22 October, 2017
Home / Περιβαλλον (Page 16)

​Το οικολογικό αποτύπωμα είναι μια έννοια που σήμερα, αλλά και τα επόμενα χρόνια θα μας βοηθήσει πολύ να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα σε σχέση με τη δυνατότητα ευζωίας των μελλοντικών γενιών στο άμεσο μέλλον. Η έννοια έχει να κάνει με την απαραίτητη έκταση παραγωγικής γης, πόσιμου
νερού και θάλασσας, για την κάλυψη των καθημερινών αναγκών σε ενέργεια και νερό, ώστε να διατηρηθούν οι ανθρώπινες δραστηριότητες στο σημερινό επίπεδο. Σε αυτήν συμπεριλαμβάνονται οι εκπομπές ρύπων-άρα και οι εκπομπές CO2- και η απόθεση των απορριμμάτων.
Πρακτικά ο όρος «οικολογικό αποτύπωμα» είναι ένας δείκτης και συνδέεται με το βαθμό-ρυθμό που οι άνθρωποι καταναλώνουν τους πόρους της Γης και εκφράζεται σε έκταση παραγωγικής γης, η οποία χρειάζεται γι αυτό. Η γη διαθέτει 120δισεκατομμύρια τέτοια στρέμματα, άρα σε κάθε άνθρωπο αυτού του πλανήτη σήμερα αντιστοιχούν περίπου 18 στρέμματα. Όμως έχουμε υπερβεί αυτό το όριο και το μέσο οικολογικό αποτύπωμα είναι 22 περίπου στρέμματα κατά κεφαλήν, πράγμα που σημαίνει ότι έχουμε υπερβεί ήδη τη φέρουσα βιολογική ικανότητα της Γης[1].
Σύμφωνα με την έκθεση της διεθνούς περιβαλλοντικής οργάνωσης WWF για το 2006, σε παγκόσμιο επίπεδο, οι άνθρωποι το 2006 κατανάλωναν κατά περίπου 22-23% περισσότερο σε σχέση με τη δυνατότητα ετήσιας παραγωγής της Γης. Δηλαδή ο πλανήτης χρειάζεται έναν χρόνο και τρεις μήνες περίπου για να αναπαραγάγει-αναπληρώσει ότι εμείς οι άνθρωποι χρησιμοποιήσαμε εκείνο το έτος. Σύμφωνα με την αντίστοιχη έκθεση του 2008 ( έκθεση «Ζωντανός Πλανήτης 2008» της WWF) αυτό αυξήθηκε. Η ανθρωπότητα κατανάλωνε περίπου 30% περισσότερους πόρους από όσους μπορούσε ετησίως να αναπληρώνει ο πλανήτης(~27 στρέμματα ανά κάτοικο, αντί ~21 στρέμματα ανά κάτοικο). Μέχρι το 1960 καταναλώναμε το 70% των πόρων του πλανήτη, το 1980 το 100%, το 1999 φθάσαμε στο 120%, το 2008 στο 130% και με τους ρυθμούς που είχαμε μέχρι το 2008- λόγω κρίσης έχουμε κάποια μείωση στο μεταξύ- η πρόβλεψη ήταν ότι το 2030 θα φτάσουμε στο 200%(θα χρειαζόμαστε δηλαδή δύο πλανήτες σαν τη Γη). Σε κάθε περίπτωση σήμερα ζούμε σε βάρος του μέλλοντος και των επόμενων γενεών-δημιουργούμε εκτός των οικονομικών χρεών καιοικολογικά χρέη.
Υπάρχει βέβαια και μεγάλη αδικία σε σχέση με την κατανομή του οικολογικού αποτυπώματος για τους ανθρώπους σε διάφορες περιοχές της Γης, ανάλογα με το βιοτικό επίπεδο και τον τρόπο ζωής. Ο μέσος Βορειο-αμερικάνος χρειάζεται π.χ. 96 στρέμματα, ο μέσος Καναδός 72 στρ., ο Άγγλος 56, ο Γάλλος 53, ενώ ο μέσος Ινδός 8 στρ. κ.λπ[2].
Σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος, το οικολογικό αποτύπωμα της Ευρώπης, για παράδειγμα, ξεπέρασε τη βιολογική της ικανότητα από το 1960. Σήμερα είναι διπλάσιο από την ικανότητα αυτή. Και αυτό σημαίνει ότι οι Ευρωπαίοι –όπως βέβαια και οι Αμερικανοί ακόμα πιο πολύ- ζουν εις βάρος των άλλων πληθυσμών και ιδίως της Αφρικής, πράγμα ασυμβίβαστο με τη δίκαιη κατανομή των πόρων.
Η έκθεση «Ζωντανός Πλανήτης 2008», στην οποία αναφερθήκαμε πριν, για την Ελλάδα δίνει τα εξής στοιχεία (Παρατηρητήριο Περιβάλλοντος)

Είχαμε το 11ο μεγαλύτερο κατά κεφαλήν αποτύπωμα στον κόσμο, 4ο μεγαλύτερο στην ΕΕ, με 59 ισοδύναμα στρέμματα ανά άτομο.
Καταναλώναμε 181% πάνω από το όριο βιωσιμότητας (21 ισοδύναμα στρέμματα ανά άτομο).
Είχαμε το 2ο μεγαλύτερο κατά κεφαλήν αποτύπωμα κατανάλωσης νερού στον κόσμο.
Την περίοδο 1961-2005, είχαμε με διαφορά τη μεγαλύτερη αύξηση στο κατά κεφαλήν αποτύπωμα στην ΕΕ-27, με αύξηση κατά 158%.

Αυτό οφείλεται βασικά στο μεγάλο «ενεργειακό μας αποτύπωμα», δηλαδή στις συνεχώς αυξανόμενες ανάγκες μας σε ενέργεια (ετήσια αύξηση 2,4% μεταξύ 1990-2004 – πολύ υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο), και στο πολύ μεγάλο «υδατικό μας αποτύπωμα», το οποίο οφείλεται στην αυξημένη χρήση νερού για τη γεωργία (87%), στις απώλειες που παρουσιάζει το απαρχαιωμένο αρδευτικό και υδρευτικό δίκτυο της χώρας, αλλά και στη συνολική κακοδιαχείριση των υδάτινων πόρων.
Σχεδόν τρεις πλανήτες χρειαζόμασταν οι Έλληνες για να διατηρήσουμε τον προ του 2008 τρόπο ζωής μας. Είχαμε ξεπεράσει κατά πολύ το οικολογικό μας όριο. Αυτό οφείλεται κυρίως στη στρεβλή νοοτροπία μας που αντιμετωπίζει το φυσικό περιβάλλον ως ανεξάντλητη πηγή πόρων[3]. Δεν έχουμε ακόμα στοιχεία για το τι συμβαίνει μετά το 2008, αφού με τη δημοσιονομική κρίση στη χώρα και τη δραστική μείωση του ΑΕΠ, έχουμε μπει σε μια διαδικασία βίαιης «φτωχοποίησης» και συρρίκνωσης των μεσοστρωμάτων, που ήταν και ο πολυπληθής φορέας του καταναλωτισμού τις προηγούμενες δεκαετίες.

[1] Βλέπε: Γιώργος Κολέμπας/Βασίλης Γιόκαρης, Κοινωνικοποίηση, σελ. 25-26, Εκδόσεις των Συναδέλφων 2012

[2] Βλέπε και: Κάρλος Τάιμπο, η Πρόταση της Αποανάπτυξης, καπιταλισμός κρίση και βαρβαρότητα, σελ.53, Εκδόσεις των Συναδέλφων 2012

[3] Ταυτόχρονα, η υπερκατανάλωση ενέργειας σε συνδυασμό με την εμμονή της Πολιτείας σε «βρώμικες» πηγές, όπως ο λιγνίτης, ενισχύουν διαρκώς τη δυσμενή θέση της χώρας μας (WWF Ελλάς).


Η έννοια του οικολογικού αποτυπώματος και των οικολογικών χρεών

Ένας μεγάλο, άναρχο ποτάμι είναι η ζωή. Προς τα πού κατευθύνεται; Που θέλει να φτάσει; Ποιος είναι τελικά ο σκοπός της; Ας είμαστε σε εγρήγορση, ας παρατηρήσουμε με ενάργεια, ας εμβαθύνουμε
πίσω από τα γεγονότα και ίσως αν το θελήσει ο ουρανός να μάθουμε. Ίσως να αντιληφθούμε ότι κάθε τι που μας συμβαίνει, είναι ένα διδακτικό μάθημα που συνεισφέρει στην εξέλιξη μας. Κάθε πόνος, κάθε δάκρυ, κάθε στεναχώρια, δεν είναι παρά ένας βράχος στη ροή του ποταμού της ζωής και υποκρύπτει μια προσκόλληση που εμποδίζει την ελεύθερη ροή του. Κάποιες φορές μάλιστα ο βράχος αλλάζει τη ροή του ποταμού διευκολύνοντας τη διέξοδο του προς τη θάλασσα. Αυτός είναι ο ύψιστος και αμείλικτος νόμος της ζωής. Αλίμονο σε εκείνους που αγκιστρώνονται σε ανθρώπους, σε καταστάσεις ή γεγονότα, προβάλλοντας υποκριτικές δικαιολογίες για να μην αλλάξουν, αρνούμενοι να κυλίσουν στο ρεύμα του μεγάλου ποταμού της εξέλιξης. Οτιδήποτε εμποδίζει αυτή τη ροή θα παραμεριστεί σύντομα χωρίς έλεος. Το ποτάμι θα καταλήξει έτσι κι αλλιώς στη θάλασσα. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να το καθυστερήσουμε. Και να υποφέρουμε.

Σφάλισα αυτή την πόρτα πίσω μου μια για πάντα. Κι έφυγα ! Έφυγα μην αντέχοντας την υποκρισία, την ματαιοδοξία, το ψέμα και την ασυνειδησία στη ζωή μου. Ήλθε η ώρα να αλλάξω στάση ζωής. Έφυγα κι άφησα πίσω μου το παλιό, το νεκρό, το χιλιοειπωμένο που δεν γίνεται ποτέ πράξη, που δεν οδηγεί πουθενά. Δεν άκουσα παρά τα σπλάχνα μου που με καλούσαν να προχωρήσω. Υπάρχει μια αλάνθαστη φωνή μέσα μας που όταν την ακούσουμε δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία για το τι πρέπει να κάνουμε. Γύρισα τα νώτα μου στο σκοτάδι για να αναζητήσω το αληθινό φως. Ίσως βέβαια η πράξη μου αυτή να θεωρήθηκε φυγή και να πλήγωσε κάποιους συνοδοιπόρους. Λυπήθηκα στην αρχή γι’ αυτούς που δε θέλουν να δουν το προφανές. Τι πλήγωσα όμως στα αλήθεια; Τίποτα παραπάνω από το εγωκεντρικό και το ψεύτικο που επιμένει να ζει μέσα τους και με επιθανάτια αγωνία προσπαθεί να διατηρήσει τα ηνία. Ίσως, σκέφτομαι, να δημιουργήθηκε με αυτό το πλήγμα μια δυνατότητα, ένα ρήγμα, ένα άνοιγμα ώστε να εισέλθει μια ακτίνα από το άσβεστο φως της αλήθειας, ενώ συγχρόνως ελευθέρωσα τον εαυτό μου από την λανθασμένη αυτή προσκόλληση που με κρατούσε πίσω. Είναι εγκληματικό να συντηρεί κανείς το κατώτερο ον μέσα στον εαυτό του ή μέσα στους άλλους. Οφείλει να το σκοτώσει το συντομότερο δυνατόν. Ας αδράξουμε αυτή την ευκαιρία λοιπόν κι ας πορευτούμε εν ειρήνη.

Τώρα, ελεύθερος πια από σκονισμένες αλυσίδες και κούφιους, ολοφάνερα ματαιόδοξους, χωρίς αντίκρισμα χαρακτηρισμούς, παρακολουθώ με έκπληξη, ταπεινότητα κι ευγνωμοσύνη τα θαύματα που ο ποταμός της ζωής απλόχερα ξεδιπλώνει καθημερινά μπροστά μου. Ευχαριστώ…

Υ.Γ.

Από ότι σε σκλαβώνει,
από ότι σε σκοτώνει,
από ότι σε περιορίζει,
από ότι σε ελαττώνει από αυτό που αληθινά είσαι…

Απομακρύνσου !

