21 May, 2018
Home / Περιβαλλον (Page 13)

Σκεφτείτε μία πλατεία με πολλές εξέδρες, όπου όλοι και όλες μπορούν να παίρνουν μια ντουντούκα ότι ώρα θέλουν και να διαλαλούν τα προσωπικά τους, τις γνώμες τους και ότι γενικά τους κατέβει. Αν αυτό συνέβαινε, ίσως να τραβούσε την προσοχή κάποιου κοινού που θα μαζευόταν κατά διαστήματα χαζεύοντας, χειροκροτώντας ή γιουχάροντας. Μια τέτοια κατάσταση θα είχε ξεκάθαρα την εικόνα κατανάλωσης trash θεάματος του στιλ “έχεις ταλέντο”. Είναι όμως βέβαιο ότι δεν θα μπορούσε να αποτελέσει κεντρικό κομμάτι της καθημερινής δραστηριότητας. Στα social media συμβαίνει ακριβώς αυτό, με την διαφορά ότι οι απόψεις, οι προτιμήσεις, τα προσωπικά του καθενός και της καθεμιάς αποτυπώνονται σε μορφή data και αυτό συμβαίνει πάνω σε ηλεκτρονικούς τοίχους και όχι πάνω σε εξέδρες στον πραγματικό κόσμο. Το διαδίκτυο δημιουργεί την αίσθηση της ιδιωτικής επικοινωνίας, αφού αυτή συμβαίνει μέσα από ιδιωτικές συσκευές και ιδιωτικούς χώρους. Οι πληροφορίες που εκτίθενται, μπορεί να μην χρειάζονταν ή να ήταν καλύτερο να μην δημοσιευθούν. Παρόλα αυτά, φαίνεται ότι – κατά κανόνα – οι κοινωνικά δικτυωμένοι δεν νιώθουν τόσο έντονη ανάγκη να επικοινωνήσουν την κάθε μικρή λεπτομέρεια που δημοσιεύουν, αλλά περισσότερο είναι ο φετιχισμός που οδηγεί σε αυτήν την ακατάσχετη χρήση των μήντια. Όπως κάποιος φετιχιστής με τις φωτογραφικές μηχανές, δεν ενδιαφέρεται τόσο για το περιεχόμενο μιας φωτογραφίας, όσο για τα μετά-δεδομένα της: ποιο μοντέλο μηχανής χρησιμοποιήθηκε, σε τι συνθήκες έκθεσης φωτός έγινε η λήψη κλπ, ο φετιχισμός του μέσου οδηγεί τους χρήστες των δικτυακών μηντιακών μηχανών να θεωρούν την ίδια τη χρήση τους πρωτεύουσας σημασίας. Την ίδια στιγμή αγνοούν τη σημασία του περιεχομένου που εκθέτουν μέσα σε αυτές. Η κατασκευή της προσωπικής ηλεκτρονικής εικόνας και η τακτική ψηφιακή αυτοέκθεση απέναντι σε μικρούς και μεγάλους κουτσομπόληδες χαρίζουν ως αντάλλαγμα μία θέση ύπαρξης στον διαδικτυακό κόσμο και συμμετοχή στην σύγχρονη μαζική επικοινωνία. Από αυτήν τη θέση μπορεί κανείς να εκπέμπει την ύπαρξή του και σε αντάλλαγμα να παίρνει πληροφορίες για τις ζωές των άλλων, αλλά και – το πιο σημαντικό – likes, followers, και όλα τα σχετικά που χτίζουν μια καλή ηλεκτρονική φήμη.

Ένας τέτοιος εξατομικευμένος κόσμος είναι ένα εξαιρετικό πεδίο για την παραπάνω διείσδυση του εμπορεύματος στις κοινωνικές σχέσεις. Παρόλα αυτά μέσα στο ίδιο πεδίο, πολλοί ισχυρίζονται ότι, ακολουθώντας συγκεκριμένους λογαριασμούς που επιλέγουν και συμμετέχοντας σε δικτυακές κοινότητες, μπορούν να επικοινωνούν για θέματα που τους ενδιαφέρουν και να έχουν πρόσβαση σε ενημέρωση που δεν δίνουν τα παραδοσιακά μμε.
Όμως όσον αφορά την κοινωνικότητα, το θέμα είναι πώς βρίσκονται τελικά τα μέσα μαζικής επικοινωνίας να αποτελούν το αντίπαλο δέος των πραγματικών σχέσεων του μη-εικονικού κόσμου. Πώς επιτυγχάνουν οι μηντιακές μηχανές να μεσολαβούν τις κοινωνικές σχέσεις σε τόσο μεγάλο εύρος τους; Γιατί οι εικονικές σχέσεις, από τις οποίες η αμεσότητα των αληθινών σχέσεων έχει αφαιρεθεί, κερδίζουν έδαφος; Για ποιον λόγο κάποια που θα μιλήσει σε κάποια άγνωστη στο δρόμο μιας πόλης, χωρίς να ζητήσει συγνώμη που διακόπτει την ιδιωτικότητα του χρόνου της, θα θεωρηθεί παράξενη; Και γιατί το να σχετιστείς και να συνομιλήσεις με κάποιον από την άλλη άκρη του κόσμου, επειδή είναι φαν του ίδιου μουσικού σταρ ή γιατί πίνετε τον ίδιο καφέ, είναι το πλέον νορμάλ;
Όσον αφορά την πρόσβαση στην “αληθινή ενημέρωση”, αυτή μάλλον είναι φαινομενική. Μέσα στην τεράστια ποσότητα και την υπερένταση της επικοινωνίας, η πληροφορία γίνεται μη ελέγξιμη από τον κάθε επιμέρους δέκτη. Η ογκώδης ροή «απελευθερωμένης» πληροφορίας μπορεί εύκολα να δημιουργήσει σύγχυση. Ενώ από την πλευρά οργανισμών και ιδρυμάτων που μπορούν να χρησιμοποιούν τις δικές τους μηχανές για να έχουν συνολική εποπτεία της κίνησης, οι ροές αυτές μπορούν να ελεγχθούν και να αξιοποιηθούν με χρήση κατάλληλων μέσων.

Το 2010 ο Eric Shmidt (τότε διευθύνων σύμβουλος της google) έκανε τις εξής δηλώσεις:

Υπήρχαν 5 exabytes [1] πληροφορίας τα οποία είχαν δημιουργηθεί από την αυγή του πολιτισμού μέχρι το 2003, αλλά τόση πληροφορία πλέον παράγεται κάθε 2 ημέρες.

Ο λόγος για αυτό, υποστήριξε, είναι το περιεχόμενο που παράγεται από τους χρήστες (user-generated content). Και τέλος, για να δείξει ότι τον διακατέχουν και ανθρωπιστικές ανησυχίες, είπε ότι εταιρίες σαν τη δική του μπορούν να κάνουν τα πάντα με αυτή την πληροφορία, αλλά το πιεστικό ερώτημα είναι εάν θα πρέπει. Γιατί ενώ, όπως είπε, η τεχνολογία είναι ουδέτερη, δεν πιστεύει ότι ο κόσμος είναι έτοιμος γι’ αυτό που έρχεται.

Περνάω τον περισσότερο καιρό μου θεωρώντας ότι οι άνθρωποι δεν είναι έτοιμοι για την τεχνολογική επανάσταση που θα τους συμβεί σύντομα.

Ένα άλλο τεχνο-αφεντικό τον διέψευσε υποστηρίζοντας ότι οι ισχυρισμοί του είναι ανακριβείς και υπερβολικοί, αλλά θα έπρεπε σωστότερα να δηλώσει:

23 exabytes πληροφορίας είχαν καταγραφεί και αναπαραχθεί το 2002. Πλέον καταγράφουμε και μεταφέρουμε αντίστοιχο μέγεθος πληροφορίας κάθε 7 ημέρες.

Πέρα από τους ισχυρισμούς ή τις υπερβολές του κάθε υπερτεχνολογικού αφεντικού, είναι γεγονός ότι ο όγκος πληροφορίας που παράγεται στο διαδίκτυο ανά ημέρα, αυξάνει τρομερά όσο περνούν τα χρόνια. Αυτό μπορούμε να το διαπιστώσουμε από την καθημερινή μας εμπειρία.
Εάν λοιπόν υπάρχει η εντύπωση ότι από την εποχή του απόλυτου ελέγχου της πληροφόρησης από τα παραδοσιακά καθεστωτικά μμε, έχουμε περάσει στην εποχή της “απελευθέρωσης” της, θα λέγαμε ότι αυτό που περισσότερο φαίνεται να “απελευθερώθηκε” ουσιαστικά είναι η πληροφοριοποίηση κομματιών της ζωής και της εμπειρίας του κάθε πομπού/χρήστη του δικτύου. Με την έννοια της απελευθέρωσης των πληροφοριών αυτών σαν εμπόρευμα. Για να γίνεις συμμέτοχος μπορείς και θα πρέπει να πληροφοριοποιηθείς κι εσύ. Ενώ, δύσκολα μπορούμε πλέον να αρνηθούμε ότι υπάρχει ένας υπόγειος εκβιασμός για ηλεκτρονική κοινωνικότητα που σπρώχνεται από τις σχέσεις του πραγματικού κόσμου, όσο η κυβερνο-έκθεση των εαυτών γίνεται όλο και περισσότερο καθεστώς. Η ηλεκτρονική απουσία μπορεί σύντομα να θεωρείται ένδειξη ανυπαρξίας, σχεδόν θάνατος. Η πρόσβαση στην πληροφορία, φαινομενικά εμφανίζεται διευρυμένη σε σχέση με το παρελθόν. Όμως τι μορφή έχει αυτή η πληροφορία; Μέσα στον πληθωρισμό των εκπομπών, οι μεγάλης κλίμακας ροές κάθε είδους πληροφορίας, μη προσπελάσιμες από μη-μηχανές, γίνονται αποπροσανατολιστικές. Καθώς χάνεσαι στο χάος των κυβερνοσκουπίδιων, δεν έχει σημασία τι είναι αλήθεια και τι είναι ψέματα, τι είναι σημαντικό και τι είναι ανούσιο. Η ηθελημένη και μη-ηθελημένη πληροφοριοποίηση της καθημερινής ζωής, όλο και περισσότερο, η μεσολάβηση των κοινωνικών σχέσεων και η πανταχού παρουσία των μηντιακών κυβερνομηχανών που διαρκώς επιστρέφουν τα data που συγκεντρώνουν εν είδη πληροφόρησης, αρκούν ώστε αυτές να εδραιώνονται ως νέο μοντέλο κυριαρχίας. Το μήνυμα που εκπέμπουν είναι κυρίαρχα αληθινό.
Αλλά πού απευθύνεται όλος αυτός ο πληθωρισμός εκπομπών; Ποιος ακούει όλες αυτές τις απόψεις και τις πληροφορίες για τους αναρτημένους δικτυακά εαυτούς; Ποιος δίνει πραγματικά σημασία;


…η συνέχεια στο έντυπο τεύχος του Cyborg.
[ σημεία διακίνησης ]

"Απελευθερωμένη" πληροφοριοποίηση

Οι ψηφιακές τεχνολογίες στο γεωργικό τομέα αποτελούν πολυδιαφημιζόμενη τάση. Έχουν ωστόσο διάσταση πραγματικής αειφορίας, όπως αυτή επιτυγχάνεται μέσω της αγροοικολογικής θεώρησης; Η προσέγγιση και το σημείο εκκίνησης των νέων τεχνολογιών δείχνει σαφή προσανατολισμό προς την αγορά και την δημιουργία υψηλής τεχνολογικής εξάρτησης των αγροτών, εμπεριέχοντας μη βιώσιμο κόστος, ενώ τα εργαλεία στήριξης αποφάσεων που προσφέρουν συχνά αγνοούν τις οικολογικές διαδικασίες και βασίζονται απλά σε μοντέλα βελτιστοποίησης της παραγωγής και την δημιουργία ακούσιων αναγκών. Ωστόσο, εναλλακτικά παραδείγματα ψηφιακής καινοτομίας που υποβοηθούν την βιώσιμη γεωργία μπορούν να υπάρξουν, ως συμπληρωματικό μέσο, ιδιαίτερα όταν η ανάπτυξη των καινοτόμων εργαλείων περιλαμβάνει ένα πλαίσιο ομότιμου σχεδιασμού και την εμπλοκή του χρήστη, εντός της προσέγγισης μιας οικονομίας των Κοινών.

Το νέο «hype»

Η ανάπτυξη και χρήση ψηφιακών και ρομποτικών τεχνολογιών για τον αγροτικό τομέα παρουσιάζεται ως αναδυόμενη αφήγηση καινοτομίας στην γεωργία. Όλων των ειδών οι προσεγγίσεις υψηλής τεχνολογίας, όπως το cloud computing, εξειδικευμένο λογισμικό, drones και το Διαδίκτυο των Πραγμάτων, προωθούνται ως πολλά υποσχόμενα εργαλεία για την αύξηση των αποδόσεων, ενώ προβάλλονται ακόμα και ως κύριο εργαλείο επίτευξης της βιωσιμότητας και μια νέα «πράσινη επανάσταση» η οποία, για ακόμα μια φορά, υπόσχεται πως θα εξαλείψει το πρόβλημα της πείνας. Η Ε.Ε. δείχνει επίσης πρόθυμη να παράσχει το κατάλληλο περιβάλλον για συναφή επιχειρηματικά μοντέλα “έξυπνης γεωργίας” και γεωργικών δεδομένων. Δημιουργείται έτσι ένα φιλόδοξο, και συχνά οπορτουνιστικό, επιχειρηματικό “οικοσύστημα”, αποτελούμενο από ένα ετερόκλητο μείγμα ειδικών και μεγάλων ή μικρότερων εταιρειών, που εισέρχονται στον αγροτικό τομέα με ποικίλες υποσχέσεις λύσεων σε σημαντικά αγροτικά και περιβαλλοντικά ζητήματα, αναζητώντας μερίδιο της νέας αγοράς που δημιουργείται από την νεοφιλελεύθερη προσέγγιση της δημιουργίας κέρδους και επιχειρηματικότητας σε νέους τομείς.

Από την άλλη, η αγροοικολογία ως μια ανερχόμενη πρόταση και ολιστική προσέγγιση για τον σχεδιασμό πραγματικά αειφόρων συστημάτων παραγωγής τροφίμων, δεν αποζητά απλά παροδικές λύσεις για την μονοσήμαντη αύξηση των περιβαλλοντικών και παραγωγικών αποδόσεων, αλλά μια συστημική αλλαγή παραδείγματος, σε πλήρη εναρμόνιση με οικολογικές διαδικασίες, χαμηλές εξωτερικές εισροές, χρήση της βιοποικιλότητας και καλλιέργεια της αγροτικής γνώσης. Παράλληλα, δίνει έμφαση στον ανεξάρτητο και από την βάση πειραματισμό και όχι στην εξάρτηση από υψηλή τεχνολογία και εξωτερικούς προμηθευτές, με συνακόλουθο μεγάλο βαθμό εξάρτησης από επιπλέον υπηρεσίες υποστήριξης. Προφανώς, οι νεόκοπες “αειφορικές” προσεγγίσεις και υποσχέσεις της ψηφιακής τεχνολογίας και των μεγάλων δεδομένων θα μπορούσαν να θεωρηθούν πως επικεντρώνονται κυρίως στην συμβατική, βιομηχανικής κλίμακας γεωργία, που επιτρέπει μόνο στους αγρότες μεγάλης κλίμακας να ευδοκιμήσουν εις βάρος των μικρότερων, ενώ μικρή σχέση έχουν με τη μετάβαση προς πραγματικά βιώσιμα και ανθεκτικά συστήματα παραγωγής τροφίμων. Υπάρχουν ωστόσο και εναλλακτικά παραδείγματα ψηφιακής καινοτομίας τα οποία εστιάζουν σε συμβατές με την αγροοικολογία προσσεγγίσεις, συμπεριλαμβανομένων των πρωτοβουλιών τεχνολογιών ανοιχτού κώδικα που εφαρμόζονται στη γεωργία (farmhack.net), συνεργατικών εγχειρημάτων δημιουργίας τεχνολογικών λύσεων και καινοτομίας από τους αγρότες, (l’atelier paysan) ή ερευνητικών έργων που χρησιμοποιούν τεχνολογίες δεδομένων για την προώθηση της βιοποικιλότητας και της βιώσιμης διαχείρισης της γης.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, εγείρονται σημαντικά ερωτηματικά και ζητήματα σχετικά με το αν οι ψηφιακές λύσεις ταιριάζουν με την αγροοικολογική έννοια ή είναι εγγενώς μη συμβατές με την προσέγγιση της βιωσιμότητας στη γεωργία, καθώς και σε ποιο βαθμό και υπό ποιο πλαίσιο τέτοιες ψηφιακές καινοτομίες μπορούν να διαδραματίσουν ρόλο στη μετάβαση σε πραγματικά αειφόρα συστήματα παραγωγής τροφίμων.

