22 October, 2017
Home / Περιβαλλον (Page 21)

Η Ολυμπιάκη Γιορτή Σπόρων (Olympic Seed Festival) προτάθηκε από το Πελίτι (www.peliti.gr) κατά τη διάρκεια της Παγκόσμιας Συνέλευσης των πολιτών που έγινε στις 14-16 Οκτωβρίου 2016 στη Χάγη. Η Συνέλευση των πολιτών διοργανώθηκε από τη Navdanya (http://navdanya.org) και το Seed Freedom (http://seedfreedom.info). Με την Ολυμπιάδα Σπόρων η Διεθνής Συνέλευση των Πολιτών θα ταξιδεύει σε διαφορετικά μέρη του κόσμου. Θα διαδίδεται έτσι ένα μήνυμα για την ανάπτυξη των σπόρων, μιας νέας κουλτούρας βασισμένης στην αγάπη και στην συνεργασία για τη διατήρηση της γης και των σπόρων, για τον αέρα, μια κουλτούρα που δεν διαχωρίζει το φυσικό περιβάλλον από τον άνθρωπο. Αναφερόμαστε ειδικά σε σπόρους παραδοσιακών ποικιλιών που έχουν διατηρηθεί από τους αγρότες εδώ και χιλιάδες χρόνια

Η ιδέα της Ολυμπιακής Γιορτής Σπόρων

Η Ολυμπιακή Γιορτή Σπόρων είναι ο εορτασμός της ανάπτυξης του σπόρου της συνεργασίας με τη γη, το νερό, το σπόρο και άλλους ανθρώπους.

Εκεχειρία με τη φύση. Αυτή είναι εμπνευσμένη από τους αρχαίους ολυμπιακούς αγώνες όπου οι πόλεμοι σταματούσαν κατά τη διάρκεια των αγώνων και επικρατούσε η ειρήνη. Έτσι με αυτή την αναφορά ζητάμε εκεχειρία με τη φύση. Σας καλούμε να συνεργαστείτε με τη φύση, να σταματήσει η χρήση δηλητηρίων, η μόλυνση του αέρα του νερού και του εδάφους. Προτείνουμε για ένα μήνα να βρείτε τρόπους να συνεργαστείτε με τις άλλες μορφές ζωής.

Εστιάζουμε τη προσοχή μας σε θετικές δράσεις που γίνονται στον πλανήτη, σε θετικές δράσεις που μπορούμε να εφαρμόσουμε. Με τη σκέψη μας και τις πράξεις μας μπορούμε να ενδυναμώσουμε τις θετικές απόψεις .

Μοιραζόμαστε την ευθύνη για όσα συμβαίνουν στον πλανήτη εργαζόμενοι για τη συνεργασία και την αγάπη.


Η πρώτη Ολυμπιακή Γιορτή Σπόρων, οργανώνεται από το Πελίτι, www.peliti.gr


Ολόκληρη η καμπάνια του Πελίτι για την υποστήριξη της 1ης Ολυμπιακής Γιορτής σπόρων ΕΔΩ

1η Ολυμπιάκη Γιορτή Σπόρων

Γεννημένος το 1979, ο Σον Στίφενσον αναμενόταν να πεθάνει μέσα στις πρώτες 24 ώρες της ζωής του. Παρόλα αυτά, σαν από θαύμα, επιβίωσε. Σε αυτήν την ομιλία, μοιράζεται την ιστορία του και τρία μαθήματα «κλειδιά» για να ζήσουμε πέρα από τους περιορισμούς. Η φιλοδοξία του είναι να απαλλαγεί αυτός ο κόσμος από την ανασφάλεια και προσπαθεί να ενθαρρύνει τους
ανθρώπους να ανακαλύψουν τον λόγο για τον οποίο έχουν γεννηθεί .

Απέναντι Όχθη

Η φυλακή του νου σου

Δυο ταινίες που συνιστούν μια λίγο-πολύ ενιαία ιστορία της εποχής μας.Θέλω να κάνω μια παραλληλία που μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνεται αταίριαστη. Η καλή τύχη έκανε να δω δυο ταινίες στη σειρά, τη μια μέρα την μία και την επόμενη την άλλη. Πρώτα το “Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ”, του Κεν Λόουτς κι έπειτα το “Σνόουντεν”, του Όλιβερ Στόουν. Και σε συνδυασμό με τις πολύημερες συζητήσεις για το αποτέλεσμα των αμερικάνικων εκλογών, ήρθαν κι έκατσαν σαν μια διπλή απάντηση στο ίδιο κρίσιμο ερώτημα.


Το πρώτο, “ο Μπλέικ”, αφορά έναν εργάτη, που υποχρεώνεται από ένα καρδιακό επεισόδιο να βγει από τη δουλειά, και να μπει στο κουβάρι που λέγεται επιδόματα, εργασίας ή ανεργίας, στον κυκεώνα του κρατικού μηχανισμού και των ελέγχων, των επιτροπών και των υπευθύνων, ενός κράτος που ψάχνει τρόπο να βγάλει από τις στατιστικές, αλλά εν τέλει και από τη ζωή, τους ανθρώπους που βρέθηκαν στο περιθώριο. Στο ίδιο κάδρο εμφανίζονται, μιά ανύπαντρη μητέρα με δύο παιδιά, και το εργατικό Νιούκαστλ, που αναζητεί απάντηση στα ερωτήματα μιας περίεργης εποχής.

