24 April, 2018
Home / Περιβαλλον (Page 11)

Για τον άνθρωπο που γνωρίζει το αιώνιο δεν υπάρχει ούτε χρόνος ούτε χώρος.

Ο χώρος κι ο χρόνος είναι πραγματικότητα για τον άνθρωπο που είναι ακόμα ανολοκλήρωτος και γι’ αυτόν ο χώρος είναι διαιρεμένος σε διαστάσεις κι ο χρόνος σε παρελθόν, παρόν και μέλλον. Κοιτάζει πίσω του και βλέπει τη γέννησή του, τα αποκτήματα του και όλα όσα έχει απορρίψει. Το μέλλον τροποποιεί συνέχεια το παρελθόν και πάντα προστίθεται σ’ αυτό. Ο άνθρωπος στρέφει το βλέμμα του από το παρελθόν στο μέλλον όπου τον περιμένουν ο θάνατος, το άγνωστο, το σκοτάδι, το μυστήριο.
Γοητευμένος απ’ αυτά δεν μπορεί πια να ξεκολήσει από πάνω τους. Το μυστήριο του μέλλοντος κρύβει γι’ αυτόν την εκπλήρωση όλων των πόθων του που του έχει αρνηθεί το παρελθόν και στα όνειρά του πετάει σε εκείνον τον λαμπερό ορίζοντα όπου πρέπει να υπάρχει η ευτυχία, εκεί όπου πρέπει να την αναζητήσει.
Ολέθριο λάθος!
Ποτέ κανείς δε θα διεισδύσει στο απέραντο μυστήριο του μέλλοντος -αδιαπέραστου μέσα στο εφήμερο της ίδιας του της ψευδαίσθησης- ούτε προφήτης ούτε μάγος ούτε Θεός! Αλλά αντιθέτως θα είναι το μυστήριο που θα καταβροχθίσει τον άνθρωπο, που δε θα τον αφήσει να ξεφύγει, που θα του κομματιάσει τον πρωταρχικό λόγο της ζωής του.
Η ζωή δεν μπορεί να πλησιαστεί μέσα από το παρελθόν ούτε από τους αντικατοπτρισμούς του μέλλοντος, Η ζωή δεν μπορεί να πλησιαστεί ούτε με μεσάζοντες ούτε να κατακτηθεί για χάρη κάποιου άλλου.
Αυτή η ανακάλυψη μπορεί να γίνει μόνο στο άμεσο παρόν -από κάθε άνθρωπο ξεχωριστά και όχι για τους άλλους- από τον ανθρώπινο ον που έχει γίνει το αιώνιο “Εγώ”. Αυτό το αιώνιο “Εγώ” είναι δημιουργημένο από την τελειοποίηση της αυτοτελειοποίησης στην οποία περιέχονται τα πάντα, ακόμα και οι ανθρώπινες ατέλειες. Καθώς ο άνθρωπος δεν έχει φτάσει σ’ αυτή την κατάσταση, της ζωής στο παρόν, ζει στο παρελθόν για το οποίο λυπάται, ζει στο μέλλον όπου ελπίζει, αλλά δεν ζει ποτέ στο παρόν το οποίο αγνοεί. Αυτό είναι που συμβαίνει με όλους τους ανθρώπους.
Το “Εγώ”, ζυγιάζεται ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον, σαν τίγρη που αιωρείται έτοιμη να πηδήξει, σαν αετός έτοιμος να πετάξει, σαν βέλος τη στιγμή που ελευθερώνεται από το τόξο.
Αυτή η στιγμή της ισορροπίας, της μεγάλης έντασης, είναι “δημιουργία”. Είναι η πληρότητα όλης της ζωής, είναι αιωνιότητα.


Τζίντου Κρισναμούρτι


Ο Κρισναμούρτι θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές και πνευματικούς δασκάλους όλων των εποχών. Δεν ανέπτυξε καμία φιλοσοφική θεωρία ή θρησκεία, αλλά μίλησε, κυρίως, για πράγματα που αφορούν όλους μας, για τα προβλήματα της ζωής μας στις σύγχρονες κοινωνίες όπου επικρατούν η βιαιότητα και η διαφθορά, για την αναζήτηση της ασφάλειας και της ευτυχίας, αλλά και για την ανάγκη του ανθρώπου να ελευθερωθεί από τα εσωτερικά εμπόδια του φόβου, του θυμού, του πόνου και της θλίψης. Εξήγησε με μεγάλη ακρίβεια τους λεπτούς μηχανισμούς του νου και τόνισε την ανάγκη για στοχασμό και πνευματικότητα στην καθημερινή μας ζωή.

Ούτε χρόνος

Για τον άνθρωπο που γνωρίζει το αιώνιο δεν υπάρχει ούτε χρόνος ούτε χώρος.