Τα συμπεράσματα που προκύπτουν*, αναγνωρίζουν πως το κύριο εμπόδιο για τη χρήση της ψηφιακής καινοτομίας στην αγροοικολογία σχετίζεται με την έλλειψη αυτονομίας για τον γεωργό, καθώς χάνει τον έλεγχο των δεδομένων που παρέχονται από εργαλεία στήριξης αποφάσεων, ανεπτυγμένα με ιεραρχικό τρόπο, που συχνά αγνοούν τις οικολογικές διαδικασίες και βασίζονται σε μοντέλα βελτιστοποίησης της παραγωγής. Επιπλέον, το κόστος των τεχνολογιών συχνά δεν είναι οικονομικά βιώσιμο για τους μεμονωμένους αγρότες, ιδίως τους μικρούς. Παρόλα αυτά, η αυτοματοποίηση συγκεκριμένων παραγωγικών διαδικασιών και η χρήση μηχανημάτων υψηλής τεχνολογίας είχε και μπορεί να έχει ακόμη κάποιο θετικό αντίκτυπο στην ποιότητα ζωής των γεωργών.

Ομότιμα και Κοινά

Το κύριο ζητούμενο είναι ο τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται η διαδικασία καινοτομίας για την ανάπτυξη ενός συγκεκριμένου τεχνολογικού εργαλείου. Το μοίρασμα των δικαιωμάτων και σχέσεων εξουσίας στην ανάπτυξη καινοτόμων εργαλείων και οι προσεγγίσεις με γνώμονα την ομότιμη διαδικασία σχεδιασμού και εμπλοκή του χρήστη στην ανάπτυξη της τεχνολογίας μπορεί σίγουρα να χρησιμοποιηθεί για να παράσχει δικαιώματα σε όλους τους φορείς που συμμετέχουν συλλογικά στην ανάπτυξη μιας καινοτομίας. Απαιτείται έτσι, η επεξεργασία των μεθοδολογιών για την ανάπτυξη ενός υπεύθυνου συστήματος καινοτομίας που να επιτρέπει στις τεχνολογίες να ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες των χρηστών και να μην δημιουργούν ανάγκες που προκαλούνται ακούσια από τους υπεύθυνους ανάπτυξης τεχνολογιών. Το κύριο ζήτημα λοιπόν είναι ποιος θα αναλάβει τους διαχειριστικούς ρόλους στο σύστημα καινοτομίας που αναπτύσσει νέες ψηφιακές λύσεις.

Η ψηφιοποίηση μπορεί επίσης να αποτελέσει μια ευκαιρία για τον εκδημοκρατισμό της γνώσης και η αγροοικολογία είναι ένα σύστημα εντατικής γνώσης, στο οποίο οι πληροφορίες και τα δεδομένα πρέπει να είναι εστιάζονται σε τοπική κλίμακα. Οπότε, το κύριο ερώτημα που προκύπτει είναι πώς να επιτευχθεί μια αποκέντρωση της ψηφιακής καινοτομίας ώστε να γίνει ένα εργαλείο για την ανταλλαγή γνώσεων, συμπληρωματικό ως προς τις προσωπικές και κατ’ ιδίαν διαδικασίες και όχι υποκατάστατο τους; Μια τέτοια ευκαιρία δίνεται από την προσέγγιση της οικονομίας των Κοινών, στην οποία οι φορείς μπορούν να παρέχουν δεδομένα και να λαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με το συνδυασμό δεδομένων που συλλέγονται. Η δυνατότητα συνδυασμού ανοιχτών δεδομένων με τρόπο που να είναι χρήσιμες για τους αγρότες σε τοπικό επίπεδο μπορεί να ενδιαφέρει την αγροοικολογία εάν οι ψηφιακές τεχνολογίες λειτουργήσουν σε συνεργασία με τις ίδιες τις κοινότητες. Εμφανώς, η ειδοποιός διαφορά σχετίζεται με τον τρόπο προσέγγισης και το σημείο εκκίνησης. Από και για τις αγροτικές κοινότητες ή για την επιχειρηματική δράση και την κερδοφορία

Β. Γκισάκης


* Σχετική συζήτηση και απαντήσεις επιχειρήθηκαν στο σχετικό workshop, το πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια του 1ου Ευρωπαϊκού Φόρουμ Αγροοικολογίας, στην Λυών, Γαλλία, στις 26 Οκτωβρίου 2017, με την συμμετοχή διάφορων ακαδημαϊκών οργανισμούς, οργανώσεων και παραγωγών, και με παρουσιάσεις από τον Βασίλη Γκισάκη (Δρ. γεωπόνο, Αγροοικολογικό Δίκτυο Ελλάδος, διοργανωτής του workshop),Nicolas Sinoir (L’atelier Paysan), Mariateresa Lazzaro (Δρ. γεωπονος, Πανεπιστήμιο Scuola Superiore Sant’Anna, Πίζα, Ιταλία) και Δρ. Livia Ortolani (Rete Semi Rurali, Ιταλικό Δίκτυο Σπόρων).

Είναι η Ψηφιακή Επανάσταση στη Γεωργία συμβατή με την Αειφορία και Αγροοικολογία;

Οι κυρίαρχες πολιτικές της σύγχρονης γεωργίας ελέγχονται από μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες για τις οποίες στόχος είναι μόνο το κέρδος.Η περίπτωση της Ινδίας πρέπει να χρησιμεύσει ως προειδοποίηση για ολόκληρο τον κόσμο. Στην Ινδία 318.000 αγρότες έχουν αυτοκτονήσει από το 1995, όταν η παγκοσμιοποίηση στη γεωργία άρχισε να παίρνει στην κατοχή της τους σπόρους μας, τα εδάφη μας, και τα συστήματα διατροφής μας. Οι περιπτώσεις αυτοκτονίας αυξάνονται συνεχώς.Ο μεγαλύτερος αριθμός των αυτοκτονιών βρίσκονται σε περιοχές όπου η «Πράσινη Επανάσταση» έχει αλλάξει το παραδοσιακό μοντέλο της γεωργίας, καταστρέφοντας τη βιοποικιλότητα, το έδαφος και τους υδάτινους πόρους. Στις ίδιες περιοχές, όπου οι πολιτικές της παγκοσμιοποίησης έχουν παύσει την ποικιλομορφία των καλλιεργειών και των τοπικών αγορών, το αγροτικό μοντέλο βασίζεται σε μονοκαλλιέργειες και το κέρδος των αγροτών προέρχεται από ένα μόνο αγοραστή, την κυβέρνηση ή μια πολυεθνική. Και στις δύο περιπτώσεις, η συγκομιδή τους θεωρείται ως «εμπόρευμα» και όχι πλέον πόρος. Τα αίτια της παρούσας αγροτικής κρίση οφείλονται στα 50 χρόνια εντατικών μονοκαλλιεργειών, με βάση το χημικό γεωργικό μοντέλο της Πράσινης Επανάστασης και στα 20 χρόνια παγκοσμιοποίησης από τις πολυεθνικές που έχουν μετατρέψει την γεωργία στην Ινδία σε μια αγορά σπόρων προς σπορά με πολύ δαπανηρά αγροχημικά προϊόντα, και σε προμηθευτή αγαθών χαμηλού κόστους.


Αν συνεχίσουμε να ακολουθούμε την πορεία που υπαγορεύουν οι μεγάλες πολυεθνικές, η κρίση θα επιδεινωθεί. Η εξάλειψη των μικρών αγροτών ήταν πάντοτε στις προθέσεις της παγκόσμιας αγροτικής βιομηχανίας. Και δυστυχώς έχει γίνει και ο στόχος κάθε κυβέρνησης, αφού το μοντέλο της παγκοσμιοποίησης έχει επιβληθεί στις αγορές και στη ζωή των ανθρώπων.

Γεωργία χωρίς τους μικρούς και μεσαίους αγρότες είναι το νέο σλόγκαν της βιομηχανίας αγροχημικών προϊόντων. Ένα καλά σχεδιασμένο σχέδιο που μεταφράζεται σε αύξηση της χρήσης χημικών ουσιών και ορυκτών καυσίμων. Αλλά το τέλος των αγροτών σημαίνει επίσης το τέλος των αληθινών, θρεπτικών και υγιεινών τροφίμων. Πρέπει να απορρίψουμε αυτό το μοντέλο που μας επιβλήθηκε, είναι απαραίτητο να αλλάξει από ένα καπιταλιστικό μοντέλο με εντατική χρήση χημικών εθιστικών ουσιών και  χρέος, σε ένα οικολογικό μοντέλο που βασίζεται στη βιοποικιλότητα, η οποία αναζωογονεί το έδαφος, προάγει την ευημερία των αγροτών και παράγει πραγματικά, υγιεινά και θρεπτικά τρόφιμα για τους πολίτες.

Οι αγρότες μας, είναι πλέον παγιδευμένοι στο μηχανισμό του διεστραμμένου χρέους. Η επιδημία αυτοκτονιών είναι σε άνοδο και στο φαύλο κύκλο της δουλείας που δημιουργείται από τις πολυεθνικές, χάρη στην παγκοσμιοποίηση και τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Η παγκοσμιοποίηση βασίζεται στον μύθο ότι οι μικρές γεωργικές εκμεταλλεύσεις δεν είναι παραγωγικές. Αυτό είναι επιστημονικά ψευδές και κοινωνικά άδικο.

Μια μόνιμη και σταθερή λύση για τη γεωργική κρίση είναι μια οικολογική γεωργία μοντέλο, που βασίζεται στην ανακύκλωση των υπαρχόντων πόρων, έξω από τη λογική του χρέους και που ονομάζεται με διάφορους τρόπους: Αγρο-οικολογία, βιολογική γεωργία, μηδέν χιλιόμετρα, permaculture, βιοδυναμική, τη φυσική καλλιέργεια κλπ …

Όπου εφαρμόζεται μια οικολογική και με βιοποικιλότητα γεωργία , στην οποία οι αγρότες αποτελούν μέρος μιας προσιτής και κατανοητής αγοράς, δεν υπάρχει χρέος, δεν υπάρχουν αγρότες που αυτοκτονούν . Αυτοκτονίες εμφανίζονται σε καταστάσεις όπου οι αγρότες είναι όλο και περισσότερο χρεωμένοι και συχνά βρίσκονται χωρίς ελπίδα.

Ο μύθος λέει ότι οι μικροί αγρότες δεν είναι παραγωγικοί και ότι ο αυξανόμενος παγκόσμιος πληθυσμός θα απαιτούσε αύξηση της παραγωγικότητας, η οποία μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο από μεγάλες εκτάσεις γεωργικών εκτάσεων που ανήκουν σε λίγους. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν πολλά επιστημονικά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι οι μικρές επιχειρήσεις είναι πιο παραγωγικές από τις μεγάλες εκμεταλλεύσεις. Σε παγκόσμιο επίπεδο,οι μικρές εκμεταλλεύσεις παράγουν το 70% των τροφίμων που καταναλώνουμε, χρησιμοποιώντας μόνο το 25% της γης, ενώ η βιομηχανική γεωργία σύμφωνα με τη Διεθνή Διάσκεψη για τους φυτογενετικούς πόρους της Λειψίας  – παράγει μόνο 30% των παγκόσμιων διατροφικών αναγκών, χρησιμοποιώντας 75% της γης, και καταστρέφοντας το 75% του γόνιμου εδάφους, του νερού και της βιοποικιλότητας . Ταυτόχρονα παράγει 50% των αερίων του θερμοκηπίου που ρυπαίνουν την ατμόσφαιρα και αποσταθεροποιεί το κλίμα. Η βιομηχανική γεωργία παράγει προιόντα και όχι τρόφιμα. Το 90% των καλαμποκιού και σόγιας προϊόντων στον κόσμο προορίζονται για βιομηχανικές εκμεταλλεύσεις ή  βιοκαύσιμα.

Η αναλογία των « G roup διεθνή αξιολόγηση της επιστήμης και της τεχνολογίας (Διεθνής Αξιολόγηση της Γεωργίας Επιστήμης και Τεχνολογίας – IAASTD) κατέδειξε σαφώς ότι οι μικρές γεωργικές επιχειρήσεις είναι πιο παραγωγικοί ( . IAASTD Γεωργίας σε ένα σταυροδρόμι έκθεση, τόμος V ) .



Η αναθεώρηση του 2013 της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη, με τίτλο «Ξυπνήστε πριν να είναι πολύ αργά » υπογραμμίζει την ανάγκη για μια παραδειγματική στροφή από το «χημικό ενίσχυση για την» οικολογική εντατικοποίηση » Το Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον «Πρόληψη των μελλοντικών λoιμών» καταδεικνύει πώς οι οικολογικές εκμεταλλεύσεις βελτιώνουν την παραγωγή μέσω συστημάτων που βασίζονται σε οικολογικές λειτουργίες.

Το σημαντικό ιατρικό περιοδικό Lancet αναγνώρισε ότι μόνο σε μικρές γεωργικές εκμεταλλεύσεις υπάρχει πλούτος βιοποικιλότητας και πώς αυτό είναι θεμελιώδες για την υγεία. Οι εκθέσεις της Ναντβάνια «Παραγωγικότητα βάση για τη Βιολογική Ποικιλότητα» και «Υγεία για Acro» ( Health Acre ) αποδεικνύουν πόσο μικρό και πλούσια αγροκτήματα σε βιοποικιλότητα παράγουν περισσότερα τρόφιμα πλούσια σε θρεπτικά συστατικά σε σύγκριση με χημικά βιομηχανικά μονοκαλλιέργειες.

Δεν υπάρχει χώρος για δηλητήρια και χημικές ουσίες που δημιουργήθηκαν αρχικά για τη βιομηχανία πολέμου και στη συνέχεια εισχώρησαν στη διατροφή μας. Με την άσκηση οικολογικής, βιολογικής γεωργίας, μπορούμε να καλλιεργήσουμε πιο ποιοτικά τρόφιμα και να δημιουργήσουμε ειρήνη και ευημερία.