Εδώ βρίσκονται αντιμέτωποι οι άνθρωποι της εργατικής τάξης με τον προσωπικό και εν τέλει απρόσωπο κρατικό μηχανισμό. Δεν είναι η γραφειοκρατία που μπλοκάρει, δεν είναι η κακή διάθεση και η αρνητική θέληση των υπαλλήλων, είναι η δομή και οι κανονισμοί των κρατικών υπηρεσιών που κάνουν το βίο αβίωτο σε όσους πέσουν στην ανάγκη, εν προκειμένω ο Ντάνιελ Μπλέικ.

Ένας επιφανειακός παραλογισμός, που αντανακλά τον παραλογισμό των γεγονότων και του συστήματος εξουσίας. Που οδηγεί σε απόγνωση τους ανθρώπους. Η υπάλληλος που δείχνει διάθεση βοήθειας πρέπει να πάρει συνωμοτικά μέτρα προκειμένου να βοηθήσει κι όταν γίνεται αντιληπτή δέχεται αυστηρές παρατηρήσεις, “τους κακομαθαίνεις”, “δημιουργείς κακό προηγούμενο”.

Εδώ δεν είναι η “καθυστερημένη” Ελλάδα, οι “τεμπέληδες” του δημοσίου, η αβάσταχτη γραφειοκρατία. Είναι ένας καλά λαδωμένος κρατικός μηχανισμός, που δεν αφήνει περιθώρια να εισδύσει η αλληλεγγύη και η ανθρώπινη επικοινωνία. Είναι απρόσωπος. Είναι προηγμένος. Και γι’ αυτό αδυσώπητος!

Ο Μπλέικ είναι αποφασισμένος να φτάσει μέχρι το τέλος, και φτάνει μέχρι το τέλος.Είναι αποφασισμένος επίσης να είναι αλληλέγγυος με τους ανθρώπους της τάξης τους, όχι απλώς να διεκπεραιώσει όπως-όπως την υπόθεσή του, “μη μιλάς γιατί θα γίνεις στόχος”!

Εδώ λοιπόν η εξουθενωμένη και οργισμένη εργατική τάξη, ο “κάτω κόσμος”, παλεύει να σηκωθεί, να δείξει τα δόντια της, να υπάρξει. Ποιοί θα εκφράσουν αυτή την οργή;

Κοιτώντας προσεκτικά, εδώ θα δεις τις πηγές του brexit και των οργισμένων ξεσπασμάτων.Αυτή είναι η Μεγάλη Βρετανία του 21ου αιώνα, πιο κοντά στον Μάντσεστερ του Έγκελς (τηρουμένων των αναλογιών) και την “Κατάσταση της εργατικής τάξης της Αγγλίας”, και πιο μακρυά από τον Γκυ Σορμάν και τους αναλυτές του London School of Economics.

Από την άλλη, διασχίζοντας τον Ατλαντικό, ο Όλιβερ Στόουν μας πηγαίνει στην καρδιά του κτήνους. Σε μια από τις καρδιές, για την ακρίβεια. Τις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ.Εδώ οι τόνοι και οι ρυθμοί, πραγματικότητας και ταινίας, είναι πιο έντονοι, ανεβασμένοι”.Ο Όλιβερ Στόοουν, για άλλη μια φορά, αποπειράται να δείξει τις ουσιαστικές όψεις της γνωστής ιστορίας ενός διάσημου προσώπου.Ο Έντουαρντ Σνόουντεν δεν είναι η κάτω Αμερική, είναι η μεσαία και πάνω. Χαρισματικός, ιδιοφυής και αφελής. Πιστεύει στην Αμερική, πιστεύει στις μυστικές υπηρεσίες τους και στον αμείλικτο πόλεμο που διεξάγουν για να μην επαναληφθεί η 11η Σεπτέμβρη.

Και ανακαλύπτει πως αυτό είναι το πρόσχημα για την άσκηση μιας απόλυτης εξουσίας, των μηχανισμών, των υπηρεσιών, των συμφερόντων.Ο Ομπάμα, που τον πιστεύει, αποδεικνύεται ψεύτης και συνεργός.Και αποφασίζει να τα τινάξει όλα στον αέρα φέρνοντας στη δημοσιότητα τα ντοκουμέντα, αποδείξεις της ενοχής τους.Με τεράστιο προσωπικό κόστος. Κηρυγμένος πλέον “εχθρός της πατρίδας”, “προδότης”, “καταδικασμένος να πεθάνει κυνηγημένος”. Κάθε εκτίμηση εξαρτάται από πια σκοπιά κοιτάς.
Όμως έδωσε σε μας την εικόνα και μιας άλλης Αμερικής. Την εικόνα πως οι μηχανισμοί δεν είναι τόσο απρόσωποι όσο τους κατασκευάζουν και τόσο ανίκητοι όσο θέλουν να δείχνουν.
Από παντού (και πάντα), ακόμα και με τις πιο επεξεργασμένες εκπαιδεύσεις και μηχανισμούς ψυχικής υποταγής, θα προκύπτουν εκείνοι που συνειδητοποιούν την αλήθεια και εξεγείρονται.Είναι η πλευρά που κανείς μηχανισμός δεν μπορεί να νικήσει. Αυτή η οργισμένη Αμερική, ψάχνει να βρει έκφραση, την αναζητεί στον Σάντερς και πιθανόν, εν μέρει και εν βρασμώ ψυχής, να ψηφίζει τον Τραμπ. Και εν συνεχεία βγαίνει στους δρόμους φωνάζοντας πως δεν είναι αυτός ο πρόεδρός της.Υπονοώντας, κατά έναν τρόπο, πως ούτε ο προηγούμενος, ο Ομπάμα, στον οποίο είχε επενδύσει ελπίδες, ήταν πρόεδρός της. Ο Σνόουντεν είναι παρών, σε όλα αυτά. Ανοιξε μια ρωγμή και από εκεί είδαμε καθαρά το σύστημα. Ο Ντάνιελ Μπλέικ είναι παρών σε όσα συμβαίνουν. Πηγαίνει στις αιτίες και δείχνει την αγωνία και την αναζήτηση μιας απάντησης.

