τους το καθεστώς της αποικίας χρέους, στο οποίο βρίσκεται η χώρα, αλλά και θα αλλάζει την κυρίαρχη ατομική και κοινωνική συνείδηση του ατομικισμού που έχει διαμορφώσει τον κυρίαρχο σημερινό ανθρωπολογικό τύπο της ελληνικής κοινωνίας, ανεξάρτητα της ταξικής του προέλευσης.

Ένα τέτοιο κίνημα μπορεί να γίνει κάποια στιγμή πλειοψηφικό στην κοινωνία, και να την οδηγήσει σε ένα νέο «κοινωνικό συμβόλαιο» για μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική οργάνωσή της:
Με άρνηση της θέσης της χώρας στα πλαίσια του παγκοσμιοποιημένου καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης και της ευρωζώνης και μη συμμόρφωση με τα μέτρα που θα προωθήσουν οι επόμενες κυβερνήσεις
Με διαμόρφωση συνθηκών ενδογενούς και τοπικής παραγωγής και διανομής μέσα από την προώθηση ομάδων παραγωγών, συνεταιρισμών παραγωγών-καταναλωτών για απευθείας διακίνηση τροφίμων και άλλων χρηστικών προϊόντων χωρίς μεσάζοντες, συνεταιριστικών μικρών μαγαζιών, δικτύων διανομής και τοπικών συστημάτων ανταλλαγών κ.λ.π.,
Με επαναπροσδιορισμό γενικότερα από την κοινωνία των βασικών της αναγκών και του τρόπου ικανοποίησή τους, όσο γίνεται λιγότερο μέσω των αγορών και της ατομικής κατανάλωσης.
Με στήριξη στα συλλογικά αγαθά και με μικρότερο κοινωνικό και οικολογικό αποτύπωμα, σε ισορροπία με τη φύση.
Με επιδίωξη περισσότερο της αυτοανάπτυξης-αυτοπραγμάτωσης των πολιτών μέσα από τη συμμετοχή στις δομές αυτοοργάνωσης όλων των επιπέδων (οικονομικών, κοινωνικών, πολιτιστικών, πολιτικών), μέσα από τη κοινωνικοποίηση της εκπαίδευσης και παιδείας και την ενσωμάτωσή της στην κοινωνική ζωή και στην παραγωγική διαδικασία και κάτω από τον έλεγχο των πολιτών και των άμεσων παραγωγών.

iii) Ο ρόλος της Τοπικοποίησης

Η Τοπικοποίηση προτείνεται σαν μια στρατηγική με την οποία θα απαντήσουμε στην «υπαρκτή» παγκοσμιοποίηση και θα επιδιώξουμε τη στροφή σε μια αποκεντρωμένη, επανατοπικοποιημένη, αυτοδιαχειριζόμενη, αταξική, οικολογική κοινωνία της ισοκατανομής, που θα έχει σαν κύτταρο την αυτοδύναμη κοινότητα και το δήμο και θα στηρίζεται στην ομοσπονδιοποίηση δήμων-περιφερειών-εθνών μέσω της θέσμισης της Δημοκρατικής Αυτονομίας και του Δημοκρατικού Ομοσπονδισμού. Για το ξεπέρασμα του δυτικού μοντέλου ανάπτυξης, της κλιματικής-οικολογικής καταστροφής, του καπιταλισμού και του εθνικού κεντρικού κράτους.

Είναι μια στρατηγική στα πλαίσια των γενικότερων προταγμάτων της «απο-ανάπτυξης», της αυτοδιαχείρισης, της «αμεσης δημοκρατίας» και του «κοινοτισμού»
Προτείνεται σαν μια στρατηγική, στα πλαίσια επιλογής ενός μοντέλου αποανάπτυξης και αναβίωσης του κοινοτικού πνεύματος για να ξεπεράσουμε τη κρίση, αλλά και για να αποχαιρετήσουμε τον καπιταλισμό που μας οδηγεί στη βαρβαρότητα και την οικο-καταστροφή.

Προτείνει να στηριχθούμε στις κοινότητες κάθε είδους- αστικές ή της υπαίθρου, αλλά και επαγγελματικές, κοινωνικής ή συνεργατικής οικονομίας, τις κοινότητες ενδιαφερόντων ή του διαδικτύου(π.χ. κοινότητες «κοινής χρήσης» κατοικιών, αυτοκινήτων κ.λπ) -σαν κύτταρα της νέας κοινωνίας που θα επιδιώξουμε. Αυτό θα γίνει καλύτερα αν επιδιώξουμε τα παρακάτω:

• Στήριξη όσο γίνεται περισσότερο στους τοπικούς πόρους κάθε περιοχής και όσον αφορά στη γεωργία στις τοπικές ποικιλίες και ράτσες
• Τοπική ποιοτική παραγωγή για τις ανάγκες κυρίως της αλυσίδας: πολίτης, κοινότητα, δήμος-περιφέρεια και επικράτεια και όχι οπωσδήποτε με κριτήριο το συγκριτικό πλεονέκτημα στη παγκόσμια αγορά
• Δίκτυα Ανταλλαγών-Τοπικά Νομίσματα- Tοπική αγορά των μικρών αποστάσεων
• Μεγαλύτερη συμμετοχή σε θεσμούς αυτοδιαχείρισης μικρής κλίμακας, όπου είναι πιο εύκολος ο έλεγχος από την τοπική κοινωνία.
Εφαλτήρας για την οικονομία μπορεί να γίνει ο αγροδιατροφικός τομέας, ο τομέας ένδυσης-υπόδησης, ο ενεργειακός τομέας με αιχμή στις ΑΠΕ και ο τομέας του ήπιου οικοτουρισμού για δημιουργία επιπλέον τοπικού εισοδήματος
Εφαλτήρας για τη διαμόρφωση αντίστοιχης πολιτικής οι τοπικές κινήσεις πολιτών που παρεμβαίνοντας στις τοπικές κοινωνίες και συμμετέχοντας στις τοπικές εκλογές θα απαιτήσουν «συμμετοχικούς προϋπολογισμούς» στους δήμους.

iv) Ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης

• Τ.Α. θέτει πόρους στη διάθεση συλλογικών δομών εργασίας, με τη μορφή κοινωνικών επιχειρήσεων (συνδυασμός αμειβόμενης εργασίας για ανέργους – εξειδικευμένης από υπαλλήλους του δήμου -εθελοντικής εργασίας από εθελοντές που μαζί με τους υπαλλήλους παίζουν το ρόλο του «εμψυχωτή»)
• Δημιουργεί χώρους παραγωγής και αυτοπαραγωγής (π.χ. εργαστηρίων επαναχρησιμοποίησης ηλεκτρικών – ηλεκτρονικών ειδών, επίπλων, ρούχων, κομποστοποίησης -λιπασματοποίησης οργανικών αποβλήτων, δημοτικών λαχανόκηπων, μεταποιητηρίων γεωργικών προϊόντων κ.λπ.)
• Χώρους απασχόλησης παιδιών ,ανταλλαγής ειδών από «δεύτερο χέρι», γραφείων «συνταξιδιωτών» κ.λπ
• οργάνωση γραφείων-συνεργείων από άνεργους αρχιτέκτονες-οικοδόμους για κατασκευή-μετατροπή κτιρίων σε βιοκλιματικά, συνεργείων για τη δημιουργία «πράσινων στεγών» και «ηλιακών στεγών»
• Ειδική περίπτωση: αυτοδιαχειριζόμενα συνεργεία και όχι ιδιώτες εργολάβοι να αναλαμβάνουν συγκεκριμένες εργασίες του δήμου

v). Ο ρόλος του κοινοτισμού

Ο ρόλος του κοινοτισμού για το ξεπέρασμα της σημερινής κρίσης (αλλά και για το πέρασμα σε μετακαπιταλιστική κοινωνία) θα είναι πολύ σημαντικός:

• Να αναβιώσουμε και σήμερα το κοινοτικό πνεύμα για να ξεπεράσουμε τη κρίση, αλλά και για να αποχαιρετήσουμε τον καπιταλισμό
• Να στηριχθούμε στις κοινότητες σαν κύτταρα της νέας κοινωνίας που θα επιδιώξουμε.
• Όχι μόνο στις χωρικές-αστικές ή της υπαίθρου-αλλά και στις επαγγελματικές, τα εγχειρήματα της κοινωνικής-συνεργατικής οικονομίας ή τις κοινότητες ενδιαφερόντων ή του διαδικτύου (π.χ. κοινότητες «κοινής χρήσης» κατοικιών, αυτοκινήτων κ.λπ)

Σήμερα υπάρχουν ήδη πάνω από 2600 εγχειρήματα κοινοτικού χαρακτήρα στη χώρα, που δεν περιμένουν την επανάσταση ή κάποια «κυβέρνηση κοινωνικής σωτηρίας» για να δώσει λύση. Εμφορούνται από την αντίληψη ότι μπορούν να δημιουργήσουν από τώρα στοιχεία «του κόσμου που θέλουν, μέσα στον κόσμο που θέλουν να ανατρέψουν και να αφήσουν πίσω τους».