Vandana Shiva

Γεωργία χωρίς αγρότες ;

Οι κυρίαρχες πολιτικές της σύγχρονης γεωργίας ελέγχονται από μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες για τις οποίες στόχος είναι μόνο το κέρδος.Η περίπτωση της Ινδίας πρέπει να χρησιμεύσει ως προειδοποίηση για ολόκληρο τον κόσμο. Στην Ινδία 318.000 αγρότες έχουν αυτοκτονήσει από το 1995, όταν η παγκοσμιοποίηση στη γεωργία άρχισε να παίρνει στην κατοχή της τους σπόρους μας, τα εδάφη μας, και τα συστήματα διατροφής μας. Οι περιπτώσεις αυτοκτονίας αυξάνονται συνεχώς.Ο μεγαλύτερος αριθμός των αυτοκτονιών βρίσκονται σε περιοχές όπου η «Πράσινη Επανάσταση» έχει αλλάξει το παραδοσιακό μοντέλο της γεωργίας, καταστρέφοντας τη βιοποικιλότητα, το έδαφος και τους υδάτινους πόρους. Στις ίδιες περιοχές, όπου οι πολιτικές της παγκοσμιοποίησης έχουν παύσει την ποικιλομορφία των καλλιεργειών και των τοπικών αγορών, το αγροτικό μοντέλο βασίζεται σε μονοκαλλιέργειες και το κέρδος των αγροτών προέρχεται από ένα μόνο αγοραστή, την κυβέρνηση ή μια πολυεθνική. Και στις δύο περιπτώσεις, η συγκομιδή τους θεωρείται ως «εμπόρευμα» και όχι πλέον πόρος. Τα αίτια της παρούσας αγροτικής κρίση οφείλονται στα 50 χρόνια εντατικών μονοκαλλιεργειών, με βάση το χημικό γεωργικό μοντέλο της Πράσινης Επανάστασης και στα 20 χρόνια παγκοσμιοποίησης από τις πολυεθνικές που έχουν μετατρέψει την γεωργία στην Ινδία σε μια αγορά σπόρων προς σπορά με πολύ δαπανηρά αγροχημικά προϊόντα, και σε προμηθευτή αγαθών χαμηλού κόστους.


Αν συνεχίσουμε να ακολουθούμε την πορεία που υπαγορεύουν οι μεγάλες πολυεθνικές, η κρίση θα επιδεινωθεί. Η εξάλειψη των μικρών αγροτών ήταν πάντοτε στις προθέσεις της παγκόσμιας αγροτικής βιομηχανίας. Και δυστυχώς έχει γίνει και ο στόχος κάθε κυβέρνησης, αφού το μοντέλο της παγκοσμιοποίησης έχει επιβληθεί στις αγορές και στη ζωή των ανθρώπων.

Γεωργία χωρίς τους μικρούς και μεσαίους αγρότες είναι το νέο σλόγκαν της βιομηχανίας αγροχημικών προϊόντων. Ένα καλά σχεδιασμένο σχέδιο που μεταφράζεται σε αύξηση της χρήσης χημικών ουσιών και ορυκτών καυσίμων. Αλλά το τέλος των αγροτών σημαίνει επίσης το τέλος των αληθινών, θρεπτικών και υγιεινών τροφίμων. Πρέπει να απορρίψουμε αυτό το μοντέλο που μας επιβλήθηκε, είναι απαραίτητο να αλλάξει από ένα καπιταλιστικό μοντέλο με εντατική χρήση χημικών εθιστικών ουσιών και  χρέος, σε ένα οικολογικό μοντέλο που βασίζεται στη βιοποικιλότητα, η οποία αναζωογονεί το έδαφος, προάγει την ευημερία των αγροτών και παράγει πραγματικά, υγιεινά και θρεπτικά τρόφιμα για τους πολίτες.

Οι αγρότες μας, είναι πλέον παγιδευμένοι στο μηχανισμό του διεστραμμένου χρέους. Η επιδημία αυτοκτονιών είναι σε άνοδο και στο φαύλο κύκλο της δουλείας που δημιουργείται από τις πολυεθνικές, χάρη στην παγκοσμιοποίηση και τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Η παγκοσμιοποίηση βασίζεται στον μύθο ότι οι μικρές γεωργικές εκμεταλλεύσεις δεν είναι παραγωγικές. Αυτό είναι επιστημονικά ψευδές και κοινωνικά άδικο.

Μια μόνιμη και σταθερή λύση για τη γεωργική κρίση είναι μια οικολογική γεωργία μοντέλο, που βασίζεται στην ανακύκλωση των υπαρχόντων πόρων, έξω από τη λογική του χρέους και που ονομάζεται με διάφορους τρόπους: Αγρο-οικολογία, βιολογική γεωργία, μηδέν χιλιόμετρα, permaculture, βιοδυναμική, τη φυσική καλλιέργεια κλπ …

Όπου εφαρμόζεται μια οικολογική και με βιοποικιλότητα γεωργία , στην οποία οι αγρότες αποτελούν μέρος μιας προσιτής και κατανοητής αγοράς, δεν υπάρχει χρέος, δεν υπάρχουν αγρότες που αυτοκτονούν . Αυτοκτονίες εμφανίζονται σε καταστάσεις όπου οι αγρότες είναι όλο και περισσότερο χρεωμένοι και συχνά βρίσκονται χωρίς ελπίδα.

Ο μύθος λέει ότι οι μικροί αγρότες δεν είναι παραγωγικοί και ότι ο αυξανόμενος παγκόσμιος πληθυσμός θα απαιτούσε αύξηση της παραγωγικότητας, η οποία μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο από μεγάλες εκτάσεις γεωργικών εκτάσεων που ανήκουν σε λίγους. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν πολλά επιστημονικά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι οι μικρές επιχειρήσεις είναι πιο παραγωγικές από τις μεγάλες εκμεταλλεύσεις. Σε παγκόσμιο επίπεδο,οι μικρές εκμεταλλεύσεις παράγουν το 70% των τροφίμων που καταναλώνουμε, χρησιμοποιώντας μόνο το 25% της γης, ενώ η βιομηχανική γεωργία σύμφωνα με τη Διεθνή Διάσκεψη για τους φυτογενετικούς πόρους της Λειψίας  – παράγει μόνο 30% των παγκόσμιων διατροφικών αναγκών, χρησιμοποιώντας 75% της γης, και καταστρέφοντας το 75% του γόνιμου εδάφους, του νερού και της βιοποικιλότητας . Ταυτόχρονα παράγει 50% των αερίων του θερμοκηπίου που ρυπαίνουν την ατμόσφαιρα και αποσταθεροποιεί το κλίμα. Η βιομηχανική γεωργία παράγει προιόντα και όχι τρόφιμα. Το 90% των καλαμποκιού και σόγιας προϊόντων στον κόσμο προορίζονται για βιομηχανικές εκμεταλλεύσεις ή  βιοκαύσιμα.

Η αναλογία των « G roup διεθνή αξιολόγηση της επιστήμης και της τεχνολογίας (Διεθνής Αξιολόγηση της Γεωργίας Επιστήμης και Τεχνολογίας – IAASTD) κατέδειξε σαφώς ότι οι μικρές γεωργικές επιχειρήσεις είναι πιο παραγωγικοί ( . IAASTD Γεωργίας σε ένα σταυροδρόμι έκθεση, τόμος V ) .



Η αναθεώρηση του 2013 της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη, με τίτλο «Ξυπνήστε πριν να είναι πολύ αργά » υπογραμμίζει την ανάγκη για μια παραδειγματική στροφή από το «χημικό ενίσχυση για την» οικολογική εντατικοποίηση » Το Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον «Πρόληψη των μελλοντικών λoιμών» καταδεικνύει πώς οι οικολογικές εκμεταλλεύσεις βελτιώνουν την παραγωγή μέσω συστημάτων που βασίζονται σε οικολογικές λειτουργίες.

Το σημαντικό ιατρικό περιοδικό Lancet αναγνώρισε ότι μόνο σε μικρές γεωργικές εκμεταλλεύσεις υπάρχει πλούτος βιοποικιλότητας και πώς αυτό είναι θεμελιώδες για την υγεία. Οι εκθέσεις της Ναντβάνια «Παραγωγικότητα βάση για τη Βιολογική Ποικιλότητα» και «Υγεία για Acro» ( Health Acre ) αποδεικνύουν πόσο μικρό και πλούσια αγροκτήματα σε βιοποικιλότητα παράγουν περισσότερα τρόφιμα πλούσια σε θρεπτικά συστατικά σε σύγκριση με χημικά βιομηχανικά μονοκαλλιέργειες.

Δεν υπάρχει χώρος για δηλητήρια και χημικές ουσίες που δημιουργήθηκαν αρχικά για τη βιομηχανία πολέμου και στη συνέχεια εισχώρησαν στη διατροφή μας. Με την άσκηση οικολογικής, βιολογικής γεωργίας, μπορούμε να καλλιεργήσουμε πιο ποιοτικά τρόφιμα και να δημιουργήσουμε ειρήνη και ευημερία.



Vandana Shiva

Γεωργία χωρίς αγρότες ;

Ο όρος του τίτλου (στα αγγλικά water grabbing) χρησιμοποιείται διεθνώς για να ορίσει την κατάσταση, στην οποία ισχυροί παράγοντες, δημόσιοι ή ιδιωτικοί, αποκτούν τον έλεγχο ή ανακατανέμουν τη χρήση υδάτινων πόρων για τους δικούς τους σκοπούς σε βάρος των τοπικών κοινοτήτων και των οικοσυστημάτων, στα οποία έχει βασιστεί η ζωή τους. Πρόκειται για έναν πλανητικό πόλεμο με αποκορυφώματα την εκδίωξη πληθυσμών λόγω της κατασκευής μεγάλων φραγμάτων, την ιδιωτικοποίηση των αποθεμάτων του νερού και των δικτύων ύδρευσης, την υποβάθμιση και μόλυνση του νερού εξαιτίας βιομηχανικών, μεταλλευτικών και βιομηχανικής κλίμακας αγροτικών δραστηριοτήτων και τον έλεγχο των πηγών και των διασυνοριακών υδάτων για στρατιωτικούς και οικονομικούς λόγους.

Δεν είναι τυχαίο που η παγκόσμια κλιματική αλλαγή βιώνεται κατά κύριο λόγο είτε ως πλημμύρα είτε ως ξηρασία, συνδέεται δηλαδή άμεσα με τη διαταραχή του θαυμαστού υδρολογικού κύκλου της φύσης. Στη χώρα μας λίγο-πολύ όλα αυτά τα μέτωπα είναι ανοιχτά. Θα περιοριστώ σε μια, εκ των πραγμάτων άνιση λόγω του περιορισμένου χώρου, αναφορά με έμφαση στα λιγότερο συζητημένα.
Α. Ιδιωτικοποίηση πόσιμου νερού (εταιριών ύδρευσης & υπόγειων υδάτων)

Κλιμακώνεται η στρατηγική της ιδιωτικοποίησης, με τη μέθοδο ΣΔΙΤ, των δύο μεγάλων κρατικών εταιριών ύδρευσης, της Ε.Υ.Δ.Α.Π. της Αθήνας και της Ε.Υ.Α.Θ. της Θεσσαλονίκης, χωρίς προς το παρόν να γνωρίζουμε, σε ποιο βαθμό το «επενδυτικό ενδιαφέρον» θα επεκταθεί στα δημοτικά δίκτυα ύδρευσης των υπολοίπων μεγάλων πόλεων. Ένα σημαντικό ποσοστό των μετοχών της Ε.Υ.Δ.Α.Π. και η πλειοψηφία της Ε.Υ.Α.Θ. έχουν μεταβιβαστεί στο Υπερταμείο Ιδιωτικοποιήσεων (Τ.Α.Ι.Π.Ε.Δ), το οποίο άνοιξε πρόσφατα τη διαδικασία αναζήτησης «στρατηγικού επενδυτή» για την πώλησή τους. Το θέμα προφανώς δεν έχει να κάνει με τα ποσοστά του ιδιώτη, ίσως ούτε καν κυρίως με τον έλεγχο του μάνατζμεντ, όσο κυρίως με το μοίρασμα των πολλών παράπλευρων εργολαβιών. Πρόκειται ασφαλώς για το πιο κρίσιμο μέτωπο της περιόδου, που δεν αφορά μόνο τους Αθηναίους και τους Θεσσαλονικείς, οι οποίοι, ας μην το ξεχνάμε, έδωσαν και έναν μεγάλο αγώνα πριν από 3 χρόνια με το δημοψήφισμα εναντίον της ιδιωτικοποίησης.

Ενώ όμως γι’ αυτές τις εξελίξεις μαθαίνουμε αναλυτικά, μια άλλη ιδιωτικοποίηση προχωράει «στα μουλωχτά». Είναι αυτή των φυσικών αποθεμάτων πόσιμου νερού, δηλ. των υπόγειων υδάτων, που παραχωρούνται αφειδώς στη βιομηχανία εμφιάλωσης.

Τις τελευταίες δεκαετίες, το εμφιαλωμένο νερό, από είδος πολυτελείας και καταναλωτική συνήθεια των εύπορων στρωμάτων, έχει μετατραπεί σε τρόπο ζωής για μεγάλες μερίδες του πληθυσμού. Δεν είναι μόνο οι ακριβές διαφημιστικές καμπάνιες ή ο ρόλος του τουρισμού, δεν είναι ούτε καν μόνο η κακή διαχείριση και η απαξίωση των δημόσιων δικτύων. Η βασική αιτία της εξάπλωσης είναι το νομοθετικό καθεστώς για τη συγκεκριμένη επιχειρηματική δραστηριότητα και το κόστος της πρώτης ύλης, που χρησιμοποιεί.

Μέχρι σήμερα, η μόνη ανταποδοτική υποχρέωση των βιομηχανιών εμφιάλωσης είναι η καταβολή ενός τέλους προς τον αντίστοιχο Δήμο, στα διοικητικά όρια του οποίου γίνεται η γεώτρηση. Το ύψος αυτού του τέλους έχει παραμείνει επί δεκαετίες σταθερά ελάχιστο ενώ το 2014 η κυβέρνηση Σαμαρά έκανε ακόμα ένα «δωράκι» προς το ενδιαφερόμενο κεφάλαιο, θεσμοθετώντας τον υπολογισμό του τέλους όχι επί των αντλούμενων αλλά επί των πωλούμενων ποσοτήτων (ν. 4255/2014). Δηλαδή η άντληση για χορηγίες, δηλ. για διαφημιστική πολιτική, ή για «μαύρες πωλήσεις» είναι εντελώς δωρεάν ενώ το τέλος για τις «κανονικές» πωλήσεις παραμένει ασήμαντο. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που οι ντόπιοι «βαρόνοι του νερού»:

– αποσπούν ένα μεγάλο μερίδιο της ελληνικής αγοράς, έχουν έντονη εξαγωγική δραστηριότητα και παρουσιάζουν διαρκώς και νέα προϊόντα, μπύρες, κόλες κ.λ.π.

– ακολουθούν μια επιθετική πολιτική αύξησης των αντλούμενων ποσοτήτων, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται κίνδυνοι για την επάρκεια του φυσικού πόρου για τα δημόσια δίκτυα και την κατοχύρωσή του για τις επόμενες γενιές.

– μέσω των χορηγιών εξασφαλίζουν ευρεία κοινωνική συναίνεση ενώ διατηρούν σχέσεις στοργής με το πολιτικό σύστημα, το κεντρικό και το εκάστοτε τοπικό.

Είναι προφανές ότι απαιτείται η αντιστροφή αυτής της πορείας. Και εκτός από την αλλαγή του ν. 4255/2014, που μέχρι στιγμής δεν τον έχει «πειράξει» η κυβέρνηση Τσίπρα, παρά τις προγραμματικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, χρειάζεται να διεκδικήσουμε μια πολιτική «επιστροφής» στο νερό της βρύσης με δωρεάν πρόσβαση στο πόσιμο νερό για τους πολίτες τόσο με καταψύκτες στις δημόσιες υπηρεσίες όσο και με βρύσες στους κοινόχρηστους χώρους (πλατείες, παιδικές χαρές κ.λ.π.), σε συνδυασμό βεβαίως με στρατηγικές εξοικονόμησης του νερού, περιορισμού της σπατάλης και διαμόρφωσης «υδατικής» συνείδησης στους πολίτες».
Β. Επίθεση στα ποτάμια

Η υποβάθμισή τους από τη χρήση τους ως αποδεκτών αποβλήτων κάθε είδους περιλαμβάνει πολλά παραδείγματα. Το κλασικό για τα βιομηχανικά απόβλητα είναι ασφαλώς η ρύπανση του Ασωπού, που, εκτός από περιβαλλοντικά προβλήματα, έχει προκαλέσει και ασθένειες και θανάτους, δηλ. σοβαρές παραβιάσεις του δικαιώματος στην υγεία. Ο Ασωπός έχει την ατυχία να διαρρέει τη βιομηχανική περιοχή της Θήβας και, ούτε λίγο ούτε πολύ, 15 εταιρίες, βρέθηκαν να τον επιβαρύνουν με εξασθενές χρώμιο και μόλυβδο. Η εντατική αγροτική εκμετάλλευση έχει καταστρέψει τον Πηνειό ενώ οι εξορύξεις της Χαλκιδικής επιφυλάσσουν την ίδια μοίρα στα νερά της περιοχής.