Τώρα ίσως έγινε κατανοητή αυτή η παραλληλία. Είναι δυο ταινίες που μιλούν για τον πραγματικό κόσμο των τεράτων. Και δημιουργούν ρωγμές για να δούμε το τι συμβαίνει στην καρδιά του κτήνους. Για να σκεφτούμε καλύτερα, το τι πρέπει (και ίσως τι μπορεί) να γίνει.

Και, κυρίως, για να συνειδητοποιήσουμε, πως όλα όσα βλέπουμε να συμβαίνουν είναι προεόρτια, και ο Τραμπ και ο Σνόουντεν, και ο Μπλέικ και το αγγλικό κράτος, μιας νέας συγκλονιστικής εποχής, οι αναζητήσεις στο παρόν του περιεχομένου και των μορφών αντίστασης και προοπτικής.





 


Εμείς, οι Ντάνιελ Μπλέικ και οι Σνόουντεν

Δύο παλέτες με χρώματα. Η μία, αριστερά, με μια πρώτη ματιά δείχνει φτωχή και λίγη συγκριτικά με εκείνη δεξιά. Τρία χρώματα όλα κι όλα – τρία δοχεία με κόκκινο, κίτρινο και μπλε. Πολυκαιρισμένα πινέλα, μπογιές που έχουν μπλέξει τις αποχρώσεις τους, άφθονες μουτζούρες εδώ κι εκεί. Μια κασετίνα που μοιάζει σκουριασμένη, δίχως απαραίτητα να έχει χρησιμοποιηθεί πολύ. Μα η παλέτα δεξιά – ω, δες πόσο προσεγμένη και περιποιημένη δείχνει! Κοίτα την ποικιλία των χρωμάτων της – όλες οι αποχρώσεις, και πορτοκαλί, και πράσινα και γαλάζια και μωβ! – παρατήρησε την στιβαρή κατασκευή της, νιώσε την αρχοντιά που αποπνέει! Ναι, με αυτή στα χέρια σου θα μπορούσες να γίνεις σπουδαίος, θα γινόσουν τρανός! Θα ζωγράφιζες τον ουρανό κι ένα ιπτάμενο σύννεφο – και θα πετούσες στα παλάτια του σύμπαντος.

Μα η δεύτερη παλέτα είναι μακρινό όνειρο για σένα. Και τα πόδια σου πατούν την ίδια πάντα γη. Από καιρό έχεις ξεμείνει με την πρώτη – αυτή που βλέπεις αριστερά. Με τα ξεχαρβαλωμένα τα πινέλα και τα τρία όλα κι όλα χρώματά της – λίγο κόκκινο, λίγο κίτρινο και λίγο μπλε. Και διστάζεις πια να ζωγραφίσεις – σε αποθαρρύνει η περιορισμένη παλέτα που διαθέτεις. Είναι άδικο! σκέφτεσαι. Γιατί άλλοι να αποκτούν δίχως την παραμικρή δυσκολία την υπέροχη εκείνη κασετίνα με το πλήθος των χρωμάτων δεξιά – κι εγώ να έχω την αριστερή; Δες, κάποιοι έχουν έτοιμη, στη διάθεσή τους, όλη τη γκάμα των χρωμάτων! Και πορτοκαλί, και πράσινα, και μωβ. Έτοιμα! Σκέψου πόσα έργα μπορούν να ζωγραφίσουν με αυτή! Ενώ εγώ, πες μου, τι έχω στα χέρια μου; Αυτή την παλιά κασετίνα, τρία χρώματα όλα κι όλα – και περίσσια όρεξη. Λες και αρκεί η τελευταία… Δίχως υποδομές, πως θα χτίσω το παλάτι μου; Είναι άδικο, σου λέω!

Κι έτσι παραιτείσαι απ’ την προσπάθεια. Μένεις στη σκέψη πως άλλοι είναι, απλά, τυχερότεροι από σένα. Γιατί τους έλαχε η πολυτελής παλέτα δεξιά… ενώ εσύ έχεις ξεμείνει.

Ωραία, λοιπόν. Ας δεχτούμε πως είναι έτσι τα πράγματα. Πως στους άλλους έλαχε κάτι με περισσότερη φινέτσα – ενώ εσύ έπεσες στα δύσκολα. Ας δεχτούμε πως διαθέτουν έτοιμα εκείνα που ο ίδιος πασχίζεις ν’ αποκτήσεις – και οι πόρτες γύρω τους μοιάζουν να ανοίγουν στο παραμικρό, ενώ εσύ χτυπάς εδώ κι εκεί δίχως ανάλογο αντίκρισμα. Ας τα δεχτούμε όλα αυτά.