Η δική μας συνολική πρόταση:

Να διαμορφωθεί «από τα κάτω» και από τους έλληνες «από κάτω» ένα απαραίτητο ρεαλιστικό και ελκυστικό πρόγραμμα για το ξεπέρασμα της κρίσης και συγχρόνως για τη μετάβαση σε μια μετακαπιταλιστική κοινωνία, σε μια κοινωνία Δημοκρατικής Αυτονομίας που θα στηριχθεί:

• στην οικονομία των βιοτικών αναγκών όσον αφορά στο περιεχόμενο,
• στον συνεργατισμό-συνεταιρισμό όσον αφορά στις σχέσεις παραγωγής,
• στη συλλογική-κοινοτική-δημοτική ιδιοκτησία όσον αφορά στα μέσα παραγωγής,
• στην εγγύτητα και τις μικρές αποστάσεις όσον αφορά στο μικρότερο δυνατό οικολογικό αποτύπωμα,
• στην άμεση δημοκρατία των συνελεύσεων και των ανακλητών εκπροσώπων, όσο αφορά στις διαδικασίες αποφάσεων, πολιτικής θέσμισης και διακυβέρνησης

vi). Ο Συνομοσπονδισμός

Εφαλτήρας για τη διαμόρφωση της κοινοτικής πολιτικής θέσμισης οι Τοπικές Κινήσεις Πολιτών και τα Τοπικά Συμβούλια για τη Δημοκρατική Αυτονομία –με τη μορφή της δημοκρατίας εν δράσει και κοινή ονομασία π.χ. Κινήσεις-Συμβούλια για τη «Δημοκρατική Αυτονομία»-που παρεμβαίνοντας στις τοπικές κοινωνίες στη βάση των προβλημάτων της καθημερινότητας και δημιουργώντας θεσμούς άμεσης δημοκρατίας σε όλα τα επίπεδα- θα μπορέσουν-συνδεόμενες-α και μεταξύ τους- να διαμορφώσουν ένα πρόγραμμα μετάβασης σε ένα σύστημα αποκεντρωμένης δημοκρατικής αυτονομίας και κοινοτισμού, σε μια κοινωνία ελευθερίας, ειρήνης, κοινωνικής και φυλετικής ισότητας, δικαιοσύνης και οικολογικής ισορροπίας.

Αυτές οι Κινήσεις θα απαιτήσουν από τους υπάρχοντες δήμους «συμμετοχικούς προϋπολογισμούς και προγραμματισμούς»(οργανώνοντας π.χ. στις γειτονιές των πόλεων και τα χωριά συνελεύσεις πολιτών όπου θα γίνονται οι προτάσεις και θα αποφασίζονται οι προτεραιότητες και στη συνέχεια Συντονιστικά Συμβούλια με ανακλητούς εκπροσώπους για την προώθηση των λύσεων προς την Τ.Α.

Όταν μπορέσουν να αλλάξουν τους πολιτικούς συσχετισμούς και συμμετέχοντας στις τοπικές εκλογές πάρουν την πλειοψηφία σε κάποιους δήμους, τότε τους μετατρέπουν σε θεσμούς πραγματικής αυτοδιοίκησης και αυτοκυβέρνησης (μικραίνοντας το μέγεθός τους-επιστρέφοντας τουλάχιστον στο καποδιστριακό τους μέγεθος- και θεσμοθετώντας την κοινότητα δρόμου στις πόλεις και την αγροτική κοινότητα σαν το μικρότερο κύτταρο της δημοκρατικής αυτονομίας, τα Συμβούλια Συνοικιών στη συνέχεια και τα Συμβούλια Πόλης.

Όταν γίνει αυτό σε αρκετούς δήμους τους ομοσπονδοποιούν και λειτουργούν για ένα πιθανά μεγάλο διάστημα σαν αυτόνομη ομοσπονδία σε σχέση συμπλήρωσης, αντιπαράθεσης και ρήξης με το κεντρικό κράτος( ένα είδος δυαδικής αντιεξουσίας) έως ότου καταλήξουμε σε ένα νέο «Κοινωνικό Συμβόλαιο» και μια δημοκρατική συνομοσπονδιακή κοινοπολιτεία στην ελληνική επικράτεια (ελπίζουμε ειρηνικά και αναίμακτα, αλλά και προετοιμαζόμενοι για πιθανές συγκρούσεις με αυτοάμυνα και αντίσταση και μεθόδους που θα έχει αναπτύξει το κίνημα εντωμεταξύ).

Από τον «αδύνατο καπιταλιστικό κρίκο της «Ενωμένης Ευρώπης» να μετατρέψουμε τη χώρα σε κόμβο κοινωνικής, πολιτικής και οικολογικής ανάτασης στα πλαίσια του πραγματικού μας «οίκου» που είναι η Μεσόγειος και τα Βαλκάνια. Όπου ανεξάρτητα των θρησκευτικών και φυλετικών διαφορών, καθώς και συνόρων, μπορούν να δημιουργηθούν συνομοσπονδισμένες βιοπεριφέρειες, που θα στηρίζονται σε ένα εκτεταμένο δίκτυο συνεργασιών και μεταξύ τους ροών και θα αναπτύσσουν το μοντέλο της ευζωίας χωρίς «ανάπτυξη» και καταναλωτισμό , αλλά με κοινωνική ισότητα και ατομική εγκράτεια, στηριζόμενοι στα κοινωνικά και συλλογικά αγαθά και την άμεση δημοκρατία.

Γιώργος Κολέμπας

Aντί ενός 4ου Mνημονίου, μια πρόταση επιστροφής…προς τα μπρος

Η κρίση της τελευταίας οκταετίας δεν άλλαξε δραματικά και χειροπιαστά μόνο την καθημερινή ζωή στη χώρα. Έφερε αλλαγή και στο δημόσιο, στον πολιτικό λόγο. Εδώ όμως η αλλαγή πηγαίνει σε αντίθετη κατεύθυνση.
Όσο οι συνέπειες της κρίσης γίνονται οδυνηρότερες, τόσο η γλώσσα που τις περιγράφει γίνεται μαλακότερη, κομψότερη, επισημονικοφανής, πιο αόριστη. Νέες λέξεις εμφανίζονται, που δεν υπάρχουν και στα μεγαλύτερα λεξικά. Άλλες αλλάζουν σημασία. Καινούργιοι όροι επινοούνται. Γνωστά πράγματα βαφτίζονται με νέα ονόματα. Ελληνικές λέξεις παραμερίζονται και στη θέση τους χρησιμοποιούνται ξένες.

Έχουμε λοιπόν :

Αγορές, όχι κεφαλαιούχους
Πρότζεκτ, όχι πρόγραμμα
Τρόικα, όχι δανει(λη)στές
Θεσμούς, όχι τρόικα
Κουαρτέτο, όχι θεσμούς ( Η κακοσήμαντη τρόικα γίνεται θεσμοί, που είναι πιο κομψό, και ύστερα κουαρτέτο, δηλαδή μουσική σύνθεση ή μουσικό σύνολο)
Κάπιταλ κοντρόλς (γραμμένο στα αγγλικά βέβαια, αλίμονο δεν ξέρουμε, capital controls), όχι κεφαλαιακούς ελέγχους
Πιστωτικό γεγονός, όχι χρεοκοπία
Αφήγηση και αφήγημα, όχι πολιτική ανάλυση και πολιτική πρόταση
Διακύβευμα, όχι στοίχημα, το κρίσιμο (ζήτημα)
Προτάγματα, όχι προτεραιότητες, όχι τα κύρια
Μέτρα με πρόσημο κοινωνικό, αριστερό, προοδευτικό, όχι μέτρα φιλολαϊκά
Αποτύπωμα της πολιτικής, όχι συνέπειες της πολιτικής
Αναπροσαρμογή της μισθοδοτικής δαπάνης, όχι περικοπές στους μισθούς
Αναπλαισίωση του συστήματος μισθοδοσίας μέσα από επανυπολογισμό βάσει του νέου νόμου, όχι κόψιμο μισθών
Μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος, όχι κόψιμο των συντάξεων και γενικότερα αφαίρεση ασφαλιστικών δικαιωμάτων
Απασχόληση, όχι εργασία
Απασχολούμενους, όχι εργαζομένους
Ανασφάλιστη εργασία, όχι ωμός εκβιασμός και εκμετάλλευση
Προνόμια, όχι δικαιώματα
Ελαστικές μορφές απασχόλησης, όχι μισό ωράριο, μισή εργασία
Αναδιαρθρώσεις στην οικονομία, όχι καταστροφή της παραγωγικής βάσης της οικονομίας
Εξορθολογισμός του αριθμού των υπαλλήλων, όχι απολύσεις
Παραχώρηση και αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, όχι εκποίηση, όχι ξεπούλημα
Χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, όχι τράπεζες
Πι ες άι (επί το ελληνικότερον PSI, αρχικά από το Private Sector Involvement), όχι ληστεία των αποθεμακών των ασφαλιστικών ταμείων
Περιορισμός της σπατάλης, όχι περικοπή των κοινωνικών δαπανών υγείας, παιδείας, πρόνοιας, όχι γκρέμι του όποιου κοινωνικού κράτους
Σπρέντ, όχι διαφορά επιτοκίου
Στρατηγικοί κακοπληρωτές, όχι οφειλέτες η λαικότερα μπαταξήδες
Χέρ κατ του χρέους(στα αγγλικά βέβαια haircut), όχι κούρεμα
Μηχανισμός αυτόματης δημοσιονομικής διόρθωσης ή Αυτόματος μηχανισμός διόρθωσης παρεκκλίσεων ή Δημοσιονομκός περιοριστής ή Δημοσιονομικός ρυθμιστής απαιτήσεων (πόση εφευρετικότητα!), όχι κόφτης
Χοτ σποτς, όχι Κέντρα υποδοχής ή ταυτοποίησης ή ελέγχου
ΕΕΤΑ (Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ακινήτων), στη συνέχεια ΕΕΤΗΔΕ (Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών, στη συνέχεια ΕΝΦΙΑ (Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων), όχι χαράτσι.

Το αποτέλεσμα είναι πολλοί να αισθάνονται αμηχανία, γιατί δεν καταλαβαίνουν ακριβώς το περιεχόμενο αυτών των εννοιών. Άλλοι αισθάνονται δέος απέναντι σε όσους χρησιμοποιούν τη νέα ορολογία. Άλλοι αισθάνονται μετανάστες μέσα στην ίδια τους τη γλώσσα, γιατί δεν καταλαβαίνουν τίποτε από όλες αυτές τις αγγλοελληνικούρες.

Το σοβαρότερο είναι ότι η γλωσσική σύγχυση φέρνει και τη διανοητική σύγχυση. Είναι γνωστό ότι σκεφτόμαστε με λέξεις και ότι γλώσσα και σκέψη εξελίσσονται από κοινού. Λέξεις με θολό ή αναντίστοιχο προς τα πράγματα περιεχόμενο εμποδίζουν, αν δεν παραλύουν εντελώς, τη σκέψη.