Ο χώρος κι ο χρόνος είναι πραγματικότητα για τον άνθρωπο που είναι ακόμα ανολοκλήρωτος και γι’ αυτόν ο χώρος είναι διαιρεμένος σε διαστάσεις κι ο χρόνος σε παρελθόν, παρόν και μέλλον. Κοιτάζει πίσω του και βλέπει τη γέννησή του, τα αποκτήματα του και όλα όσα έχει απορρίψει. Το μέλλον τροποποιεί συνέχεια το παρελθόν και πάντα προστίθεται σ’ αυτό. Ο άνθρωπος στρέφει το βλέμμα του από το παρελθόν στο μέλλον όπου τον περιμένουν ο θάνατος, το άγνωστο, το σκοτάδι, το μυστήριο.
Γοητευμένος απ’ αυτά δεν μπορεί πια να ξεκολήσει από πάνω τους. Το μυστήριο του μέλλοντος κρύβει γι’ αυτόν την εκπλήρωση όλων των πόθων του που του έχει αρνηθεί το παρελθόν και στα όνειρά του πετάει σε εκείνον τον λαμπερό ορίζοντα όπου πρέπει να υπάρχει η ευτυχία, εκεί όπου πρέπει να την αναζητήσει.
Ολέθριο λάθος!
Ποτέ κανείς δε θα διεισδύσει στο απέραντο μυστήριο του μέλλοντος -αδιαπέραστου μέσα στο εφήμερο της ίδιας του της ψευδαίσθησης- ούτε προφήτης ούτε μάγος ούτε Θεός! Αλλά αντιθέτως θα είναι το μυστήριο που θα καταβροχθίσει τον άνθρωπο, που δε θα τον αφήσει να ξεφύγει, που θα του κομματιάσει τον πρωταρχικό λόγο της ζωής του.
Η ζωή δεν μπορεί να πλησιαστεί μέσα από το παρελθόν ούτε από τους αντικατοπτρισμούς του μέλλοντος, Η ζωή δεν μπορεί να πλησιαστεί ούτε με μεσάζοντες ούτε να κατακτηθεί για χάρη κάποιου άλλου.
Αυτή η ανακάλυψη μπορεί να γίνει μόνο στο άμεσο παρόν -από κάθε άνθρωπο ξεχωριστά και όχι για τους άλλους- από τον ανθρώπινο ον που έχει γίνει το αιώνιο “Εγώ”. Αυτό το αιώνιο “Εγώ” είναι δημιουργημένο από την τελειοποίηση της αυτοτελειοποίησης στην οποία περιέχονται τα πάντα, ακόμα και οι ανθρώπινες ατέλειες. Καθώς ο άνθρωπος δεν έχει φτάσει σ’ αυτή την κατάσταση, της ζωής στο παρόν, ζει στο παρελθόν για το οποίο λυπάται, ζει στο μέλλον όπου ελπίζει, αλλά δεν ζει ποτέ στο παρόν το οποίο αγνοεί. Αυτό είναι που συμβαίνει με όλους τους ανθρώπους.
Το “Εγώ”, ζυγιάζεται ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον, σαν τίγρη που αιωρείται έτοιμη να πηδήξει, σαν αετός έτοιμος να πετάξει, σαν βέλος τη στιγμή που ελευθερώνεται από το τόξο.
Αυτή η στιγμή της ισορροπίας, της μεγάλης έντασης, είναι “δημιουργία”. Είναι η πληρότητα όλης της ζωής, είναι αιωνιότητα.


Τζίντου Κρισναμούρτι


Ο Κρισναμούρτι θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές και πνευματικούς δασκάλους όλων των εποχών. Δεν ανέπτυξε καμία φιλοσοφική θεωρία ή θρησκεία, αλλά μίλησε, κυρίως, για πράγματα που αφορούν όλους μας, για τα προβλήματα της ζωής μας στις σύγχρονες κοινωνίες όπου επικρατούν η βιαιότητα και η διαφθορά, για την αναζήτηση της ασφάλειας και της ευτυχίας, αλλά και για την ανάγκη του ανθρώπου να ελευθερωθεί από τα εσωτερικά εμπόδια του φόβου, του θυμού, του πόνου και της θλίψης. Εξήγησε με μεγάλη ακρίβεια τους λεπτούς μηχανισμούς του νου και τόνισε την ανάγκη για στοχασμό και πνευματικότητα στην καθημερινή μας ζωή.

Ούτε χρόνος

Η μουσική συνεχίζει ενώ η σκέψη σου σε α­πο­μα­κρύ­νει και προσπαθείς να κα­τα­λά­βεις τι είναι αυτό που σε απορροφά στη μουσική που ακούς, στο κομμάτι τζαζ (αδιάφορο ποιο) που συνεχίζει μαζί με την σκέψη. Και ανάμεσα στις σκέψεις α­κο­λου­θείς το ρυθμό των κρουστών, τον τονισμό της τρομπέτας, την κίνηση του σαξοφώνου. Οι σκέψεις γίνονται μουσική, οι νότες λέξεις και ξανά πίσω σε μια αρμονία α­φη­ρη­μέ­νου ρεμβασμού που σε γεμίζει σαν πε­ρι­πλά­νη­ση. Και η κίνηση των σκέψεων α­κο­λου­θούν τους τρόπους της μελωδίας, γίνονται ένα μαζί της και ταυ­τί­ζο­νται. Και η σκέψη σου (που τώρα πια είναι μελωδία) σε γυρνά πίσω στη γέννηση όλης αυτής της δια­δι­κα­σίας.
Η τζαζ μεγάλωσε παντού, αλλά γεννήθηκε στη Νέα Ορλεάνη στις αρχές του προ­η­γού­με­νου αιώνα. Σε μια πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κή πόλη, μαύροι από την Αφρική και λευκοί Αμε­ρι­κά­νοι, Γάλλοι, νε­ο­φερ­μέ­νοι ευ­ρω­παίοι και κρε­ο­λοί έ­πρε­πε να συμ­βιώ­σουν. Χω­ρίς σχε­δόν να γνω­ρί­ζουν την ί­δια γλώσ­σα, κου­βα­λώ­ντας ο κα­θέ­νας μια δι­κή του κουλ­τού­ρα. Και η συμ­βίω­ση αυ­τή α­πο­τυ­πώ­θη­κε στην με­γά­λη α­με­ρι­κα­νι­κή τέ­χνη που εί­ναι η τζαζ. Ει­δι­κό­τε­ρα για τους Αφρο­α­με­ρι­κα­νούς η κουλ­τού­ρα (ή μάλ­λον τα σκόρ­πια α­πο­μει­νά­ρια της) τους ε­πα­νέ­φε­ρε τη συ­νεί­δη­ση του ξε­ρι­ζω­μού τους, την υ­πεν­θύ­μι­ση του ε­γκλή­μα­τος της δου­λείας και του μό­νι­μου πα­ρό­ντος του φυ­λε­τι­κού δια­χω­ρι­σμού.