Μα πες μου κάτι: από πότε τρία χρώματα – εκείνα που διαθέτεις – θεωρούνται «λίγα»; Έχεις το κόκκινο, έχεις το κίτρινο, έχεις και το μπλε. Έχεις σκεφτεί πως τα βασικά χρώματα είναι στη διάθεσή σου; Και πως όλα τα υπόλοιπα χρώματα – τα πράσινα, τα πορτοκαλί, τα μωβ και το σινάφι τους – δεν είναι παρά παράγωγα των τριών αυτών χρωμάτων που διαθέτεις; Δεν έχεις παρά να τα αναμίξεις μεταξύ τους – και θα προκύψουν όλα τα υπόλοιπα. Γιατί λοιπόν δεν προσπαθείς;

Μα ο άλλος τα έχει έτοιμα – θα πεις. Ενώ εγώ πρέπει να τα φτιάξω απ’ την αρχή. Πες μου όμως – που είναι το κακό σε αυτό; Σύμφωνοι, ο άλλος «τα έχει έτοιμα» – γι’ αυτό και ποτέ δεν θα μάθει να τα παρασκευάζει, γι’ αυτό και τα θεωρεί απολύτως δεδομένα. Μα αν κάποια στιγμή του λείψουν – τι θα κάνει τότε;

Δεν γνωρίζει πώς να τα παρασκευάζει, βλέπεις. Τα περίμενε πάντα έτοιμα απ’ έξω. Τα θεωρούσε δεδομένα!

Και αν η παλέτα του μοιάζει ν’ αποπνέει φινέτσα και αρχοντιά – είναι ταυτόχρονα από εκείνες που φοβάσαι ακόμα και ν’ αγγίξεις, μπας και χαλάσεις κάποιο λεπτό εξάρτημά τους. Ενώ η δική σου – σκέψου: έχει περάσει καταστάσεις· έχει γνωρίσει δυσκολίες· έχει ψηθεί στη φωτιά! Και με τρία χρώματα όλα κι όλα γνωρίζει πώς να παρασκευάσει τα υπόλοιπα. Γιατί αναγκάστηκε να μάθει. Και μαθαίνει κάθε μέρα…

Κάποιες φορές ο δρόμος που λάμπει δεν είναι ο καλύτερος. Και η ακριβότερη παλέτα μπορεί ν’ αποδειχτεί σκάρτη.

Αυτή η παλέτα σου έλαχε λοιπόν! Η πολυκαιρισμένη, με τα τρία όλα κι όλα χρώματα! Μα στο χέρι σου είναι να την αξιοποιήσεις – στο χέρι σου να ζωγραφίσεις, όπως μπορείς, ή απλά, να παρατήσεις το πινέλο. Και αν προσμίξεις τα χρώματα και βγει λάσπη αντί για ουράνιο τόξο – μπορείς απλά να δοκιμάσεις πάλι. Γιατί έτσι μόνο θα μάθεις. Μέσα από τη λάσπη και τη σκουριά. Μέσα από την αποτυχία. Και άσε τους άλλους με τα έτοιμα – δεν θα καταλάβουν ποτέ τη χαρά της δημιουργίας. Και δεν θα νιώσουν το ίδιο μπροστά σε ένα τελειωμένο έργο τους. Γιατί χαίρεσαι αλλιώτικα εκείνο που αποκτάς μέσα από στέρηση και κόπο.

Και όταν κάποια στιγμή τα χρώματα τελειώσουν, θα πεις – έκανα το καλύτερο που μπορούσα. Ζωγράφισα.

Μην ξεχνάς πως κάθε καλλιτέχνης ξεκινά με τρία χρώματα όλα κι όλα. Στο βάθος πάντα αυτά υπάρχουν μόνο. Και από αυτά τα τρία κρίνεται η πορεία σου – όχι από έτοιμα πακέτα που αγοράζεις σε ακριβές τιμές. Αυτά υπάρχουν για εκείνους που έμαθαν στα εύκολα.

Αν λοιπόν αισθάνεσαι άτυχος… σκέψου πως σημασία έχουν αυτά τα τρία χρώματα και μόνο. Μια σπίθα ικανοτήτων… μερικές δόσεις προσπάθειας – και άφθονη αγάπη. Τίποτα περισσότερο. Και θα διαπιστώσεις, τότε, πως δεν έχεις τίποτα να ζηλέψεις από κανέναν. Μάλλον εκείνοι έχουν να ζηλέψουν από σένα.

Για ζωγραφική μιλάω τόση ώρα, σωστά;…

«Έχεις τα πινέλα, έχεις τα χρώματα, ζωγράφισε τον Παράδεισο και μπες μέσα». – Νίκος Καζαντζάκης


Έχεις το πινέλο, έχεις και τα χρώματα.

Δύο παλέτες με χρώματα. Η μία, αριστερά, με μια πρώτη ματιά δείχνει φτωχή και λίγη συγκριτικά με εκείνη δεξιά. Τρία χρώματα όλα κι όλα – τρία δοχεία με κόκκινο, κίτρινο και μπλε. Πολυκαιρισμένα πινέλα, μπογιές που έχουν μπλέξει τις αποχρώσεις τους, άφθονες μουτζούρες εδώ κι εκεί. Μια κασετίνα που μοιάζει σκουριασμένη, δίχως απαραίτητα να έχει χρησιμοποιηθεί πολύ. Μα η παλέτα δεξιά – ω, δες πόσο προσεγμένη και περιποιημένη δείχνει! Κοίτα την ποικιλία των χρωμάτων της – όλες οι αποχρώσεις, και πορτοκαλί, και πράσινα και γαλάζια και μωβ! – παρατήρησε την στιβαρή κατασκευή της, νιώσε την αρχοντιά που αποπνέει! Ναι, με αυτή στα χέρια σου θα μπορούσες να γίνεις σπουδαίος, θα γινόσουν τρανός! Θα ζωγράφιζες τον ουρανό κι ένα ιπτάμενο σύννεφο – και θα πετούσες στα παλάτια του σύμπαντος.