Η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση είναι ότι υπάρχει ακόμη χρόνος.

Δεν υπάρχει.

Σπάσε τις αλυσίδες σου τώρα κι άσε το ποτάμι της ζωής να σε παρασύρει.




Έφυγα

Το τηλεοπτικό παιχνίδι του SURVIVOR μόνο reality show δεν είναι. Ο τηλεοπτικός όρος «reality show», που προσπαθεί να μας πείσει για την “πραγματικότητα” του εγχειρήματος, μόνο στην αλήθεια δεν αναφέρεται. Όλοι οι παράγοντες και οι συνθήκες του παιχνιδιού είναι κατασκευασμένες
με επιμέλεια και φροντίδα. Στο βαθμό που αποτελούν προϊόντα με στόχο να επιφέρουν το κέρδος στον παραγωγό τους, δεν αφήνουν την “πραγματικότητα” να εξελιχθεί φυσιολογικά. Αυτό γίνεται διότι κάθε παραγωγός πρέπει να ελέγξει την παραγωγή, που σημαίνει την πραγματικότητα. Πρέπει να ελέγξει την εξέλιξη και την ανάπτυξη του παιχνιδιού- προϊόντος, για να έχει μεγαλύτερη ακροαματικότητα, που σημαίνει μεγαλύτερο κέρδος. Ας αποδεχτούμε λοιπόν ότι στην περίπτωση του SURVIVOR έχουμε να κάνουμε με μια “κατασκευασμένη πραγματικότητα”.
Από την άλλη πρέπει να ξέρουμε ότι βρισκόμαστε κάθε βράδυ μπροστά σε κάτι περισσότερο από ένα παιχνίδι. Σε ένα πείραμα κοινωνικής ψυχολογίας το οποίο όμως έχει διαστρεβλωθεί σύμφωνα με τις τηλεοπτικές ανάγκες του κάθε καναλιού και τους κερδοσκοπικούς του στόχους. Η διαστρέβλωση επικρατεί σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη όπου παρουσιάζεται. Είμαστε λοιπόν μπροστά σε ένα πείραμα του οποίου οι συμμετέχοντες δεν είναι μόνο αυτοί που παίζουν, αλλά και αυτοί που παρακολουθούν, οι οποίοι καλούνται κάθε φορά να διαλέξουν ένα παίχτη που θα συνεχίσει ή θα αποκλειστεί από την ομάδα. Δηλαδή η έννοια του πειραματόζωου δεν σταματάει στους πρωταγωνιστές του παιχνιδιού αλλά και σε εμάς, του θεατές!