Στα χέ­ρια τους εί­χαν ξε­μεί­νει τα όρ­γα­να α­πό τις στρα­τιω­τι­κές μπά­ντες του εμ­φυ­λίου πο­λέ­μου. Η τζαζ θα γεν­νη­θεί α­πό αυ­τά τα πα­ρο­πλι­σμέ­να όρ­γα­να. Στις ι­διω­τι­κές στιγ­μές των Αφρο­α­με­ρι­κα­νών, τα όρ­γα­να θα ε­πα­να­λά­βουν τα γκό­σπελ και τα μπλου­ζ, συν­δυά­ζο­ντάς τα σε έ­ναν κοι­νό ή­χο. Η μου­σι­κή α­πεύ­θυν­ση στο με­τα­φυ­σι­κό πέ­ρα και ο λυγ­μός για το γήι­νο τώ­ρα θα συν­δυα­στούν στην ί­δια φω­νή, κου­βα­λώ­ντας ύ­λη και υ­πέρ­βα­ση ταυ­τό­χρο­να. Οι ή­χοι αυ­τοί θα δέ­σουν με τη ρα­γκτάι­μ, θα έρ­θουν σε ε­πα­φή με τον υ­πό­κο­σμο της Νέ­ας Ορλεά­νης, θα α­πο­κτή­σουν χα­ρα­κτή­ρα και θα δη­μιουρ­γή­σουν τις πρώ­τες μπά­ντες. Εσω­τε­ρι­κοί με­τα­νά­στες, οι μου­σι­κοί της τζαζ θα τα­ξι­δέ­ψουν σε κά­θε με­ριά της χώ­ρας πριν α­πό τους δί­σκους και το ρα­διό­φω­νο, ξε­κι­νώ­ντας τη μύη­ση μιας ο­λό­κλη­ρης χώ­ρας στη μου­σι­κή που ε­ξέ­φρα­ζε την ί­δια κα­λύ­τε­ρα. Μια μου­σι­κή βγαλ­μέ­νη α­πό τον εμ­φύ­λιο και τη δου­λεία, την αν­θρώ­πι­νη ο­δύ­νη, ό­πως αυ­τή εμ­φα­νί­ζε­ται σε μια εκ­κλη­σία, έ­να μπουρ­δέ­λο ή στη μορ­φή ε­νός μαύ­ρου, ε­ξαν­τλη­μέ­νου α­πό το μόχ­θο, να πα­ρα­πο­νιέ­ται για τις πλη­γές του στην κι­θά­ρα του. Μα η τζαζ εί­ναι η υ­πέρ­βα­ση ό­λων αυ­τών μέ­σα στην συ­νύ­παρ­ξη.

Η βα­σι­κή ρί­ζα της τζαζ βρί­σκε­ται στον αυ­το­σχε­δια­σμό. Σε έ­να αυ­το­σχε­δια­σμό, ό­μως, ταυ­τό­χρο­νο. Πολ­λά όρ­γα­να ζη­τούν να συ­νυ­πάρ­ξουν, μέ­σα α­πό τους δια­φο­ρε­τι­κούς δρό­μους που παίρ­νουν σε έ­ναν κοι­νό ρυθ­μό και μια κοι­νή με­λω­δία. Κά­θε όρ­γα­νο εί­ναι ε­λεύ­θε­ρο να αυ­το­σχε­διά­σει με τον τρό­πο που ε­πι­θυ­μεί, με μό­νη προϋπό­θε­ση να α­κού­σει τα υ­πό­λοι­πα μέ­λη της μπά­ντας. Μέ­σα α­πό τη σύν­θε­ση του δια­φο­ρε­τι­κού γεν­νιέ­ται η αρ­μο­νία και η συ­νύ­παρ­ξη. Και αυ­τό μοιά­ζει α­κρι­βώς με μια πα­ρα­βο­λή για την κοι­νω­νία και μια πα­ρα­βο­λή για την ί­δια την αν­θρώ­πι­νη συν­θή­κη. Στον πλη­θυ­ντι­κό της α­ριθ­μό και πί­σω στον ε­νι­κό. Εκεί που τα δύο ό­χι μό­νο γί­νο­νται έ­να, αλ­λά προϋπο­θέ­τει το έ­να την ύ­παρ­ξη του άλ­λου.

Και τε­λι­κά η τζαζ κα­τέ­κτη­σε μια χώ­ρα και ε­ξα­πλώ­θη­κε σε ό­λο τον κό­σμο. Δη­μιούρ­γη­σε τους ή­ρωες και τους α­γίους της, τους μύ­θους και τα α­διέ­ξο­δά της, τις ε­πι­μέ­ρους εκ­δο­χές και τις α­ψι­μα­χίες τους. Άλλα­ξε τε­χνο­τρο­πίες, μπο­λιά­στη­κε με μου­σι­κές συ­νο­μι­λίες με άλ­λα εί­δη, συ­νά­ντη­σε τον η­λεκ­τρι­σμό και την η­λεκ­τρο­νι­κή μου­σι­κή, την α­φαί­ρε­ση, τον πει­ρα­μα­τι­σμό και την α­βά­ντ γκαρ­ντ. Σε α­πλές συν­θέ­σεις ή σε με­γα­λό­πνοα μου­σι­κά οι­κο­δο­μή­μα­τα.
Η μου­σι­κή μιας φυ­λής που ξε­ρι­ζώ­θη­κε, αλ­λά κα­τά­φε­ρε τε­λι­κά να βρει κα­τα­φύ­γιο σε μια γλώσ­σα οι­κου­με­νι­κή. Και εν­σω­μα­τώ­νο­ντας ή­χους και τε­χνο­τρο­πίες α­πό άλ­λες πα­ρα­δό­σεις, κα­τά­φε­ρε να πε­ρι­γρά­ψει και την ί­δια συ­νύ­παρ­ξη των γει­το­νιών της Νέ­ας Ορλεά­νης με οι­κου­με­νι­κούς ό­ρους.
Έδυ­σε κά­που στα τέ­λη της δε­κα­ε­τίας του ‘70 για να α­να­δυ­θεί ξα­νά μέ­σα στο ‘80 και τε­λι­κά να συ­νε­χί­σει.
Απλή και σύν­θε­τη, ό­πως η ί­δια η συ­νύ­παρ­ξη.