Μα η δεύτερη παλέτα είναι μακρινό όνειρο για σένα. Και τα πόδια σου πατούν την ίδια πάντα γη. Από καιρό έχεις ξεμείνει με την πρώτη – αυτή που βλέπεις αριστερά. Με τα ξεχαρβαλωμένα τα πινέλα και τα τρία όλα κι όλα χρώματά της – λίγο κόκκινο, λίγο κίτρινο και λίγο μπλε. Και διστάζεις πια να ζωγραφίσεις – σε αποθαρρύνει η περιορισμένη παλέτα που διαθέτεις. Είναι άδικο! σκέφτεσαι. Γιατί άλλοι να αποκτούν δίχως την παραμικρή δυσκολία την υπέροχη εκείνη κασετίνα με το πλήθος των χρωμάτων δεξιά – κι εγώ να έχω την αριστερή; Δες, κάποιοι έχουν έτοιμη, στη διάθεσή τους, όλη τη γκάμα των χρωμάτων! Και πορτοκαλί, και πράσινα, και μωβ. Έτοιμα! Σκέψου πόσα έργα μπορούν να ζωγραφίσουν με αυτή! Ενώ εγώ, πες μου, τι έχω στα χέρια μου; Αυτή την παλιά κασετίνα, τρία χρώματα όλα κι όλα – και περίσσια όρεξη. Λες και αρκεί η τελευταία… Δίχως υποδομές, πως θα χτίσω το παλάτι μου; Είναι άδικο, σου λέω!

Κι έτσι παραιτείσαι απ’ την προσπάθεια. Μένεις στη σκέψη πως άλλοι είναι, απλά, τυχερότεροι από σένα. Γιατί τους έλαχε η πολυτελής παλέτα δεξιά… ενώ εσύ έχεις ξεμείνει.

Ωραία, λοιπόν. Ας δεχτούμε πως είναι έτσι τα πράγματα. Πως στους άλλους έλαχε κάτι με περισσότερη φινέτσα – ενώ εσύ έπεσες στα δύσκολα. Ας δεχτούμε πως διαθέτουν έτοιμα εκείνα που ο ίδιος πασχίζεις ν’ αποκτήσεις – και οι πόρτες γύρω τους μοιάζουν να ανοίγουν στο παραμικρό, ενώ εσύ χτυπάς εδώ κι εκεί δίχως ανάλογο αντίκρισμα. Ας τα δεχτούμε όλα αυτά.

Μα πες μου κάτι: από πότε τρία χρώματα – εκείνα που διαθέτεις – θεωρούνται «λίγα»; Έχεις το κόκκινο, έχεις το κίτρινο, έχεις και το μπλε. Έχεις σκεφτεί πως τα βασικά χρώματα είναι στη διάθεσή σου; Και πως όλα τα υπόλοιπα χρώματα – τα πράσινα, τα πορτοκαλί, τα μωβ και το σινάφι τους – δεν είναι παρά παράγωγα των τριών αυτών χρωμάτων που διαθέτεις; Δεν έχεις παρά να τα αναμίξεις μεταξύ τους – και θα προκύψουν όλα τα υπόλοιπα. Γιατί λοιπόν δεν προσπαθείς;

Μα ο άλλος τα έχει έτοιμα – θα πεις. Ενώ εγώ πρέπει να τα φτιάξω απ’ την αρχή. Πες μου όμως – που είναι το κακό σε αυτό; Σύμφωνοι, ο άλλος «τα έχει έτοιμα» – γι’ αυτό και ποτέ δεν θα μάθει να τα παρασκευάζει, γι’ αυτό και τα θεωρεί απολύτως δεδομένα. Μα αν κάποια στιγμή του λείψουν – τι θα κάνει τότε;

Δεν γνωρίζει πώς να τα παρασκευάζει, βλέπεις. Τα περίμενε πάντα έτοιμα απ’ έξω. Τα θεωρούσε δεδομένα!

Και αν η παλέτα του μοιάζει ν’ αποπνέει φινέτσα και αρχοντιά – είναι ταυτόχρονα από εκείνες που φοβάσαι ακόμα και ν’ αγγίξεις, μπας και χαλάσεις κάποιο λεπτό εξάρτημά τους. Ενώ η δική σου – σκέψου: έχει περάσει καταστάσεις· έχει γνωρίσει δυσκολίες· έχει ψηθεί στη φωτιά! Και με τρία χρώματα όλα κι όλα γνωρίζει πώς να παρασκευάσει τα υπόλοιπα. Γιατί αναγκάστηκε να μάθει. Και μαθαίνει κάθε μέρα…

Κάποιες φορές ο δρόμος που λάμπει δεν είναι ο καλύτερος. Και η ακριβότερη παλέτα μπορεί ν’ αποδειχτεί σκάρτη.

Αυτή η παλέτα σου έλαχε λοιπόν! Η πολυκαιρισμένη, με τα τρία όλα κι όλα χρώματα! Μα στο χέρι σου είναι να την αξιοποιήσεις – στο χέρι σου να ζωγραφίσεις, όπως μπορείς, ή απλά, να παρατήσεις το πινέλο. Και αν προσμίξεις τα χρώματα και βγει λάσπη αντί για ουράνιο τόξο – μπορείς απλά να δοκιμάσεις πάλι. Γιατί έτσι μόνο θα μάθεις. Μέσα από τη λάσπη και τη σκουριά. Μέσα από την αποτυχία. Και άσε τους άλλους με τα έτοιμα – δεν θα καταλάβουν ποτέ τη χαρά της δημιουργίας. Και δεν θα νιώσουν το ίδιο μπροστά σε ένα τελειωμένο έργο τους. Γιατί χαίρεσαι αλλιώτικα εκείνο που αποκτάς μέσα από στέρηση και κόπο.