Ωστόσο, θα αφιερώσω το πιο μεγάλο μέρος του κειμένου στα σχέδια εντατικής εκμετάλλευσης, κυρίως υδροηλεκτρικής, με την κατασκευή φραγμάτων και τις εκτροπές, που διακόπτουν τον φυσικό κύκλο του νερού και προκαλούν σοβαρές και ανεπίστρεπτες αρνητικές συνέπειες. Ο βασικός μύθος της τεχνοκρατικής ιδεολογίας είναι ο αφορισμός ότι το νερό των ποταμών χύνεται «αναξιοποίητο» στη θάλασσα και επομένως πρέπει να «αξιοποιηθεί».

Όμως η επιστήμη μας λέει ότι ένα ποτάμι δεν είναι μόνο το νερό αλλά και η ζωή που κουβαλάει μαζί του, το απόθεμα της βιοποικιλότητας, οικοσυστήματα και οργανισμοί, χλωρίδα και πανίδα, τοπία και ανθρώπινες συνήθειες αιώνων.

«Τα ποτάμια είναι οι ταχυδρόμοι των βουνών», όπως λέει ο ποιητής Γιάννης Δάλλας.

Συνεπώς ένα πρώτο κρίσιμο ζήτημα είναι να ξεπεράσουμε την αντίληψη του «ποταμιού – καναλιού» και να προσανατολίσουμε την άσκηση των όποιων οικονομικών δραστηριοτήτων στον σεβασμό της φυσικής ροής του ως τμήμα του υδατικού κύκλου.

Στην Ελλάδα υπάρχουν σήμερα περίπου 170 φράγματα με ύψος μεγαλύτερο από 15 μέτρα, που αποτελεί το όριο μεταξύ μικρών και μεγάλων φραγμάτων, σύμφωνα με το οικολογικό κίνημα. Σύμφωνα με τη νομοθεσία, το κριτήριο αυτής της διάκρισης δεν είναι το ύψος του φράγματος αλλά η ισχύς της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας, που στην Ελλάδα είναι 15 MW, αν και πριν από 20 χρόνια ήταν 5, ενώ στις περισσότερες χώρες της Ε.Ε. είναι 8 MW. Από αυτά, τα 15 έχουν ύψος πάνω από 70 μέτρα και, αν εξαιρέσουμε τα φράγματα του Μόρνου και του Εύηνου, που έχουν θυσιαστεί για την υδροδότηση της Αθήνας, είναι υδροηλεκτρικά. Τα 2 είναι στον Νέστο (του Θησαυρού με 172 μ. είναι το ψηλότερο στην Ελλάδα), 3 στον Αλιάκμονα, 4 στον Αχελώο και τους παραποτάμους του (των Κρεμαστών είναι το μεγαλύτερο σε έκταση με 80 χιλιάδες στρέμματα), και 5ο το ημιτελές της Μεσσοχώρας, 1 στον Άραχθο, 1 στις πηγές του Αώου και 1 στο Σμόκοβο, σε παραπόταμο του Πηνειού.

Οι αρνητικές συνέπειες των μεγάλων φραγμάτων έχουν τεκμηριωθεί από τη διεθνή επιστημονική έρευνα:

– καταστρέφουν τη βιοποικιλότητα και τα οικοσυστήματα

– κατακρατούν τη λάσπη με τα οργανικά συστατικά (διότι ένα ποτάμι δεν είναι μόνο νερό αλλά και οργανικό φορτίο), υποβαθμίζουν την ποιότητα του νερού για τη γεωργία, χαμηλώνουν τους υδροφόρους ορίζοντες και αλατώνουν τα εδάφη στις εκβολές

– αλλάζουν το κλίμα, αυξάνουν την υγρασία και εκλύουν μεθάνιο από την παγιδευμένη βλάστηση, που συμβάλλει στο φαινόμενο του θερμοκηπίου (το 1,3% της παγκόσμιας συμβολής)

– καταστρέφουν ποτάμια, τοπία, ανθρώπινους οικισμούς και μνήμες

– εγκυμονούν διαρκείς κινδύνους κατολισθήσεων και πλημμυρών

– απαιτούν ένα μεγάλο κόστος μετεγκατάστασης πληθυσμών και κυρίως διαχείρισης των κινδύνων, το οποίο βέβαια δεν πληρώνουν οι κατασκευαστές αλλά το κοινωνικό σύνολο.

Παρά το γεγονός ότι οι παραπάνω συνέπειες ισχύουν ανεξάρτητα από τη μορφή της ιδιοκτησίας τους, ένα βασικό επιχείρημα των υποστηρικτών τους είναι ότι τα υδροηλεκτρικά φράγματα της ΔΕΗ βρίσκονται υπό δημόσιο έλεγχο. Το πραγματικό ερώτημα είναι βεβαίως «μέχρι πότε», καθώς η πώληση μονάδων της ΔΕΗ αναμένεται, αργά ή γρήγορα, να επεκταθεί και σ’ αυτά, κάτι που ήδη επιχείρησε το 2014 η κυβέρνηση Σαμαρά με το σχέδιο της «μικρής ΔΕΗ». Συνεπώς, ο πολιτικός στόχος ενάντια σε νέα φράγματα συνδέεται με την αποτροπή της ιδιωτικοποίησης των παλιών, που θα είναι σ’ αυτή την περίπτωση τριπλή (νερού, ενέργειας και δημόσιας γης γύρω από τους ταμιευτήρες).

Το κύριο μέτωπο της περιόδου βρίσκεται ασφαλώς στον Αχελώο και στον αγώνα ενάντια στην ολοκλήρωση του φράγματος της Μεσσοχώρας, το οποίο, παρά το γεγονός ότι προβάλλεται από κυβερνητικά στελέχη και τεχνικά λόμπυ ως «αυτόνομο» ΥΗ, στην πραγματικότητα αποτελεί, κατ’ εφαρμογή της πάντα αποτελεσματικής μεθόδου της «σαλαμοποίησης», το πρώτο βήμα για την εκτροπή μεγάλου μέρους του υδάτινου δυναμικού του ποταμού στη Θεσσαλία. Η έκβαση της μάχης θα κριθεί από την ικανότητα πανελλαδικής κινητοποίησης αλλά και διάψευσης του μύθου του «ολοκληρωμένου» έργου (στην πραγματικότητα απαιτεί ακόμη 140 εκ. ευρώ).

Δεν στερούνται πάντως σημασίας οι εξελίξεις που αφορούν τον Αώο, τον μοναδικό ποταμό που «εξάγει» η Ελλάδα και ταυτόχρονα τον τελευταίο μεγάλο ποταμό της Ευρώπης που ρέει ανεμπόδιστα προς τη θάλασσα (αν εξαιρέσουμε βεβαίως το φράγμα της ΔΕΗ στις πηγές του). Τα ελληνικά σχέδια προβλέπουν τη μερική εκτροπή του προς την Παμβώτιδα λίμνη των Ιωαννίνων ενώ τα χειρότερα αλβανικά, ούτε λίγο ούτε πολύ 8, υδροηλεκτρικά φράγματα κατά μήκος του. Στην έκκληση εκατοντάδων επιστημόνων να αποτραπεί η καταστροφή, η κυβέρνηση Ράμα απάντησε ότι «μια αναπτυσσόμενη χώρα δεν μπορεί να μείνει μουσείο». Η αναπτυξιολαγνική χυδαιότητα είναι η ίδια παντού!

Το αντι-φραγματικό κίνημα πάντως έχει πλούσιο παρελθόν στην Ελλάδα. Εκτός από τον Αχελώο, μνημονεύω και τον 10χρονο νικηφόρο αγώνα στον Άραχθο, που απέτρεψε την κατασκευή του φράγματος του Αγίου Νικολάου, έδωσε αυτοπεποίθηση στους κατοίκους και ενέπνευσε πολλές μικρότερες κινήσεις στην περιοχή.
Γ. Υποβάθμιση των υγροτόπων

Το τρίτο μεγάλο μέτωπο αφορά στους υγροτόπους και κυρίως τις ελληνικές λίμνες, οι οποίες, αφού επιβίωσαν για χιλιάδες χρόνια, όχι μόνο διατηρώντας τη βιοποικιλότητα και δημιουργώντας μοναδικά τοπία αλλά και διατρέφοντάς τους ανθρώπους όποτε χρειάστηκε (λ.χ. στην πείνα της Γερμανικής Κατοχής), θυσιάζονται με ραγδαίους ρυθμούς τα τελευταία 60 στις εκάστοτε ανάγκες του κυρίαρχου παραγωγικού και καταναλωτικού μοντέλου και κυρίως:

– για την αύξηση της αγροτικής γης (π.χ. η αποξήρανση της Κάρλας, της Αγουλινίτσας, της μισής Αμβρακίας, της Λαψίστας κ.λπ.) και την επέκταση των αρδευτικών δικτύων

– για την αποχέτευση αστικών λυμάτων και πάσης φύσεως αγροτικών αποβλήτων (το κλασικό παράδειγμα είναι ο τοξικός βάλτος της Κορώνειας, αλλά και οι περισσότερες από τις υπόλοιπες αργοπεθαίνουν)

– και τα τελευταία χρόνια, που χρειάζεται γη για οικοπεδοποίηση, δηλαδή για παραγωγή υπεραξίας, για τουριστική ανάπτυξη (ο μεγάλος κίνδυνος αφορά στα υγρολίβαδα γύρω από τις λίμνες, τις πιο κρίσιμες δηλ. εκτάσεις για την οικολογική τους ισορροπία, που συρρικνώνονται με διοικητικές πράξεις και καταπατήσεις).

Σταθερά υποβαθμισμένη είναι και η κατάσταση των 10 παράκτιων υγροτόπων διεθνούς σημασίας, οι οποίοι υποτίθεται ότι προστατεύονται από τη Διεθνή Σύμβαση Ραμσάρ.

Όπως μας υπενθυμίζει η Βαντάνα Σίβα, το νερό, που αποτελεί το 70% του πλανήτη αλλά και του σώματός μας, έχει τα δικά του δικαιώματα – να ρέει ελεύθερα και χωρίς ρύπανση και να ανανεώνεται μέσω του υδρολογικού κύκλου. Υπό αυτή την έννοια, το ανθρώπινο δικαίωμα στο νερό είναι τμήμα των δικαιωμάτων της φύσης και ο αγώνας για την προστασία του υδρολογικού κύκλου είναι ταυτόχρονα και αγώνας για το ανθρώπινο δικαίωμα στο νερό.

Γιάννης Παπαδημητρίου
Πρωτοδημοσιεύτηκε στο Περιοδικό Βαβυλωνία #Τεύχος 19

Η Aρπαγή του Nερού στην Ελλάδα

Ο όρος του τίτλου (στα αγγλικά water grabbing) χρησιμοποιείται διεθνώς για να ορίσει την κατάσταση, στην οποία ισχυροί παράγοντες, δημόσιοι ή ιδιωτικοί, αποκτούν τον έλεγχο ή ανακατανέμουν τη χρήση υδάτινων πόρων για τους δικούς τους σκοπούς σε βάρος των τοπικών κοινοτήτων και των οικοσυστημάτων, στα οποία έχει βασιστεί η ζωή τους. Πρόκειται για έναν πλανητικό πόλεμο με αποκορυφώματα την εκδίωξη πληθυσμών λόγω της κατασκευής μεγάλων φραγμάτων, την ιδιωτικοποίηση των αποθεμάτων του νερού και των δικτύων ύδρευσης, την υποβάθμιση και μόλυνση του νερού εξαιτίας βιομηχανικών, μεταλλευτικών και βιομηχανικής κλίμακας αγροτικών δραστηριοτήτων και τον έλεγχο των πηγών και των διασυνοριακών υδάτων για στρατιωτικούς και οικονομικούς λόγους.

Δεν είναι τυχαίο που η παγκόσμια κλιματική αλλαγή βιώνεται κατά κύριο λόγο είτε ως πλημμύρα είτε ως ξηρασία, συνδέεται δηλαδή άμεσα με τη διαταραχή του θαυμαστού υδρολογικού κύκλου της φύσης. Στη χώρα μας λίγο-πολύ όλα αυτά τα μέτωπα είναι ανοιχτά. Θα περιοριστώ σε μια, εκ των πραγμάτων άνιση λόγω του περιορισμένου χώρου, αναφορά με έμφαση στα λιγότερο συζητημένα.
Α. Ιδιωτικοποίηση πόσιμου νερού (εταιριών ύδρευσης & υπόγειων υδάτων)

Κλιμακώνεται η στρατηγική της ιδιωτικοποίησης, με τη μέθοδο ΣΔΙΤ, των δύο μεγάλων κρατικών εταιριών ύδρευσης, της Ε.Υ.Δ.Α.Π. της Αθήνας και της Ε.Υ.Α.Θ. της Θεσσαλονίκης, χωρίς προς το παρόν να γνωρίζουμε, σε ποιο βαθμό το «επενδυτικό ενδιαφέρον» θα επεκταθεί στα δημοτικά δίκτυα ύδρευσης των υπολοίπων μεγάλων πόλεων. Ένα σημαντικό ποσοστό των μετοχών της Ε.Υ.Δ.Α.Π. και η πλειοψηφία της Ε.Υ.Α.Θ. έχουν μεταβιβαστεί στο Υπερταμείο Ιδιωτικοποιήσεων (Τ.Α.Ι.Π.Ε.Δ), το οποίο άνοιξε πρόσφατα τη διαδικασία αναζήτησης «στρατηγικού επενδυτή» για την πώλησή τους. Το θέμα προφανώς δεν έχει να κάνει με τα ποσοστά του ιδιώτη, ίσως ούτε καν κυρίως με τον έλεγχο του μάνατζμεντ, όσο κυρίως με το μοίρασμα των πολλών παράπλευρων εργολαβιών. Πρόκειται ασφαλώς για το πιο κρίσιμο μέτωπο της περιόδου, που δεν αφορά μόνο τους Αθηναίους και τους Θεσσαλονικείς, οι οποίοι, ας μην το ξεχνάμε, έδωσαν και έναν μεγάλο αγώνα πριν από 3 χρόνια με το δημοψήφισμα εναντίον της ιδιωτικοποίησης.

Ενώ όμως γι’ αυτές τις εξελίξεις μαθαίνουμε αναλυτικά, μια άλλη ιδιωτικοποίηση προχωράει «στα μουλωχτά». Είναι αυτή των φυσικών αποθεμάτων πόσιμου νερού, δηλ. των υπόγειων υδάτων, που παραχωρούνται αφειδώς στη βιομηχανία εμφιάλωσης.

Τις τελευταίες δεκαετίες, το εμφιαλωμένο νερό, από είδος πολυτελείας και καταναλωτική συνήθεια των εύπορων στρωμάτων, έχει μετατραπεί σε τρόπο ζωής για μεγάλες μερίδες του πληθυσμού. Δεν είναι μόνο οι ακριβές διαφημιστικές καμπάνιες ή ο ρόλος του τουρισμού, δεν είναι ούτε καν μόνο η κακή διαχείριση και η απαξίωση των δημόσιων δικτύων. Η βασική αιτία της εξάπλωσης είναι το νομοθετικό καθεστώς για τη συγκεκριμένη επιχειρηματική δραστηριότητα και το κόστος της πρώτης ύλης, που χρησιμοποιεί.