Στο μεταξύ από μέρα σε μέρα, από αξιολόγηση σε αξιολόγηση οι δανει(λη)στές προβάλλουν νέες απαιτήσεις. Οι ελληνικές κυβερνήσεις, είτε πρόθυμα είτε, αναγκαστικά, γιατί δεν έχουν, όπως λένε, άλλη επιλογή, υπακούουν. Προωθούν και εφαρμόζουν μια πολιτική που διαλύει την παραγωγική βάση της χώρας, που κατεδαφίζει το όποιο κοινωνικό υπήρχε και τα δικαιώματα των εργαζομένων, αυτών που παράγουν τον πλούτο. Ξεπουλούν τη δημόσια περιουσία για 99 χρόνια. Δεσμεύουν τις μελλοντικές γενιές για δεκαετίες και δεκαετίες.


Χειρότερα τα πράγματα; Τότε αλλάζουμε τις λέξεις

Μέσα στις σύγχρονες ιστορικές συνθήκες, όπου έχει καταρρεύσει η μόνη μεγάλης κλίμακας εναλλακτική –ο υπαρκτός σοσιαλισμός- και έχει εδραιωθεί ένα νεοφιλελεύθερο καθεστώς πολιτικού αυταρχισμού και φτωχοποίησης των πολλών, από τη δεκαετία του 1990 έχουν αρχίσει νέες αναζητήσεις και συζητήσεις, στη θεωρία και την πράξη, για την ανάκτηση της δημοκρατίας, της ισότητας και της βιώσιμης ευημερίας.

Το 1990 η Elinor Ostrom, πολιτική επιστήμονας στις ΗΠΑ, η οποία θα βραβευθεί αργότερα με το Νόμπελ Οικονομικών, δημοσιεύει το έργο της Η Διαχείριση των Κοινών Πόρων (Governing the Commons, Cambridge University Press, 1990). Σε αυτό αναλύει διεξοδικά διάφορα ιστορικά και σύγχρονα παραδείγματα διαχείρισης φυσικών πόρων –δασών, ψαρότοπων, αρδευτικών δικτύων, βοσκότοπων- από κατά τόπους κοινότητες με θεσμούς άμεσης συμμετοχικής δημοκρατίας και όρους που εξασφαλίζουν ισότητα και δίκαιη κατανομή των πόρων μεταξύ όλων των μελών της κοινότητας. Τα παραδείγματά της εκτείνονται από τη διαχείριση βοσκότοπων στις ελβετικές Άλπεις ως τη συλλογική λειτουργία και νομή αρδευτικών καναλιών στην Ισπανία, ψαρότοπους στην Τουρκία και τις ΗΠΑ κ.α.

Η Ostrom έδειξε ότι οι κατά τόπους κοινότητες έχουν τη γνώση, την εμπειρία και το συμφέρον να διαχειριστούν αυτούς τους πόρους πιο αποτελεσματικά από τις απομακρυσμένες κρατικές γραφειοκρατίες αλλά και ιδιωτικά συμφέροντα που προσβλέπουν στο κέρδος και αδιαφορούν για την οικολογία και τη συντήρηση των φυσικών πόρων. Η συλλογική κοινοτική διαχείριση των πόρων μέσα από θεσμούς άμεσης συμμετοχής όλων των μελών της κοινότητας (ψαράδων, γεωργών, κατοίκων χωριών και κωμοπόλεων) διαμόρφωσε δίκαιους κανόνες χρήσης και νομής που προστατεύουν τα φυσικά οικοσυστήματα και εξασφαλίζουν τη δίκαιη νομή των φυσικών προϊόντων. Αυτή η μορφή συλλογικής διαχείρισης διαφέρει σαφώς και από την κρατική, όπου μια άνωθεν γραφειοκρατία ή ιεραρχία λαμβάνει και επιβάλλει τις αποφάσεις για τους κανόνες διαχείρισης, αλλά και από την ιδιωτική της αγοράς, όπου τους πόρους τους ελέγχουν και τους διαχειρίζονται κατά βούληση ιδιώτες επιχειρηματίες με στόχο το κέρδος.

Τα «κοινά» (commons) ή οι «πόροι κοινής δεξαμενής» (common pool resources) ή η «βασισμένη στα κοινά ομότιμη παραγωγή» αναφέρονται σε ιστορικά ή σύγχρονα σχήματα συλλογικής αυτο-οργάνωσης γύρω από αγαθά τα οποία κατέχει ή/και παράγει συλλογικά μια κοινότητα. Υπάρχουν πολύ διαφορετικά είδη κοινών, από τους φυσικούς κοινούς πόρους (ψαρότοπους, δάση, αρδευτικά κάναλια) ως τα κοινά μέσα παραγωγής σε εργατικούς συνεταιρισμούς, και ψηφιακά κοινά όπως το ανοικτό λογισμικό. Το κρίσιμο είναι ότι τα «κοινά» σημαίνουν κοινούς πόρους τους οποίους διάφορες κοινότητες διαχειρίζονται, παράγουν και διανέμουν από κοινού, μέσα από τη συλλογική συμμετοχή και εξασφαλίζοντας ισότιμη πρόσβαση στα κοινά αγαθά, με τρόπους που ξεφεύγουν από τη λογική και της ατομικής ιδιοκτησίας στην αγορά (με στόχο το κέρδος, σε ανταγωνιστικό πλαίσιο κ.ο.κ) και της δημόσιας-κρατικής ιδιοκτησίας (με την ιεραρχική, συγκεντρωτική και γραφειοκρατική διοίκηση). Οι κοινότητες που κτίζονται με άξονα τα κοινά ανασυστήνουν κοινωνικούς δεσμούς, ικανοποιούν κοινωνικές ανάγκες, προάγουν τη δημοκρατική συμμετοχή και αυτοδιαχείριση στην οικονομία, την πολιτική και άλλα πεδία, και προωθούν νέες ιδέες συνεργατικές παραγωγής και αυτοδιαχείρισης.

H ιστορική αξία αυτών των κοινωνικών κινήσεων και νησίδων έγκειται ακριβώς ότι σε μια εποχή όπου η παγκόσμια ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού έχει διογκώσει σε κοινωνικά αβάστακτο βαθμό τις ανισότητες∙ όπου οι αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες βιώνουν μια χρόνια, οξεία κρίση αντιπροσώπευσης και δημοκρατίας, ενώ οι κοινωνίες αδυνατούν να συγκροτήσουν νέα συλλογικά μέτωπα απέναντι σε άπληστες και καταπιεστικές ελίτ∙ όπου ο οικολογικός βιόκοσμός μας κινδυνεύει να καταστραφεί∙ όπου η παγκόσμια μετανάστευση εξαιτίας των οικολογικών καταστροφών και των παγκόσμιων ανισοτήτων ρίχνει ξανά λάδι στη φωτιά των εθνικισμών, των ρατσισμών και των θρησκευτικών φανατισμών, και όπου δεσπόζει το δόγμα της ΤΙΝΑ («Δεν υπάρχει εναλλακτική») απέναντι στους βασικούς, οικονομικο—πολιτικούς άξονες αυτής της ιστορικής συνθήκης, τα «κοινά» δεν σκιαγραφούν μόνον ξανά το περίγραμμα μιας εναλλακτικής πρότασης απέναντι στο κυρίαρχο κράτος και την αντικοινωνική αγορά, αλλά και την πραγματοποιούν σποραδικά και εν μέρει.

Ανοικοδομούν κοινότητες δράσης και συνεργασίας ανοικτές στη διαφορετικότητα. Ικανοποιούν καθημερινές συλλογικές ανάγκες για τις οποίες αδιαφορεί η «επίσημη» οικονομία και το διαλυμένο κοινωνικό κράτος. Αναβιώνουν μια δημοκρατική πολιτική της συλλογικής σύμπραξης και συναπόφασης. Εφαρμόζουν τρόπους υλικής επιβίωσης και ευζωίας που συμβιώνουν με τα τοπικά και παγκόσμια οικοσυστήματα. Δημιουργούν μορφές προσωπικότητας και κοινωνικών σχέσεων πέρα από τους κυρίαρχους τύπους του καταναλωτισμού, της παθητικότητας και της πολιτικής ανάθεσης σε κυβερνήσεις και αντιπροσώπους που θα «βρουν» τις λύσεις και θα κάνουν πολιτική στη θέση των πολιτών. Τα κοινά είναι μηχανισμοί αντιμετώπισης άμεσων κοινωνικών αναγκών (π.χ. «το νερό για όλους τους πολίτες και όχι για τα ιδιωτικά κέρδη ή όπως ορίζουν οι γραφειοκρατίες»), εστίες συλλογικής αντίστασης στον κρατικό αυταρχισμό και την αρπακτικότητα των αγορών, σχολεία δημοκρατίας και εκπαίδευσης άλλων, υπεύθυνων, ενεργών και αλληλέγγυων πολιτών. Καλλιεργούν τα πρόσωπα και τους χώρους ενός άλλου πολιτισμού και μιας άλλης κοινωνικότητας με ίση ελευθερία, συνεργασία χωρίς εθνικές, φυλετικές και έμφυλες διακρίσεις ή ιδεολογικούς διαχωρισμούς, και συναλληλία μεταξύ των ανθρώπων και των άλλων όντων του πλανήτη.

Για να είναι κοινότητες ελευθερίας, τα κοινά δεν πρέπει να θεμελιώνονται σε οργανικές κοινότητες ουσίας –του έθνους, του αίματος, της αλήθειας, του κληρονομημένου πολιτισμού- αλλά να διαπλάθονται ως κοινότητες ανοικτής, μεταβλητής διάδρασης των διαφόρων ατόμων και ομάδων σε ποικίλα επίπεδα (τοπικό, περιφερειακό, υπερεθνικό, παγκόσμιο, ανάλογα με το αγαθό γύρω από το οποίο ενεργοποιούνται) που δικτυώνονται και συμπράττουν μέσα από ανοικτές πλατφόρμες ή συνελεύσεις. Τα κοινά ως εναλλακτική πρόταση ισότητας και ελευθερίας στην εποχή μας περιλαμβάνουν: α) ανοικτές και πλουραλιστικές κοινότητες, β) αγαθά όπως το νερό, η ενέργεια, ψηφιακά δίκτυα, καλλιτεχνικά έργα, χώρους και κτήρια στην πόλη κ.α. τα οποία οι κοινότητες διαχειρίζονται ισότιμα, συμμετοχικά, δίκαια με βάση τις ανάγκες όλων και με οικολογικά βιώσιμους τρόπους, γ) θεσμούς συμμετοχικής διακυβέρνησης με τους οποίους διεξάγεται η συλλογική διαχείριση και ο ορισμός των κανόνων για τη δημιουργία και τη χρήση των αγαθών. Οι θεσμοί αυτοί είναι θεμελιώδεις για τη συγκρότηση των κοινών με μια λογική πέρα από το σύγχρονο κράτος και την αγορά. Εκφράζουν μια άλλη αντίληψη συμμετοχικής δημοκρατίας με πραγματικό κοινωνικό έλεγχο, λαϊκή εξουσία και ισότητα.