Και όταν κάποια στιγμή τα χρώματα τελειώσουν, θα πεις – έκανα το καλύτερο που μπορούσα. Ζωγράφισα.

Μην ξεχνάς πως κάθε καλλιτέχνης ξεκινά με τρία χρώματα όλα κι όλα. Στο βάθος πάντα αυτά υπάρχουν μόνο. Και από αυτά τα τρία κρίνεται η πορεία σου – όχι από έτοιμα πακέτα που αγοράζεις σε ακριβές τιμές. Αυτά υπάρχουν για εκείνους που έμαθαν στα εύκολα.

Αν λοιπόν αισθάνεσαι άτυχος… σκέψου πως σημασία έχουν αυτά τα τρία χρώματα και μόνο. Μια σπίθα ικανοτήτων… μερικές δόσεις προσπάθειας – και άφθονη αγάπη. Τίποτα περισσότερο. Και θα διαπιστώσεις, τότε, πως δεν έχεις τίποτα να ζηλέψεις από κανέναν. Μάλλον εκείνοι έχουν να ζηλέψουν από σένα.

Για ζωγραφική μιλάω τόση ώρα, σωστά;…

«Έχεις τα πινέλα, έχεις τα χρώματα, ζωγράφισε τον Παράδεισο και μπες μέσα». – Νίκος Καζαντζάκης


Έχεις το πινέλο, έχεις και τα χρώματα.

Μιλάμε για μια ρίζα. Μια ρίζα ενός αειθαλούς, γερού δέντρου. Ενός δέντρου που φύτρωσε μια στιγμή μόνο του. Χωρίς καμιά ιδιαίτερη προδιάθεση, ούτε καν αυτής της καλής πρόθεσης. Κάποιος αέρας σήκωσε μια στιγμή ένα σπόρο. Ο σπόρος αγκάλιασε την γη μια άλλη
στιγμή και έφερε ζωή. Στην αρχή το δέντρο είχε πολύ λεπτό κορμό. Ακόμα και ένα μωρό μπορούσε να το κλείσει μέσα στα χέρια του. Κανείς δεν το πρόσεχε. Όλοι το προσπερνούσαν αδιάφορα χωρίς να του ρίχνουν ούτε ματιά. Στους αγέρηδες λύγιζε δεξιά κι αριστερά. Έλεγες θα σπάσει δεν μπορεί. Δεν θ’ αντέξει. Οι βροχές το πότιζαν. Κράταγε τότε όσο περισσότερο υγρασία στη ρίζα του μπορούσε, για να τα βγάλει πέρα στις ξηρασίες. Όταν στέγνωνε και η τελευταία σταγόνα υγρασίας, έκοβε ένα κομμάτι από την ρίζα του και ξεδίψαγε.
Η ρίζα ακόμα προχωράει. Άλλοτε σε βάθος και άλλοτε σε πλάτος. Όταν τσιμέντα και πέτρες στέκονται μπροστά και της φράζουν τον ορίζοντα, εκείνη βρίσκει άλλους δρόμους ν΄απλωθεί, να βρει νερό και άλατα να θρέψει το δέντρο. Ν΄ανθίσει, να δέσει καρπό. Όταν στο διάβα της συναντήσει άλλες ρίζες, κάνει χώρο κι άλλες φορές κάνει χρόνο για να δώσει τόπο και σ΄αυτές. Ο κορμός του δέντρου τώρα είναι χοντρός και βαρύς. Άνθρωπος μόνος του δεν μπορεί να τ’ αγκαλιάσει. Μονάχα αν σταθούν δέκα, δεκαπέντε άνθρωποι και δώσουν τα χέρια ο ένας στον άλλον, μπορούν να τ’ αγκαλιάσουν. Όμως δεν το κάνουν ποτέ αυτό. Οι άνθρωποι δεν αγκαλιάζουν τα δέντρα. Τα πληγώνουν, όσο κι αν τα χρειάζονται, όσο κι αν χωρίς αυτά δεν μπορούν.
Μπορεί να αναμετρούν το μπόι τους και να το βρίσκουν χαμηλό. Μπορεί να αναμετρούν τα χρόνια τους και να τα βρίσκουν λίγα. Το δέντρο στέκει εκεί ακόμα κι όταν αυτοί φύγουν. Γερνάει, μεγαλώνει, ενώνει πολλές ανάκατες μεμονωμένες στιγμές και βρίσκει ορίζοντες. ‘Οταν δεν βρίσκει ορίζοντες, φτιάχνει. Αειθαλές, περήφανο, μιλάει με το χρόνο σαν ίσος προς ίσο. Γνωρίζει τον τελικό νικητή. Γι’ αυτό, ούτε λόγος. Θα ήταν αφελές αν πίστευε πως θα νικούσε.
Γνωρίζοντας το τέλος, ενώνει τις άπειρες στιγμές που έχει στην διάθεσή του και φτιάχνει νίκες. Δεν φτιάχνει γεγονότα, ζει τα γεγονότα. Δεν σχολιάζει το παρελθόν, ζει το παρόν. Και όταν πρέπει να θυμηθεί, δεν προσποιείται πως θυμάται. Θυμάται. Μιλά με το χρόνο στα ίσια. Γι’ αυτό το δέντρο ζει νίκες, γιατί ζει στο παρόν. Όπως και ο χρόνος ολόκληρος, μπορεί να είναι γεμάτος με πρόσωπα και επιλογές από το παρελθόν και από το μέλλον, αλλά είναι ολόκληρος εδώ. Όλα τ’ άλλα είναι τα όνειρα μας.