Θω­μάς Τσα­λα­πά­της

Η τζαζ ως συ­νύ­παρ­ξη

Η μουσική συνεχίζει ενώ η σκέψη σου σε α­πο­μα­κρύ­νει και προσπαθείς να κα­τα­λά­βεις τι είναι αυτό που σε απορροφά στη μουσική που ακούς, στο κομμάτι τζαζ (αδιάφορο ποιο) που συνεχίζει μαζί με την σκέψη. Και ανάμεσα στις σκέψεις α­κο­λου­θείς το ρυθμό των κρουστών, τον τονισμό της τρομπέτας, την κίνηση του σαξοφώνου. Οι σκέψεις γίνονται μουσική, οι νότες λέξεις και ξανά πίσω σε μια αρμονία α­φη­ρη­μέ­νου ρεμβασμού που σε γεμίζει σαν πε­ρι­πλά­νη­ση. Και η κίνηση των σκέψεων α­κο­λου­θούν τους τρόπους της μελωδίας, γίνονται ένα μαζί της και ταυ­τί­ζο­νται. Και η σκέψη σου (που τώρα πια είναι μελωδία) σε γυρνά πίσω στη γέννηση όλης αυτής της δια­δι­κα­σίας.
Η τζαζ μεγάλωσε παντού, αλλά γεννήθηκε στη Νέα Ορλεάνη στις αρχές του προ­η­γού­με­νου αιώνα. Σε μια πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κή πόλη, μαύροι από την Αφρική και λευκοί Αμε­ρι­κά­νοι, Γάλλοι, νε­ο­φερ­μέ­νοι ευ­ρω­παίοι και κρε­ο­λοί έ­πρε­πε να συμ­βιώ­σουν. Χω­ρίς σχε­δόν να γνω­ρί­ζουν την ί­δια γλώσ­σα, κου­βα­λώ­ντας ο κα­θέ­νας μια δι­κή του κουλ­τού­ρα. Και η συμ­βίω­ση αυ­τή α­πο­τυ­πώ­θη­κε στην με­γά­λη α­με­ρι­κα­νι­κή τέ­χνη που εί­ναι η τζαζ. Ει­δι­κό­τε­ρα για τους Αφρο­α­με­ρι­κα­νούς η κουλ­τού­ρα (ή μάλ­λον τα σκόρ­πια α­πο­μει­νά­ρια της) τους ε­πα­νέ­φε­ρε τη συ­νεί­δη­ση του ξε­ρι­ζω­μού τους, την υ­πεν­θύ­μι­ση του ε­γκλή­μα­τος της δου­λείας και του μό­νι­μου πα­ρό­ντος του φυ­λε­τι­κού δια­χω­ρι­σμού.

Στα χέ­ρια τους εί­χαν ξε­μεί­νει τα όρ­γα­να α­πό τις στρα­τιω­τι­κές μπά­ντες του εμ­φυ­λίου πο­λέ­μου. Η τζαζ θα γεν­νη­θεί α­πό αυ­τά τα πα­ρο­πλι­σμέ­να όρ­γα­να. Στις ι­διω­τι­κές στιγ­μές των Αφρο­α­με­ρι­κα­νών, τα όρ­γα­να θα ε­πα­να­λά­βουν τα γκό­σπελ και τα μπλου­ζ, συν­δυά­ζο­ντάς τα σε έ­ναν κοι­νό ή­χο. Η μου­σι­κή α­πεύ­θυν­ση στο με­τα­φυ­σι­κό πέ­ρα και ο λυγ­μός για το γήι­νο τώ­ρα θα συν­δυα­στούν στην ί­δια φω­νή, κου­βα­λώ­ντας ύ­λη και υ­πέρ­βα­ση ταυ­τό­χρο­να. Οι ή­χοι αυ­τοί θα δέ­σουν με τη ρα­γκτάι­μ, θα έρ­θουν σε ε­πα­φή με τον υ­πό­κο­σμο της Νέ­ας Ορλεά­νης, θα α­πο­κτή­σουν χα­ρα­κτή­ρα και θα δη­μιουρ­γή­σουν τις πρώ­τες μπά­ντες. Εσω­τε­ρι­κοί με­τα­νά­στες, οι μου­σι­κοί της τζαζ θα τα­ξι­δέ­ψουν σε κά­θε με­ριά της χώ­ρας πριν α­πό τους δί­σκους και το ρα­διό­φω­νο, ξε­κι­νώ­ντας τη μύη­ση μιας ο­λό­κλη­ρης χώ­ρας στη μου­σι­κή που ε­ξέ­φρα­ζε την ί­δια κα­λύ­τε­ρα. Μια μου­σι­κή βγαλ­μέ­νη α­πό τον εμ­φύ­λιο και τη δου­λεία, την αν­θρώ­πι­νη ο­δύ­νη, ό­πως αυ­τή εμ­φα­νί­ζε­ται σε μια εκ­κλη­σία, έ­να μπουρ­δέ­λο ή στη μορ­φή ε­νός μαύ­ρου, ε­ξαν­τλη­μέ­νου α­πό το μόχ­θο, να πα­ρα­πο­νιέ­ται για τις πλη­γές του στην κι­θά­ρα του. Μα η τζαζ εί­ναι η υ­πέρ­βα­ση ό­λων αυ­τών μέ­σα στην συ­νύ­παρ­ξη.