Κάθε χώρα λοιπόν διεκδικεί το δικό της παιχνίδι. Στην Αμερική υπάρχει εδώ και 30 χρόνια σε ετήσια βάση. Στην Γαλλία κλείνει δέκα χρόνια συνεχούς παρουσίας. Στην μικρή μας χώρα μετά από μία παύση 13 χρόνων επανέρχεται.
Όμως για να δούμε πάνω σε τι στηρίχτηκε αυτό το παγκόσμιο παιχνίδι.
Το πείραμα της Οκλαχόμα
Ο ιδρυτής της κοινωνικής ψυχολογίας Muzafer Sherif την δεκαετία του 601, θέλησε να παρατηρήσει και να αναλύσει την συμπεριφορά δύο ομάδων παιδιών σε σχέση με το συναίσθημα του “ανήκειν” στην ομάδα και την επίδραση που θα είχε στις σχέσεις ανάμεσα στις ομάδες.
Τι έκανε λοιπόν αυτός ο επιστήμονας; Σε ένα πάρκο της Οκλαχόμα, από το οποίο πήρε και το όνομά του το πείραμά του, σε πρώτη φάση μάζεψε 22 αγόρια 11 και 12 χρονών σε μια κατασκήνωση χωρίς αυτά να γνωρίζουν ότι ήταν υποκείμενα πειράματος. Πριν φθάσουν στην κατασκήνωση είχαν χωριστεί σε δύο ομάδες. Την πρώτη εβδομάδα τα παιδιά δεν ήξεραν ότι υπήρχε και μια άλλη ομάδα στο πάρκο της κατασκήνωσης.
Οι ερευνητές στο διάστημα αυτό, φρόντισαν να ενδυναμώσουν του δεσμούς της ομάδας. Δημιούργησαν ευχάριστα παιχνίδια όπου ο καθένα μπορούσε να βρει την θέση του και να έρθει κοντά στους άλλους. Επίσης τα έβαλαν να βρουν ένα όνομα το οποίο το έγραψαν όλα στα μπλουζάκια τους και βρήκαν και μια σημαία – λάβαρο το οποίο το κρέμασαν, ορίζοντας την περιοχή τους.
Έτσι κατάφεραν να δημιουργήσουν συνεκτικούς δεσμούς ανάμεσα στα παιδιά και να μεγαλώσουν το συναίσθημα του “ανήκειν” στην ομάδα. Δηλαδή να δημιουργήσουν μια ταυτότητα της ομάδας και κάθε παιδί να αναλάβει ένα ρόλο μέσα σε αυτή.
Σε δεύτερη φάση και εφόσον η ταυτότητα της ομάδας είχε παγιωθεί οι ερευνητές δημιουργούν μια αναστάτωση φανερώνοντας ότι υπάρχει και μια άλλη ομάδα στο πάρκο. Η επαφή τους δεν ήταν εύκολη και τις έφερε αντιμέτωπες, έτοιμες να συγκρουστούν λεκτικά.
Για να το πάνε πιο μακριά οι ερευνητές προτείνουμε κάποιους αθλητικούς αγώνες ανάμεσα στις δύο ομάδες στους οποίους όρισαν ότι μόνο η μια ομάδα θα μπορούσε να είναι νικήτρια. Σε αυτή την περίπτωση η αντιπαλότητα ανάμεσα τους έφθασε στο παροξυσμό. Παρατηρήθηκαν προκλήσεις, επιθετικές συμπεριφορές και εμφανίστηκαν αρνητικά στερεότυπα.
Στο τέλος όταν μια ομάδα κέρδισε κατέβασε την σημαία της άλλης και τοποθέτησε την δικιά της σαν στοιχείο κυριαρχίας της. Επίσης άρχισαν να τραγουδάνε κοροϊδευτικούς στοίχους για την άλλη ομάδα και σε αυτή την φάση δεν δέχονταν να φάνε μαζί. Συνέχιζαν να δημιουργούν στερεότυπα αρνητικά, η μία για την άλλη, να αναπτύσσουν ιδεολογήματα εις βάρος της και μα μιλάνε υποτιμητικά και με μεγάλη αποστροφή για την παρουσία των μελών της.
Στην τρίτη φάση οι ερευνητές έβαλαν στόχο την επανασύνδεση των δύο ομάδων και την μείωση της έντασης μεταξύ τους. Έτσι σαν πρώτη πράξη μάζεψαν τις δύο ομάδες για να δουν ένα φιλμ μαζί, πράγμα που δεν λειτούργησε όπως περίμεναν. Μετά προτείνουν στις ομάδες να λύσουν από κοινού κάποια προβλήματα. Τους είπαν π.χ. ότι το νερό της πηγής που έπιναν κάτι έγινε και δεν ήταν καθαρό πλέον και ότι έπρεπε να βρουν μια καινούργια πηγή, κάτι που ανάγκασε τις δύο ομάδες να συνεργαστούν και να οργανώσουν από κοινού την έρευνά τους, πράγμα που το καταφέρνουν. Στην δεύτερη δοκιμασία τα παιδιά βρέθηκαν με μεγαλύτερη ευκολία να συνεργάζονται και στο τέλος δέχτηκαν να φάνε και μαζί. Από εκείνη την στιγμή και μετά οι σχέσεις του βελτιώθηκαν σημαντικά ώστε να φαίνονται σαν μια ομάδα.
Τα συμπεράσματα από του πείραμα ήταν:
α) πρώτον, ότι η αντίληψη που έχουμε για τις άλλες κοινωνικές ομάδες εξαρτάται από τον τύπο των σχέσεων που υπάρχουν ανάμεσα στις ομάδες καθώς και στην ομάδα που ανήκουμε.
β) Δεύτερον, ότι όταν υπάρχει μια ανταγωνιστική κατάσταση ανάμεσα στις ομάδες αναπτύσσεται και στα μέλη τους. Κάθε μια υποτιμά την άλλη και γενικά σχηματίζεται και διατηρείται μια αρνητική εικόνα για αυτή και για τα μέλη της.
γ) Τρίτον η αντιπαλότητα προς την άλλη ομάδα μεγαλώνει την συνοχή της κάθε ομάδας. Μεγαλώνει την αίσθηση της διαφορετικότητας τους από τους άλλους και την αρνητική αντίληψη για τα χαρακτηριστικά των μελών της άλλης ομάδας.
Ο SURVIVOR
Με το παραπάνω λοιπόν πείραμα βλέπουμε ο SURVIVOR δεν είναι ένα απλό παιχνίδι, αλλά επανάληψη ενός πειράματος του οποίου έχουν αφαιρεθεί βασικά χαρακτηριστικά της αρχικής πειραματικής συνθήκης. Πρέπει να ξέρουμε ότι κάθε πείραμα έχει και δικλίδες ασφαλείας. Δηλαδή οι συνθήκες του πειράματος είναι διαμορφωμένες με τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλιστεί η πραγμάτωσή του χωρίς να ξεφύγει από τον αρχικό προγραμματισμό του.
Στο πείραμα του Muzafer Sherif η “κατασκευασμένη” αντιπαλότητα ανάμεσα στις ομάδες είχε κάποιο όριο ασφαλείας το οποίο οι επιστήμονες δεν επιτρεπόταν να περάσουν. Στην περίπτωση του SURVIVOR παρατηρούμε ότι ηθελημένα οι δικλίδες ασφαλείας έχουν καταργηθεί. Ότι η “κατασκευασμένη” αντιπαλότητα μέσα και έξω από την ομάδα ωθείται μέχρι την ψυχολογική συντριβή του άλλου και με την βοήθεια των θεατών!
Δηλαδή καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι το πείραμα έχει διαστρεβλωθεί τόσο ο χαρακτήρας του όσο και ο σκοπός του. Σε αυτή την περίπτωση διακρίνουμε τρεις βασικούς πρωταγωνιστές τους οποίους η “κατασκευασμένη” πραγματικότητα χρησιμοποιεί με διαφορετικό τρόπο αλλά πάντα για το δικό της ιδεολογικό και κερδοσκοπικό συμφέρον. Τον παίχτη, την ομάδα και τον θεατή
Α) Ο Παίχτης
Παίρνοντας δυο ομάδες ανθρώπων και στερώντας τους την τροφή σαν στοιχείου του παιχνιδιού, δηλαδή ποντάροντας στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης, ήδη τους γυρνάς στο πρωτογονισμό, αφαιρώντας τους οποιοδήποτε άλλο χαρακτηριστικό που τους διακρίνει. Το γεγονός ότι ο κάθε παίχτης παρουσιάζεται με κάποια ιδιότητα που είχε στην κανονική του ζωή δεν έχει καμιά σημασία για εκείνον όσο για την φαντασίωση του θεατή.
Αυτό που βλέπουμε σαν παίχτη είναι ένα υποκείμενο το οποίο στην ουσία δέχτηκε, έναντι χρηματικής προσφοράς, να στερηθεί την ταυτότητα του, και να αφεθεί σε ένα χώρο του οποίου οι συνθήκες δεν ελέγχονται από τον ίδιο. Συμφώνησε λοιπόν με το παιχνίδι που του ζητά να απογυμνωθεί από οποιαδήποτε ιδιότητα που το διέκρινε στην κανονική του ζωή και να προσπαθήσει να κατασκευάσει μια καινούργια ταυτότητα, μέσα στην ομάδα, με αντικείμενο συμμετοχής, αθλήματα που το οδηγούν στην παιδικότητα.
Δηλαδή έχουμε να κάνουμε με “παίχτες” οι οποίοι δέχτηκαν να “πουλήσουν” την εικόνα τους και να δεχτούν την στέρηση και τις δοκιμασίες που ορίζει η “κατασκευασμένη πραγματικότητα” για να κερδίσουν το μεγάλο… χρηματικό έπαθλο.
Β) Η ομάδα
Στο βαθμό, που όπως αναφέραμε το υποκείμενο έχει απογυμνωθεί από την προσωπικότητα του, η ομάδα γίνεται ένας σημαντικός παράγοντας χαράς, ή θλίψης, συντροφικότητα, ή μοναξιάς. Η ομάδα είναι αναγκαστική, είναι και αυτή μια “κατασκευασμένη” συνθήκη η οποία δεν επιβεβαιώνει κανένα μέλος της, αλλά πολύ εύκολα μπορεί να γυρίσει εναντίον του. Η ομάδα μπορεί να φαίνεται υποστηρικτική, αλλά στην ουσία είναι επικριτική. Είναι πάντα εκεί για να κρίνει το υποκείμενο και να ορίσει την παρουσία του σαν θετικό, ή αρνητικό παράγοντα.
Το συναίσθημα αλληλεγγύης που μπορεί να αναπτυχθεί μέσα στην ομάδα, στην ουσία δεν έχει συνέχεια. Αποτελεί ένα περιφερειακό στοιχείο και μάλιστα μπορεί να θεωρηθεί σαν παραβατική συμπεριφορά σύμφωνα με τον κανόνα της. Η κατάσταση αυτή αφήνει ακάλυπτο το υποκείμενο έτσι ώστε η μοναχικότητα του να αποτελεί από την μια τον εφιάλτη του και από την άλλη την σωτηρία του.
Μέσα στην ομάδα, ο φόβος που κυριαρχεί απέναντι στα μέλη της, είναι μεγαλύτερος από το φόβο της άλλης ομάδας. Η υπακοή στο κανόνα του παιχνιδιού που ζητά τον εξοστρακισμό κάποιου μέλους από τα άλλα, κάνει στην ομάδα να επικρατεί η αρνητικότητα για τον άλλον. Έτσι σε συνεχή βάση η παρουσία του άλλου, για το υποκείμενο είναι ανταγωνιστική ακόμα και όταν το αγκαλιάζει και εκδηλώνει την χαρά του.
Ο κάθε παίκτης λοιπόν δεν μπορεί να αισθανθεί σιγουριά και συμμαχία ούτε μέσα της, αλλά ούτε έξω από αυτή. Είναι απομονωμένος ακόμα και αν φαίνεται να ανήκει σε αυτή. Άρα η βασική πειραματική συνθήκη στο πείραμα του Muzafer Sherif να κάνει τους παίχτες να αισθανθούν και να αφομοιωθούν από την ομάδα, να αισθανθούν ότι “ανήκουν” σε αυτή, στο SURVIVOR δεν υφίσταται καν!
Σε αυτή την περίπτωση η ομάδα είναι μέσον και όχι σκοπός. Δηλαδή είναι το εργαλείο για να φθάσει το υποκείμενο στο προσωπικό του στόχο. Την χρησιμοποιεί αλλά δεν πρέπει να αισθάνεται κομμάτι της. Μέσα από τους όρους του παιχνιδιού είναι καταδικασμένος να είναι με τους άλλους, αλλά να μην ξεχνά ότι πολεμά μόνο για το τομάρι του και για κανένα άλλο.
Οι άλλοι είναι σκαλοπάτια για να φθάσει στο σκοπό του. Έτσι η συλλογικότητα είναι ένα στοιχείο χρήσιμο για να προάγει μόνο την ατομικότητα και για κανένα λόγο την συντροφικότητα. Δηλαδή ο κάθε συμμετέχων χρησιμοποιεί την ομάδα που ανήκει για το δικό του συμφέρον. Ποτέ όλοι μαζί δεν θα φτάσουν κάπου, έτσι η επικοινωνία και η αλληλοβοήθεια, είναι ιδέες περιχαρακωμένες από τους όρους του παιχνιδιού. Ο στόχος του κάθε παίχτη είναι να περιοριστεί η παρουσία των μελών της ομάδας, για να μείνει ο μόνος νικητής της.
Όπως είναι φυσικό οι συναισθηματικές σχέσεις που μπορούν να αναπτυχθούν στην ομάδα είναι πάντα εκτεθειμένες στο βασικό νόμο το παιχνιδιού ο οποίος τα μόνα συναισθήματα που πυροδοτεί και επιτρέπει στα μέλη της, είναι ο ανταγωνισμός, η αντιπαλότητα, ο διαχωρισμός και η διαφορετικότητα. Ακόμα λοιπόν και αν υπάρξουν στιγμές αλληλεγγύης αυτές είναι στα πλαίσια του βασικού στόχου του αποκλεισμού του άλλου.
Όπως καταλαβαίνετε έχουμε να κάνουμε με ένα οργανωμένο σύστημα το οποίο ποντάρει στον έναν ή την μια, τον πιο δυνατό ή την πιο δυνατή, τον πιο ανθεκτικό, ή την πιο ανθεκτική,. Ποντάρει σε αυτήν, ή αυτόν που θα μπορέσει να επιβιώσει όχι στις δήθεν συνθήκες του φυσικού περιβάλλοντος, αλλά στους νόμους και τα πλαίσια του κατασκευασμένου, αχαλίνωτου ανταγωνισμού του παιχνιδιού!
Με λίγα λόγια στο SURVIVOR έχουμε την αναβίωση συνθηκών του καταστροφικού νέο-φιλελευθερισμού όπου επικρατεί η αγριότητα του ανθρώπινου πρωτογονισμού. ‘Όπου το ένστικτο της αυτοσυντήρησης θριαμβεύει, ακόμα και όταν η αφθονία ρέει από παντού. ‘Έτσι το υποκείμενο σαν μονάδα πορεύεται ενάντια στους άλλους, αναγκασμένο να τους χρησιμοποιεί, σαν απλά μέσα για το συμφέρον του και το αντίθετο.
Όλα λοιπόν τα άλλα συναισθήματα αλληλεγγύης και συντροφικότητας που προβάλλονται ανάμεσα στους παίχτες είναι για την κατανάλωση του θεατή. Είναι περιχαρακωμένα από το βασικό όρο του παιχνιδιού την αντιπαλότητα και την προσπάθεια εξόντωσης του αντιπάλου μέχρις εσχάτων.
Σε αυτό το πλαίσιο όπως είπαμε μεγαλώνουν τα στερεότυπα για τον άλλον, και για την άλλη ομάδα. Μεγαλώνουν οι διαφοροποιήσεις και τα ιδεολογήματα που καλλιεργούν την ανωτερότητα και την κατωτερότητα, την υπεροχή και την ανάγκη της υποταγής, την απομόνωση και την επιθετικότητα στον αδύνατο από το φόβο μήπως ο καθένας μετατραπεί σε αποδιοπομπαίος τράγος της ομάδας, δηλαδή γίνει ο αδύνατος και εισπράξει την βία των άλλων.
Σε αυτή την “κατασκευασμένη πραγματικότητα” τίποτα δεν είναι αληθινό. Όλα είναι τεχνικά τοποθετημένα ακόμα και η καλλιέργεια του σεξισμού εφόσον ένας απαράβατος όρος του παιχνιδιού είναι οι παίχτες να είναι πολύ ελαφριά ντυμένοι έτσι ώστε να εξάπτουν το σεξουαλική φαντασίωση του θεατή. Δηλαδή τα γυμνά γυμνασμένα ηλιοκαμένα κορμιά των παιχτών είναι απαράβατοι όροι για την επίτευξη της τηλεθέασης και αποτελούν όρο στην αγοραπωλησία τους.
Όλο αυτό το εφιαλτικό γεγονός της κοινωνικής απογύμνωσης λοιπόν, θάβεται κάτω από σώματα γυμνασμένα ηλιοκαμένα που θυμίζουν την ατελείωτη προσπάθεια του κάθε καταπιεσμένου πολίτη της κοινωνίας μας για τον έλεγχο της εικόνας σώματος. Τατουάζ που ξεδιπλώνουν την σημειολογία της ενότητας του καθένα κάτω από την προσπάθεια ελέγχου του μόνου που του έχει απομείνει, αυτού του σώματος, το οποίο λειτουργεί περισσότερο σαν στοιχείο προβολής και όχι ικανοποίησης.
Γ) Οι θεατές
Γ.1.Η ταύτιση
Ο θεατής είναι ο βασικός στόχος του παιχνιδιού. Το παιχνίδι καλλιεργεί τις συνθήκες περισσότερο για τον θεατή παρά για του παίχτη. Καλεί τον θεατή και μάλιστα τον νέο, να ταυτιστεί με την “κατασκευασμένη” πραγματικότητα. Εφόσον εξασφαλίζει την παρακολούθηση, τον κάνει σύμμαχο και αποδέκτη των όρων του παιχνιδιού σαν μια πραγματικότητα πιθανή και επιτρεπτή. Μια πραγματικότητα της οποίας η παρουσία νομιμοποιείται μέσα από το παιχνίδι, σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Μαθαίνει να γίνεται αποδεχτή η υποταγή στο σύστημα του άκρατου κοινωνικού ανταγωνισμού, δηλαδή του νέο-φιλελευθερισμού. Έτσι ο κάθε νέος πολίτης μπορεί να είναι ένας εν δύναμή παίχτης του κοινωνικού SURVIVOR της καθημερινότητας.
Το SURVIVOR επαναλαμβάνει την ζωή στο χειρότερό της επίπεδο δίνοντας την εντύπωση του καινούργιου που στην ουσία είναι η επιστροφή στο παλιό. Αν “Γνωστοί” ψυχολόγοι ισχυρίζονται ότι τα νέα παιδιά αναζητάνε μέσα από αυτό το παιχνίδι την ταυτότητα τους, και προσπαθούν να αισθανθούν ότι ανήκουν κάπου, και αν ισχυρίζονται χωρίς μεγάλη σκέψη, ότι το SURVIVOR τους προσφέρει αυτή την ευκαιρία, θα συμφωνήσω εν μέρη, αλλά θα ήθελα να πω ότι η ταύτιση αυτή είναι επικίνδυνη για τον κάθε νέο θεατή.
Διότι αυτό που παρακολουθούν κάθε βράδυ οι θεατές δεν είναι παρά υποβιβασμένες υπάρξεις παραδομένες στις συνθήκες ενός σαρκοφάγου συστήματος. Η ικανότητα τους να αντεπεξέλθουν και να νικήσουν, αποπροσανατολίζει την ταύτιση, όχι τόσο στο “περιεχόμενο” του παιχνιδιού, αλλά όσο στις “διαδικασίες” του.
Γ.2. Το “περιεχόμενο”και η “διαδικασία”
Οι παίχτες μέσα από την αλλοτρίωση τους γίνονται οι ήρωες που αποδεχόμενοι τις παράλογες συνθήκες υποταγής θα βγούνε νικητές υποτάσσοντας τους άλλους στο δρόμο τους. Η ταύτιση του θεατή μαζί τους, με την προσπάθειά τους έχει συνειδητά αλλά και ασυνείδητα σημεία.
Σε συνειδητό επίπεδο ο θεατής ταυτίζεται με την “διαδικασία” με τη συμπεριφορά του πρότυπου του “άγριου” άντρα, του “ κυνηγού”, που τόσες αιώνες επέβαλε την βίαιη παρουσία του και από την άλλη ταυτίζεται με το πρότυπο της γυναίκας σαν σεξουαλικό αντικείμενο. Ασυνείδητα η ταύτιση έχει να κάνει με το “περιεχόμενο”, δηλαδή με την “εσωτερίκευση” της διαταγής, της “αποδοχής” της συνθήκης υποταγής, της “ανημποριάς” μπροστά στην δύναμη του συστήματος που επιβάλλει το παιχνίδι του.
Το “περιεχόμενο” λοιπόν είναι η πλήρης αποδοχή των εξευτελιστικών όρων ύπαρξης του υποκειμένου για οικονομική αμοιβή. Το “περιεχόμενο” εμπεριέχει το άγχος της έλλειψης επιλογής, την αγοραπωλησία του υποκειμένου και την εξάρτησή-αιχμαλωσία του σαν παίχτης από το σύστημα.
Η “διαδικασία” είναι το παιχνίδι με τους άλλους παίχτες για την επιβίωση και την νίκη. Η “διαδικασία” του παιχνιδιού παρουσιάζει την ψευδό-αντίσταση του παίκτη στις κατασκευασμένες συνθήκες. Παρουσιάζει ότι πολεμά! Αντιστέκεται!
Γ.3. Το άγχος
Άρα αυτό που κάνει τους νέους θεατές να παρακολουθούν το SURVIVOR μπορεί να μην είναι η ευχαρίστηση της αντίστασης, δηλαδή της “διαδικασίας”, όπως μπορεί να ισχυριστούν οι “Γνωστοί” ψυχολόγοι, όσο το άγχος του “περιεχομένου”. Το άγχος που μπορεί να έχει σχέση με τους παίχτες του παιχνιδιού, αλλά έρχεται να “ακουμπήσει” το εσωτερικευμένο άγχος για την δική τους εξέλιξη και ανάπτυξη στο επερχόμενο κοινωνικό παιγνίδι που δεν προσφέρει παρά μια επιλογή στο νέο και στην νέα, αυτή της ανεργίας, ή της υποταγής στους σκληρούς όρους εκμετάλλευσης του κοινωνικού “παιχνιδιού”.
Δεν έχουμε να κάνουμε λοιπόν, μέσα από την ταύτιση με τους παίχτες τουSURVIVOR, με την απόκτηση ταυτότητας, αλλά με την έλλειψη της. Εφόσον οι παίχτες, όπως αναφέραμε πάρα πάνω είναι απογυμνωμένοι από τις ιδιότητες τους και κρατάνε μόνο το πρωτογονισμό, τόσο του υποκειμένου, όσο και του συστήματος, με αυτό που μπορούν να ταυτιστούν οι νέοι είναι αυτός ο πρωτογονισμός. Με τις συνθήκες του παιχνιδιού που τους γεμίζουν άγχος και απογοήτευση. Η αγωνία του θεατή από ένα σημείο και μετά γίνεται ένα κατασκευασμένο προϊόν- και δεν εξαρτάται από ίδιο, αλλά από το σύστημα.
Τέλος…
Το SURVIVOR προετοιμάζει και θέλει να μάθει τους νέους να υποτάσσονται και να αποδέχονται μια “κατασκευασμένης πραγματικότητας” προβάλλοντας μια μορφή αντίστασης η οποία δεν την καταργεί, αλλά την αναπαράγει. Απλά κάθε παίκτης του SURVIVOR μόνο ταυτιζόμενος με το σύστημα της “κατασκευασμένης πραγματικότητας” θα μπορέσει να επιβιώσει.
Μόνο όταν ο ίδιος γίνει αδυσώπητος όπως το σύστημα θα καταφέρει να νικήσει. Μόνο όταν “κατασκευαστεί” σαν ο σούπερ ήρωας, ο οποίος, στην ουσία δεν παρουσιάζεται να νικάει το σύστημα, αλλά γίνεται αυτός το σύστημα που ισοπεδώνει τους άλλους.
Θεωρώ όμως ότι το πιο σημαντικό είναι να έχουμε υπόψιν, σαν θεατές τουSURVIVOR, ότι η έλλειψη εμπιστοσύνης, οι αντιπαλότητες, τα μίση, και οι αντιπαραθέσεις, δεν είναι στοιχεία του χαρακτήρα των παιχτών όσο των “κατασκευασμένων συνθηκών”, δηλαδή των νόμων του παιχνιδιού, στους οποίους οι συμμετέχοντες αναγκάζονται να υποταχθούν για να επιβιώσουν και να… κερδίσουν.