Το δέντρο

Μιλάμε για μια ρίζα. Μια ρίζα ενός αειθαλούς, γερού δέντρου. Ενός δέντρου που φύτρωσε μια στιγμή μόνο του. Χωρίς καμιά ιδιαίτερη προδιάθεση, ούτε καν αυτής της καλής πρόθεσης. Κάποιος αέρας σήκωσε μια στιγμή ένα σπόρο. Ο σπόρος αγκάλιασε την γη μια άλλη
στιγμή και έφερε ζωή. Στην αρχή το δέντρο είχε πολύ λεπτό κορμό. Ακόμα και ένα μωρό μπορούσε να το κλείσει μέσα στα χέρια του. Κανείς δεν το πρόσεχε. Όλοι το προσπερνούσαν αδιάφορα χωρίς να του ρίχνουν ούτε ματιά. Στους αγέρηδες λύγιζε δεξιά κι αριστερά. Έλεγες θα σπάσει δεν μπορεί. Δεν θ’ αντέξει. Οι βροχές το πότιζαν. Κράταγε τότε όσο περισσότερο υγρασία στη ρίζα του μπορούσε, για να τα βγάλει πέρα στις ξηρασίες. Όταν στέγνωνε και η τελευταία σταγόνα υγρασίας, έκοβε ένα κομμάτι από την ρίζα του και ξεδίψαγε.
Η ρίζα ακόμα προχωράει. Άλλοτε σε βάθος και άλλοτε σε πλάτος. Όταν τσιμέντα και πέτρες στέκονται μπροστά και της φράζουν τον ορίζοντα, εκείνη βρίσκει άλλους δρόμους ν΄απλωθεί, να βρει νερό και άλατα να θρέψει το δέντρο. Ν΄ανθίσει, να δέσει καρπό. Όταν στο διάβα της συναντήσει άλλες ρίζες, κάνει χώρο κι άλλες φορές κάνει χρόνο για να δώσει τόπο και σ΄αυτές. Ο κορμός του δέντρου τώρα είναι χοντρός και βαρύς. Άνθρωπος μόνος του δεν μπορεί να τ’ αγκαλιάσει. Μονάχα αν σταθούν δέκα, δεκαπέντε άνθρωποι και δώσουν τα χέρια ο ένας στον άλλον, μπορούν να τ’ αγκαλιάσουν. Όμως δεν το κάνουν ποτέ αυτό. Οι άνθρωποι δεν αγκαλιάζουν τα δέντρα. Τα πληγώνουν, όσο κι αν τα χρειάζονται, όσο κι αν χωρίς αυτά δεν μπορούν.
Μπορεί να αναμετρούν το μπόι τους και να το βρίσκουν χαμηλό. Μπορεί να αναμετρούν τα χρόνια τους και να τα βρίσκουν λίγα. Το δέντρο στέκει εκεί ακόμα κι όταν αυτοί φύγουν. Γερνάει, μεγαλώνει, ενώνει πολλές ανάκατες μεμονωμένες στιγμές και βρίσκει ορίζοντες. ‘Οταν δεν βρίσκει ορίζοντες, φτιάχνει. Αειθαλές, περήφανο, μιλάει με το χρόνο σαν ίσος προς ίσο. Γνωρίζει τον τελικό νικητή. Γι’ αυτό, ούτε λόγος. Θα ήταν αφελές αν πίστευε πως θα νικούσε.
Γνωρίζοντας το τέλος, ενώνει τις άπειρες στιγμές που έχει στην διάθεσή του και φτιάχνει νίκες. Δεν φτιάχνει γεγονότα, ζει τα γεγονότα. Δεν σχολιάζει το παρελθόν, ζει το παρόν. Και όταν πρέπει να θυμηθεί, δεν προσποιείται πως θυμάται. Θυμάται. Μιλά με το χρόνο στα ίσια. Γι’ αυτό το δέντρο ζει νίκες, γιατί ζει στο παρόν. Όπως και ο χρόνος ολόκληρος, μπορεί να είναι γεμάτος με πρόσωπα και επιλογές από το παρελθόν και από το μέλλον, αλλά είναι ολόκληρος εδώ. Όλα τ’ άλλα είναι τα όνειρα μας.