Η βα­σι­κή ρί­ζα της τζαζ βρί­σκε­ται στον αυ­το­σχε­δια­σμό. Σε έ­να αυ­το­σχε­δια­σμό, ό­μως, ταυ­τό­χρο­νο. Πολ­λά όρ­γα­να ζη­τούν να συ­νυ­πάρ­ξουν, μέ­σα α­πό τους δια­φο­ρε­τι­κούς δρό­μους που παίρ­νουν σε έ­ναν κοι­νό ρυθ­μό και μια κοι­νή με­λω­δία. Κά­θε όρ­γα­νο εί­ναι ε­λεύ­θε­ρο να αυ­το­σχε­διά­σει με τον τρό­πο που ε­πι­θυ­μεί, με μό­νη προϋπό­θε­ση να α­κού­σει τα υ­πό­λοι­πα μέ­λη της μπά­ντας. Μέ­σα α­πό τη σύν­θε­ση του δια­φο­ρε­τι­κού γεν­νιέ­ται η αρ­μο­νία και η συ­νύ­παρ­ξη. Και αυ­τό μοιά­ζει α­κρι­βώς με μια πα­ρα­βο­λή για την κοι­νω­νία και μια πα­ρα­βο­λή για την ί­δια την αν­θρώ­πι­νη συν­θή­κη. Στον πλη­θυ­ντι­κό της α­ριθ­μό και πί­σω στον ε­νι­κό. Εκεί που τα δύο ό­χι μό­νο γί­νο­νται έ­να, αλ­λά προϋπο­θέ­τει το έ­να την ύ­παρ­ξη του άλ­λου.

Και τε­λι­κά η τζαζ κα­τέ­κτη­σε μια χώ­ρα και ε­ξα­πλώ­θη­κε σε ό­λο τον κό­σμο. Δη­μιούρ­γη­σε τους ή­ρωες και τους α­γίους της, τους μύ­θους και τα α­διέ­ξο­δά της, τις ε­πι­μέ­ρους εκ­δο­χές και τις α­ψι­μα­χίες τους. Άλλα­ξε τε­χνο­τρο­πίες, μπο­λιά­στη­κε με μου­σι­κές συ­νο­μι­λίες με άλ­λα εί­δη, συ­νά­ντη­σε τον η­λεκ­τρι­σμό και την η­λεκ­τρο­νι­κή μου­σι­κή, την α­φαί­ρε­ση, τον πει­ρα­μα­τι­σμό και την α­βά­ντ γκαρ­ντ. Σε α­πλές συν­θέ­σεις ή σε με­γα­λό­πνοα μου­σι­κά οι­κο­δο­μή­μα­τα.
Η μου­σι­κή μιας φυ­λής που ξε­ρι­ζώ­θη­κε, αλ­λά κα­τά­φε­ρε τε­λι­κά να βρει κα­τα­φύ­γιο σε μια γλώσ­σα οι­κου­με­νι­κή. Και εν­σω­μα­τώ­νο­ντας ή­χους και τε­χνο­τρο­πίες α­πό άλ­λες πα­ρα­δό­σεις, κα­τά­φε­ρε να πε­ρι­γρά­ψει και την ί­δια συ­νύ­παρ­ξη των γει­το­νιών της Νέ­ας Ορλεά­νης με οι­κου­με­νι­κούς ό­ρους.
Έδυ­σε κά­που στα τέ­λη της δε­κα­ε­τίας του ‘70 για να α­να­δυ­θεί ξα­νά μέ­σα στο ‘80 και τε­λι­κά να συ­νε­χί­σει.
Απλή και σύν­θε­τη, ό­πως η ί­δια η συ­νύ­παρ­ξη.


Θω­μάς Τσα­λα­πά­της

Η τζαζ ως συ­νύ­παρ­ξη

Η μουσική συνεχίζει ενώ η σκέψη σου σε α­πο­μα­κρύ­νει και προσπαθείς να κα­τα­λά­βεις τι είναι αυτό που σε απορροφά στη μουσική που ακούς, στο κομμάτι τζαζ (αδιάφορο ποιο) που συνεχίζει μαζί με την σκέψη. Και ανάμεσα στις σκέψεις α­κο­λου­θείς το ρυθμό των κρουστών, τον τονισμό της τρομπέτας, την κίνηση του σαξοφώνου. Οι σκέψεις γίνονται μουσική, οι νότες λέξεις και ξανά πίσω σε μια αρμονία α­φη­ρη­μέ­νου ρεμβασμού που σε γεμίζει σαν πε­ρι­πλά­νη­ση. Και η κίνηση των σκέψεων α­κο­λου­θούν τους τρόπους της μελωδίας, γίνονται ένα μαζί της και ταυ­τί­ζο­νται. Και η σκέψη σου (που τώρα πια είναι μελωδία) σε γυρνά πίσω στη γέννηση όλης αυτής της δια­δι­κα­σίας.
Η τζαζ μεγάλωσε παντού, αλλά γεννήθηκε στη Νέα Ορλεάνη στις αρχές του προ­η­γού­με­νου αιώνα. Σε μια πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κή πόλη, μαύροι από την Αφρική και λευκοί Αμε­ρι­κά­νοι, Γάλλοι, νε­ο­φερ­μέ­νοι ευ­ρω­παίοι και κρε­ο­λοί έ­πρε­πε να συμ­βιώ­σουν. Χω­ρίς σχε­δόν να γνω­ρί­ζουν την ί­δια γλώσ­σα, κου­βα­λώ­ντας ο κα­θέ­νας μια δι­κή του κουλ­τού­ρα. Και η συμ­βίω­ση αυ­τή α­πο­τυ­πώ­θη­κε στην με­γά­λη α­με­ρι­κα­νι­κή τέ­χνη που εί­ναι η τζαζ. Ει­δι­κό­τε­ρα για τους Αφρο­α­με­ρι­κα­νούς η κουλ­τού­ρα (ή μάλ­λον τα σκόρ­πια α­πο­μει­νά­ρια της) τους ε­πα­νέ­φε­ρε τη συ­νεί­δη­ση του ξε­ρι­ζω­μού τους, την υ­πεν­θύ­μι­ση του ε­γκλή­μα­τος της δου­λείας και του μό­νι­μου πα­ρό­ντος του φυ­λε­τι­κού δια­χω­ρι­σμού.