Μέχρι σήμερα, η μόνη ανταποδοτική υποχρέωση των βιομηχανιών εμφιάλωσης είναι η καταβολή ενός τέλους προς τον αντίστοιχο Δήμο, στα διοικητικά όρια του οποίου γίνεται η γεώτρηση. Το ύψος αυτού του τέλους έχει παραμείνει επί δεκαετίες σταθερά ελάχιστο ενώ το 2014 η κυβέρνηση Σαμαρά έκανε ακόμα ένα «δωράκι» προς το ενδιαφερόμενο κεφάλαιο, θεσμοθετώντας τον υπολογισμό του τέλους όχι επί των αντλούμενων αλλά επί των πωλούμενων ποσοτήτων (ν. 4255/2014). Δηλαδή η άντληση για χορηγίες, δηλ. για διαφημιστική πολιτική, ή για «μαύρες πωλήσεις» είναι εντελώς δωρεάν ενώ το τέλος για τις «κανονικές» πωλήσεις παραμένει ασήμαντο. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που οι ντόπιοι «βαρόνοι του νερού»:

– αποσπούν ένα μεγάλο μερίδιο της ελληνικής αγοράς, έχουν έντονη εξαγωγική δραστηριότητα και παρουσιάζουν διαρκώς και νέα προϊόντα, μπύρες, κόλες κ.λ.π.

– ακολουθούν μια επιθετική πολιτική αύξησης των αντλούμενων ποσοτήτων, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται κίνδυνοι για την επάρκεια του φυσικού πόρου για τα δημόσια δίκτυα και την κατοχύρωσή του για τις επόμενες γενιές.

– μέσω των χορηγιών εξασφαλίζουν ευρεία κοινωνική συναίνεση ενώ διατηρούν σχέσεις στοργής με το πολιτικό σύστημα, το κεντρικό και το εκάστοτε τοπικό.

Είναι προφανές ότι απαιτείται η αντιστροφή αυτής της πορείας. Και εκτός από την αλλαγή του ν. 4255/2014, που μέχρι στιγμής δεν τον έχει «πειράξει» η κυβέρνηση Τσίπρα, παρά τις προγραμματικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, χρειάζεται να διεκδικήσουμε μια πολιτική «επιστροφής» στο νερό της βρύσης με δωρεάν πρόσβαση στο πόσιμο νερό για τους πολίτες τόσο με καταψύκτες στις δημόσιες υπηρεσίες όσο και με βρύσες στους κοινόχρηστους χώρους (πλατείες, παιδικές χαρές κ.λ.π.), σε συνδυασμό βεβαίως με στρατηγικές εξοικονόμησης του νερού, περιορισμού της σπατάλης και διαμόρφωσης «υδατικής» συνείδησης στους πολίτες».
Β. Επίθεση στα ποτάμια

Η υποβάθμισή τους από τη χρήση τους ως αποδεκτών αποβλήτων κάθε είδους περιλαμβάνει πολλά παραδείγματα. Το κλασικό για τα βιομηχανικά απόβλητα είναι ασφαλώς η ρύπανση του Ασωπού, που, εκτός από περιβαλλοντικά προβλήματα, έχει προκαλέσει και ασθένειες και θανάτους, δηλ. σοβαρές παραβιάσεις του δικαιώματος στην υγεία. Ο Ασωπός έχει την ατυχία να διαρρέει τη βιομηχανική περιοχή της Θήβας και, ούτε λίγο ούτε πολύ, 15 εταιρίες, βρέθηκαν να τον επιβαρύνουν με εξασθενές χρώμιο και μόλυβδο. Η εντατική αγροτική εκμετάλλευση έχει καταστρέψει τον Πηνειό ενώ οι εξορύξεις της Χαλκιδικής επιφυλάσσουν την ίδια μοίρα στα νερά της περιοχής.

Ωστόσο, θα αφιερώσω το πιο μεγάλο μέρος του κειμένου στα σχέδια εντατικής εκμετάλλευσης, κυρίως υδροηλεκτρικής, με την κατασκευή φραγμάτων και τις εκτροπές, που διακόπτουν τον φυσικό κύκλο του νερού και προκαλούν σοβαρές και ανεπίστρεπτες αρνητικές συνέπειες. Ο βασικός μύθος της τεχνοκρατικής ιδεολογίας είναι ο αφορισμός ότι το νερό των ποταμών χύνεται «αναξιοποίητο» στη θάλασσα και επομένως πρέπει να «αξιοποιηθεί».

Όμως η επιστήμη μας λέει ότι ένα ποτάμι δεν είναι μόνο το νερό αλλά και η ζωή που κουβαλάει μαζί του, το απόθεμα της βιοποικιλότητας, οικοσυστήματα και οργανισμοί, χλωρίδα και πανίδα, τοπία και ανθρώπινες συνήθειες αιώνων.

«Τα ποτάμια είναι οι ταχυδρόμοι των βουνών», όπως λέει ο ποιητής Γιάννης Δάλλας.

Συνεπώς ένα πρώτο κρίσιμο ζήτημα είναι να ξεπεράσουμε την αντίληψη του «ποταμιού – καναλιού» και να προσανατολίσουμε την άσκηση των όποιων οικονομικών δραστηριοτήτων στον σεβασμό της φυσικής ροής του ως τμήμα του υδατικού κύκλου.

Στην Ελλάδα υπάρχουν σήμερα περίπου 170 φράγματα με ύψος μεγαλύτερο από 15 μέτρα, που αποτελεί το όριο μεταξύ μικρών και μεγάλων φραγμάτων, σύμφωνα με το οικολογικό κίνημα. Σύμφωνα με τη νομοθεσία, το κριτήριο αυτής της διάκρισης δεν είναι το ύψος του φράγματος αλλά η ισχύς της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας, που στην Ελλάδα είναι 15 MW, αν και πριν από 20 χρόνια ήταν 5, ενώ στις περισσότερες χώρες της Ε.Ε. είναι 8 MW. Από αυτά, τα 15 έχουν ύψος πάνω από 70 μέτρα και, αν εξαιρέσουμε τα φράγματα του Μόρνου και του Εύηνου, που έχουν θυσιαστεί για την υδροδότηση της Αθήνας, είναι υδροηλεκτρικά. Τα 2 είναι στον Νέστο (του Θησαυρού με 172 μ. είναι το ψηλότερο στην Ελλάδα), 3 στον Αλιάκμονα, 4 στον Αχελώο και τους παραποτάμους του (των Κρεμαστών είναι το μεγαλύτερο σε έκταση με 80 χιλιάδες στρέμματα), και 5ο το ημιτελές της Μεσσοχώρας, 1 στον Άραχθο, 1 στις πηγές του Αώου και 1 στο Σμόκοβο, σε παραπόταμο του Πηνειού.

Οι αρνητικές συνέπειες των μεγάλων φραγμάτων έχουν τεκμηριωθεί από τη διεθνή επιστημονική έρευνα:

– καταστρέφουν τη βιοποικιλότητα και τα οικοσυστήματα

– κατακρατούν τη λάσπη με τα οργανικά συστατικά (διότι ένα ποτάμι δεν είναι μόνο νερό αλλά και οργανικό φορτίο), υποβαθμίζουν την ποιότητα του νερού για τη γεωργία, χαμηλώνουν τους υδροφόρους ορίζοντες και αλατώνουν τα εδάφη στις εκβολές

– αλλάζουν το κλίμα, αυξάνουν την υγρασία και εκλύουν μεθάνιο από την παγιδευμένη βλάστηση, που συμβάλλει στο φαινόμενο του θερμοκηπίου (το 1,3% της παγκόσμιας συμβολής)

– καταστρέφουν ποτάμια, τοπία, ανθρώπινους οικισμούς και μνήμες

– εγκυμονούν διαρκείς κινδύνους κατολισθήσεων και πλημμυρών

– απαιτούν ένα μεγάλο κόστος μετεγκατάστασης πληθυσμών και κυρίως διαχείρισης των κινδύνων, το οποίο βέβαια δεν πληρώνουν οι κατασκευαστές αλλά το κοινωνικό σύνολο.

Παρά το γεγονός ότι οι παραπάνω συνέπειες ισχύουν ανεξάρτητα από τη μορφή της ιδιοκτησίας τους, ένα βασικό επιχείρημα των υποστηρικτών τους είναι ότι τα υδροηλεκτρικά φράγματα της ΔΕΗ βρίσκονται υπό δημόσιο έλεγχο. Το πραγματικό ερώτημα είναι βεβαίως «μέχρι πότε», καθώς η πώληση μονάδων της ΔΕΗ αναμένεται, αργά ή γρήγορα, να επεκταθεί και σ’ αυτά, κάτι που ήδη επιχείρησε το 2014 η κυβέρνηση Σαμαρά με το σχέδιο της «μικρής ΔΕΗ». Συνεπώς, ο πολιτικός στόχος ενάντια σε νέα φράγματα συνδέεται με την αποτροπή της ιδιωτικοποίησης των παλιών, που θα είναι σ’ αυτή την περίπτωση τριπλή (νερού, ενέργειας και δημόσιας γης γύρω από τους ταμιευτήρες).

Το κύριο μέτωπο της περιόδου βρίσκεται ασφαλώς στον Αχελώο και στον αγώνα ενάντια στην ολοκλήρωση του φράγματος της Μεσσοχώρας, το οποίο, παρά το γεγονός ότι προβάλλεται από κυβερνητικά στελέχη και τεχνικά λόμπυ ως «αυτόνομο» ΥΗ, στην πραγματικότητα αποτελεί, κατ’ εφαρμογή της πάντα αποτελεσματικής μεθόδου της «σαλαμοποίησης», το πρώτο βήμα για την εκτροπή μεγάλου μέρους του υδάτινου δυναμικού του ποταμού στη Θεσσαλία. Η έκβαση της μάχης θα κριθεί από την ικανότητα πανελλαδικής κινητοποίησης αλλά και διάψευσης του μύθου του «ολοκληρωμένου» έργου (στην πραγματικότητα απαιτεί ακόμη 140 εκ. ευρώ).

Δεν στερούνται πάντως σημασίας οι εξελίξεις που αφορούν τον Αώο, τον μοναδικό ποταμό που «εξάγει» η Ελλάδα και ταυτόχρονα τον τελευταίο μεγάλο ποταμό της Ευρώπης που ρέει ανεμπόδιστα προς τη θάλασσα (αν εξαιρέσουμε βεβαίως το φράγμα της ΔΕΗ στις πηγές του). Τα ελληνικά σχέδια προβλέπουν τη μερική εκτροπή του προς την Παμβώτιδα λίμνη των Ιωαννίνων ενώ τα χειρότερα αλβανικά, ούτε λίγο ούτε πολύ 8, υδροηλεκτρικά φράγματα κατά μήκος του. Στην έκκληση εκατοντάδων επιστημόνων να αποτραπεί η καταστροφή, η κυβέρνηση Ράμα απάντησε ότι «μια αναπτυσσόμενη χώρα δεν μπορεί να μείνει μουσείο». Η αναπτυξιολαγνική χυδαιότητα είναι η ίδια παντού!

Το αντι-φραγματικό κίνημα πάντως έχει πλούσιο παρελθόν στην Ελλάδα. Εκτός από τον Αχελώο, μνημονεύω και τον 10χρονο νικηφόρο αγώνα στον Άραχθο, που απέτρεψε την κατασκευή του φράγματος του Αγίου Νικολάου, έδωσε αυτοπεποίθηση στους κατοίκους και ενέπνευσε πολλές μικρότερες κινήσεις στην περιοχή.
Γ. Υποβάθμιση των υγροτόπων

Το τρίτο μεγάλο μέτωπο αφορά στους υγροτόπους και κυρίως τις ελληνικές λίμνες, οι οποίες, αφού επιβίωσαν για χιλιάδες χρόνια, όχι μόνο διατηρώντας τη βιοποικιλότητα και δημιουργώντας μοναδικά τοπία αλλά και διατρέφοντάς τους ανθρώπους όποτε χρειάστηκε (λ.χ. στην πείνα της Γερμανικής Κατοχής), θυσιάζονται με ραγδαίους ρυθμούς τα τελευταία 60 στις εκάστοτε ανάγκες του κυρίαρχου παραγωγικού και καταναλωτικού μοντέλου και κυρίως:

– για την αύξηση της αγροτικής γης (π.χ. η αποξήρανση της Κάρλας, της Αγουλινίτσας, της μισής Αμβρακίας, της Λαψίστας κ.λπ.) και την επέκταση των αρδευτικών δικτύων

– για την αποχέτευση αστικών λυμάτων και πάσης φύσεως αγροτικών αποβλήτων (το κλασικό παράδειγμα είναι ο τοξικός βάλτος της Κορώνειας, αλλά και οι περισσότερες από τις υπόλοιπες αργοπεθαίνουν)

– και τα τελευταία χρόνια, που χρειάζεται γη για οικοπεδοποίηση, δηλαδή για παραγωγή υπεραξίας, για τουριστική ανάπτυξη (ο μεγάλος κίνδυνος αφορά στα υγρολίβαδα γύρω από τις λίμνες, τις πιο κρίσιμες δηλ. εκτάσεις για την οικολογική τους ισορροπία, που συρρικνώνονται με διοικητικές πράξεις και καταπατήσεις).

Σταθερά υποβαθμισμένη είναι και η κατάσταση των 10 παράκτιων υγροτόπων διεθνούς σημασίας, οι οποίοι υποτίθεται ότι προστατεύονται από τη Διεθνή Σύμβαση Ραμσάρ.

Όπως μας υπενθυμίζει η Βαντάνα Σίβα, το νερό, που αποτελεί το 70% του πλανήτη αλλά και του σώματός μας, έχει τα δικά του δικαιώματα – να ρέει ελεύθερα και χωρίς ρύπανση και να ανανεώνεται μέσω του υδρολογικού κύκλου. Υπό αυτή την έννοια, το ανθρώπινο δικαίωμα στο νερό είναι τμήμα των δικαιωμάτων της φύσης και ο αγώνας για την προστασία του υδρολογικού κύκλου είναι ταυτόχρονα και αγώνας για το ανθρώπινο δικαίωμα στο νερό.

Γιάννης Παπαδημητρίου
Πρωτοδημοσιεύτηκε στο Περιοδικό Βαβυλωνία #Τεύχος 19

Η Aρπαγή του Nερού στην Ελλάδα

Ο όρος του τίτλου (στα αγγλικά water grabbing) χρησιμοποιείται διεθνώς για να ορίσει την κατάσταση, στην οποία ισχυροί παράγοντες, δημόσιοι ή ιδιωτικοί, αποκτούν τον έλεγχο ή ανακατανέμουν τη χρήση υδάτινων πόρων για τους δικούς τους σκοπούς σε βάρος των τοπικών κοινοτήτων και των οικοσυστημάτων, στα οποία έχει βασιστεί η ζωή τους. Πρόκειται για έναν πλανητικό πόλεμο με αποκορυφώματα την εκδίωξη πληθυσμών λόγω της κατασκευής μεγάλων φραγμάτων, την ιδιωτικοποίηση των αποθεμάτων του νερού και των δικτύων ύδρευσης, την υποβάθμιση και μόλυνση του νερού εξαιτίας βιομηχανικών, μεταλλευτικών και βιομηχανικής κλίμακας αγροτικών δραστηριοτήτων και τον έλεγχο των πηγών και των διασυνοριακών υδάτων για στρατιωτικούς και οικονομικούς λόγους.