Το δέντρο

Στην Ελλάδα η πολιτική ορθότητα σταδιακά χάνει όλο και περισσότερο το μέτρο και γίνεται (ακολουθώντας χώρες πρωτεργάτες όπως ο Καναδάς και η Βρετανία) μια σκληρή ιδεολογία και ένα ισχυρό δόγμα, που όπως κάθε δόγμα είναι βαθιά αντιδημοκρατικό.
Καταλήγοντας καλούμαστε να θυμηθούμε ότι η Αθηναϊκή δημοκρατία επινοήθηκε από τους αρχαίους Έλληνες και η υγιέστερη μορφή αυτής, αναπτύχθηκε εξαιτίας του θεάτρου που ασφαλώς περιλάμβανε την κοινωνική σάτιρα της θεατρικής κωμωδίας με όλους τους συνεπακόλουθους εμπαιγμούς και τα γλωσσικά «παιχνίδια» της. Το αρχαίο ελληνικό θέατρο αποτέλεσε μοναδικό γεγονός σε πανανθρώπινο επίπεδο και λειτούργησε ως δυναμικός πυλώνας αυτού του ατελούς αλλά θαυμάσιου πολιτεύματος. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι εάν η λαϊκότητα των κατοίκων της Αττικής και η έλλειψη ή απουσία πολιτικής ορθότητας, αποτελούσε εμπόδιο και πρόβλημα για την επινόηση της δημοκρατίας, οι αρχαίοι Έλληνες θα είχαν παραμείνει στην τυραννία. Το γεγονός ότι αυτό δεν συνέβη και ότι η αισθητική έφτασε σε αξιοσημείωτα επίπεδα ώστε να χαρακτηριστεί κλασική, ειδικά σήμερα που το πολιτικό περιεχόμενο, το μέτρο, οι αξίες και τα νοήματα μοιάζουν να ξεγλιστρούν από τα χέρια μας, θα πρέπει να μας απασχολήσει σοβαρά, καθώς στο τέλος κινδυνεύουμε να μιλάμε χωρίς να λέμε τίποτα.


Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο στο RESPUBLICA

Πολιτική ορθότητα και αισθητικοποίηση

Στην Ελλάδα η πολιτική ορθότητα σταδιακά χάνει όλο και περισσότερο το μέτρο και γίνεται (ακολουθώντας χώρες πρωτεργάτες όπως ο Καναδάς και η Βρετανία) μια σκληρή ιδεολογία και ένα ισχυρό δόγμα, που όπως κάθε δόγμα είναι βαθιά αντιδημοκρατικό.
Καταλήγοντας καλούμαστε να θυμηθούμε ότι η Αθηναϊκή δημοκρατία επινοήθηκε από τους αρχαίους Έλληνες και η υγιέστερη μορφή αυτής, αναπτύχθηκε εξαιτίας του θεάτρου που ασφαλώς περιλάμβανε την κοινωνική σάτιρα της θεατρικής κωμωδίας με όλους τους συνεπακόλουθους εμπαιγμούς και τα γλωσσικά «παιχνίδια» της. Το αρχαίο ελληνικό θέατρο αποτέλεσε μοναδικό γεγονός σε πανανθρώπινο επίπεδο και λειτούργησε ως δυναμικός πυλώνας αυτού του ατελούς αλλά θαυμάσιου πολιτεύματος. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι εάν η λαϊκότητα των κατοίκων της Αττικής και η έλλειψη ή απουσία πολιτικής ορθότητας, αποτελούσε εμπόδιο και πρόβλημα για την επινόηση της δημοκρατίας, οι αρχαίοι Έλληνες θα είχαν παραμείνει στην τυραννία. Το γεγονός ότι αυτό δεν συνέβη και ότι η αισθητική έφτασε σε αξιοσημείωτα επίπεδα ώστε να χαρακτηριστεί κλασική, ειδικά σήμερα που το πολιτικό περιεχόμενο, το μέτρο, οι αξίες και τα νοήματα μοιάζουν να ξεγλιστρούν από τα χέρια μας, θα πρέπει να μας απασχολήσει σοβαρά, καθώς στο τέλος κινδυνεύουμε να μιλάμε χωρίς να λέμε τίποτα.


Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο στο RESPUBLICA

Πολιτική ορθότητα και αισθητικοποίηση

Στην Ελλάδα η πολιτική ορθότητα σταδιακά χάνει όλο και περισσότερο το μέτρο και γίνεται (ακολουθώντας χώρες πρωτεργάτες όπως ο Καναδάς και η Βρετανία) μια σκληρή ιδεολογία και ένα ισχυρό δόγμα, που όπως κάθε δόγμα είναι βαθιά αντιδημοκρατικό.
Καταλήγοντας καλούμαστε να θυμηθούμε ότι η Αθηναϊκή δημοκρατία επινοήθηκε από τους αρχαίους Έλληνες και η υγιέστερη μορφή αυτής, αναπτύχθηκε εξαιτίας του θεάτρου που ασφαλώς περιλάμβανε την κοινωνική σάτιρα της θεατρικής κωμωδίας με όλους τους συνεπακόλουθους εμπαιγμούς και τα γλωσσικά «παιχνίδια» της. Το αρχαίο ελληνικό θέατρο αποτέλεσε μοναδικό γεγονός σε πανανθρώπινο επίπεδο και λειτούργησε ως δυναμικός πυλώνας αυτού του ατελούς αλλά θαυμάσιου πολιτεύματος. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι εάν η λαϊκότητα των κατοίκων της Αττικής και η έλλειψη ή απουσία πολιτικής ορθότητας, αποτελούσε εμπόδιο και πρόβλημα για την επινόηση της δημοκρατίας, οι αρχαίοι Έλληνες θα είχαν παραμείνει στην τυραννία. Το γεγονός ότι αυτό δεν συνέβη και ότι η αισθητική έφτασε σε αξιοσημείωτα επίπεδα ώστε να χαρακτηριστεί κλασική, ειδικά σήμερα που το πολιτικό περιεχόμενο, το μέτρο, οι αξίες και τα νοήματα μοιάζουν να ξεγλιστρούν από τα χέρια μας, θα πρέπει να μας απασχολήσει σοβαρά, καθώς στο τέλος κινδυνεύουμε να μιλάμε χωρίς να λέμε τίποτα.


Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο στο RESPUBLICA

Πολιτική ορθότητα και αισθητικοποίηση

Γραμματοσειρά
Αντίθεση