Κερεντζής Λάμπρος

Ψυχολόγος – Ψυχοπαιδαγωγός


Απέναντι Όχθη

Survivor : Η κατασκευασμένη αλήθεια είναι πάντα ένα ψέμα

Ο δεκάχρονος Παύλος με τον πατέρα του έκατσαν στο μπαλκόνι του καφέ, παρήγγειλαν και ξεκίνησαν να παίζουν σκάκι.

Παράδοξη εικόνα. Ένας πατέρας που παίζει με το παιδί του. Συνήθως το πρώτο πράγμα που
ρωτάνε τα παιδιά κι οι έφηβοι είναι αν έχουμε wi-fi. Έπειτα χάνονται στο τάμπλετ τους, ενώ κι οι γονείς συχνά κάνουν το ίδιο με το κινητό τους.

Δεν φταίει η τεχνολογία. Θα μπορούσαν να είναι η εφημερίδα κι ένα κόμικ. ‘Η τίποτα. Είναι πιο εύκολο να είσαι απομονωμένος. Ακόμα κι απ’ το παιδί σου ή τον πατέρα σου.

~~

Τους παρατηρώ να παίζουν. Ο Παύλος είναι πολύ καλός, συγκεντρωμένος και σοβαρός.

«Παίζεις καιρό;» τον ρωτάω.
«Πολύ καιρό», λέει αυτός.
«Τι πολύ καιρό;» λέει ο πατέρας του. «Πόσο παίζεις;»
«Ένα χρόνο», λέει ο Παύλος.
«Ένας χρόνος δεν είναι πολύς καιρός», λέει ο πατέρας.
«Εξαρτάται», του λέω. «Αν έχεις ζήσει δέκα χρόνια τότε είναι το ένα δέκατο ολόκληρης της ζωής σου».

Τους αφήνω να συνεχίσουν. Κάθε τόσο στέκομαι από πάνω τους και βλέπω πώς εξελίσσεται η παρτίδα.

Δεν μιλάνε, δεν «επικοινωνούν», αν επικοινωνία θεωρείται μόνο η λεκτική. Όμως φτιάχνουν έναν δεσμό. Κι ο Παύλος χτίζει μια ανάμνηση. Σίγουρα όταν μεγαλώσει, όταν ο πατέρας του θ’ αφήσει την παρτίδα, θα θυμάται με νοσταλγία (η λέξη περιλαμβάνει και άλγος, πόνο) τα παιχνίδια που έπαιζε με τον πατέρα του.

Όταν γυρνάω στο σπίτι ρωτάω τον Τηλέμαχο αν θέλει να παίξουμε σκάκι.
«Εντάξει», λέει αυτός, όλο χαρά. «Αλλά να παίξουμε και τάβλι;»

Έτσι αλλάζουμε τον κόσμο μερικές φορές -έστω σ’ αυτό το λίγο. Είδα αυτούς τους δύο να παίζουν και ζήλεψα -χωρίς φθόνο.

~~{}~~

Το επόμενο βράδυ ξανάρχονται κι αρχίζουν το παιχνίδι. Κάποια στιγμή βλέπω τον πατέρα να σηκώνεται και να κατεβαίνει τις σκάλες, προς τον κήπο που έχει από κάτω.

«Μας έπεσε ένα πιόνι», μου λέει.
«Τι χρώμα;» ρωτάω.
«Λευκό».
«Ε, τότε θα το βρείτε. Αν ήταν μαύρο…»

Έψαξαν για πολλή ώρα, αλλά δεν βρήκαν το λευκό πιόνι. Επέστρεψαν την επόμενη μέρα, με το φως του ήλιου. Έψαχναν ώρες, αλλά δεν το βρήκαν.

Καθώς ανέβαιναν τις σκάλες απογοητευμένοι, ο Παύλος είπε: «Το πιόνι δραπέτευσε».

«Μπορείς να το αντικαταστήσεις με κάτι άλλο», του λέω. «Οτιδήποτε».
«Ναι, έχω κι άλλα κομμάτια. Αλλά εκείνο τι έγινε;»
«Δραπέτευσε».
~~
Μπαίνω στη λάντζα να πλύνω ποτήρια και σκέφτομαι την αλληγορία του παιχνιδιού.

Στο σκάκι υπάρχουν οι λευκοί κι οι μαύροι. Παρά την αντίθεση του χρώματος είναι ισότιμοι. Με μια μικρή διαφορά: Τα λευκά παίζουν πάντα πρώτα.

Όμως αυτή η πρώτη κίνηση δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία -έτσι νομίζω, δεν είμαι σπουδαίος σκακιστής.

Αν όλα τα κομμάτια μπορούσαν να ψηφίσουν, τότε τα πιόνια εύκολα θα εξέλεγαν αρχηγό, αφού αυτά είναι οκτώ, ίδια, ισάξια. Όμως στο σκάκι δεν υπάρχει δημοκρατία, ο βασιλιάς είναι το παν.

Όλα γίνονται για να αιχμαλωτιστεί ο αντίπαλος βασιλιάς. Πιόνια, πύργοι, άλογα και τρελοί, ακόμα κι η βασίλισσα, μπορεί να θυσιαστούν, για να σώσουν τον βασιλιά τους.

Χωρίς τον βασιλιά το παιχνίδι τελειώνει.

Υπάρχει η ψευδαίσθηση της προαγωγής για τα πιόνια. Κάθε ένα απ’ αυτά μπορεί να γίνει κάτι άλλο, κάτι «ανώτερο». Οτιδήποτε εκτός από βασιλιά. Ο βασιλιάς είναι μόνο ένας.

Ο βασιλιάς, ο σημαντικός, είναι ο πιο ανίσχυρος. Κινείται μόνο ένα τετράγωνο, όπως τα πιόνια, και δύσκολα μπορεί να απειλήσει κάποιον -μόνο πισώπλατα.

Η βασίλισσα είναι αυτή με τη μεγαλύτερη δύναμη, αλλά κι εκείνη είναι πεπεισμένη για την ανωτερότητα του βασιλιά.

~~

Το παιχνίδι ξεκινάει με τα κομμάτια τοποθετημένα πάντα στη σωστή θέση. Μπροστά τα πιόνια, έτοιμα να θυσιαστούν για τον βασιλιά τους. Πίσω το βασιλικό ζεύγος. Δεξιά κι αριστερά, στη σειρά, οι αξιωματικοί (ή τρελοί), τα άλογα (ιππικό;) και τα κάστρα στην άκρη.

Οι κινήσεις που επιτρέπεται να κάνει κάθε κομμάτι είναι συγκεκριμένες. Κι ο χώρος είναι περιορισμένος, 64 τετράγωνα.

Τις περισσότερες φορές τα κομμάτια δεν σκέφτονται. Έχουν μάθει τον ρόλο τους: Να προστατέψουν τον βασιλιά τους, να αιχμαλωτίσουν τον αντίπαλο βασιλιά. (Οι βασιλιάδες δεν πεθαίνουν, δεν μπορείς να τους «πάρεις». Ή τους αιχμαλωτίζεις, κάνοντας ματ, ή παραιτούνται και πηγαίνουν διακοπές στο εξοχικό τους στη Γαλλία).

Όσο συναρπαστική κι αν είναι η παρτίδα, στο τέλος κάποιος κερδίζει -ή μπορεί να υπάρξει και ισοπαλία. Αλλά μετά όλα ξαναρχίζουν, και τα πιόνια στήνονται στη δεύτερη γραμμή φωνάζοντας συνθήματα υπέρ του βασιλιά.

«Ζήτω ο μαύρος Βασιλιάς! Πιάστε τον Λευκό Βασιλιά!»
«Ζήτω ο λευκός Βασιλιάς! Πιάστε τον μαύρο Βασιλιά!»

Και ξαναρίχνονται στη μάχη. Με αυτοθυσία και αυταπάρνηση.

~~

Όμως, υπάρχουν κάποιες παράδοξες στιγμές, όπως αυτές που περιγράφει ο Ρόμπινς στο Χορό των Εφτά Πέπλων -για άλλα «άψυχα» αντικείμενα, όπου ακόμα κι ένα πιόνι μπορεί να θελήσει να δραπετεύσει.

Το πιόνι που δραπέτευσε, ήταν φτιαγμένο από ξύλο ή MDF, κάπου στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, σ’ ένα εργοστάσιο όπου οι εργάτες δουλεύουν για ένα δολάριο την ώρα.

Είχε ένα μικρό ελάττωμα, ένα σημάδι σαν τρίχα στο λευκό κεφάλι του. Το πρώτο πράγμα που είδε, σαν φτιάχτηκε, ήταν τα σκιστά μάτια ενός κοριτσιού που δούλευε εκεί.

Το κορίτσι ήταν στη διαλογή. Τα σκάρτα κομμάτια τα πετούσε πίσω της. Από ‘κει τα έκαναν πάλι ροκανίδι, τα κολλούσαν με ρητίνη και ξαναφτιάχναν πιόνια.

Το κορίτσι είδε τη μαύρη ουλή στο πιόνι, αλλά δεν ήθελε να το πετάξει. Το άφησε στην ταινία, για να πέσει στο κουτί.

~~

Όταν το λευκό πιόνι με τη μαύρη ουλή βγήκε απ’ το κουτί βρέθηκε σ’ ένα παράξενο μέρος. Το ταβάνι του εργοστασίου ήταν γαλάζιο. Τριγύρω, χαμηλά, υπήρχε κι άλλο γαλάζιο, μπλε μάλλον, και πράγματα στέκονταν πάνω του.