Δεν είναι τυχαίο που η παγκόσμια κλιματική αλλαγή βιώνεται κατά κύριο λόγο είτε ως πλημμύρα είτε ως ξηρασία, συνδέεται δηλαδή άμεσα με τη διαταραχή του θαυμαστού υδρολογικού κύκλου της φύσης. Στη χώρα μας λίγο-πολύ όλα αυτά τα μέτωπα είναι ανοιχτά. Θα περιοριστώ σε μια, εκ των πραγμάτων άνιση λόγω του περιορισμένου χώρου, αναφορά με έμφαση στα λιγότερο συζητημένα.
Α. Ιδιωτικοποίηση πόσιμου νερού (εταιριών ύδρευσης & υπόγειων υδάτων)

Κλιμακώνεται η στρατηγική της ιδιωτικοποίησης, με τη μέθοδο ΣΔΙΤ, των δύο μεγάλων κρατικών εταιριών ύδρευσης, της Ε.Υ.Δ.Α.Π. της Αθήνας και της Ε.Υ.Α.Θ. της Θεσσαλονίκης, χωρίς προς το παρόν να γνωρίζουμε, σε ποιο βαθμό το «επενδυτικό ενδιαφέρον» θα επεκταθεί στα δημοτικά δίκτυα ύδρευσης των υπολοίπων μεγάλων πόλεων. Ένα σημαντικό ποσοστό των μετοχών της Ε.Υ.Δ.Α.Π. και η πλειοψηφία της Ε.Υ.Α.Θ. έχουν μεταβιβαστεί στο Υπερταμείο Ιδιωτικοποιήσεων (Τ.Α.Ι.Π.Ε.Δ), το οποίο άνοιξε πρόσφατα τη διαδικασία αναζήτησης «στρατηγικού επενδυτή» για την πώλησή τους. Το θέμα προφανώς δεν έχει να κάνει με τα ποσοστά του ιδιώτη, ίσως ούτε καν κυρίως με τον έλεγχο του μάνατζμεντ, όσο κυρίως με το μοίρασμα των πολλών παράπλευρων εργολαβιών. Πρόκειται ασφαλώς για το πιο κρίσιμο μέτωπο της περιόδου, που δεν αφορά μόνο τους Αθηναίους και τους Θεσσαλονικείς, οι οποίοι, ας μην το ξεχνάμε, έδωσαν και έναν μεγάλο αγώνα πριν από 3 χρόνια με το δημοψήφισμα εναντίον της ιδιωτικοποίησης.

Ενώ όμως γι’ αυτές τις εξελίξεις μαθαίνουμε αναλυτικά, μια άλλη ιδιωτικοποίηση προχωράει «στα μουλωχτά». Είναι αυτή των φυσικών αποθεμάτων πόσιμου νερού, δηλ. των υπόγειων υδάτων, που παραχωρούνται αφειδώς στη βιομηχανία εμφιάλωσης.

Τις τελευταίες δεκαετίες, το εμφιαλωμένο νερό, από είδος πολυτελείας και καταναλωτική συνήθεια των εύπορων στρωμάτων, έχει μετατραπεί σε τρόπο ζωής για μεγάλες μερίδες του πληθυσμού. Δεν είναι μόνο οι ακριβές διαφημιστικές καμπάνιες ή ο ρόλος του τουρισμού, δεν είναι ούτε καν μόνο η κακή διαχείριση και η απαξίωση των δημόσιων δικτύων. Η βασική αιτία της εξάπλωσης είναι το νομοθετικό καθεστώς για τη συγκεκριμένη επιχειρηματική δραστηριότητα και το κόστος της πρώτης ύλης, που χρησιμοποιεί.

Μέχρι σήμερα, η μόνη ανταποδοτική υποχρέωση των βιομηχανιών εμφιάλωσης είναι η καταβολή ενός τέλους προς τον αντίστοιχο Δήμο, στα διοικητικά όρια του οποίου γίνεται η γεώτρηση. Το ύψος αυτού του τέλους έχει παραμείνει επί δεκαετίες σταθερά ελάχιστο ενώ το 2014 η κυβέρνηση Σαμαρά έκανε ακόμα ένα «δωράκι» προς το ενδιαφερόμενο κεφάλαιο, θεσμοθετώντας τον υπολογισμό του τέλους όχι επί των αντλούμενων αλλά επί των πωλούμενων ποσοτήτων (ν. 4255/2014). Δηλαδή η άντληση για χορηγίες, δηλ. για διαφημιστική πολιτική, ή για «μαύρες πωλήσεις» είναι εντελώς δωρεάν ενώ το τέλος για τις «κανονικές» πωλήσεις παραμένει ασήμαντο. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που οι ντόπιοι «βαρόνοι του νερού»:

– αποσπούν ένα μεγάλο μερίδιο της ελληνικής αγοράς, έχουν έντονη εξαγωγική δραστηριότητα και παρουσιάζουν διαρκώς και νέα προϊόντα, μπύρες, κόλες κ.λ.π.

– ακολουθούν μια επιθετική πολιτική αύξησης των αντλούμενων ποσοτήτων, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται κίνδυνοι για την επάρκεια του φυσικού πόρου για τα δημόσια δίκτυα και την κατοχύρωσή του για τις επόμενες γενιές.

– μέσω των χορηγιών εξασφαλίζουν ευρεία κοινωνική συναίνεση ενώ διατηρούν σχέσεις στοργής με το πολιτικό σύστημα, το κεντρικό και το εκάστοτε τοπικό.

Είναι προφανές ότι απαιτείται η αντιστροφή αυτής της πορείας. Και εκτός από την αλλαγή του ν. 4255/2014, που μέχρι στιγμής δεν τον έχει «πειράξει» η κυβέρνηση Τσίπρα, παρά τις προγραμματικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, χρειάζεται να διεκδικήσουμε μια πολιτική «επιστροφής» στο νερό της βρύσης με δωρεάν πρόσβαση στο πόσιμο νερό για τους πολίτες τόσο με καταψύκτες στις δημόσιες υπηρεσίες όσο και με βρύσες στους κοινόχρηστους χώρους (πλατείες, παιδικές χαρές κ.λ.π.), σε συνδυασμό βεβαίως με στρατηγικές εξοικονόμησης του νερού, περιορισμού της σπατάλης και διαμόρφωσης «υδατικής» συνείδησης στους πολίτες».
Β. Επίθεση στα ποτάμια

Η υποβάθμισή τους από τη χρήση τους ως αποδεκτών αποβλήτων κάθε είδους περιλαμβάνει πολλά παραδείγματα. Το κλασικό για τα βιομηχανικά απόβλητα είναι ασφαλώς η ρύπανση του Ασωπού, που, εκτός από περιβαλλοντικά προβλήματα, έχει προκαλέσει και ασθένειες και θανάτους, δηλ. σοβαρές παραβιάσεις του δικαιώματος στην υγεία. Ο Ασωπός έχει την ατυχία να διαρρέει τη βιομηχανική περιοχή της Θήβας και, ούτε λίγο ούτε πολύ, 15 εταιρίες, βρέθηκαν να τον επιβαρύνουν με εξασθενές χρώμιο και μόλυβδο. Η εντατική αγροτική εκμετάλλευση έχει καταστρέψει τον Πηνειό ενώ οι εξορύξεις της Χαλκιδικής επιφυλάσσουν την ίδια μοίρα στα νερά της περιοχής.

Ωστόσο, θα αφιερώσω το πιο μεγάλο μέρος του κειμένου στα σχέδια εντατικής εκμετάλλευσης, κυρίως υδροηλεκτρικής, με την κατασκευή φραγμάτων και τις εκτροπές, που διακόπτουν τον φυσικό κύκλο του νερού και προκαλούν σοβαρές και ανεπίστρεπτες αρνητικές συνέπειες. Ο βασικός μύθος της τεχνοκρατικής ιδεολογίας είναι ο αφορισμός ότι το νερό των ποταμών χύνεται «αναξιοποίητο» στη θάλασσα και επομένως πρέπει να «αξιοποιηθεί».

Όμως η επιστήμη μας λέει ότι ένα ποτάμι δεν είναι μόνο το νερό αλλά και η ζωή που κουβαλάει μαζί του, το απόθεμα της βιοποικιλότητας, οικοσυστήματα και οργανισμοί, χλωρίδα και πανίδα, τοπία και ανθρώπινες συνήθειες αιώνων.

«Τα ποτάμια είναι οι ταχυδρόμοι των βουνών», όπως λέει ο ποιητής Γιάννης Δάλλας.

Συνεπώς ένα πρώτο κρίσιμο ζήτημα είναι να ξεπεράσουμε την αντίληψη του «ποταμιού – καναλιού» και να προσανατολίσουμε την άσκηση των όποιων οικονομικών δραστηριοτήτων στον σεβασμό της φυσικής ροής του ως τμήμα του υδατικού κύκλου.

Στην Ελλάδα υπάρχουν σήμερα περίπου 170 φράγματα με ύψος μεγαλύτερο από 15 μέτρα, που αποτελεί το όριο μεταξύ μικρών και μεγάλων φραγμάτων, σύμφωνα με το οικολογικό κίνημα. Σύμφωνα με τη νομοθεσία, το κριτήριο αυτής της διάκρισης δεν είναι το ύψος του φράγματος αλλά η ισχύς της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας, που στην Ελλάδα είναι 15 MW, αν και πριν από 20 χρόνια ήταν 5, ενώ στις περισσότερες χώρες της Ε.Ε. είναι 8 MW. Από αυτά, τα 15 έχουν ύψος πάνω από 70 μέτρα και, αν εξαιρέσουμε τα φράγματα του Μόρνου και του Εύηνου, που έχουν θυσιαστεί για την υδροδότηση της Αθήνας, είναι υδροηλεκτρικά. Τα 2 είναι στον Νέστο (του Θησαυρού με 172 μ. είναι το ψηλότερο στην Ελλάδα), 3 στον Αλιάκμονα, 4 στον Αχελώο και τους παραποτάμους του (των Κρεμαστών είναι το μεγαλύτερο σε έκταση με 80 χιλιάδες στρέμματα), και 5ο το ημιτελές της Μεσσοχώρας, 1 στον Άραχθο, 1 στις πηγές του Αώου και 1 στο Σμόκοβο, σε παραπόταμο του Πηνειού.

Οι αρνητικές συνέπειες των μεγάλων φραγμάτων έχουν τεκμηριωθεί από τη διεθνή επιστημονική έρευνα:

– καταστρέφουν τη βιοποικιλότητα και τα οικοσυστήματα

– κατακρατούν τη λάσπη με τα οργανικά συστατικά (διότι ένα ποτάμι δεν είναι μόνο νερό αλλά και οργανικό φορτίο), υποβαθμίζουν την ποιότητα του νερού για τη γεωργία, χαμηλώνουν τους υδροφόρους ορίζοντες και αλατώνουν τα εδάφη στις εκβολές

– αλλάζουν το κλίμα, αυξάνουν την υγρασία και εκλύουν μεθάνιο από την παγιδευμένη βλάστηση, που συμβάλλει στο φαινόμενο του θερμοκηπίου (το 1,3% της παγκόσμιας συμβολής)

– καταστρέφουν ποτάμια, τοπία, ανθρώπινους οικισμούς και μνήμες

– εγκυμονούν διαρκείς κινδύνους κατολισθήσεων και πλημμυρών

– απαιτούν ένα μεγάλο κόστος μετεγκατάστασης πληθυσμών και κυρίως διαχείρισης των κινδύνων, το οποίο βέβαια δεν πληρώνουν οι κατασκευαστές αλλά το κοινωνικό σύνολο.

Παρά το γεγονός ότι οι παραπάνω συνέπειες ισχύουν ανεξάρτητα από τη μορφή της ιδιοκτησίας τους, ένα βασικό επιχείρημα των υποστηρικτών τους είναι ότι τα υδροηλεκτρικά φράγματα της ΔΕΗ βρίσκονται υπό δημόσιο έλεγχο. Το πραγματικό ερώτημα είναι βεβαίως «μέχρι πότε», καθώς η πώληση μονάδων της ΔΕΗ αναμένεται, αργά ή γρήγορα, να επεκταθεί και σ’ αυτά, κάτι που ήδη επιχείρησε το 2014 η κυβέρνηση Σαμαρά με το σχέδιο της «μικρής ΔΕΗ». Συνεπώς, ο πολιτικός στόχος ενάντια σε νέα φράγματα συνδέεται με την αποτροπή της ιδιωτικοποίησης των παλιών, που θα είναι σ’ αυτή την περίπτωση τριπλή (νερού, ενέργειας και δημόσιας γης γύρω από τους ταμιευτήρες).

Το κύριο μέτωπο της περιόδου βρίσκεται ασφαλώς στον Αχελώο και στον αγώνα ενάντια στην ολοκλήρωση του φράγματος της Μεσσοχώρας, το οποίο, παρά το γεγονός ότι προβάλλεται από κυβερνητικά στελέχη και τεχνικά λόμπυ ως «αυτόνομο» ΥΗ, στην πραγματικότητα αποτελεί, κατ’ εφαρμογή της πάντα αποτελεσματικής μεθόδου της «σαλαμοποίησης», το πρώτο βήμα για την εκτροπή μεγάλου μέρους του υδάτινου δυναμικού του ποταμού στη Θεσσαλία. Η έκβαση της μάχης θα κριθεί από την ικανότητα πανελλαδικής κινητοποίησης αλλά και διάψευσης του μύθου του «ολοκληρωμένου» έργου (στην πραγματικότητα απαιτεί ακόμη 140 εκ. ευρώ).

Δεν στερούνται πάντως σημασίας οι εξελίξεις που αφορούν τον Αώο, τον μοναδικό ποταμό που «εξάγει» η Ελλάδα και ταυτόχρονα τον τελευταίο μεγάλο ποταμό της Ευρώπης που ρέει ανεμπόδιστα προς τη θάλασσα (αν εξαιρέσουμε βεβαίως το φράγμα της ΔΕΗ στις πηγές του). Τα ελληνικά σχέδια προβλέπουν τη μερική εκτροπή του προς την Παμβώτιδα λίμνη των Ιωαννίνων ενώ τα χειρότερα αλβανικά, ούτε λίγο ούτε πολύ 8, υδροηλεκτρικά φράγματα κατά μήκος του. Στην έκκληση εκατοντάδων επιστημόνων να αποτραπεί η καταστροφή, η κυβέρνηση Ράμα απάντησε ότι «μια αναπτυσσόμενη χώρα δεν μπορεί να μείνει μουσείο». Η αναπτυξιολαγνική χυδαιότητα είναι η ίδια παντού!

Το αντι-φραγματικό κίνημα πάντως έχει πλούσιο παρελθόν στην Ελλάδα. Εκτός από τον Αχελώο, μνημονεύω και τον 10χρονο νικηφόρο αγώνα στον Άραχθο, που απέτρεψε την κατασκευή του φράγματος του Αγίου Νικολάου, έδωσε αυτοπεποίθηση στους κατοίκους και ενέπνευσε πολλές μικρότερες κινήσεις στην περιοχή.
Γ. Υποβάθμιση των υγροτόπων

Το τρίτο μεγάλο μέτωπο αφορά στους υγροτόπους και κυρίως τις ελληνικές λίμνες, οι οποίες, αφού επιβίωσαν για χιλιάδες χρόνια, όχι μόνο διατηρώντας τη βιοποικιλότητα και δημιουργώντας μοναδικά τοπία αλλά και διατρέφοντάς τους ανθρώπους όποτε χρειάστηκε (λ.χ. στην πείνα της Γερμανικής Κατοχής), θυσιάζονται με ραγδαίους ρυθμούς τα τελευταία 60 στις εκάστοτε ανάγκες του κυρίαρχου παραγωγικού και καταναλωτικού μοντέλου και κυρίως:

– για την αύξηση της αγροτικής γης (π.χ. η αποξήρανση της Κάρλας, της Αγουλινίτσας, της μισής Αμβρακίας, της Λαψίστας κ.λπ.) και την επέκταση των αρδευτικών δικτύων

– για την αποχέτευση αστικών λυμάτων και πάσης φύσεως αγροτικών αποβλήτων (το κλασικό παράδειγμα είναι ο τοξικός βάλτος της Κορώνειας, αλλά και οι περισσότερες από τις υπόλοιπες αργοπεθαίνουν)

– και τα τελευταία χρόνια, που χρειάζεται γη για οικοπεδοποίηση, δηλαδή για παραγωγή υπεραξίας, για τουριστική ανάπτυξη (ο μεγάλος κίνδυνος αφορά στα υγρολίβαδα γύρω από τις λίμνες, τις πιο κρίσιμες δηλ. εκτάσεις για την οικολογική τους ισορροπία, που συρρικνώνονται με διοικητικές πράξεις και καταπατήσεις).