Η ειδοποιός διαφορά των κοινών και, ευρύτερα, των συμμετοχικών δημοκρατιών είναι ότι η πολιτική λήψη αποφάσεων και η διοίκηση καθίστανται μια κοινή υπόθεση με την έννοια που προτάσσουν οι σύγχρονες θεωρίες των «κοινών»: ένα δημόσιο αγαθό προσιτό σε όλα τα μέλη μιας κοινότητας στη βάση της ισότητας. Στην «κοινή δημοκρατία» κάθε πολίτης μπορεί να συμμετάσχει στη συλλογική χάραξη πολιτικής και στην εκτέλεσή της – ὁ βουλόμενος στο λεξιλόγιο της αθηναϊκής δημοκρατίας, όποιος θέλει. Ένα τέτοιο δημοκρατικό καθεστώς είναι πραγματικά διαφορετικό ή ανταγωνιστικό προς τις αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες όπου η λήψη αποφάσεων και η δημόσια διοίκηση ανατίθενται σε ειδικούς, γραφειοκρατίες και εκλεγμένες πολιτικές ελίτ, αποκλείοντας τον συγκεντρωμένο δήμο από οποιαδήποτε ουσιαστική σύμπραξη στην καθημερινή άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Σε αντίθεση με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, οι «κοινές» δημοκρατίες αναιρούν κάθε σταθερή διαίρεση ανάμεσα σε άρχοντες και αρχόμενους, επιτρέποντας σε καθένα και καθεμία να λάβει μέρος, αν το θέλει, στην πολιτική διαβούλευση, το νομοθετικό έργο, τη διοίκηση και την επιβολή του νόμου στις κοινές υποθέσεις. Η συλλογική αυτοδιαχείριση γίνεται λοιπόν επί της αρχής μια υπόθεση των απλών πολιτών, οποιουδήποτε και οποιασδήποτε. Καθένας/μία μπορεί να προτείνει νομοθετικά και πολιτικά μέτρα σε ανοικτούς χώρους διαβούλευσης, και έχει τη δυνατότητα να αναλάβει αξιώματα στους μηχανισμούς της διοίκησης και τα δικαστήρια.

Εν κατακλείδι, οι ιστορικές μορφές της συμμετοχικής δημοκρατίας και σύγχρονα παραδείγματα κοινωνικής αυτοδιαχείρισης παρέχουν πολλές ενδείξεις και ιδέες που μπορούν να συνδράμουν στη διάνοιξη οδών πολιτικής αυτονομίας πέρα από την ηγεμονική αντιπροσώπευση. Οι πρακτικές της αυτοκυβέρνησης από κοινού που αναπτύσσονται σήμερα στη συνεργατική παραγωγή και τη διαχείριση συλλογικών αγαθών, ανεξάρτητα εν μέρει τόσο από τις κρατικές όσο και από τις αγοραίες εντολές, θα μπορούσαν να αναπτυχθούν και να συνυφανθούν σε ευρύτερες ενώσεις σε όλη την κοινωνία για να θέσουν σε κίνηση μια διαδικασία εκδημοκρατισμού από τη βάση.

Σε πολλά διαφορετικά μέρη του κόσμου, από την Κοτσαμπάμπα της Βολιβίας ως το Βερολίνο και το Αμβούργο, τη Βαρκελώνη και τη Νάπολη της Ιταλίας, κινήσεις πολιτών αντιμάχονται την ιδιωτικοποίηση ζωτικών πόρων όπως το νερό και η ενέργεια. Επιδιώκουν τη συλλογική διαχείρισή τους σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης με την πραγματική συμμετοχή των πολιτών στη λήψη των αποφάσεων. Οργανώνουν νέους συνεταιρισμούς και αυτο-οργανωμένα πολιτικά σχήματα για να αναλάβουν θέσεις στην τοπική αυτοδιοίκηση και να πραγματοποιήσουν έναν άλλο τρόπο διαχείρισης των κοινών, από τους πολίτες και για τους πολίτες, ισότιμα και με ιδιαίτερη μέριμνα για το περιβάλλον και τη βιώσιμη χρήση των αγαθών της φύσης και του πολιτισμού. Η πολιτική τους πράξη και λογική πηγαίνει πέρα και από τη γραφειοκρατική, ιεραρχική διαχείριση των τοπικών πόρων και της τοπικής αυτοδιοίκησης από δημάρχους και παραδοσιακά δημοτικά σχήματα ή από την αγορά.

Αυτή η διαφορετική δράση των απλών πολιτών για την πραγματική δημοκρατία, τις κοινωνικές ανάγκες και την προστασία του περιβάλλοντας μπορεί να λειτουργήσει ως πραγματικό ανάχωμα ενάντια στην εκποίηση από το κράτος δασών, νερών, παραλιών, εκτάσεων γης και ποικίλων πηγών ενέργειας. Και μπορεί να γίνει η βάση για μια άλλη δημοκρατία των πολιτών για το κοινό καλό, η οποία θα ξεκινάει από το άμεσο, τοπικό επίπεδο και θα ανεβαίνει σταδιακά προς το περιφερειακό και τοπικό επίπεδο με τη δικτύωση και τη συνεργασία των εναλλακτικών σχημάτων τοπικής αυτοδιοίκησης. Αυτό συμβαίνει ήδη σε μεγάλες πόλεις της Ισπανίας, της Ιταλίας και τη Γερμανίας, μεταξύ άλλων. Η επέκταση και ενίσχυση τέτοιων διαφορετικών συλλογικών πολιτικών σε όλη την Ευρώπη και τον κόσμο είναι το μεγάλο στοίχημα για μια άλλη δημοκρατία, της αλληλεγγύης, της οικολογίας, της ισότητας και των κοινωνικών αναγκών στον 21ο αιώνα.


Αλέξανδρος Κιουπκιολής

*Ο Αλέξανδρος Κιουπκιολής, επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο ΑΠΘ και ο Ανδρέας Καρίτζης, δρ Φιλοσοφίας θα παρουσιάσουν το εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο του David Bollier, «Κοινά, μια σύντομη εισαγωγή», εκδόσεις Angelus Novus την Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου και ώρα 7:30 μ.μ. στο bar Manifesto.


Ο εναλλακτικός δρόμος των κοινών: πέρα από την κρίση, την αυταρχική ολιγαρχία και τη μεταδημοκρατία

Μέσα στις σύγχρονες ιστορικές συνθήκες, όπου έχει καταρρεύσει η μόνη μεγάλης κλίμακας εναλλακτική –ο υπαρκτός σοσιαλισμός- και έχει εδραιωθεί ένα νεοφιλελεύθερο καθεστώς πολιτικού αυταρχισμού και φτωχοποίησης των πολλών, από τη δεκαετία του 1990 έχουν αρχίσει νέες αναζητήσεις και συζητήσεις, στη θεωρία και την πράξη, για την ανάκτηση της δημοκρατίας, της ισότητας και της βιώσιμης ευημερίας.

Το 1990 η Elinor Ostrom, πολιτική επιστήμονας στις ΗΠΑ, η οποία θα βραβευθεί αργότερα με το Νόμπελ Οικονομικών, δημοσιεύει το έργο της Η Διαχείριση των Κοινών Πόρων (Governing the Commons, Cambridge University Press, 1990). Σε αυτό αναλύει διεξοδικά διάφορα ιστορικά και σύγχρονα παραδείγματα διαχείρισης φυσικών πόρων –δασών, ψαρότοπων, αρδευτικών δικτύων, βοσκότοπων- από κατά τόπους κοινότητες με θεσμούς άμεσης συμμετοχικής δημοκρατίας και όρους που εξασφαλίζουν ισότητα και δίκαιη κατανομή των πόρων μεταξύ όλων των μελών της κοινότητας. Τα παραδείγματά της εκτείνονται από τη διαχείριση βοσκότοπων στις ελβετικές Άλπεις ως τη συλλογική λειτουργία και νομή αρδευτικών καναλιών στην Ισπανία, ψαρότοπους στην Τουρκία και τις ΗΠΑ κ.α.

Η Ostrom έδειξε ότι οι κατά τόπους κοινότητες έχουν τη γνώση, την εμπειρία και το συμφέρον να διαχειριστούν αυτούς τους πόρους πιο αποτελεσματικά από τις απομακρυσμένες κρατικές γραφειοκρατίες αλλά και ιδιωτικά συμφέροντα που προσβλέπουν στο κέρδος και αδιαφορούν για την οικολογία και τη συντήρηση των φυσικών πόρων. Η συλλογική κοινοτική διαχείριση των πόρων μέσα από θεσμούς άμεσης συμμετοχής όλων των μελών της κοινότητας (ψαράδων, γεωργών, κατοίκων χωριών και κωμοπόλεων) διαμόρφωσε δίκαιους κανόνες χρήσης και νομής που προστατεύουν τα φυσικά οικοσυστήματα και εξασφαλίζουν τη δίκαιη νομή των φυσικών προϊόντων. Αυτή η μορφή συλλογικής διαχείρισης διαφέρει σαφώς και από την κρατική, όπου μια άνωθεν γραφειοκρατία ή ιεραρχία λαμβάνει και επιβάλλει τις αποφάσεις για τους κανόνες διαχείρισης, αλλά και από την ιδιωτική της αγοράς, όπου τους πόρους τους ελέγχουν και τους διαχειρίζονται κατά βούληση ιδιώτες επιχειρηματίες με στόχο το κέρδος.