Στην Αρετσού της Καλαμαριάς, τόσο μακριά απ’ το Πεκίνο, ο δεκάχρονος Παύλος άνοιξε το καινούριο σκάκι κι έστησε τα πιόνια. Είχε πάντα τα λευκά, μια πατρική παραχώρηση, τη μόνη που του έκανε ο πατέρας του. Και το παιχνίδι ξεκίνησε.

Το λευκό πιόνι προσπάθησε να συμμεριστεί την πίστη στο βασιλιά. Στην πρώτη παρτίδα θυσιάστηκε νωρίς. Στη δεύτερη έμεινε ακίνητο στο Β2 για όλη την παρτίδα. Στην τρίτη κατάφερε να φτάσει ως απέναντι και τότε τη θέση του την πήρε ένας πύργος.

Μετά μπήκε στο κουτί. Μέσα εκεί ξεκίνησε να μιλάει στα άλλα πιόνια.

«Γιατί το κάνουμε αυτό;» τα ρώτησε. «Γιατί να θυσιαζόμαστε για τον βασιλιά; Γιατί να μας αλλάζει κάποιος, όταν φτάνουμε απέναντι;»
«Έτσι παίζεται το παιχνίδι», του είπε ένα πιόνι.

Ένας πύργος μ’ έναν αξιωματικό τον αγριοκοίταζαν.

«Και γιατί πρέπει να παίζουμε το παιχνίδι;» ρώτησε το λευκό πιόνι με τη μαύρη ουλή.
«Γι’ αυτό φτιαχτήκαμε».
«Δεν έχουμε ελευθερία επιλογής;» ρώτησε το λευκό πιόνι κι όλοι γελάσαν.

Ο λευκός βασιλιάς, μαζί με τον μαύρο και τις βασίλισσες, τον πλησίασαν.

«Πρέπει να νιώθεις περήφανος που ανήκεις στους λευκούς», του είπε η λευκή βασίλισσα.
«Γιατί;»
«Γιατί δεν είσαι μαύρος».
«Και τι διαφορά έχω απ’ τα μαύρα πιόνια;»
«Εσύ είσαι λευκό κι αυτά είναι μαύρα. Είναι οι εχθροί.»
«Ποιος το λέει αυτό;»
«Ο θεός», είπε ο λευκός βασιλιάς.
«Και ο θεός τι χρώμα είναι; Λευκός ή μαύρος;» ρώτησε το πιόνι.
«Λευκός, βεβαίως» – «Μαύρος, βεβαίως», είπαν ταυτόχρονα οι δυο βασιλιάδες.

Ο αξιωματικός, αυτός που λένε και τρελό, πετάχτηκε τότε και είπε γελώντας, σαν γελωτοποιός: «Για να λέμε την αλήθεια, μάλλον κίτρινη είναι. Και είναι κορίτσι.»

«Δεν θέλω να παίζω αυτό το παιχνίδι», είπε το λευκό πιόνι με τη μαύρη ουλή.

Όλοι ταράχτηκαν.
«Δεν γίνεται να μην παίζεις», του είπε ήρεμα ο λευκός βασιλιάς.
«Σ’ αυτό θα συμφωνήσω», είπε ο μαύρος βασιλιάς.

«Το παιχνίδι σε καθορίζει. Ο ρόλος σου είναι αυτός και μόνο: Να συνεχίσεις να παίζεις. Αν δεν παίζεις δεν θα έχεις πλέον καμία αξία. Δεν θα είσαι πιόνι. Θα είσαι… Σκουπίδι.»
«Αλλά θα είμαι ελεύθερος».

Οι βασιλιάδες κι οι βασίλισσες του γύρισαν την πλάτη. Τον πλησίασε ο μαύρος τρελός.

«Άκου, φιλαράκι», του είπε. «Το παιχνίδι θα συνεχιστεί και χωρίς εσένα. Ουδείς αναντικατάστατος. Συμβολική είναι η παρουσία σου. Μπορεί να μπει στη θέση σου ένα κέρμα ή -ακόμα χειρότερα- ένα λευκό πούλι από τάβλι. Το παιχνίδι θα συνεχιστεί και χωρίς εσένα. Αλλά εσύ τι θα είσαι χωρίς το παιχνίδι;»
«Θα είμαι ελεύθερος».

~~

Το ίδιο βράδυ, όταν άνοιξε το κουτί, το λευκό πιόνι με τη μαύρη ουλή είδε τα άστρα, το φεγγάρι μισογεμάτο και τα φώτα στη θάλασσα.

Με την πρώτη ευκαιρία, μόλις βγήκε απ’ το παιχνίδι και τον έβαλαν στην άκρη, μετακίνησε λίγο το κέντρο βάρος του κι έπεσε, απ’ το τραπέζι κι απ’ το μπαλκόνι.

Κρύφτηκε ανάμεσα στα φύλλα ενός θάμνου, όση ώρα τον έψαχνε ο μικρός θεός.

Μετά, λίγο πριν ξημερώσει, κατρακύλησε ως τη θάλασσα.
~~
(Κάποιοι λένε ότι μέρες μετά και μήνες ξεβράστηκε σ’ ένα νησί. Η αλμύρα και τα κύματα το ‘χαν γλείψει κι είχε γίνει σαν κοχύλι. Όμως αυτό ίσως και να ‘ναι ψέμα.)


Το λευκό πιόνι που δραπέτευσε

Ο δεκάχρονος Παύλος με τον πατέρα του έκατσαν στο μπαλκόνι του καφέ, παρήγγειλαν και ξεκίνησαν να παίζουν σκάκι.

Παράδοξη εικόνα. Ένας πατέρας που παίζει με το παιδί του. Συνήθως το πρώτο πράγμα που
ρωτάνε τα παιδιά κι οι έφηβοι είναι αν έχουμε wi-fi. Έπειτα χάνονται στο τάμπλετ τους, ενώ κι οι γονείς συχνά κάνουν το ίδιο με το κινητό τους.

Δεν φταίει η τεχνολογία. Θα μπορούσαν να είναι η εφημερίδα κι ένα κόμικ. ‘Η τίποτα. Είναι πιο εύκολο να είσαι απομονωμένος. Ακόμα κι απ’ το παιδί σου ή τον πατέρα σου.

~~

Τους παρατηρώ να παίζουν. Ο Παύλος είναι πολύ καλός, συγκεντρωμένος και σοβαρός.

«Παίζεις καιρό;» τον ρωτάω.
«Πολύ καιρό», λέει αυτός.
«Τι πολύ καιρό;» λέει ο πατέρας του. «Πόσο παίζεις;»
«Ένα χρόνο», λέει ο Παύλος.
«Ένας χρόνος δεν είναι πολύς καιρός», λέει ο πατέρας.
«Εξαρτάται», του λέω. «Αν έχεις ζήσει δέκα χρόνια τότε είναι το ένα δέκατο ολόκληρης της ζωής σου».

Τους αφήνω να συνεχίσουν. Κάθε τόσο στέκομαι από πάνω τους και βλέπω πώς εξελίσσεται η παρτίδα.

Δεν μιλάνε, δεν «επικοινωνούν», αν επικοινωνία θεωρείται μόνο η λεκτική. Όμως φτιάχνουν έναν δεσμό. Κι ο Παύλος χτίζει μια ανάμνηση. Σίγουρα όταν μεγαλώσει, όταν ο πατέρας του θ’ αφήσει την παρτίδα, θα θυμάται με νοσταλγία (η λέξη περιλαμβάνει και άλγος, πόνο) τα παιχνίδια που έπαιζε με τον πατέρα του.

Όταν γυρνάω στο σπίτι ρωτάω τον Τηλέμαχο αν θέλει να παίξουμε σκάκι.
«Εντάξει», λέει αυτός, όλο χαρά. «Αλλά να παίξουμε και τάβλι;»

Έτσι αλλάζουμε τον κόσμο μερικές φορές -έστω σ’ αυτό το λίγο. Είδα αυτούς τους δύο να παίζουν και ζήλεψα -χωρίς φθόνο.

~~{}~~

Το επόμενο βράδυ ξανάρχονται κι αρχίζουν το παιχνίδι. Κάποια στιγμή βλέπω τον πατέρα να σηκώνεται και να κατεβαίνει τις σκάλες, προς τον κήπο που έχει από κάτω.

«Μας έπεσε ένα πιόνι», μου λέει.
«Τι χρώμα;» ρωτάω.
«Λευκό».
«Ε, τότε θα το βρείτε. Αν ήταν μαύρο…»

Έψαξαν για πολλή ώρα, αλλά δεν βρήκαν το λευκό πιόνι. Επέστρεψαν την επόμενη μέρα, με το φως του ήλιου. Έψαχναν ώρες, αλλά δεν το βρήκαν.

Καθώς ανέβαιναν τις σκάλες απογοητευμένοι, ο Παύλος είπε: «Το πιόνι δραπέτευσε».

«Μπορείς να το αντικαταστήσεις με κάτι άλλο», του λέω. «Οτιδήποτε».
«Ναι, έχω κι άλλα κομμάτια. Αλλά εκείνο τι έγινε;»
«Δραπέτευσε».
~~
Μπαίνω στη λάντζα να πλύνω ποτήρια και σκέφτομαι την αλληγορία του παιχνιδιού.

Στο σκάκι υπάρχουν οι λευκοί κι οι μαύροι. Παρά την αντίθεση του χρώματος είναι ισότιμοι. Με μια μικρή διαφορά: Τα λευκά παίζουν πάντα πρώτα.

Όμως αυτή η πρώτη κίνηση δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία -έτσι νομίζω, δεν είμαι σπουδαίος σκακιστής.

Αν όλα τα κομμάτια μπορούσαν να ψηφίσουν, τότε τα πιόνια εύκολα θα εξέλεγαν αρχηγό, αφού αυτά είναι οκτώ, ίδια, ισάξια. Όμως στο σκάκι δεν υπάρχει δημοκρατία, ο βασιλιάς είναι το παν.

Όλα γίνονται για να αιχμαλωτιστεί ο αντίπαλος βασιλιάς. Πιόνια, πύργοι, άλογα και τρελοί, ακόμα κι η βασίλισσα, μπορεί να θυσιαστούν, για να σώσουν τον βασιλιά τους.

Χωρίς τον βασιλιά το παιχνίδι τελειώνει.

Υπάρχει η ψευδαίσθηση της προαγωγής για τα πιόνια. Κάθε ένα απ’ αυτά μπορεί να γίνει κάτι άλλο, κάτι «ανώτερο». Οτιδήποτε εκτός από βασιλιά. Ο βασιλιάς είναι μόνο ένας.

Ο βασιλιάς, ο σημαντικός, είναι ο πιο ανίσχυρος. Κινείται μόνο ένα τετράγωνο, όπως τα πιόνια, και δύσκολα μπορεί να απειλήσει κάποιον -μόνο πισώπλατα.

Η βασίλισσα είναι αυτή με τη μεγαλύτερη δύναμη, αλλά κι εκείνη είναι πεπεισμένη για την ανωτερότητα του βασιλιά.

~~

Το παιχνίδι ξεκινάει με τα κομμάτια τοποθετημένα πάντα στη σωστή θέση. Μπροστά τα πιόνια, έτοιμα να θυσιαστούν για τον βασιλιά τους. Πίσω το βασιλικό ζεύγος. Δεξιά κι αριστερά, στη σειρά, οι αξιωματικοί (ή τρελοί), τα άλογα (ιππικό;) και τα κάστρα στην άκρη.

Οι κινήσεις που επιτρέπεται να κάνει κάθε κομμάτι είναι συγκεκριμένες. Κι ο χώρος είναι περιορισμένος, 64 τετράγωνα.

Τις περισσότερες φορές τα κομμάτια δεν σκέφτονται. Έχουν μάθει τον ρόλο τους: Να προστατέψουν τον βασιλιά τους, να αιχμαλωτίσουν τον αντίπαλο βασιλιά. (Οι βασιλιάδες δεν πεθαίνουν, δεν μπορείς να τους «πάρεις». Ή τους αιχμαλωτίζεις, κάνοντας ματ, ή παραιτούνται και πηγαίνουν διακοπές στο εξοχικό τους στη Γαλλία).

Όσο συναρπαστική κι αν είναι η παρτίδα, στο τέλος κάποιος κερδίζει -ή μπορεί να υπάρξει και ισοπαλία. Αλλά μετά όλα ξαναρχίζουν, και τα πιόνια στήνονται στη δεύτερη γραμμή φωνάζοντας συνθήματα υπέρ του βασιλιά.