Στα χέ­ρια τους εί­χαν ξε­μεί­νει τα όρ­γα­να α­πό τις στρα­τιω­τι­κές μπά­ντες του εμ­φυ­λίου πο­λέ­μου. Η τζαζ θα γεν­νη­θεί α­πό αυ­τά τα πα­ρο­πλι­σμέ­να όρ­γα­να. Στις ι­διω­τι­κές στιγ­μές των Αφρο­α­με­ρι­κα­νών, τα όρ­γα­να θα ε­πα­να­λά­βουν τα γκό­σπελ και τα μπλου­ζ, συν­δυά­ζο­ντάς τα σε έ­ναν κοι­νό ή­χο. Η μου­σι­κή α­πεύ­θυν­ση στο με­τα­φυ­σι­κό πέ­ρα και ο λυγ­μός για το γήι­νο τώ­ρα θα συν­δυα­στούν στην ί­δια φω­νή, κου­βα­λώ­ντας ύ­λη και υ­πέρ­βα­ση ταυ­τό­χρο­να. Οι ή­χοι αυ­τοί θα δέ­σουν με τη ρα­γκτάι­μ, θα έρ­θουν σε ε­πα­φή με τον υ­πό­κο­σμο της Νέ­ας Ορλεά­νης, θα α­πο­κτή­σουν χα­ρα­κτή­ρα και θα δη­μιουρ­γή­σουν τις πρώ­τες μπά­ντες. Εσω­τε­ρι­κοί με­τα­νά­στες, οι μου­σι­κοί της τζαζ θα τα­ξι­δέ­ψουν σε κά­θε με­ριά της χώ­ρας πριν α­πό τους δί­σκους και το ρα­διό­φω­νο, ξε­κι­νώ­ντας τη μύη­ση μιας ο­λό­κλη­ρης χώ­ρας στη μου­σι­κή που ε­ξέ­φρα­ζε την ί­δια κα­λύ­τε­ρα. Μια μου­σι­κή βγαλ­μέ­νη α­πό τον εμ­φύ­λιο και τη δου­λεία, την αν­θρώ­πι­νη ο­δύ­νη, ό­πως αυ­τή εμ­φα­νί­ζε­ται σε μια εκ­κλη­σία, έ­να μπουρ­δέ­λο ή στη μορ­φή ε­νός μαύ­ρου, ε­ξαν­τλη­μέ­νου α­πό το μόχ­θο, να πα­ρα­πο­νιέ­ται για τις πλη­γές του στην κι­θά­ρα του. Μα η τζαζ εί­ναι η υ­πέρ­βα­ση ό­λων αυ­τών μέ­σα στην συ­νύ­παρ­ξη.

Η βα­σι­κή ρί­ζα της τζαζ βρί­σκε­ται στον αυ­το­σχε­δια­σμό. Σε έ­να αυ­το­σχε­δια­σμό, ό­μως, ταυ­τό­χρο­νο. Πολ­λά όρ­γα­να ζη­τούν να συ­νυ­πάρ­ξουν, μέ­σα α­πό τους δια­φο­ρε­τι­κούς δρό­μους που παίρ­νουν σε έ­ναν κοι­νό ρυθ­μό και μια κοι­νή με­λω­δία. Κά­θε όρ­γα­νο εί­ναι ε­λεύ­θε­ρο να αυ­το­σχε­διά­σει με τον τρό­πο που ε­πι­θυ­μεί, με μό­νη προϋπό­θε­ση να α­κού­σει τα υ­πό­λοι­πα μέ­λη της μπά­ντας. Μέ­σα α­πό τη σύν­θε­ση του δια­φο­ρε­τι­κού γεν­νιέ­ται η αρ­μο­νία και η συ­νύ­παρ­ξη. Και αυ­τό μοιά­ζει α­κρι­βώς με μια πα­ρα­βο­λή για την κοι­νω­νία και μια πα­ρα­βο­λή για την ί­δια την αν­θρώ­πι­νη συν­θή­κη. Στον πλη­θυ­ντι­κό της α­ριθ­μό και πί­σω στον ε­νι­κό. Εκεί που τα δύο ό­χι μό­νο γί­νο­νται έ­να, αλ­λά προϋπο­θέ­τει το έ­να την ύ­παρ­ξη του άλ­λου.

Και τε­λι­κά η τζαζ κα­τέ­κτη­σε μια χώ­ρα και ε­ξα­πλώ­θη­κε σε ό­λο τον κό­σμο. Δη­μιούρ­γη­σε τους ή­ρωες και τους α­γίους της, τους μύ­θους και τα α­διέ­ξο­δά της, τις ε­πι­μέ­ρους εκ­δο­χές και τις α­ψι­μα­χίες τους. Άλλα­ξε τε­χνο­τρο­πίες, μπο­λιά­στη­κε με μου­σι­κές συ­νο­μι­λίες με άλ­λα εί­δη, συ­νά­ντη­σε τον η­λεκ­τρι­σμό και την η­λεκ­τρο­νι­κή μου­σι­κή, την α­φαί­ρε­ση, τον πει­ρα­μα­τι­σμό και την α­βά­ντ γκαρ­ντ. Σε α­πλές συν­θέ­σεις ή σε με­γα­λό­πνοα μου­σι­κά οι­κο­δο­μή­μα­τα.
Η μου­σι­κή μιας φυ­λής που ξε­ρι­ζώ­θη­κε, αλ­λά κα­τά­φε­ρε τε­λι­κά να βρει κα­τα­φύ­γιο σε μια γλώσ­σα οι­κου­με­νι­κή. Και εν­σω­μα­τώ­νο­ντας ή­χους και τε­χνο­τρο­πίες α­πό άλ­λες πα­ρα­δό­σεις, κα­τά­φε­ρε να πε­ρι­γρά­ψει και την ί­δια συ­νύ­παρ­ξη των γει­το­νιών της Νέ­ας Ορλεά­νης με οι­κου­με­νι­κούς ό­ρους.
Έδυ­σε κά­που στα τέ­λη της δε­κα­ε­τίας του ‘70 για να α­να­δυ­θεί ξα­νά μέ­σα στο ‘80 και τε­λι­κά να συ­νε­χί­σει.
Απλή και σύν­θε­τη, ό­πως η ί­δια η συ­νύ­παρ­ξη.