Τα «κοινά» (commons) ή οι «πόροι κοινής δεξαμενής» (common pool resources) ή η «βασισμένη στα κοινά ομότιμη παραγωγή» αναφέρονται σε ιστορικά ή σύγχρονα σχήματα συλλογικής αυτο-οργάνωσης γύρω από αγαθά τα οποία κατέχει ή/και παράγει συλλογικά μια κοινότητα. Υπάρχουν πολύ διαφορετικά είδη κοινών, από τους φυσικούς κοινούς πόρους (ψαρότοπους, δάση, αρδευτικά κάναλια) ως τα κοινά μέσα παραγωγής σε εργατικούς συνεταιρισμούς, και ψηφιακά κοινά όπως το ανοικτό λογισμικό. Το κρίσιμο είναι ότι τα «κοινά» σημαίνουν κοινούς πόρους τους οποίους διάφορες κοινότητες διαχειρίζονται, παράγουν και διανέμουν από κοινού, μέσα από τη συλλογική συμμετοχή και εξασφαλίζοντας ισότιμη πρόσβαση στα κοινά αγαθά, με τρόπους που ξεφεύγουν από τη λογική και της ατομικής ιδιοκτησίας στην αγορά (με στόχο το κέρδος, σε ανταγωνιστικό πλαίσιο κ.ο.κ) και της δημόσιας-κρατικής ιδιοκτησίας (με την ιεραρχική, συγκεντρωτική και γραφειοκρατική διοίκηση). Οι κοινότητες που κτίζονται με άξονα τα κοινά ανασυστήνουν κοινωνικούς δεσμούς, ικανοποιούν κοινωνικές ανάγκες, προάγουν τη δημοκρατική συμμετοχή και αυτοδιαχείριση στην οικονομία, την πολιτική και άλλα πεδία, και προωθούν νέες ιδέες συνεργατικές παραγωγής και αυτοδιαχείρισης.

H ιστορική αξία αυτών των κοινωνικών κινήσεων και νησίδων έγκειται ακριβώς ότι σε μια εποχή όπου η παγκόσμια ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού έχει διογκώσει σε κοινωνικά αβάστακτο βαθμό τις ανισότητες∙ όπου οι αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες βιώνουν μια χρόνια, οξεία κρίση αντιπροσώπευσης και δημοκρατίας, ενώ οι κοινωνίες αδυνατούν να συγκροτήσουν νέα συλλογικά μέτωπα απέναντι σε άπληστες και καταπιεστικές ελίτ∙ όπου ο οικολογικός βιόκοσμός μας κινδυνεύει να καταστραφεί∙ όπου η παγκόσμια μετανάστευση εξαιτίας των οικολογικών καταστροφών και των παγκόσμιων ανισοτήτων ρίχνει ξανά λάδι στη φωτιά των εθνικισμών, των ρατσισμών και των θρησκευτικών φανατισμών, και όπου δεσπόζει το δόγμα της ΤΙΝΑ («Δεν υπάρχει εναλλακτική») απέναντι στους βασικούς, οικονομικο—πολιτικούς άξονες αυτής της ιστορικής συνθήκης, τα «κοινά» δεν σκιαγραφούν μόνον ξανά το περίγραμμα μιας εναλλακτικής πρότασης απέναντι στο κυρίαρχο κράτος και την αντικοινωνική αγορά, αλλά και την πραγματοποιούν σποραδικά και εν μέρει.

Ανοικοδομούν κοινότητες δράσης και συνεργασίας ανοικτές στη διαφορετικότητα. Ικανοποιούν καθημερινές συλλογικές ανάγκες για τις οποίες αδιαφορεί η «επίσημη» οικονομία και το διαλυμένο κοινωνικό κράτος. Αναβιώνουν μια δημοκρατική πολιτική της συλλογικής σύμπραξης και συναπόφασης. Εφαρμόζουν τρόπους υλικής επιβίωσης και ευζωίας που συμβιώνουν με τα τοπικά και παγκόσμια οικοσυστήματα. Δημιουργούν μορφές προσωπικότητας και κοινωνικών σχέσεων πέρα από τους κυρίαρχους τύπους του καταναλωτισμού, της παθητικότητας και της πολιτικής ανάθεσης σε κυβερνήσεις και αντιπροσώπους που θα «βρουν» τις λύσεις και θα κάνουν πολιτική στη θέση των πολιτών. Τα κοινά είναι μηχανισμοί αντιμετώπισης άμεσων κοινωνικών αναγκών (π.χ. «το νερό για όλους τους πολίτες και όχι για τα ιδιωτικά κέρδη ή όπως ορίζουν οι γραφειοκρατίες»), εστίες συλλογικής αντίστασης στον κρατικό αυταρχισμό και την αρπακτικότητα των αγορών, σχολεία δημοκρατίας και εκπαίδευσης άλλων, υπεύθυνων, ενεργών και αλληλέγγυων πολιτών. Καλλιεργούν τα πρόσωπα και τους χώρους ενός άλλου πολιτισμού και μιας άλλης κοινωνικότητας με ίση ελευθερία, συνεργασία χωρίς εθνικές, φυλετικές και έμφυλες διακρίσεις ή ιδεολογικούς διαχωρισμούς, και συναλληλία μεταξύ των ανθρώπων και των άλλων όντων του πλανήτη.

Για να είναι κοινότητες ελευθερίας, τα κοινά δεν πρέπει να θεμελιώνονται σε οργανικές κοινότητες ουσίας –του έθνους, του αίματος, της αλήθειας, του κληρονομημένου πολιτισμού- αλλά να διαπλάθονται ως κοινότητες ανοικτής, μεταβλητής διάδρασης των διαφόρων ατόμων και ομάδων σε ποικίλα επίπεδα (τοπικό, περιφερειακό, υπερεθνικό, παγκόσμιο, ανάλογα με το αγαθό γύρω από το οποίο ενεργοποιούνται) που δικτυώνονται και συμπράττουν μέσα από ανοικτές πλατφόρμες ή συνελεύσεις. Τα κοινά ως εναλλακτική πρόταση ισότητας και ελευθερίας στην εποχή μας περιλαμβάνουν: α) ανοικτές και πλουραλιστικές κοινότητες, β) αγαθά όπως το νερό, η ενέργεια, ψηφιακά δίκτυα, καλλιτεχνικά έργα, χώρους και κτήρια στην πόλη κ.α. τα οποία οι κοινότητες διαχειρίζονται ισότιμα, συμμετοχικά, δίκαια με βάση τις ανάγκες όλων και με οικολογικά βιώσιμους τρόπους, γ) θεσμούς συμμετοχικής διακυβέρνησης με τους οποίους διεξάγεται η συλλογική διαχείριση και ο ορισμός των κανόνων για τη δημιουργία και τη χρήση των αγαθών. Οι θεσμοί αυτοί είναι θεμελιώδεις για τη συγκρότηση των κοινών με μια λογική πέρα από το σύγχρονο κράτος και την αγορά. Εκφράζουν μια άλλη αντίληψη συμμετοχικής δημοκρατίας με πραγματικό κοινωνικό έλεγχο, λαϊκή εξουσία και ισότητα.

Η ειδοποιός διαφορά των κοινών και, ευρύτερα, των συμμετοχικών δημοκρατιών είναι ότι η πολιτική λήψη αποφάσεων και η διοίκηση καθίστανται μια κοινή υπόθεση με την έννοια που προτάσσουν οι σύγχρονες θεωρίες των «κοινών»: ένα δημόσιο αγαθό προσιτό σε όλα τα μέλη μιας κοινότητας στη βάση της ισότητας. Στην «κοινή δημοκρατία» κάθε πολίτης μπορεί να συμμετάσχει στη συλλογική χάραξη πολιτικής και στην εκτέλεσή της – ὁ βουλόμενος στο λεξιλόγιο της αθηναϊκής δημοκρατίας, όποιος θέλει. Ένα τέτοιο δημοκρατικό καθεστώς είναι πραγματικά διαφορετικό ή ανταγωνιστικό προς τις αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες όπου η λήψη αποφάσεων και η δημόσια διοίκηση ανατίθενται σε ειδικούς, γραφειοκρατίες και εκλεγμένες πολιτικές ελίτ, αποκλείοντας τον συγκεντρωμένο δήμο από οποιαδήποτε ουσιαστική σύμπραξη στην καθημερινή άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Σε αντίθεση με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, οι «κοινές» δημοκρατίες αναιρούν κάθε σταθερή διαίρεση ανάμεσα σε άρχοντες και αρχόμενους, επιτρέποντας σε καθένα και καθεμία να λάβει μέρος, αν το θέλει, στην πολιτική διαβούλευση, το νομοθετικό έργο, τη διοίκηση και την επιβολή του νόμου στις κοινές υποθέσεις. Η συλλογική αυτοδιαχείριση γίνεται λοιπόν επί της αρχής μια υπόθεση των απλών πολιτών, οποιουδήποτε και οποιασδήποτε. Καθένας/μία μπορεί να προτείνει νομοθετικά και πολιτικά μέτρα σε ανοικτούς χώρους διαβούλευσης, και έχει τη δυνατότητα να αναλάβει αξιώματα στους μηχανισμούς της διοίκησης και τα δικαστήρια.

Εν κατακλείδι, οι ιστορικές μορφές της συμμετοχικής δημοκρατίας και σύγχρονα παραδείγματα κοινωνικής αυτοδιαχείρισης παρέχουν πολλές ενδείξεις και ιδέες που μπορούν να συνδράμουν στη διάνοιξη οδών πολιτικής αυτονομίας πέρα από την ηγεμονική αντιπροσώπευση. Οι πρακτικές της αυτοκυβέρνησης από κοινού που αναπτύσσονται σήμερα στη συνεργατική παραγωγή και τη διαχείριση συλλογικών αγαθών, ανεξάρτητα εν μέρει τόσο από τις κρατικές όσο και από τις αγοραίες εντολές, θα μπορούσαν να αναπτυχθούν και να συνυφανθούν σε ευρύτερες ενώσεις σε όλη την κοινωνία για να θέσουν σε κίνηση μια διαδικασία εκδημοκρατισμού από τη βάση.