«Ζήτω ο μαύρος Βασιλιάς! Πιάστε τον Λευκό Βασιλιά!»
«Ζήτω ο λευκός Βασιλιάς! Πιάστε τον μαύρο Βασιλιά!»

Και ξαναρίχνονται στη μάχη. Με αυτοθυσία και αυταπάρνηση.

~~

Όμως, υπάρχουν κάποιες παράδοξες στιγμές, όπως αυτές που περιγράφει ο Ρόμπινς στο Χορό των Εφτά Πέπλων -για άλλα «άψυχα» αντικείμενα, όπου ακόμα κι ένα πιόνι μπορεί να θελήσει να δραπετεύσει.

Το πιόνι που δραπέτευσε, ήταν φτιαγμένο από ξύλο ή MDF, κάπου στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, σ’ ένα εργοστάσιο όπου οι εργάτες δουλεύουν για ένα δολάριο την ώρα.

Είχε ένα μικρό ελάττωμα, ένα σημάδι σαν τρίχα στο λευκό κεφάλι του. Το πρώτο πράγμα που είδε, σαν φτιάχτηκε, ήταν τα σκιστά μάτια ενός κοριτσιού που δούλευε εκεί.

Το κορίτσι ήταν στη διαλογή. Τα σκάρτα κομμάτια τα πετούσε πίσω της. Από ‘κει τα έκαναν πάλι ροκανίδι, τα κολλούσαν με ρητίνη και ξαναφτιάχναν πιόνια.

Το κορίτσι είδε τη μαύρη ουλή στο πιόνι, αλλά δεν ήθελε να το πετάξει. Το άφησε στην ταινία, για να πέσει στο κουτί.

~~

Όταν το λευκό πιόνι με τη μαύρη ουλή βγήκε απ’ το κουτί βρέθηκε σ’ ένα παράξενο μέρος. Το ταβάνι του εργοστασίου ήταν γαλάζιο. Τριγύρω, χαμηλά, υπήρχε κι άλλο γαλάζιο, μπλε μάλλον, και πράγματα στέκονταν πάνω του.

Στην Αρετσού της Καλαμαριάς, τόσο μακριά απ’ το Πεκίνο, ο δεκάχρονος Παύλος άνοιξε το καινούριο σκάκι κι έστησε τα πιόνια. Είχε πάντα τα λευκά, μια πατρική παραχώρηση, τη μόνη που του έκανε ο πατέρας του. Και το παιχνίδι ξεκίνησε.

Το λευκό πιόνι προσπάθησε να συμμεριστεί την πίστη στο βασιλιά. Στην πρώτη παρτίδα θυσιάστηκε νωρίς. Στη δεύτερη έμεινε ακίνητο στο Β2 για όλη την παρτίδα. Στην τρίτη κατάφερε να φτάσει ως απέναντι και τότε τη θέση του την πήρε ένας πύργος.

Μετά μπήκε στο κουτί. Μέσα εκεί ξεκίνησε να μιλάει στα άλλα πιόνια.

«Γιατί το κάνουμε αυτό;» τα ρώτησε. «Γιατί να θυσιαζόμαστε για τον βασιλιά; Γιατί να μας αλλάζει κάποιος, όταν φτάνουμε απέναντι;»
«Έτσι παίζεται το παιχνίδι», του είπε ένα πιόνι.

Ένας πύργος μ’ έναν αξιωματικό τον αγριοκοίταζαν.

«Και γιατί πρέπει να παίζουμε το παιχνίδι;» ρώτησε το λευκό πιόνι με τη μαύρη ουλή.
«Γι’ αυτό φτιαχτήκαμε».
«Δεν έχουμε ελευθερία επιλογής;» ρώτησε το λευκό πιόνι κι όλοι γελάσαν.

Ο λευκός βασιλιάς, μαζί με τον μαύρο και τις βασίλισσες, τον πλησίασαν.

«Πρέπει να νιώθεις περήφανος που ανήκεις στους λευκούς», του είπε η λευκή βασίλισσα.
«Γιατί;»
«Γιατί δεν είσαι μαύρος».
«Και τι διαφορά έχω απ’ τα μαύρα πιόνια;»
«Εσύ είσαι λευκό κι αυτά είναι μαύρα. Είναι οι εχθροί.»
«Ποιος το λέει αυτό;»
«Ο θεός», είπε ο λευκός βασιλιάς.
«Και ο θεός τι χρώμα είναι; Λευκός ή μαύρος;» ρώτησε το πιόνι.
«Λευκός, βεβαίως» – «Μαύρος, βεβαίως», είπαν ταυτόχρονα οι δυο βασιλιάδες.

Ο αξιωματικός, αυτός που λένε και τρελό, πετάχτηκε τότε και είπε γελώντας, σαν γελωτοποιός: «Για να λέμε την αλήθεια, μάλλον κίτρινη είναι. Και είναι κορίτσι.»

«Δεν θέλω να παίζω αυτό το παιχνίδι», είπε το λευκό πιόνι με τη μαύρη ουλή.

Όλοι ταράχτηκαν.
«Δεν γίνεται να μην παίζεις», του είπε ήρεμα ο λευκός βασιλιάς.
«Σ’ αυτό θα συμφωνήσω», είπε ο μαύρος βασιλιάς.

«Το παιχνίδι σε καθορίζει. Ο ρόλος σου είναι αυτός και μόνο: Να συνεχίσεις να παίζεις. Αν δεν παίζεις δεν θα έχεις πλέον καμία αξία. Δεν θα είσαι πιόνι. Θα είσαι… Σκουπίδι.»
«Αλλά θα είμαι ελεύθερος».

Οι βασιλιάδες κι οι βασίλισσες του γύρισαν την πλάτη. Τον πλησίασε ο μαύρος τρελός.

«Άκου, φιλαράκι», του είπε. «Το παιχνίδι θα συνεχιστεί και χωρίς εσένα. Ουδείς αναντικατάστατος. Συμβολική είναι η παρουσία σου. Μπορεί να μπει στη θέση σου ένα κέρμα ή -ακόμα χειρότερα- ένα λευκό πούλι από τάβλι. Το παιχνίδι θα συνεχιστεί και χωρίς εσένα. Αλλά εσύ τι θα είσαι χωρίς το παιχνίδι;»
«Θα είμαι ελεύθερος».

~~

Το ίδιο βράδυ, όταν άνοιξε το κουτί, το λευκό πιόνι με τη μαύρη ουλή είδε τα άστρα, το φεγγάρι μισογεμάτο και τα φώτα στη θάλασσα.

Με την πρώτη ευκαιρία, μόλις βγήκε απ’ το παιχνίδι και τον έβαλαν στην άκρη, μετακίνησε λίγο το κέντρο βάρος του κι έπεσε, απ’ το τραπέζι κι απ’ το μπαλκόνι.

Κρύφτηκε ανάμεσα στα φύλλα ενός θάμνου, όση ώρα τον έψαχνε ο μικρός θεός.

Μετά, λίγο πριν ξημερώσει, κατρακύλησε ως τη θάλασσα.
~~
(Κάποιοι λένε ότι μέρες μετά και μήνες ξεβράστηκε σ’ ένα νησί. Η αλμύρα και τα κύματα το ‘χαν γλείψει κι είχε γίνει σαν κοχύλι. Όμως αυτό ίσως και να ‘ναι ψέμα.)


Το λευκό πιόνι που δραπέτευσε

Ο δεκάχρονος Παύλος με τον πατέρα του έκατσαν στο μπαλκόνι του καφέ, παρήγγειλαν και ξεκίνησαν να παίζουν σκάκι.

Παράδοξη εικόνα. Ένας πατέρας που παίζει με το παιδί του. Συνήθως το πρώτο πράγμα που
ρωτάνε τα παιδιά κι οι έφηβοι είναι αν έχουμε wi-fi. Έπειτα χάνονται στο τάμπλετ τους, ενώ κι οι γονείς συχνά κάνουν το ίδιο με το κινητό τους.

Δεν φταίει η τεχνολογία. Θα μπορούσαν να είναι η εφημερίδα κι ένα κόμικ. ‘Η τίποτα. Είναι πιο εύκολο να είσαι απομονωμένος. Ακόμα κι απ’ το παιδί σου ή τον πατέρα σου.

~~

Τους παρατηρώ να παίζουν. Ο Παύλος είναι πολύ καλός, συγκεντρωμένος και σοβαρός.

«Παίζεις καιρό;» τον ρωτάω.
«Πολύ καιρό», λέει αυτός.
«Τι πολύ καιρό;» λέει ο πατέρας του. «Πόσο παίζεις;»
«Ένα χρόνο», λέει ο Παύλος.
«Ένας χρόνος δεν είναι πολύς καιρός», λέει ο πατέρας.
«Εξαρτάται», του λέω. «Αν έχεις ζήσει δέκα χρόνια τότε είναι το ένα δέκατο ολόκληρης της ζωής σου».

Τους αφήνω να συνεχίσουν. Κάθε τόσο στέκομαι από πάνω τους και βλέπω πώς εξελίσσεται η παρτίδα.

Δεν μιλάνε, δεν «επικοινωνούν», αν επικοινωνία θεωρείται μόνο η λεκτική. Όμως φτιάχνουν έναν δεσμό. Κι ο Παύλος χτίζει μια ανάμνηση. Σίγουρα όταν μεγαλώσει, όταν ο πατέρας του θ’ αφήσει την παρτίδα, θα θυμάται με νοσταλγία (η λέξη περιλαμβάνει και άλγος, πόνο) τα παιχνίδια που έπαιζε με τον πατέρα του.

Όταν γυρνάω στο σπίτι ρωτάω τον Τηλέμαχο αν θέλει να παίξουμε σκάκι.
«Εντάξει», λέει αυτός, όλο χαρά. «Αλλά να παίξουμε και τάβλι;»

Έτσι αλλάζουμε τον κόσμο μερικές φορές -έστω σ’ αυτό το λίγο. Είδα αυτούς τους δύο να παίζουν και ζήλεψα -χωρίς φθόνο.

~~{}~~

Το επόμενο βράδυ ξανάρχονται κι αρχίζουν το παιχνίδι. Κάποια στιγμή βλέπω τον πατέρα να σηκώνεται και να κατεβαίνει τις σκάλες, προς τον κήπο που έχει από κάτω.

«Μας έπεσε ένα πιόνι», μου λέει.
«Τι χρώμα;» ρωτάω.
«Λευκό».
«Ε, τότε θα το βρείτε. Αν ήταν μαύρο…»

Έψαξαν για πολλή ώρα, αλλά δεν βρήκαν το λευκό πιόνι. Επέστρεψαν την επόμενη μέρα, με το φως του ήλιου. Έψαχναν ώρες, αλλά δεν το βρήκαν.

Καθώς ανέβαιναν τις σκάλες απογοητευμένοι, ο Παύλος είπε: «Το πιόνι δραπέτευσε».

«Μπορείς να το αντικαταστήσεις με κάτι άλλο», του λέω. «Οτιδήποτε».
«Ναι, έχω κι άλλα κομμάτια. Αλλά εκείνο τι έγινε;»
«Δραπέτευσε».
~~
Μπαίνω στη λάντζα να πλύνω ποτήρια και σκέφτομαι την αλληγορία του παιχνιδιού.

Στο σκάκι υπάρχουν οι λευκοί κι οι μαύροι. Παρά την αντίθεση του χρώματος είναι ισότιμοι. Με μια μικρή διαφορά: Τα λευκά παίζουν πάντα πρώτα.

Όμως αυτή η πρώτη κίνηση δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία -έτσι νομίζω, δεν είμαι σπουδαίος σκακιστής.

Αν όλα τα κομμάτια μπορούσαν να ψηφίσουν, τότε τα πιόνια εύκολα θα εξέλεγαν αρχηγό, αφού αυτά είναι οκτώ, ίδια, ισάξια. Όμως στο σκάκι δεν υπάρχει δημοκρατία, ο βασιλιάς είναι το παν.

Όλα γίνονται για να αιχμαλωτιστεί ο αντίπαλος βασιλιάς. Πιόνια, πύργοι, άλογα και τρελοί, ακόμα κι η βασίλισσα, μπορεί να θυσιαστούν, για να σώσουν τον βασιλιά τους.

Χωρίς τον βασιλιά το παιχνίδι τελειώνει.