Θω­μάς Τσα­λα­πά­της

Η τζαζ ως συ­νύ­παρ­ξη

Μπορεί να μην έχει πάρει ακόμα το Nobel λογοτεχνίας που του αξίζει, αλλά τουλάχιστον μας έχει προικίσει με δεκάδες μυθιστορήματα για να υμνούμε το ταλέντο και την φαντασία του. Ο Haruki Murakami είναι ο πιο φευγάτος Ιάπωνας επί γης αυτή την στιγμή που μιλάμε, δηλαδή που με διαβάζετε, και το βιβλίο του ο Κάφκα στην ακτή είναι νομίζω η σαφέστερη απόδειξη.Ο καθένας από εμάς χάνει κάτι πολύτιμο. Χαμένες ευκαιρίες, χαμένες δυνατότητες, χαμένα συναισθήματα που δεν θα ξανανιώσουμε ποτέ. Όλα αυτά είναι μέρος της ζωής. Μέσα στο κεφάλι μας όμως –τουλάχιστον εκεί το φαντάζομαι εγώ- υπάρχει ένας μικρός χώρος όπου αποθηκεύουμε τις αναμνήσεις. Ένα δωμάτιο σαν τα ράφια αυτής της βιβλιοθήκης. Και προκειμένου να κατανοήσουμε την λειτουργία της δικής μας καρδιάς πρέπει να συντάσσουμε συνεχώς καινούργιες λίστες. Πρέπει όμως πότε πότε να τον ξεσκονίζουμε, να τον αερίζουμε, να αλλάζουμε το νερό στα βάζα με τα λουλούδια. Με άλλα λόγια είσαι ο μόνιμος ένοικος της δικής σου προσωπικής βιβλιοθήκης.

Ο Κάφκα Ταμούρα είναι ένα δεκαπεντάχρονο αγόρι που την ημέρα των γενεθλίων του το σκάει από το σπίτι κυνηγημένο από ζώντα φαντάσματα και μια οιδιπόδεια προφητεία. Διαλέγει ένα μέρος τυχαία και φεύγει ψάχνοντας να βρει την μητέρα και την αδερφή του που τον εγκατέλειψαν χρόνια πριν. Μερικά στενά παρακάτω μένει ο Νακάτα, ένας όχι και τόσο έξυπνος, σίγουρα όμως εξυπνότερος από πολλούς που περνιούνται για ξύπνιοι, γέρος. Ο Νακάτα όταν ήταν μικρός του συνέβη ένα πολύ περίεργο περιστατικό και από τότε οι εγκεφαλικές του ικανότητες πάγωσαν. Παρόλα αυτά, είναι προικισμένος με πολλά άλλα «σπουδαία» γνωρίσματα. Ένα μεσημέρι, ψάχνοντας μια εξαφανισμένη γάτα, εμφανίζεται ένας σκύλος και του ζητάει να τον ακολουθήσει. Από τότε ξεκινάει και το δικό του ταξίδι.

Οι δύο αυτοί ήρωες πρωταγωνιστούν στον Κάφκα στην ακτή και, ενώ η σύνδεση τους είναι αναγκαία και προκαθορισμένη, δεν συναντιούνται ποτέ μέσα στην ιστορία. Ο Murakami έχει κάνει εξαιρετική δουλεία τόσο στην παρουσίαση και την ανάπτυξη των δύο βασικών ηρώων, όσο και στους επί μέρους χαρακτήρες. Ακόμα και οι γάτες που μονοπωλούν το ενδιαφέρον του Νακάτα (και το δικό μου) έχουν έντονες προσωπικότητες, ανάλογες της ανατροφής και της ράτσας τους.

Σκέφτομαι τον χρόνο, τον χρόνο που δεν γίνεται να ξανακερδηθεί. Σκέφτομαι τους ποταμούς, τα κύματα, τα δάση, το νερό που αναβλύζει. Την βροχή και τους κεραυνούς. Τους βράχους και τις σκιές. Και όλα αυτά είναι μέσα μου.

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου οι κριτικοί χαρακτηρίζουν τον Murakami ως έναν από τους μεγαλύτερους παραμυθάδες παγκοσμίως. Μέχρι σε ένα σημείο έχουν δίκιο, αλλά μετά από αυτό το βιβλίο σιγουρεύτηκα πως ακόμα και ένας τόσο βαρύς τίτλος είναι μικρός. Ο Ιάπωνας λογοτέχνης στα μυθιστορήματα του φτιάχνει ολόκληρους κόσμους. Βασισμένους και άμεσα εξαρτημένους με τον δικό μας «κανονικό», αλλά πολύ πιο μυστηριώδους και φανταστικούς. Στον Κάφκα ανεβαίνει δέκα σκαλοπάτια παραπάνω και πλέκει το μύθο μιας αρχαίας τραγωδίας με τα σύνορα του ονειρικού κόσμου και τα σύννεφα της μνήμης. Μπερδεύει τις μορφές της αγάπης, τις κάνει σμπαράλια και μετά τις ενώνει ξανά σε ένα σουρεαλιστικό βιτρό. Η ένωση των ψυχών δεν έχει ούτε ηλικία ούτε ιδιότητες ούτε δεσμεύσεις, μονάχα μνήμη.