Σε πολλά διαφορετικά μέρη του κόσμου, από την Κοτσαμπάμπα της Βολιβίας ως το Βερολίνο και το Αμβούργο, τη Βαρκελώνη και τη Νάπολη της Ιταλίας, κινήσεις πολιτών αντιμάχονται την ιδιωτικοποίηση ζωτικών πόρων όπως το νερό και η ενέργεια. Επιδιώκουν τη συλλογική διαχείρισή τους σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης με την πραγματική συμμετοχή των πολιτών στη λήψη των αποφάσεων. Οργανώνουν νέους συνεταιρισμούς και αυτο-οργανωμένα πολιτικά σχήματα για να αναλάβουν θέσεις στην τοπική αυτοδιοίκηση και να πραγματοποιήσουν έναν άλλο τρόπο διαχείρισης των κοινών, από τους πολίτες και για τους πολίτες, ισότιμα και με ιδιαίτερη μέριμνα για το περιβάλλον και τη βιώσιμη χρήση των αγαθών της φύσης και του πολιτισμού. Η πολιτική τους πράξη και λογική πηγαίνει πέρα και από τη γραφειοκρατική, ιεραρχική διαχείριση των τοπικών πόρων και της τοπικής αυτοδιοίκησης από δημάρχους και παραδοσιακά δημοτικά σχήματα ή από την αγορά.

Αυτή η διαφορετική δράση των απλών πολιτών για την πραγματική δημοκρατία, τις κοινωνικές ανάγκες και την προστασία του περιβάλλοντας μπορεί να λειτουργήσει ως πραγματικό ανάχωμα ενάντια στην εκποίηση από το κράτος δασών, νερών, παραλιών, εκτάσεων γης και ποικίλων πηγών ενέργειας. Και μπορεί να γίνει η βάση για μια άλλη δημοκρατία των πολιτών για το κοινό καλό, η οποία θα ξεκινάει από το άμεσο, τοπικό επίπεδο και θα ανεβαίνει σταδιακά προς το περιφερειακό και τοπικό επίπεδο με τη δικτύωση και τη συνεργασία των εναλλακτικών σχημάτων τοπικής αυτοδιοίκησης. Αυτό συμβαίνει ήδη σε μεγάλες πόλεις της Ισπανίας, της Ιταλίας και τη Γερμανίας, μεταξύ άλλων. Η επέκταση και ενίσχυση τέτοιων διαφορετικών συλλογικών πολιτικών σε όλη την Ευρώπη και τον κόσμο είναι το μεγάλο στοίχημα για μια άλλη δημοκρατία, της αλληλεγγύης, της οικολογίας, της ισότητας και των κοινωνικών αναγκών στον 21ο αιώνα.


Αλέξανδρος Κιουπκιολής

*Ο Αλέξανδρος Κιουπκιολής, επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο ΑΠΘ και ο Ανδρέας Καρίτζης, δρ Φιλοσοφίας θα παρουσιάσουν το εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο του David Bollier, «Κοινά, μια σύντομη εισαγωγή», εκδόσεις Angelus Novus την Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου και ώρα 7:30 μ.μ. στο bar Manifesto.


Ο εναλλακτικός δρόμος των κοινών: πέρα από την κρίση, την αυταρχική ολιγαρχία και τη μεταδημοκρατία

Μέσα στις σύγχρονες ιστορικές συνθήκες, όπου έχει καταρρεύσει η μόνη μεγάλης κλίμακας εναλλακτική –ο υπαρκτός σοσιαλισμός- και έχει εδραιωθεί ένα νεοφιλελεύθερο καθεστώς πολιτικού αυταρχισμού και φτωχοποίησης των πολλών, από τη δεκαετία του 1990 έχουν αρχίσει νέες αναζητήσεις και συζητήσεις, στη θεωρία και την πράξη, για την ανάκτηση της δημοκρατίας, της ισότητας και της βιώσιμης ευημερίας.

Το 1990 η Elinor Ostrom, πολιτική επιστήμονας στις ΗΠΑ, η οποία θα βραβευθεί αργότερα με το Νόμπελ Οικονομικών, δημοσιεύει το έργο της Η Διαχείριση των Κοινών Πόρων (Governing the Commons, Cambridge University Press, 1990). Σε αυτό αναλύει διεξοδικά διάφορα ιστορικά και σύγχρονα παραδείγματα διαχείρισης φυσικών πόρων –δασών, ψαρότοπων, αρδευτικών δικτύων, βοσκότοπων- από κατά τόπους κοινότητες με θεσμούς άμεσης συμμετοχικής δημοκρατίας και όρους που εξασφαλίζουν ισότητα και δίκαιη κατανομή των πόρων μεταξύ όλων των μελών της κοινότητας. Τα παραδείγματά της εκτείνονται από τη διαχείριση βοσκότοπων στις ελβετικές Άλπεις ως τη συλλογική λειτουργία και νομή αρδευτικών καναλιών στην Ισπανία, ψαρότοπους στην Τουρκία και τις ΗΠΑ κ.α.

Η Ostrom έδειξε ότι οι κατά τόπους κοινότητες έχουν τη γνώση, την εμπειρία και το συμφέρον να διαχειριστούν αυτούς τους πόρους πιο αποτελεσματικά από τις απομακρυσμένες κρατικές γραφειοκρατίες αλλά και ιδιωτικά συμφέροντα που προσβλέπουν στο κέρδος και αδιαφορούν για την οικολογία και τη συντήρηση των φυσικών πόρων. Η συλλογική κοινοτική διαχείριση των πόρων μέσα από θεσμούς άμεσης συμμετοχής όλων των μελών της κοινότητας (ψαράδων, γεωργών, κατοίκων χωριών και κωμοπόλεων) διαμόρφωσε δίκαιους κανόνες χρήσης και νομής που προστατεύουν τα φυσικά οικοσυστήματα και εξασφαλίζουν τη δίκαιη νομή των φυσικών προϊόντων. Αυτή η μορφή συλλογικής διαχείρισης διαφέρει σαφώς και από την κρατική, όπου μια άνωθεν γραφειοκρατία ή ιεραρχία λαμβάνει και επιβάλλει τις αποφάσεις για τους κανόνες διαχείρισης, αλλά και από την ιδιωτική της αγοράς, όπου τους πόρους τους ελέγχουν και τους διαχειρίζονται κατά βούληση ιδιώτες επιχειρηματίες με στόχο το κέρδος.

Τα «κοινά» (commons) ή οι «πόροι κοινής δεξαμενής» (common pool resources) ή η «βασισμένη στα κοινά ομότιμη παραγωγή» αναφέρονται σε ιστορικά ή σύγχρονα σχήματα συλλογικής αυτο-οργάνωσης γύρω από αγαθά τα οποία κατέχει ή/και παράγει συλλογικά μια κοινότητα. Υπάρχουν πολύ διαφορετικά είδη κοινών, από τους φυσικούς κοινούς πόρους (ψαρότοπους, δάση, αρδευτικά κάναλια) ως τα κοινά μέσα παραγωγής σε εργατικούς συνεταιρισμούς, και ψηφιακά κοινά όπως το ανοικτό λογισμικό. Το κρίσιμο είναι ότι τα «κοινά» σημαίνουν κοινούς πόρους τους οποίους διάφορες κοινότητες διαχειρίζονται, παράγουν και διανέμουν από κοινού, μέσα από τη συλλογική συμμετοχή και εξασφαλίζοντας ισότιμη πρόσβαση στα κοινά αγαθά, με τρόπους που ξεφεύγουν από τη λογική και της ατομικής ιδιοκτησίας στην αγορά (με στόχο το κέρδος, σε ανταγωνιστικό πλαίσιο κ.ο.κ) και της δημόσιας-κρατικής ιδιοκτησίας (με την ιεραρχική, συγκεντρωτική και γραφειοκρατική διοίκηση). Οι κοινότητες που κτίζονται με άξονα τα κοινά ανασυστήνουν κοινωνικούς δεσμούς, ικανοποιούν κοινωνικές ανάγκες, προάγουν τη δημοκρατική συμμετοχή και αυτοδιαχείριση στην οικονομία, την πολιτική και άλλα πεδία, και προωθούν νέες ιδέες συνεργατικές παραγωγής και αυτοδιαχείρισης.

H ιστορική αξία αυτών των κοινωνικών κινήσεων και νησίδων έγκειται ακριβώς ότι σε μια εποχή όπου η παγκόσμια ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού έχει διογκώσει σε κοινωνικά αβάστακτο βαθμό τις ανισότητες∙ όπου οι αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες βιώνουν μια χρόνια, οξεία κρίση αντιπροσώπευσης και δημοκρατίας, ενώ οι κοινωνίες αδυνατούν να συγκροτήσουν νέα συλλογικά μέτωπα απέναντι σε άπληστες και καταπιεστικές ελίτ∙ όπου ο οικολογικός βιόκοσμός μας κινδυνεύει να καταστραφεί∙ όπου η παγκόσμια μετανάστευση εξαιτίας των οικολογικών καταστροφών και των παγκόσμιων ανισοτήτων ρίχνει ξανά λάδι στη φωτιά των εθνικισμών, των ρατσισμών και των θρησκευτικών φανατισμών, και όπου δεσπόζει το δόγμα της ΤΙΝΑ («Δεν υπάρχει εναλλακτική») απέναντι στους βασικούς, οικονομικο—πολιτικούς άξονες αυτής της ιστορικής συνθήκης, τα «κοινά» δεν σκιαγραφούν μόνον ξανά το περίγραμμα μιας εναλλακτικής πρότασης απέναντι στο κυρίαρχο κράτος και την αντικοινωνική αγορά, αλλά και την πραγματοποιούν σποραδικά και εν μέρει.