Υπάρχει η ψευδαίσθηση της προαγωγής για τα πιόνια. Κάθε ένα απ’ αυτά μπορεί να γίνει κάτι άλλο, κάτι «ανώτερο». Οτιδήποτε εκτός από βασιλιά. Ο βασιλιάς είναι μόνο ένας.

Ο βασιλιάς, ο σημαντικός, είναι ο πιο ανίσχυρος. Κινείται μόνο ένα τετράγωνο, όπως τα πιόνια, και δύσκολα μπορεί να απειλήσει κάποιον -μόνο πισώπλατα.

Η βασίλισσα είναι αυτή με τη μεγαλύτερη δύναμη, αλλά κι εκείνη είναι πεπεισμένη για την ανωτερότητα του βασιλιά.

~~

Το παιχνίδι ξεκινάει με τα κομμάτια τοποθετημένα πάντα στη σωστή θέση. Μπροστά τα πιόνια, έτοιμα να θυσιαστούν για τον βασιλιά τους. Πίσω το βασιλικό ζεύγος. Δεξιά κι αριστερά, στη σειρά, οι αξιωματικοί (ή τρελοί), τα άλογα (ιππικό;) και τα κάστρα στην άκρη.

Οι κινήσεις που επιτρέπεται να κάνει κάθε κομμάτι είναι συγκεκριμένες. Κι ο χώρος είναι περιορισμένος, 64 τετράγωνα.

Τις περισσότερες φορές τα κομμάτια δεν σκέφτονται. Έχουν μάθει τον ρόλο τους: Να προστατέψουν τον βασιλιά τους, να αιχμαλωτίσουν τον αντίπαλο βασιλιά. (Οι βασιλιάδες δεν πεθαίνουν, δεν μπορείς να τους «πάρεις». Ή τους αιχμαλωτίζεις, κάνοντας ματ, ή παραιτούνται και πηγαίνουν διακοπές στο εξοχικό τους στη Γαλλία).

Όσο συναρπαστική κι αν είναι η παρτίδα, στο τέλος κάποιος κερδίζει -ή μπορεί να υπάρξει και ισοπαλία. Αλλά μετά όλα ξαναρχίζουν, και τα πιόνια στήνονται στη δεύτερη γραμμή φωνάζοντας συνθήματα υπέρ του βασιλιά.

«Ζήτω ο μαύρος Βασιλιάς! Πιάστε τον Λευκό Βασιλιά!»
«Ζήτω ο λευκός Βασιλιάς! Πιάστε τον μαύρο Βασιλιά!»

Και ξαναρίχνονται στη μάχη. Με αυτοθυσία και αυταπάρνηση.

~~

Όμως, υπάρχουν κάποιες παράδοξες στιγμές, όπως αυτές που περιγράφει ο Ρόμπινς στο Χορό των Εφτά Πέπλων -για άλλα «άψυχα» αντικείμενα, όπου ακόμα κι ένα πιόνι μπορεί να θελήσει να δραπετεύσει.

Το πιόνι που δραπέτευσε, ήταν φτιαγμένο από ξύλο ή MDF, κάπου στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, σ’ ένα εργοστάσιο όπου οι εργάτες δουλεύουν για ένα δολάριο την ώρα.

Είχε ένα μικρό ελάττωμα, ένα σημάδι σαν τρίχα στο λευκό κεφάλι του. Το πρώτο πράγμα που είδε, σαν φτιάχτηκε, ήταν τα σκιστά μάτια ενός κοριτσιού που δούλευε εκεί.

Το κορίτσι ήταν στη διαλογή. Τα σκάρτα κομμάτια τα πετούσε πίσω της. Από ‘κει τα έκαναν πάλι ροκανίδι, τα κολλούσαν με ρητίνη και ξαναφτιάχναν πιόνια.

Το κορίτσι είδε τη μαύρη ουλή στο πιόνι, αλλά δεν ήθελε να το πετάξει. Το άφησε στην ταινία, για να πέσει στο κουτί.

~~

Όταν το λευκό πιόνι με τη μαύρη ουλή βγήκε απ’ το κουτί βρέθηκε σ’ ένα παράξενο μέρος. Το ταβάνι του εργοστασίου ήταν γαλάζιο. Τριγύρω, χαμηλά, υπήρχε κι άλλο γαλάζιο, μπλε μάλλον, και πράγματα στέκονταν πάνω του.

Στην Αρετσού της Καλαμαριάς, τόσο μακριά απ’ το Πεκίνο, ο δεκάχρονος Παύλος άνοιξε το καινούριο σκάκι κι έστησε τα πιόνια. Είχε πάντα τα λευκά, μια πατρική παραχώρηση, τη μόνη που του έκανε ο πατέρας του. Και το παιχνίδι ξεκίνησε.

Το λευκό πιόνι προσπάθησε να συμμεριστεί την πίστη στο βασιλιά. Στην πρώτη παρτίδα θυσιάστηκε νωρίς. Στη δεύτερη έμεινε ακίνητο στο Β2 για όλη την παρτίδα. Στην τρίτη κατάφερε να φτάσει ως απέναντι και τότε τη θέση του την πήρε ένας πύργος.

Μετά μπήκε στο κουτί. Μέσα εκεί ξεκίνησε να μιλάει στα άλλα πιόνια.

«Γιατί το κάνουμε αυτό;» τα ρώτησε. «Γιατί να θυσιαζόμαστε για τον βασιλιά; Γιατί να μας αλλάζει κάποιος, όταν φτάνουμε απέναντι;»
«Έτσι παίζεται το παιχνίδι», του είπε ένα πιόνι.

Ένας πύργος μ’ έναν αξιωματικό τον αγριοκοίταζαν.

«Και γιατί πρέπει να παίζουμε το παιχνίδι;» ρώτησε το λευκό πιόνι με τη μαύρη ουλή.
«Γι’ αυτό φτιαχτήκαμε».
«Δεν έχουμε ελευθερία επιλογής;» ρώτησε το λευκό πιόνι κι όλοι γελάσαν.

Ο λευκός βασιλιάς, μαζί με τον μαύρο και τις βασίλισσες, τον πλησίασαν.

«Πρέπει να νιώθεις περήφανος που ανήκεις στους λευκούς», του είπε η λευκή βασίλισσα.
«Γιατί;»
«Γιατί δεν είσαι μαύρος».
«Και τι διαφορά έχω απ’ τα μαύρα πιόνια;»
«Εσύ είσαι λευκό κι αυτά είναι μαύρα. Είναι οι εχθροί.»
«Ποιος το λέει αυτό;»
«Ο θεός», είπε ο λευκός βασιλιάς.
«Και ο θεός τι χρώμα είναι; Λευκός ή μαύρος;» ρώτησε το πιόνι.
«Λευκός, βεβαίως» – «Μαύρος, βεβαίως», είπαν ταυτόχρονα οι δυο βασιλιάδες.

Ο αξιωματικός, αυτός που λένε και τρελό, πετάχτηκε τότε και είπε γελώντας, σαν γελωτοποιός: «Για να λέμε την αλήθεια, μάλλον κίτρινη είναι. Και είναι κορίτσι.»

«Δεν θέλω να παίζω αυτό το παιχνίδι», είπε το λευκό πιόνι με τη μαύρη ουλή.

Όλοι ταράχτηκαν.
«Δεν γίνεται να μην παίζεις», του είπε ήρεμα ο λευκός βασιλιάς.
«Σ’ αυτό θα συμφωνήσω», είπε ο μαύρος βασιλιάς.

«Το παιχνίδι σε καθορίζει. Ο ρόλος σου είναι αυτός και μόνο: Να συνεχίσεις να παίζεις. Αν δεν παίζεις δεν θα έχεις πλέον καμία αξία. Δεν θα είσαι πιόνι. Θα είσαι… Σκουπίδι.»
«Αλλά θα είμαι ελεύθερος».

Οι βασιλιάδες κι οι βασίλισσες του γύρισαν την πλάτη. Τον πλησίασε ο μαύρος τρελός.

«Άκου, φιλαράκι», του είπε. «Το παιχνίδι θα συνεχιστεί και χωρίς εσένα. Ουδείς αναντικατάστατος. Συμβολική είναι η παρουσία σου. Μπορεί να μπει στη θέση σου ένα κέρμα ή -ακόμα χειρότερα- ένα λευκό πούλι από τάβλι. Το παιχνίδι θα συνεχιστεί και χωρίς εσένα. Αλλά εσύ τι θα είσαι χωρίς το παιχνίδι;»
«Θα είμαι ελεύθερος».

~~

Το ίδιο βράδυ, όταν άνοιξε το κουτί, το λευκό πιόνι με τη μαύρη ουλή είδε τα άστρα, το φεγγάρι μισογεμάτο και τα φώτα στη θάλασσα.

Με την πρώτη ευκαιρία, μόλις βγήκε απ’ το παιχνίδι και τον έβαλαν στην άκρη, μετακίνησε λίγο το κέντρο βάρος του κι έπεσε, απ’ το τραπέζι κι απ’ το μπαλκόνι.

Κρύφτηκε ανάμεσα στα φύλλα ενός θάμνου, όση ώρα τον έψαχνε ο μικρός θεός.

Μετά, λίγο πριν ξημερώσει, κατρακύλησε ως τη θάλασσα.
~~
(Κάποιοι λένε ότι μέρες μετά και μήνες ξεβράστηκε σ’ ένα νησί. Η αλμύρα και τα κύματα το ‘χαν γλείψει κι είχε γίνει σαν κοχύλι. Όμως αυτό ίσως και να ‘ναι ψέμα.)


Το λευκό πιόνι που δραπέτευσε

H νέα μόδα που ήρθε για να ανανεώσει το λεξιλόγιο, την αισθητική και τους τρόπους συμπεριφοράς των φιλελεύθερων κοινωνιών ακούει στο όνομα «πολιτική ορθότητα». Από τις μεσοαστικές γειτονιές των Βρυξελλών, τις φοιτητικές συνοικίες της Βαρκελώνης, το Καρτιέ Λατέν των Παρισίων, τα ακαδημαϊκά campus των Ηνωμένων Πολιτειών, τα Εξάρχεια ως και το Kreuzberg, η πολιτική ορθότητα είναι το νέο must στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Εκ πρώτης όψεως, τούτη η ρυθμιστική αρχή φαντάζει ιδιαίτερα γοητευτική εφόσον και δημιουργεί προσδοκίες υπεράσπισης των αδυνάμων και όσων δεν χαίρουν μιας σειράς τυπικών δικαιωμάτων. Όμως, στην πραγματικότητα έχει καταλήξει να δημιουργήσει ένα αποπνικτικό περιβάλλον γραφειοκρατικών ελέγχων και μαζικής υστερίας προς οποιαδήποτε κριτική σ’ αυτό το fair-play της ανεκτικής αδιαφορίας.

Στην πλέον γνήσια και πολιτικά προχωρημένη του μορφή, το κίνημα της πολιτικής ορθότητας έχει προετοιμάσει τις τελευταίες δεκαετίες μια εξέγερση όλων των θυμάτων, εφάμιλλη των κατά καιρούς σπαρτακισμών που έχει γνωρίσει η ανθρωπότητα από τις απαρχές της. Και όντως, η ζωή στο «παγκόσμιο χωριό» που οικοδομήθηκε πάνω στο τέλος της Ιστορίας. συνέχεια ΕΔΩ

Πολιτική ορθότητα: ο ανοιχτόμυαλος μακαρθισμός της Αριστεράς

H νέα μόδα που ήρθε για να ανανεώσει το λεξιλόγιο, την αισθητική και τους τρόπους συμπεριφοράς των φιλελεύθερων κοινωνιών ακούει στο όνομα «πολιτική ορθότητα». Από τις μεσοαστικές γειτονιές των Βρυξελλών, τις φοιτητικές συνοικίες της Βαρκελώνης, το Καρτιέ Λατέν των Παρισίων, τα ακαδημαϊκά campus των Ηνωμένων Πολιτειών, τα Εξάρχεια ως και το Kreuzberg, η πολιτική ορθότητα είναι το νέο must στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Εκ πρώτης όψεως, τούτη η ρυθμιστική αρχή φαντάζει ιδιαίτερα γοητευτική εφόσον και δημιουργεί προσδοκίες υπεράσπισης των αδυνάμων και όσων δεν χαίρουν μιας σειράς τυπικών δικαιωμάτων. Όμως, στην πραγματικότητα έχει καταλήξει να δημιουργήσει ένα αποπνικτικό περιβάλλον γραφειοκρατικών ελέγχων και μαζικής υστερίας προς οποιαδήποτε κριτική σ’ αυτό το fair-play της ανεκτικής αδιαφορίας.