Σταθερά υποβαθμισμένη είναι και η κατάσταση των 10 παράκτιων υγροτόπων διεθνούς σημασίας, οι οποίοι υποτίθεται ότι προστατεύονται από τη Διεθνή Σύμβαση Ραμσάρ.

Όπως μας υπενθυμίζει η Βαντάνα Σίβα, το νερό, που αποτελεί το 70% του πλανήτη αλλά και του σώματός μας, έχει τα δικά του δικαιώματα – να ρέει ελεύθερα και χωρίς ρύπανση και να ανανεώνεται μέσω του υδρολογικού κύκλου. Υπό αυτή την έννοια, το ανθρώπινο δικαίωμα στο νερό είναι τμήμα των δικαιωμάτων της φύσης και ο αγώνας για την προστασία του υδρολογικού κύκλου είναι ταυτόχρονα και αγώνας για το ανθρώπινο δικαίωμα στο νερό.

Γιάννης Παπαδημητρίου
Πρωτοδημοσιεύτηκε στο Περιοδικό Βαβυλωνία #Τεύχος 19

Η Aρπαγή του Nερού στην Ελλάδα

Ο όρος του τίτλου (στα αγγλικά water grabbing) χρησιμοποιείται διεθνώς για να ορίσει την κατάσταση, στην οποία ισχυροί παράγοντες, δημόσιοι ή ιδιωτικοί, αποκτούν τον έλεγχο ή ανακατανέμουν τη χρήση υδάτινων πόρων για τους δικούς τους σκοπούς σε βάρος των τοπικών κοινοτήτων και των οικοσυστημάτων, στα οποία έχει βασιστεί η ζωή τους. Πρόκειται για έναν πλανητικό πόλεμο με αποκορυφώματα την εκδίωξη πληθυσμών λόγω της κατασκευής μεγάλων φραγμάτων, την ιδιωτικοποίηση των αποθεμάτων του νερού και των δικτύων ύδρευσης, την υποβάθμιση και μόλυνση του νερού εξαιτίας βιομηχανικών, μεταλλευτικών και βιομηχανικής κλίμακας αγροτικών δραστηριοτήτων και τον έλεγχο των πηγών και των διασυνοριακών υδάτων για στρατιωτικούς και οικονομικούς λόγους.

Δεν είναι τυχαίο που η παγκόσμια κλιματική αλλαγή βιώνεται κατά κύριο λόγο είτε ως πλημμύρα είτε ως ξηρασία, συνδέεται δηλαδή άμεσα με τη διαταραχή του θαυμαστού υδρολογικού κύκλου της φύσης. Στη χώρα μας λίγο-πολύ όλα αυτά τα μέτωπα είναι ανοιχτά. Θα περιοριστώ σε μια, εκ των πραγμάτων άνιση λόγω του περιορισμένου χώρου, αναφορά με έμφαση στα λιγότερο συζητημένα.
Α. Ιδιωτικοποίηση πόσιμου νερού (εταιριών ύδρευσης & υπόγειων υδάτων)

Κλιμακώνεται η στρατηγική της ιδιωτικοποίησης, με τη μέθοδο ΣΔΙΤ, των δύο μεγάλων κρατικών εταιριών ύδρευσης, της Ε.Υ.Δ.Α.Π. της Αθήνας και της Ε.Υ.Α.Θ. της Θεσσαλονίκης, χωρίς προς το παρόν να γνωρίζουμε, σε ποιο βαθμό το «επενδυτικό ενδιαφέρον» θα επεκταθεί στα δημοτικά δίκτυα ύδρευσης των υπολοίπων μεγάλων πόλεων. Ένα σημαντικό ποσοστό των μετοχών της Ε.Υ.Δ.Α.Π. και η πλειοψηφία της Ε.Υ.Α.Θ. έχουν μεταβιβαστεί στο Υπερταμείο Ιδιωτικοποιήσεων (Τ.Α.Ι.Π.Ε.Δ), το οποίο άνοιξε πρόσφατα τη διαδικασία αναζήτησης «στρατηγικού επενδυτή» για την πώλησή τους. Το θέμα προφανώς δεν έχει να κάνει με τα ποσοστά του ιδιώτη, ίσως ούτε καν κυρίως με τον έλεγχο του μάνατζμεντ, όσο κυρίως με το μοίρασμα των πολλών παράπλευρων εργολαβιών. Πρόκειται ασφαλώς για το πιο κρίσιμο μέτωπο της περιόδου, που δεν αφορά μόνο τους Αθηναίους και τους Θεσσαλονικείς, οι οποίοι, ας μην το ξεχνάμε, έδωσαν και έναν μεγάλο αγώνα πριν από 3 χρόνια με το δημοψήφισμα εναντίον της ιδιωτικοποίησης.

Ενώ όμως γι’ αυτές τις εξελίξεις μαθαίνουμε αναλυτικά, μια άλλη ιδιωτικοποίηση προχωράει «στα μουλωχτά». Είναι αυτή των φυσικών αποθεμάτων πόσιμου νερού, δηλ. των υπόγειων υδάτων, που παραχωρούνται αφειδώς στη βιομηχανία εμφιάλωσης.

Τις τελευταίες δεκαετίες, το εμφιαλωμένο νερό, από είδος πολυτελείας και καταναλωτική συνήθεια των εύπορων στρωμάτων, έχει μετατραπεί σε τρόπο ζωής για μεγάλες μερίδες του πληθυσμού. Δεν είναι μόνο οι ακριβές διαφημιστικές καμπάνιες ή ο ρόλος του τουρισμού, δεν είναι ούτε καν μόνο η κακή διαχείριση και η απαξίωση των δημόσιων δικτύων. Η βασική αιτία της εξάπλωσης είναι το νομοθετικό καθεστώς για τη συγκεκριμένη επιχειρηματική δραστηριότητα και το κόστος της πρώτης ύλης, που χρησιμοποιεί.

Μέχρι σήμερα, η μόνη ανταποδοτική υποχρέωση των βιομηχανιών εμφιάλωσης είναι η καταβολή ενός τέλους προς τον αντίστοιχο Δήμο, στα διοικητικά όρια του οποίου γίνεται η γεώτρηση. Το ύψος αυτού του τέλους έχει παραμείνει επί δεκαετίες σταθερά ελάχιστο ενώ το 2014 η κυβέρνηση Σαμαρά έκανε ακόμα ένα «δωράκι» προς το ενδιαφερόμενο κεφάλαιο, θεσμοθετώντας τον υπολογισμό του τέλους όχι επί των αντλούμενων αλλά επί των πωλούμενων ποσοτήτων (ν. 4255/2014). Δηλαδή η άντληση για χορηγίες, δηλ. για διαφημιστική πολιτική, ή για «μαύρες πωλήσεις» είναι εντελώς δωρεάν ενώ το τέλος για τις «κανονικές» πωλήσεις παραμένει ασήμαντο. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που οι ντόπιοι «βαρόνοι του νερού»:

– αποσπούν ένα μεγάλο μερίδιο της ελληνικής αγοράς, έχουν έντονη εξαγωγική δραστηριότητα και παρουσιάζουν διαρκώς και νέα προϊόντα, μπύρες, κόλες κ.λ.π.

– ακολουθούν μια επιθετική πολιτική αύξησης των αντλούμενων ποσοτήτων, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται κίνδυνοι για την επάρκεια του φυσικού πόρου για τα δημόσια δίκτυα και την κατοχύρωσή του για τις επόμενες γενιές.

– μέσω των χορηγιών εξασφαλίζουν ευρεία κοινωνική συναίνεση ενώ διατηρούν σχέσεις στοργής με το πολιτικό σύστημα, το κεντρικό και το εκάστοτε τοπικό.

Είναι προφανές ότι απαιτείται η αντιστροφή αυτής της πορείας. Και εκτός από την αλλαγή του ν. 4255/2014, που μέχρι στιγμής δεν τον έχει «πειράξει» η κυβέρνηση Τσίπρα, παρά τις προγραμματικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, χρειάζεται να διεκδικήσουμε μια πολιτική «επιστροφής» στο νερό της βρύσης με δωρεάν πρόσβαση στο πόσιμο νερό για τους πολίτες τόσο με καταψύκτες στις δημόσιες υπηρεσίες όσο και με βρύσες στους κοινόχρηστους χώρους (πλατείες, παιδικές χαρές κ.λ.π.), σε συνδυασμό βεβαίως με στρατηγικές εξοικονόμησης του νερού, περιορισμού της σπατάλης και διαμόρφωσης «υδατικής» συνείδησης στους πολίτες».
Β. Επίθεση στα ποτάμια

Η υποβάθμισή τους από τη χρήση τους ως αποδεκτών αποβλήτων κάθε είδους περιλαμβάνει πολλά παραδείγματα. Το κλασικό για τα βιομηχανικά απόβλητα είναι ασφαλώς η ρύπανση του Ασωπού, που, εκτός από περιβαλλοντικά προβλήματα, έχει προκαλέσει και ασθένειες και θανάτους, δηλ. σοβαρές παραβιάσεις του δικαιώματος στην υγεία. Ο Ασωπός έχει την ατυχία να διαρρέει τη βιομηχανική περιοχή της Θήβας και, ούτε λίγο ούτε πολύ, 15 εταιρίες, βρέθηκαν να τον επιβαρύνουν με εξασθενές χρώμιο και μόλυβδο. Η εντατική αγροτική εκμετάλλευση έχει καταστρέψει τον Πηνειό ενώ οι εξορύξεις της Χαλκιδικής επιφυλάσσουν την ίδια μοίρα στα νερά της περιοχής.

Ωστόσο, θα αφιερώσω το πιο μεγάλο μέρος του κειμένου στα σχέδια εντατικής εκμετάλλευσης, κυρίως υδροηλεκτρικής, με την κατασκευή φραγμάτων και τις εκτροπές, που διακόπτουν τον φυσικό κύκλο του νερού και προκαλούν σοβαρές και ανεπίστρεπτες αρνητικές συνέπειες. Ο βασικός μύθος της τεχνοκρατικής ιδεολογίας είναι ο αφορισμός ότι το νερό των ποταμών χύνεται «αναξιοποίητο» στη θάλασσα και επομένως πρέπει να «αξιοποιηθεί».

Όμως η επιστήμη μας λέει ότι ένα ποτάμι δεν είναι μόνο το νερό αλλά και η ζωή που κουβαλάει μαζί του, το απόθεμα της βιοποικιλότητας, οικοσυστήματα και οργανισμοί, χλωρίδα και πανίδα, τοπία και ανθρώπινες συνήθειες αιώνων.

«Τα ποτάμια είναι οι ταχυδρόμοι των βουνών», όπως λέει ο ποιητής Γιάννης Δάλλας.

Συνεπώς ένα πρώτο κρίσιμο ζήτημα είναι να ξεπεράσουμε την αντίληψη του «ποταμιού – καναλιού» και να προσανατολίσουμε την άσκηση των όποιων οικονομικών δραστηριοτήτων στον σεβασμό της φυσικής ροής του ως τμήμα του υδατικού κύκλου.

Στην Ελλάδα υπάρχουν σήμερα περίπου 170 φράγματα με ύψος μεγαλύτερο από 15 μέτρα, που αποτελεί το όριο μεταξύ μικρών και μεγάλων φραγμάτων, σύμφωνα με το οικολογικό κίνημα. Σύμφωνα με τη νομοθεσία, το κριτήριο αυτής της διάκρισης δεν είναι το ύψος του φράγματος αλλά η ισχύς της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας, που στην Ελλάδα είναι 15 MW, αν και πριν από 20 χρόνια ήταν 5, ενώ στις περισσότερες χώρες της Ε.Ε. είναι 8 MW. Από αυτά, τα 15 έχουν ύψος πάνω από 70 μέτρα και, αν εξαιρέσουμε τα φράγματα του Μόρνου και του Εύηνου, που έχουν θυσιαστεί για την υδροδότηση της Αθήνας, είναι υδροηλεκτρικά. Τα 2 είναι στον Νέστο (του Θησαυρού με 172 μ. είναι το ψηλότερο στην Ελλάδα), 3 στον Αλιάκμονα, 4 στον Αχελώο και τους παραποτάμους του (των Κρεμαστών είναι το μεγαλύτερο σε έκταση με 80 χιλιάδες στρέμματα), και 5ο το ημιτελές της Μεσσοχώρας, 1 στον Άραχθο, 1 στις πηγές του Αώου και 1 στο Σμόκοβο, σε παραπόταμο του Πηνειού.

Οι αρνητικές συνέπειες των μεγάλων φραγμάτων έχουν τεκμηριωθεί από τη διεθνή επιστημονική έρευνα:

– καταστρέφουν τη βιοποικιλότητα και τα οικοσυστήματα

– κατακρατούν τη λάσπη με τα οργανικά συστατικά (διότι ένα ποτάμι δεν είναι μόνο νερό αλλά και οργανικό φορτίο), υποβαθμίζουν την ποιότητα του νερού για τη γεωργία, χαμηλώνουν τους υδροφόρους ορίζοντες και αλατώνουν τα εδάφη στις εκβολές

– αλλάζουν το κλίμα, αυξάνουν την υγρασία και εκλύουν μεθάνιο από την παγιδευμένη βλάστηση, που συμβάλλει στο φαινόμενο του θερμοκηπίου (το 1,3% της παγκόσμιας συμβολής)

– καταστρέφουν ποτάμια, τοπία, ανθρώπινους οικισμούς και μνήμες

– εγκυμονούν διαρκείς κινδύνους κατολισθήσεων και πλημμυρών

– απαιτούν ένα μεγάλο κόστος μετεγκατάστασης πληθυσμών και κυρίως διαχείρισης των κινδύνων, το οποίο βέβαια δεν πληρώνουν οι κατασκευαστές αλλά το κοινωνικό σύνολο.

Παρά το γεγονός ότι οι παραπάνω συνέπειες ισχύουν ανεξάρτητα από τη μορφή της ιδιοκτησίας τους, ένα βασικό επιχείρημα των υποστηρικτών τους είναι ότι τα υδροηλεκτρικά φράγματα της ΔΕΗ βρίσκονται υπό δημόσιο έλεγχο. Το πραγματικό ερώτημα είναι βεβαίως «μέχρι πότε», καθώς η πώληση μονάδων της ΔΕΗ αναμένεται, αργά ή γρήγορα, να επεκταθεί και σ’ αυτά, κάτι που ήδη επιχείρησε το 2014 η κυβέρνηση Σαμαρά με το σχέδιο της «μικρής ΔΕΗ». Συνεπώς, ο πολιτικός στόχος ενάντια σε νέα φράγματα συνδέεται με την αποτροπή της ιδιωτικοποίησης των παλιών, που θα είναι σ’ αυτή την περίπτωση τριπλή (νερού, ενέργειας και δημόσιας γης γύρω από τους ταμιευτήρες).

Το κύριο μέτωπο της περιόδου βρίσκεται ασφαλώς στον Αχελώο και στον αγώνα ενάντια στην ολοκλήρωση του φράγματος της Μεσσοχώρας, το οποίο, παρά το γεγονός ότι προβάλλεται από κυβερνητικά στελέχη και τεχνικά λόμπυ ως «αυτόνομο» ΥΗ, στην πραγματικότητα αποτελεί, κατ’ εφαρμογή της πάντα αποτελεσματικής μεθόδου της «σαλαμοποίησης», το πρώτο βήμα για την εκτροπή μεγάλου μέρους του υδάτινου δυναμικού του ποταμού στη Θεσσαλία. Η έκβαση της μάχης θα κριθεί από την ικανότητα πανελλαδικής κινητοποίησης αλλά και διάψευσης του μύθου του «ολοκληρωμένου» έργου (στην πραγματικότητα απαιτεί ακόμη 140 εκ. ευρώ).