Ανοικοδομούν κοινότητες δράσης και συνεργασίας ανοικτές στη διαφορετικότητα. Ικανοποιούν καθημερινές συλλογικές ανάγκες για τις οποίες αδιαφορεί η «επίσημη» οικονομία και το διαλυμένο κοινωνικό κράτος. Αναβιώνουν μια δημοκρατική πολιτική της συλλογικής σύμπραξης και συναπόφασης. Εφαρμόζουν τρόπους υλικής επιβίωσης και ευζωίας που συμβιώνουν με τα τοπικά και παγκόσμια οικοσυστήματα. Δημιουργούν μορφές προσωπικότητας και κοινωνικών σχέσεων πέρα από τους κυρίαρχους τύπους του καταναλωτισμού, της παθητικότητας και της πολιτικής ανάθεσης σε κυβερνήσεις και αντιπροσώπους που θα «βρουν» τις λύσεις και θα κάνουν πολιτική στη θέση των πολιτών. Τα κοινά είναι μηχανισμοί αντιμετώπισης άμεσων κοινωνικών αναγκών (π.χ. «το νερό για όλους τους πολίτες και όχι για τα ιδιωτικά κέρδη ή όπως ορίζουν οι γραφειοκρατίες»), εστίες συλλογικής αντίστασης στον κρατικό αυταρχισμό και την αρπακτικότητα των αγορών, σχολεία δημοκρατίας και εκπαίδευσης άλλων, υπεύθυνων, ενεργών και αλληλέγγυων πολιτών. Καλλιεργούν τα πρόσωπα και τους χώρους ενός άλλου πολιτισμού και μιας άλλης κοινωνικότητας με ίση ελευθερία, συνεργασία χωρίς εθνικές, φυλετικές και έμφυλες διακρίσεις ή ιδεολογικούς διαχωρισμούς, και συναλληλία μεταξύ των ανθρώπων και των άλλων όντων του πλανήτη.

Για να είναι κοινότητες ελευθερίας, τα κοινά δεν πρέπει να θεμελιώνονται σε οργανικές κοινότητες ουσίας –του έθνους, του αίματος, της αλήθειας, του κληρονομημένου πολιτισμού- αλλά να διαπλάθονται ως κοινότητες ανοικτής, μεταβλητής διάδρασης των διαφόρων ατόμων και ομάδων σε ποικίλα επίπεδα (τοπικό, περιφερειακό, υπερεθνικό, παγκόσμιο, ανάλογα με το αγαθό γύρω από το οποίο ενεργοποιούνται) που δικτυώνονται και συμπράττουν μέσα από ανοικτές πλατφόρμες ή συνελεύσεις. Τα κοινά ως εναλλακτική πρόταση ισότητας και ελευθερίας στην εποχή μας περιλαμβάνουν: α) ανοικτές και πλουραλιστικές κοινότητες, β) αγαθά όπως το νερό, η ενέργεια, ψηφιακά δίκτυα, καλλιτεχνικά έργα, χώρους και κτήρια στην πόλη κ.α. τα οποία οι κοινότητες διαχειρίζονται ισότιμα, συμμετοχικά, δίκαια με βάση τις ανάγκες όλων και με οικολογικά βιώσιμους τρόπους, γ) θεσμούς συμμετοχικής διακυβέρνησης με τους οποίους διεξάγεται η συλλογική διαχείριση και ο ορισμός των κανόνων για τη δημιουργία και τη χρήση των αγαθών. Οι θεσμοί αυτοί είναι θεμελιώδεις για τη συγκρότηση των κοινών με μια λογική πέρα από το σύγχρονο κράτος και την αγορά. Εκφράζουν μια άλλη αντίληψη συμμετοχικής δημοκρατίας με πραγματικό κοινωνικό έλεγχο, λαϊκή εξουσία και ισότητα.

Η ειδοποιός διαφορά των κοινών και, ευρύτερα, των συμμετοχικών δημοκρατιών είναι ότι η πολιτική λήψη αποφάσεων και η διοίκηση καθίστανται μια κοινή υπόθεση με την έννοια που προτάσσουν οι σύγχρονες θεωρίες των «κοινών»: ένα δημόσιο αγαθό προσιτό σε όλα τα μέλη μιας κοινότητας στη βάση της ισότητας. Στην «κοινή δημοκρατία» κάθε πολίτης μπορεί να συμμετάσχει στη συλλογική χάραξη πολιτικής και στην εκτέλεσή της – ὁ βουλόμενος στο λεξιλόγιο της αθηναϊκής δημοκρατίας, όποιος θέλει. Ένα τέτοιο δημοκρατικό καθεστώς είναι πραγματικά διαφορετικό ή ανταγωνιστικό προς τις αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες όπου η λήψη αποφάσεων και η δημόσια διοίκηση ανατίθενται σε ειδικούς, γραφειοκρατίες και εκλεγμένες πολιτικές ελίτ, αποκλείοντας τον συγκεντρωμένο δήμο από οποιαδήποτε ουσιαστική σύμπραξη στην καθημερινή άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Σε αντίθεση με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, οι «κοινές» δημοκρατίες αναιρούν κάθε σταθερή διαίρεση ανάμεσα σε άρχοντες και αρχόμενους, επιτρέποντας σε καθένα και καθεμία να λάβει μέρος, αν το θέλει, στην πολιτική διαβούλευση, το νομοθετικό έργο, τη διοίκηση και την επιβολή του νόμου στις κοινές υποθέσεις. Η συλλογική αυτοδιαχείριση γίνεται λοιπόν επί της αρχής μια υπόθεση των απλών πολιτών, οποιουδήποτε και οποιασδήποτε. Καθένας/μία μπορεί να προτείνει νομοθετικά και πολιτικά μέτρα σε ανοικτούς χώρους διαβούλευσης, και έχει τη δυνατότητα να αναλάβει αξιώματα στους μηχανισμούς της διοίκησης και τα δικαστήρια.

Εν κατακλείδι, οι ιστορικές μορφές της συμμετοχικής δημοκρατίας και σύγχρονα παραδείγματα κοινωνικής αυτοδιαχείρισης παρέχουν πολλές ενδείξεις και ιδέες που μπορούν να συνδράμουν στη διάνοιξη οδών πολιτικής αυτονομίας πέρα από την ηγεμονική αντιπροσώπευση. Οι πρακτικές της αυτοκυβέρνησης από κοινού που αναπτύσσονται σήμερα στη συνεργατική παραγωγή και τη διαχείριση συλλογικών αγαθών, ανεξάρτητα εν μέρει τόσο από τις κρατικές όσο και από τις αγοραίες εντολές, θα μπορούσαν να αναπτυχθούν και να συνυφανθούν σε ευρύτερες ενώσεις σε όλη την κοινωνία για να θέσουν σε κίνηση μια διαδικασία εκδημοκρατισμού από τη βάση.

Σε πολλά διαφορετικά μέρη του κόσμου, από την Κοτσαμπάμπα της Βολιβίας ως το Βερολίνο και το Αμβούργο, τη Βαρκελώνη και τη Νάπολη της Ιταλίας, κινήσεις πολιτών αντιμάχονται την ιδιωτικοποίηση ζωτικών πόρων όπως το νερό και η ενέργεια. Επιδιώκουν τη συλλογική διαχείρισή τους σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης με την πραγματική συμμετοχή των πολιτών στη λήψη των αποφάσεων. Οργανώνουν νέους συνεταιρισμούς και αυτο-οργανωμένα πολιτικά σχήματα για να αναλάβουν θέσεις στην τοπική αυτοδιοίκηση και να πραγματοποιήσουν έναν άλλο τρόπο διαχείρισης των κοινών, από τους πολίτες και για τους πολίτες, ισότιμα και με ιδιαίτερη μέριμνα για το περιβάλλον και τη βιώσιμη χρήση των αγαθών της φύσης και του πολιτισμού. Η πολιτική τους πράξη και λογική πηγαίνει πέρα και από τη γραφειοκρατική, ιεραρχική διαχείριση των τοπικών πόρων και της τοπικής αυτοδιοίκησης από δημάρχους και παραδοσιακά δημοτικά σχήματα ή από την αγορά.

Αυτή η διαφορετική δράση των απλών πολιτών για την πραγματική δημοκρατία, τις κοινωνικές ανάγκες και την προστασία του περιβάλλοντας μπορεί να λειτουργήσει ως πραγματικό ανάχωμα ενάντια στην εκποίηση από το κράτος δασών, νερών, παραλιών, εκτάσεων γης και ποικίλων πηγών ενέργειας. Και μπορεί να γίνει η βάση για μια άλλη δημοκρατία των πολιτών για το κοινό καλό, η οποία θα ξεκινάει από το άμεσο, τοπικό επίπεδο και θα ανεβαίνει σταδιακά προς το περιφερειακό και τοπικό επίπεδο με τη δικτύωση και τη συνεργασία των εναλλακτικών σχημάτων τοπικής αυτοδιοίκησης. Αυτό συμβαίνει ήδη σε μεγάλες πόλεις της Ισπανίας, της Ιταλίας και τη Γερμανίας, μεταξύ άλλων. Η επέκταση και ενίσχυση τέτοιων διαφορετικών συλλογικών πολιτικών σε όλη την Ευρώπη και τον κόσμο είναι το μεγάλο στοίχημα για μια άλλη δημοκρατία, της αλληλεγγύης, της οικολογίας, της ισότητας και των κοινωνικών αναγκών στον 21ο αιώνα.


Αλέξανδρος Κιουπκιολής

*Ο Αλέξανδρος Κιουπκιολής, επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο ΑΠΘ και ο Ανδρέας Καρίτζης, δρ Φιλοσοφίας θα παρουσιάσουν το εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο του David Bollier, «Κοινά, μια σύντομη εισαγωγή», εκδόσεις Angelus Novus την Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου και ώρα 7:30 μ.μ. στο bar Manifesto.