Στην πλέον γνήσια και πολιτικά προχωρημένη του μορφή, το κίνημα της πολιτικής ορθότητας έχει προετοιμάσει τις τελευταίες δεκαετίες μια εξέγερση όλων των θυμάτων, εφάμιλλη των κατά καιρούς σπαρτακισμών που έχει γνωρίσει η ανθρωπότητα από τις απαρχές της. Και όντως, η ζωή στο «παγκόσμιο χωριό» που οικοδομήθηκε πάνω στο τέλος της Ιστορίας. συνέχεια ΕΔΩ

Πολιτική ορθότητα: ο ανοιχτόμυαλος μακαρθισμός της Αριστεράς

Έτσι κατέβηκα τις σκάλες από τη σοφίτα μου, αυτές τις σκάλες της ξενιτιάς, που τόσο δύσκολα τις ανεβαίνεις, αυτές τις καθαρές και φροντισμένες σκάλες, ενός αξιοπρεπέστατου αστικού σπιτιού, στο οποίο στεγάζονται τρεις οικογένειες κι εγώ, που έχω το ερημητήριο μου στην σοφίτα. Δεν ξέρω πώς συμβαίνει
αυτό, εγώ ο Λύκος της Στέπας, που είμαι χωρίς πατρίδα και μισώ αυτόν το μικρό αστικό κόσμο, να μένω συνήθως σε τέτοια αστικά σπίτια. Ίσως πρόκειται για έναν παλιό συναισθηματισμό. Δε μένω ούτε σε παλάτια ούτε σε σπίτια προλετάριων, αλλά σχεδόν πάντοτε σε τέτοιες αστικές φωλιές, όπου μένουν πολύ αξιοπρεπείς, άμεμπτοι και πολύ ανιαροί άνθρωποι- εδώ μυρίζει συνέχεια σαπούνι και καθαριότητα και φοβάσαι να χτυπήσεις λίγο
πιο δυνατά την πόρτα ή να μπεις μέσα με λασπωμένα παπούτσια. Πάντως, χωρίς αμφιβολία αγαπώ αυτή την ατμόσφαιρα, ακόμα από τα παιδικά μου χρόνια και πάντοτε η κρυφή μου λαχτάρα, σαν να γυρεύω την πατρίδα μου, με οδηγεί απελπισμένα στους ίδιους δρόμους. Και πάντοτε δέχομαι ευχάριστα αυτή την αντίθεση, να ζω άτακτα, άχαρα, μόνος και καταπιεσμένος μέσα σ’ ένα οικογενειακό αστικό περιβάλλον. Μ’ αρέσει πολύ αυτό, να ανασαίνω στη σκάλα αυτή την οσμή της ησυχίας, της τάξης, της καθαριότητας, της αξιοπρέπειας και της πειθαρχίας, που παρά το μίσος που νιώθω για την αστική τάξη, αισθάνομαι κάτι συγκλονιστικό, και μ’ αρέσει, μετά να περνώ το κατώφλι του δωματίου μου, όπου όλα αυτά σταματούν, όπου πάλι ανάμεσα στους σωρούς των βιβλίων υπάρχουν τα αποτσίγαρα και τα μπουκάλια του κρασιού, όπου όλα είναι ακατάστατα και αφρόντιστα, κι όπου όλα, βιβλία, χειρόγραφα, σκέψεις, είναι διαποτισμένα από την αγωνία του μοναχικού, από την προβληματική της ανθρώπινης ύπαρξης, από την νοσταλγία να αποκτήσει η ζωή ένα καινούργιο νόημα, γιατί σήμερα έχει χάσει κάθε νόημα…

Όχι είναι πολύ δύσκολο να βρεις αυτό το θείο αχνάρι μέσα σ’ αυτή τη ζωή που περνάμε, μέσα σ’ αυτόν το χρόνο τον τόσο απνευμάτιστο, αστικό κι ευτυχισμένο, μέσα σ’ αυτά τα αρχιτεκτονικά σχέδια, τις επιχειρήσεις, την πολιτική και τους ανθρώπους! Πώς μπορούσα μέσα σ’ έναν τέτοιο κόσμο να μην είμαι ένας λύκος της στέπας, ένας άξεστος ερημίτης, μια που δεν καταλάβαινα κανέναν από τους σκοπούς του και δεν ένιωθα καμιά από τις χαρές του! Δεν μπορώ ούτε σ’ ένα θέατρο ούτε σ’ ένα κινηματογράφο να παραμείνω πολλή ώρα, δεν μπορώ να διαβάσω μια εφημερίδα και πολύ σπάνια διαβάζω ένα μοντέρνο βιβλίο- δεν μπορώ να καταλάβω ποια όρεξη και ποια χαρά σπρώχνουν τους ανθρώπους στα ταξίδια και τα ξενοδοχεία, στα γεμάτα καφέ-μπαρ με την πνιγερή μουσική και στα μπαρ και τις παραστάσεις βαριετέ των μεγαλουπόλεων, στις εκθέσεις, στους αγώνες αυτοκινήτων, στα γήπεδα και στις διαλέξεις γι’ αυτούς που διψούν για μόρφωση! Όλες αυτές τις χαρές, που θα μπορούσα να τις φτάσω και να επιδιώξω άλλες τόσες, δεν μπορώ να τις καταλάβω ούτε συμμετέχω σ’ αυτές. Αντίθετα, αυτό που σε μένα προξενεί τις σπάνιες ώρες της χαράς, αυτό που είναι για μένα ηδονή, βίωμα, έκσταση και εξύψωση, βρίσκεται μόνο στην ποίηση, ενώ στη ζωή φαίνεται να ‘ναι αφύσικο. Και πράγματι, αν ο κόσμος έχει δίκιο, αν αυτή η μουσική στα μπαρ, αυτές οι μαζικές ικανοποιήσεις μέσα στα πλήθη κι αυτός ο αμερικανικός τρόπος ζωής είναι πράγματα δικαιωμένα, τότε εγώ έχω το άδικο, είμαι τρελός, πραγματικά ένας λύκος της στέπας, όπως συχνά ονόμαζα τον εαυτό μου- είμαι οπωσδήποτε ένα περιπλανώμενο θηρίο, μέσα σ’ έναν ξένο κι ακατανόητο κόσμο, που δεν μπορεί πια να βρει την πατρίδα του, την τροφή και τον αέρα του.

Ο Λύκος της Στέπας
ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ


Πώς μπορούσα μέσα σ’ έναν τέτοιο κόσμο να μην είμαι ένας λύκος της στέπας. (ΕΣΣΕ)

Έτσι κατέβηκα τις σκάλες από τη σοφίτα μου, αυτές τις σκάλες της ξενιτιάς, που τόσο δύσκολα τις ανεβαίνεις, αυτές τις καθαρές και φροντισμένες σκάλες, ενός αξιοπρεπέστατου αστικού σπιτιού, στο οποίο στεγάζονται τρεις οικογένειες κι εγώ, που έχω το ερημητήριο μου στην σοφίτα. Δεν ξέρω πώς συμβαίνει
αυτό, εγώ ο Λύκος της Στέπας, που είμαι χωρίς πατρίδα και μισώ αυτόν το μικρό αστικό κόσμο, να μένω συνήθως σε τέτοια αστικά σπίτια. Ίσως πρόκειται για έναν παλιό συναισθηματισμό. Δε μένω ούτε σε παλάτια ούτε σε σπίτια προλετάριων, αλλά σχεδόν πάντοτε σε τέτοιες αστικές φωλιές, όπου μένουν πολύ αξιοπρεπείς, άμεμπτοι και πολύ ανιαροί άνθρωποι- εδώ μυρίζει συνέχεια σαπούνι και καθαριότητα και φοβάσαι να χτυπήσεις λίγο
πιο δυνατά την πόρτα ή να μπεις μέσα με λασπωμένα παπούτσια. Πάντως, χωρίς αμφιβολία αγαπώ αυτή την ατμόσφαιρα, ακόμα από τα παιδικά μου χρόνια και πάντοτε η κρυφή μου λαχτάρα, σαν να γυρεύω την πατρίδα μου, με οδηγεί απελπισμένα στους ίδιους δρόμους. Και πάντοτε δέχομαι ευχάριστα αυτή την αντίθεση, να ζω άτακτα, άχαρα, μόνος και καταπιεσμένος μέσα σ’ ένα οικογενειακό αστικό περιβάλλον. Μ’ αρέσει πολύ αυτό, να ανασαίνω στη σκάλα αυτή την οσμή της ησυχίας, της τάξης, της καθαριότητας, της αξιοπρέπειας και της πειθαρχίας, που παρά το μίσος που νιώθω για την αστική τάξη, αισθάνομαι κάτι συγκλονιστικό, και μ’ αρέσει, μετά να περνώ το κατώφλι του δωματίου μου, όπου όλα αυτά σταματούν, όπου πάλι ανάμεσα στους σωρούς των βιβλίων υπάρχουν τα αποτσίγαρα και τα μπουκάλια του κρασιού, όπου όλα είναι ακατάστατα και αφρόντιστα, κι όπου όλα, βιβλία, χειρόγραφα, σκέψεις, είναι διαποτισμένα από την αγωνία του μοναχικού, από την προβληματική της ανθρώπινης ύπαρξης, από την νοσταλγία να αποκτήσει η ζωή ένα καινούργιο νόημα, γιατί σήμερα έχει χάσει κάθε νόημα…

Όχι είναι πολύ δύσκολο να βρεις αυτό το θείο αχνάρι μέσα σ’ αυτή τη ζωή που περνάμε, μέσα σ’ αυτόν το χρόνο τον τόσο απνευμάτιστο, αστικό κι ευτυχισμένο, μέσα σ’ αυτά τα αρχιτεκτονικά σχέδια, τις επιχειρήσεις, την πολιτική και τους ανθρώπους! Πώς μπορούσα μέσα σ’ έναν τέτοιο κόσμο να μην είμαι ένας λύκος της στέπας, ένας άξεστος ερημίτης, μια που δεν καταλάβαινα κανέναν από τους σκοπούς του και δεν ένιωθα καμιά από τις χαρές του! Δεν μπορώ ούτε σ’ ένα θέατρο ούτε σ’ ένα κινηματογράφο να παραμείνω πολλή ώρα, δεν μπορώ να διαβάσω μια εφημερίδα και πολύ σπάνια διαβάζω ένα μοντέρνο βιβλίο- δεν μπορώ να καταλάβω ποια όρεξη και ποια χαρά σπρώχνουν τους ανθρώπους στα ταξίδια και τα ξενοδοχεία, στα γεμάτα καφέ-μπαρ με την πνιγερή μουσική και στα μπαρ και τις παραστάσεις βαριετέ των μεγαλουπόλεων, στις εκθέσεις, στους αγώνες αυτοκινήτων, στα γήπεδα και στις διαλέξεις γι’ αυτούς που διψούν για μόρφωση! Όλες αυτές τις χαρές, που θα μπορούσα να τις φτάσω και να επιδιώξω άλλες τόσες, δεν μπορώ να τις καταλάβω ούτε συμμετέχω σ’ αυτές. Αντίθετα, αυτό που σε μένα προξενεί τις σπάνιες ώρες της χαράς, αυτό που είναι για μένα ηδονή, βίωμα, έκσταση και εξύψωση, βρίσκεται μόνο στην ποίηση, ενώ στη ζωή φαίνεται να ‘ναι αφύσικο. Και πράγματι, αν ο κόσμος έχει δίκιο, αν αυτή η μουσική στα μπαρ, αυτές οι μαζικές ικανοποιήσεις μέσα στα πλήθη κι αυτός ο αμερικανικός τρόπος ζωής είναι πράγματα δικαιωμένα, τότε εγώ έχω το άδικο, είμαι τρελός, πραγματικά ένας λύκος της στέπας, όπως συχνά ονόμαζα τον εαυτό μου- είμαι οπωσδήποτε ένα περιπλανώμενο θηρίο, μέσα σ’ έναν ξένο κι ακατανόητο κόσμο, που δεν μπορεί πια να βρει την πατρίδα του, την τροφή και τον αέρα του.

Ο Λύκος της Στέπας
ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ


Πώς μπορούσα μέσα σ’ έναν τέτοιο κόσμο να μην είμαι ένας λύκος της στέπας. (ΕΣΣΕ)

Γραμματοσειρά
Αντίθεση