Δεν στερούνται πάντως σημασίας οι εξελίξεις που αφορούν τον Αώο, τον μοναδικό ποταμό που «εξάγει» η Ελλάδα και ταυτόχρονα τον τελευταίο μεγάλο ποταμό της Ευρώπης που ρέει ανεμπόδιστα προς τη θάλασσα (αν εξαιρέσουμε βεβαίως το φράγμα της ΔΕΗ στις πηγές του). Τα ελληνικά σχέδια προβλέπουν τη μερική εκτροπή του προς την Παμβώτιδα λίμνη των Ιωαννίνων ενώ τα χειρότερα αλβανικά, ούτε λίγο ούτε πολύ 8, υδροηλεκτρικά φράγματα κατά μήκος του. Στην έκκληση εκατοντάδων επιστημόνων να αποτραπεί η καταστροφή, η κυβέρνηση Ράμα απάντησε ότι «μια αναπτυσσόμενη χώρα δεν μπορεί να μείνει μουσείο». Η αναπτυξιολαγνική χυδαιότητα είναι η ίδια παντού!

Το αντι-φραγματικό κίνημα πάντως έχει πλούσιο παρελθόν στην Ελλάδα. Εκτός από τον Αχελώο, μνημονεύω και τον 10χρονο νικηφόρο αγώνα στον Άραχθο, που απέτρεψε την κατασκευή του φράγματος του Αγίου Νικολάου, έδωσε αυτοπεποίθηση στους κατοίκους και ενέπνευσε πολλές μικρότερες κινήσεις στην περιοχή.
Γ. Υποβάθμιση των υγροτόπων

Το τρίτο μεγάλο μέτωπο αφορά στους υγροτόπους και κυρίως τις ελληνικές λίμνες, οι οποίες, αφού επιβίωσαν για χιλιάδες χρόνια, όχι μόνο διατηρώντας τη βιοποικιλότητα και δημιουργώντας μοναδικά τοπία αλλά και διατρέφοντάς τους ανθρώπους όποτε χρειάστηκε (λ.χ. στην πείνα της Γερμανικής Κατοχής), θυσιάζονται με ραγδαίους ρυθμούς τα τελευταία 60 στις εκάστοτε ανάγκες του κυρίαρχου παραγωγικού και καταναλωτικού μοντέλου και κυρίως:

– για την αύξηση της αγροτικής γης (π.χ. η αποξήρανση της Κάρλας, της Αγουλινίτσας, της μισής Αμβρακίας, της Λαψίστας κ.λπ.) και την επέκταση των αρδευτικών δικτύων

– για την αποχέτευση αστικών λυμάτων και πάσης φύσεως αγροτικών αποβλήτων (το κλασικό παράδειγμα είναι ο τοξικός βάλτος της Κορώνειας, αλλά και οι περισσότερες από τις υπόλοιπες αργοπεθαίνουν)

– και τα τελευταία χρόνια, που χρειάζεται γη για οικοπεδοποίηση, δηλαδή για παραγωγή υπεραξίας, για τουριστική ανάπτυξη (ο μεγάλος κίνδυνος αφορά στα υγρολίβαδα γύρω από τις λίμνες, τις πιο κρίσιμες δηλ. εκτάσεις για την οικολογική τους ισορροπία, που συρρικνώνονται με διοικητικές πράξεις και καταπατήσεις).

Σταθερά υποβαθμισμένη είναι και η κατάσταση των 10 παράκτιων υγροτόπων διεθνούς σημασίας, οι οποίοι υποτίθεται ότι προστατεύονται από τη Διεθνή Σύμβαση Ραμσάρ.

Όπως μας υπενθυμίζει η Βαντάνα Σίβα, το νερό, που αποτελεί το 70% του πλανήτη αλλά και του σώματός μας, έχει τα δικά του δικαιώματα – να ρέει ελεύθερα και χωρίς ρύπανση και να ανανεώνεται μέσω του υδρολογικού κύκλου. Υπό αυτή την έννοια, το ανθρώπινο δικαίωμα στο νερό είναι τμήμα των δικαιωμάτων της φύσης και ο αγώνας για την προστασία του υδρολογικού κύκλου είναι ταυτόχρονα και αγώνας για το ανθρώπινο δικαίωμα στο νερό.

Γιάννης Παπαδημητρίου
Πρωτοδημοσιεύτηκε στο Περιοδικό Βαβυλωνία #Τεύχος 19

Η Aρπαγή του Nερού στην Ελλάδα

Σε αυτή τη γωνιά της Ανατολικής Μεσογείου, οι ιδιαιτερότητες του κλίματος και της τοπογραφίας, συνθέτουν μια σχεδόν μαγική εικόνα, δίνοντας στους ανθρώπους την αίσθηση πως είναι τυχεροί που ζουν εδώ. Όσο όμως και αν εκτιμούμε την άγρια φυσική ομορφιά και τις πλούσιες παραδόσεις του τόπου μας, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός ότι στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας, το φυσικό περιβάλλον έχει μετατραπεί πλέον σε ένα μωσαϊκό από υποβαθμισμένα οικοσυστήματα και ιδιαίτερα διαβρωμένα τοπία με αβαθή φτωχά εδάφη, που μπορούν πλέον να υποστηρίξουν μόνο μερικά ανθεκτικά είδη φυτών.


Επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές και λανθασμένες πολιτικές διαχείρισης των φυσικών πόρων επιταχύνουν περαιτέρω την ερημοποίηση, εγείροντας σε πολλές περιοχές ζητήματα επάρκειας νερού και επισιτιστικής ασφάλειας. Η κατάσταση αυτή αποτελεί την τοπική έκφανση ενός φαινομένου περιβαλλοντικής υποβάθμισης που εξελίσσεται σε παγκόσμια κλίμακα, με διαφορετική ένταση και ταχύτητα σε κάθε περιοχή, και αναδεικνύει την ανάγκη για τοπικές λύσεις, προσαρμοσμένες στις δυνατότητες και τις ιδιαιτερότητες των κατά τόπους κοινοτήτων και οικοσυστημάτων.

Καθώς το κλίμα μεταβάλλεται απρόβλεπτα, ο μόνος τρόπος να αποτρέψουμε τις επερχόμενες βαθιές οικολογικές κρίσεις και να διασφαλίσουμε τη επιβίωση και την ευημερία μας σε αυτό τον τόπο, είναι να κινητοποιηθούμε και να επιδιώξουμε την αναγέννηση των τοπικών οικοσυστημάτων και την επαναφορά τους σε μια φυσική κατάσταση ισορροπίας. Τώρα, περισσότερο από ποτέ, γεννιέται η ανάγκη να αναζητήσουμε τρόπους για να ενσωματώσουμε την ανθρώπινη δραστηριότητα στο φυσικό περιβάλλον με σεβασμό και συναίσθηση των ορίων που τίθενται από την ίδια τη φύση και να μετατρέψουμε την επίδραση μας σε ένα παράγοντα που θα προωθεί την πολυπλοκότητα και την ποικιλομορφία, ενισχύοντας έτσι την ανθεκτικότητα και την προσαρμοστικότητα των φυσικών οικοσυστημάτων, αλλά και των κοινοτήτων που υποστηρίζονται από αυτά.

Αναγνωρίζοντας την ανάγκη να δραστηριοποιηθούμε προς αυτή την κατεύθυνση, σχεδιάσαμε ένα κύκλο μαθημάτων Περμακουλτούρας τα οποία θα αναδείξουν και θα μεταδώσουν τις βασικές μεθόδους και πρακτικές σχεδιασμού, εστιάζοντας σε εφαρμογές που αφορούν στο μεσογειακό κλίμα. Τα μαθήματα αυτά προτείνουν λύσεις σε ζητήματα βιωσιμότητας και αειφορίας που αφορούν στην οργάνωση της ανθρώπινης δραστηριότητας και τη διαχείριση των φυσικών πόρων σε επίπεδο αγροκτήματος, για την κάλυψη ενός μεγάλου φάσματος των βασικών καθημερινών αναγκών σε τροφή, νερό, ενέργεια και στέγη.


Καλύπτουν τις βασικές ενότητες ενός σεμιναρίου σχεδιασμού περμακουλτούρας (PDC) και στοχεύουν στην ενδυνάμωση των συμμετεχόντων στη δραστηριοποίηση τους προς θετικές αλλαγές από τις οποίες θα επωφελούνται τόσο οι κοινότητες όσο και τα οικοσυστήματα που τους περιβάλλουν. Καθώς οι άνθρωποι στους οποίους απευθύνεται αυτή η προσπάθεια έχουν μεγάλο ενθουσιασμό και διάθεση για μάθηση αλλά περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες, αποφασίσαμε να κάνουμε τα μαθήματα αυτά δωρεάν για τους συμμετέχοντες , έτσι ώστε να εξασφαλίσουμε την πρόσβαση όλων όσων πραγματικά ενδιαφέρονται.

Ζητάμε την υποστήριξη σας για να δώσουμε σε 40 νέους ανθρώπους την ευκαιρία να αποκτήσουν αυτή τη γνώση και να τη χρησιμοποιήσουν σε ήδη υπάρχοντα και μελλοντικά εγχειρήματα, ενισχύοντας το αναπτυσσόμενο δίκτυο Περμακουλτούρας στην Ελλάδα. Τα χρήματα που συγκεντρωθούν προορίζονται για να καλύψουν τα τρέχοντα έξοδα του Περμασχολείου (αμοιβές δασκάλων, μεταφορικά και αναλώσιμα)

Ενισχύστε τη δημιουργία του σχολείου Μεσογειακής Περμακουλτούρας στο αγρόκτημα της Νέας Γουινέας στη Νέα Μάκρη, Πληροφορίες : ΕΔΩ

Δημιουργία σχολείου Μεσογειακής Περμακουλτούρας στο αγρόκτημα της Νέας Γουινέας

Το πρωτοποριακό πρόγραμμα ‘Ένα κουτί θάλασσα’ σου δίνει την ευκαιρία να έρθεις σε επαφή με ψαράδες που χρησιμοποιούν ήπιους τρόπους αλιείας με τις μικρότερες δυνατές επιπτώσεις στη θάλασσα. Συμμετέχεις ενεργά στην προσπάθεια και διαμορφώνεις μαζί με τους ψαράδες ένα πρότυπο δίκτυο διανομής βιώσιμου ψαριού. Δοκιμάζεις μαζί τους, αξιολογείς την εμπειρία σου και έχεις ενεργό ρόλο στο πρόγραμμα. Μαζί φτιάχνουμε μία αγορά που βασίζεται στον σεβασμό της θάλασσας και τις ανθρώπινες σχέσεις, ενώ ταυτόχρονα παίρνεις φρέσκα ψάρια και θαλασσινά στην πόρτα σου μέσα σε μόλις 24 ώρες.

Μέσα από τη σελίδα υποστήριξης, έχεις τη δυνατότητα να διαλέξεις ανάμεσα σε δύο κουτιά. Οι ψαράδες χαμηλής έντασης από την Λέσβο και την Λέρο που συμμετέχουν θα βγουν για ψάρεμα και θα γεμίσουν το κουτί σου. Την ίδια μέρα, ο ψαράς θα στείλει το κουτί σου στην Αθήνα και το επόμενο πρωί εμείς θα το παραλάβουμε και θα το φέρουμε κατευθείαν στην πόρτα σου! Καθένα από τα δύο κουτιά θα έχει ψάρια και θαλασσινά από μία ποικιλία ειδών, ανάλογα με το τι έπιασε ο ψαράς εκείνη την ημέρα. Έτσι εξασφαλίζεις ότι το ψάρι που θα έχεις στο πιάτο σου είναι φρέσκο, εποχικό και υπεύθυνα αλιευμένο, ενώ υποστηρίζεις ενεργά τους ψαράδες του προγράμματος.
Για την προστασία της θάλασσας!

Η αγορά ψαριών και θαλασσινών αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα. Η υπεραλίευση και οι καταστροφικές πρακτικές αλιείας από τα σκάφη εντατικής αλιείας, όπως οι μηχανότρατες και τα γρι γρι, αδειάζουν τις θάλασσές μας από ζωή. Πολλοί πληθυσμοί ψαριών στις ελληνικές θάλασσες κινδυνεύουν, ενώ η αγορά είναι γεμάτη με προϊόντα που έχουν πιαστεί με μη βιώσιμες μεθόδους. Τις περισσότερες φορές δεν γνωρίζουμε τίποτα για το ψάρι που αγοράζουμε, αφού δεν ξέρουμε ούτε από πού προέρχεται, ούτε πώς έφτασε σε εμάς.

Οι ψαράδες χαμηλής έντασης όμως ψαρεύουν με τρόπους ήπιους για τη θαλάσσια ζωή, δεν πετούν πίσω στη θάλασσα νεκρά τα ψάρια που δεν θέλουν και αλιεύουν τα είδη στην εποχή τους και στο σωστό μέγεθος. Ενώ είναι περισσότεροι από τα σκάφη εντατικής αλιείας και στηρίζουν την παράκτια οικονομία και κοινωνία, η αγορά δεν λειτουργεί με ευνοϊκούς όρους για αυτούς, αφού δυσκολεύονται να διοχετεύσουν τα ψάρια τους στην αγορά. Πολλοί από αυτούς συχνά αφήνουν τα καΐκια τους και αναζητούν αλλού την τύχη τους. Το ‘Ένα κουτί θάλασσα’ είναι το πρώτο βήμα για την προστασία της θάλασσας, αλλά και των ψαράδων χαμηλής έντασης, που ξέρουν τι, πόσο και πότε μπορούν να πάρουν από αυτήν.


Στήριξε αυτή την προσπάθεια και θα έχεις την ευκαιρία να απολαύσεις φρέσκα ψάρια που θα φτάσουν στην πόρτα σου σε 24 ώρες από τη στιγμή που αλιεύθηκαν. Πάρε μέρος στην προσπάθεια να δημιουργηθεί μία αγορά, που βασίζεται στις ανθρώπινες σχέσεις και στο σεβασμό προς το θαλάσσιο πλούτο μας.


Οι παράκτιοι αλιείς που συμμετέχουν, πληρούν τα παρακάτω κριτήρια:
✓ Ακολουθούν την εθνική και διεθνή νομοθεσία
✓ Χρησιμοποιούν μόνο στατικά εργαλεία, όπως παραγάδια, στατικά δίχτυα, παγίδες
✓ Αλιεύουν με χαμηλή ένταση για να έχουν ήπιες επιπτώσεις στους πληθυσμούς ψαριών και το οικοσύστημα
✓ Εργάζονται οι ίδιοι στα σκάφη τους
✓ Σέβονται τους κανόνες διαχείρισης και αν δεν υπάρχουν ή είναι ανεπαρκείς, παίρνουν οι ίδιοι μέτρα για την προστασία των ψαριών και των βιότοπων τους
✓ Έχουν ισχυρή κοινωνική, πολιτιστική και οικονομική σύνδεση με τις τοπικές κοινωνίες που ζουν
✓ Επιστρέφουν άμεσα στη θάλασσα όσα είδη δεν χρειάζονται ή δεν επιτρέπεται να αλιεύσουν, με τρόπο που αυξάνει την πιθανότητα επιβίωσής τους
✓ Από τα ψάρια που είναι νεκρά ή έχουν μικρές πιθανότητες επιβίωσης δεν πετούν τίποτα πίσω στη θάλασσα
✓ Δεν ρυπαίνουν τη θάλασσα με καύσιμα, λάδια μηχανής και πλαστικά

Αλιείς που χρησιμοποιούν καταστροφικές και μη επιλεκτικές μεθόδους που έχουν σοβαρές επιπτώσεις στο θαλάσσιο περιβάλλον και στοχεύουν ψάρια που δεν είναι στο κατάλληλο μέγεθος δεν μπορούν να συμμετέχουν στο πρόγραμμα. Το ίδιο ισχύει και για αλιείς που στο πρόσφατο παρελθόν, τους επιβλήθηκαν ποινές λόγω αλιείας με παράνομες μεθόδους.



Εσύ + ψαράδες = δίκαιη αγορά