Ο εναλλακτικός δρόμος των κοινών: πέρα από την κρίση, την αυταρχική ολιγαρχία και τη μεταδημοκρατία

Δεν σας κάνει εντύπωση που ενώ ο μισός περίπου (ίσως και παραπάνω) λαός θέλει επιστροφή στο εθνικό νόμισμα, αντίθετα όλοι σχεδόν οι δημοσιογράφοι όλων των ΜΜΕ μιλούν και γράφουν με πάθος υπέρ του ευρώ, καταστροφολογώντας και τρομοκρατώντας σε ότι αφορά το εθνικό νόμισμα;

Είτε οι δημοσιογράφοι δεν θέλουν το καλό του λαού, είτε ο μισός σχεδόν λαός είναι ηλίθιος και δεν καταλαβαίνει το «καλό» του που του λένε οι δημοσιογράφοι.

Αν όμως δεχτούμε ότι οι δημοσιογράφοι δεν είναι ελεύθερες φωνές, αλλά λόγω της εξαρτημένης εργασίας τους, είναι οι φωνές των αφεντικών τους, τότε θα πρέπει να αναρωτηθούμε, γιατί τα αφεντικά τους είναι τόσο φανατικά υπέρ του ευρώ; Είναι άραγε αυτό καλό για τα λαϊκά συμφέροντα;

Υ.Γ. Να λάβουμε επίσης υπόψη, πως, σε αντίθεση με τα στρατευμένα ΜΜΕ, ολόκληρο το ελεύθερο διαδίκτυο είναι υπέρ της επιστροφής στο εθνικό νόμισμα.




Γιατί οι δημοσιογράφοι είναι υπέρ του ευρώ;

Φτιάχνουμε τη ζωή μας έχοντας στο μυαλό μας μονόδρομους, γνώριμους και κληρονομικούς, στήνουμε την περσόνα μας μονοδιάστατα, καταχωνιάζοντας ανομολόγητα πάθη, γυρίζουμε γύρω από το άτομό μας, χωρίς να επικεντρωνόμαστε, ανύπαρκτος ο πυρήνας μας,
πλέκουμε τις προσδοκίες μας με νήμα

ξασμένο από τους παλιούς, σε πλέξη που ελάχιστα μας επιτρέπει να δούμε παραπέρα, κι όμως μας αρκεί, αυτό που βλέπουμε είναι αυτό που μας ταιριάζει και ότι δεν μας τρομάζει, αμαχητί παραδινόμαστε, χωρίς να καταλαβαίνουμε πως όσο πιο σφιχτό είναι πλεχτό τόσο πιο εύκολα ξεφτίζει, και καταλήγουμε στα αζήτητα, κοιτώντας ένα ρολόι χωρίς δείκτες, στο ίδιο σημείο που πιστέψαμε ότι έχουμε χρόνο,
πλέουμε πάντα σοτοβέντο, η ρότα είναι μία, απαγορεύονται τα αχαρτογράφητα νερά, σποραδικά, ασκήσεις θάρρους μα ελάχιστες μοίρες λοξοδρόμησης, τρέμουμε τα όρτσα κι όταν έρθει η τρικυμία, αναζητάμε–αργά; μάταια; ανέξοδα; την κουπαστή που θα μας κρατήσει,
σχεδιάζουμε τις ζωές μας σαν να κατεβαίνουμε ένα λόφο, χοροπηδώντας ανέμελα, μέχρι να βρεθούμε μπροστά στο γκρεμό, ένα σκαλάκι το μεγαλείο απ’ το γκρεμίδι· και ξαφνικά, ανακαλύπτοντας πόσο βαθιά είμαστε, αναγνωρίζουμε το χάος, και στυλώνουμε τα πόδια, τρέμοντας πως, αν σκοντάψουμε, χαθήκαμε· παρόλα αυτά, αντίθετα απ’ ότι πιστεύουμε, παρά τα όσα πιστεύουμε, ακόμη κι αν δεν το πιστεύουμε, είμαστε γενετικά προδιατεθειμένοι να σκοντάψουμε, είμαστε τα λάθη μας – και στο διηνεκές θα παραμείνουμε…

Λίγο πολύ όλοι μοιάζουμε στο νερό που κυλάει στ’ αυλάκι, στο καλόπιστο ρυάκι που προδιαγεγραμμένα καταλήγει στην ήρεμη λίμνη, εφησυχάζουμε κι αφηνόμαστε να παρασυρθούμε, χλευάζοντας τη συντριβή των άγριων ποταμιών κι αμελώντας την εντροπία…
Και περιμένουμε αυτό που θα μας αφυπνίσει, κι αν είναι αυτός, ας είναι ο ζωγράφος που σεβαστικά κι εκστατικά τα έργα του περιεργάστηκα, ένα φωτεινό πέρασμα στο χάος είναι η ζωγραφική, μου ψιθύρισε, και «όψις αδήλων τα φαινόμενα».

Rubies and Clouds

Πρόσκρουσις

Η Κινέζα καλλιτέχνης “Red” Yi γνωστή για τη δημιουργία πινάκων με μη συμβατικά υλικά, παρουσίασε το τελευταίο αριστούργημα της – ένα πορτρέτο του Κινέζου καλλιτέχνη Ai Weiwei φτιαγμένο με 20.000 ηλιόσπορους.Εμπνευσμένο από τη φράση του Ai WeiWei  – «ο σπόρος είναι ένα αντικείμενο των νοικοκυριών, αλλά την ίδια στιγμή είναι ένα επαναστατικό σύμβολο»

Απέναντι Όχθη

Δημιουργία πορτρέτου με 20000 ηλιόσπορους

Η τελική χειρότερη κατάληξη θα είναι η δραχμή με τους όρους Σόιμπλε/Ε.Ε./Eurogroup από ένα «απελπισμένο» συμβιβασμό από την αστική τάξη που θα κοιτάξει φυσικά και τότε να αρπάξει, μαζί με τους λακέδες της, ότι μπορεί -όχι με τόσο κέφι βέβαια και με αρκετό αληθινό κλαψούρισμα μια και με ευρώ (και Ε.Ε.) σαφώς είναι better off που λένε οι Αμερικάνοι φιλελέδες.

Αλλά όταν η μόνη αναγκαστική «διέξοδος» θα είναι αυτή, τότε θα γίνει το νέο σχέδιο «σωτηρίας» της αστικής τάξης και θα την διαλαλούν οι κάθε Κούλης και Τσίπρας μαζί με τα κάθε λογής πολιτικάντικα λιμά, που απλώς έτυχε να περνάνε και είδαν φως, ΕΣΠΑ και βουλευτικά μισθά και μπήκαν. Πάρα πολλοί τέτοιοι τελευταίοι φυσικά υπάρχουν και σε συριζονουδούλα, απλώς υποταγμένοι και προσαρμοσμένοι στην «διαφορετική» ιδεολογία-ζόμπι που εκφράζει το κάθε κόμμα εξουσίας.

Αδιάφορα τα ρητορικά σχήματα που θα ανακαλύψει ο καθένας τους για να νομιμοποιήσει αυτήν την νέα «δραχμολαγνική” επιλογή «σωτηρίας» (δραχμή με όρους Ε.Ε/Εurogroup/Σόιμπλε όπως και με το ευρώ) , κολλώντας ταυτόχρονα σαν βδέλλα τα τομάρια τους στο νέο αυτό σχέδιο, παρουσιάζοντας την κομματική ψευδοιδεολογία τους, ως μια αναγκαιότητα για τη νέα διαχείριση της πάντα μόνιμης «φυσικής και αναπόφευκτης” φρίκης. Όπως αδιάφορα είναι και τα σημερινά περί “Ευρώπης πατρίδας μας και πατρίδας του διαφωτισμού”, “Η Ευρώπη αλλάζει, λίγη υπομονή να πάρουμε κάνα ψήφο από τους εμμονικούς της λιτότητας” κτλ κτλ.

Σημασία έχει ότι εντός των πλαισίων του οικονομικού ιμπεριαλισμού της Ε.Ε.-των ισχυρότερων χωρών της- και του ευρύτερου δυτικού ιμπεριαλισμού, η δραχμή θα παρουσιαστεί και θα εφαρμοστεί ως πολιτική «αναβαπτισμένη» ως μια νέα ΤΙΝΑ, όπως ακριβώς παρουσιάζεται ως τώρα το ευρώ και η Ε.Ε..

Δεν ξέρω αν υπάρχουν οι αναγκαίοι υποκειμενικοί όροι για ένα μαζικό κοινωνικό πρόταγμα οργανωμένο από επίσης μαζικούς πολιτικούς φορείς, που θα στηρίξει ως απάντηση ένα εναλλακτικό φιλολαϊκό σχέδιο που θα είναι σε πλήρη ταξική και πολιτική αντίθεση με το σχέδιο της Ε.Ε. (και αναγκαστικά και της εσωτερικής ολιγαρχίας), με αυτούς τους νέους όρους και το νέο διακύβευμα, δηλ. δραχμή ως η μόνη πια επιλογή ούτως ή άλλως. Στα χαρτιά βέβαια και σε προγράμματα υπάρχει το σχέδιο (ή σχέδια) όπως υπάρχουν και οι εκπρόσωποι του. Αλλά αυτό δεν φτάνει…

Από ότι βλέπω ως τώρα, οι εκπρόσωποι αυτού του σχεδίου/σχεδίων αρκετά εύκολα απαξιώνονται και περιθωριοποιούνται για τα δεδομένα της απήχησης στην κοινωνία που θα έπρεπε να έχουν, ή χειρότερα ίσως κάποιοι να γίνουν και ουρές του αστικού σχεδίου Α* που θα είναι εκπορευόμενο από την Ε.Ε., όσο αυτή τουλάχιστον υπάρχει με την σημερινή μορφή της.

*Και σχέδιο Α και μόνο Α υπήρχε και υπάρχει από την άλλη πλευρά, γιατί μόνο ένα σχέδιο έχουν οι καπιταλιστικές ολιγαρχίες, το ίδιο παντού, την διατήρηση και αναπαραγωγή της οικονομικής και πολιτικής ισχύος τους, με μόνο περιορισμό την αντίσταση με έμπρακτους όρους ισχύος από τους λαούς (ή άλλες πιο ισχυρές ολιγαρχίες αν και αυτό είναι εντελώς άλλης φύσης πολιτικό γεγονός).

Μπροστά στην Δραχμή ως μια νέα ΤΙΝΑ

Γραμματοσειρά
Αντίθεση