Εντάξει, μου πήρε αρκετά βιβλία αλλά επιτέλους κατάλαβα ότι ο Χαρούκι είναι συγγραφέας άλλης διάστασης. Δίνει στον αναγνώστη την δυνατότητα να συμμετέχει στην πλοκή, να τελειώνει την ιστορία όπως θέλει αυτός και να βγάζει τα δικά του μοναδικά συμπεράσματα. Καταλαβαίνω ότι τέτοιου είδους ελευθερίες δεν αρέσουν σε όλους τους αναγνώστες, παραείναι αόριστες και ριψοκίνδυνες. Είναι όμως ταυτόχρονα και μια γενναία συγγραφική κίνηση, παρά την αίσθηση ευκολίας μπορεί να αποπνέει.Ο Κάφκα στην ακτή κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός και είναι ένα από τα πιο ιδιαίτερα μυθιστορήματα που έχω διαβάσει. Φυσικά και προτείνεται, αλλά όχι σε όσους δεν έχουν έρθει ήδη σε επαφή με την γραφή του λογοτέχνη. Δεν είναι κατάλληλο για πρώτη επαφή, αλλά αν σας αρέσει ο Haruki είναι σίγουρο ότι θα λατρέψετε το συγκεκριμένο βιβλίο.





Ο Κάφκα στην ακτή του Haruki Murakami

«Όταν χρησιμοποιώ μια λέξη, είπε ο Χάμπτι Ντάμπτι, σημαίνει ακριβώς ότι εγώ την επιλέγω να σημαίνει, μήτε περισσότερα μήτε λιγότερα.»
«Το ζήτημα, επέμεινε η Αλίκη, είναι αν μπορείς να κάνεις τις λέξεις να σημαίνουν πολλά διαφορετικά πράγματα.»
«Το ζήτημα, είπε ο Χάμπτι Ντάμπτι, είναι να ξέρεις ποιος κάνει κουμάντο, αυτό είναι όλο».
(Λούις Κάρολ. Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων )

Γράφει ο Αντώνης Ζήβας

Ζούμε σ’ έναν κόσμο που κυβερνάται από μυθοπλασίες, συνομωσιολογίες και θρησκευτικούς φανατισμούς κάθε είδους. Τη μαζική εμπορευματοποίηση, τη διαφήμιση, την πολιτική που ασκείται ως κλάδος της διαφήμισης τη παντοδυναμία της τηλεόρασης. Ζούμε σ’ ένα πελώριο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας. Οι δρόμοι είναι διάσπαρτοι με τεράστιες πινακίδες των οποίων οι απεικονίσεις είναι το προκάλυμμα, ενώ από κάτω τους βρίσκονται τυπωμένες οι λέξεις με το πραγματικό ενδιαφέρον: «Αγόρασε!», «Νέο!», «Τώρα!». Δεν χρειάζεται κανείς να είναι λάτρης των βιβλίων επιστημονικής φαντασίας που περιγράφουν έναν μελλοντικό ζοφερό, δυστοπικό κόσμο. Ο ζόφος είναι ήδη εδώ και η δυστοπία μας κυβερνά.
Το πρώτο πράγμα που κάνει μια ολοκληρωτική κυβέρνηση, ένα φασιστικό καθεστώς προκειμένου να χειραγωγεί τους υπηκόους του είναι να διαστρεβλώνει το νόημα των λέξεων ή να αλλάζει τις “ενοχλητικές” λέξεις και νοήματα προς το… ευπρεπέστερο. Μπορεί (ακόμη) να μη ζούμε στην ολοκληρωτική κοινωνία που περιγράφουν στα βιβλία τους ο Τζόρτζ Όργουελ, ο Άλντους Χάξλει και ο Ρέι Μπράντμπερι, (1984, Θαυμαστός Νέος Κόσμος και Φαρενάϊτ 451, αντίστοιχα) αλλά οι επικοινωνιολόγοι της αυτοκρατορίας του χρήματος έχουν αποδειχτεί οι καλύτεροι αναγνώστες και μαθητές των βιβλίων επιστημονικής φαντασίας που περιγράφουν τις δυστοπικές κοινωνίες του μέλλοντος.

Η γλωσσοκάθαρση. “Νέα Γλώσσα” (newspeak)
«Ο πόλεμος είναι ειρήνη», «Η ελευθερία είναι σκλαβιά», «Η άγνοια είναι δύναμη»
(Τζώρτζ Όργουελ-1984). Σήμερα όλο και περισσότερο ακούμε να γίνεται αναφορά σε κάποιο αφεντικό ονόματι «Μεγάλος Αδελφός» (Big Brother ) που στο «1984» αποτελεί έναν οιονεί αόρατο πλανητάρχη και ένα πανταχού παρών μάτι «δίκης οφθαλμός ος τα πάνθ’ ορά» (Big Brother is watching you). Στη φουτουριστική χώρα της Ωκεανίας και στο έτος 2050, όταν και θα καθιερωθεί επισήμως η Newspeak, λέξεις όπως ελευθερία, δημοκρατία και ισότητα θα έχουν τεθεί εξ αντικειμένου εν αχρησία. Αλλά, αν ως τότε χρησιμοποιηθούν στον γραπτό και στον προφορικό λόγο ή, ακόμη χειρότερα, εγκατασταθούν στον ανθρώπινο νου (όπως συμβαίνει στον κεντρικό ήρωα της νουβέλας Γουίνστον Σμιθ), συνιστούν «έγκλημα της σκέψης» που η Αστυνομία της Σκέψης τιμωρεί αμείλικτα με βασανιστήρια, ακόμη και με θάνατο.
Βέβαια, κάποιες από αυτές τις λέξεις παραμένουν εφόσον διατηρούν την ουδέτερη σημασία τους π.χ., το επίθετο “ελεύθερος” στο: “Ο στρατιώτης είναι ελεύθερος υπηρεσίας/ιατρού” είναι αθώο και αβλαβές, αλλά το “Είμαι ελεύθερος πολίτης” προκαλεί την άμεση σύλληψη όποιου τολμά να το ξεστομίσει. Το κυβερνόν κόμμα είναι το Ingsoc – English Socialism (κι εδώ είναι το πρώτο δείγμα της Newspeak) και το πολιτικό σύστημα αποκαλείται οξύμωρα «ολιγαρχικός κολεκτιβισμός». Το «co(n)», «συν, μαζί», του collectivism (που παραπέμπει στον γνήσιο ελευθεριακό κολεκτιβισμό) σε ανάρμοστο γάμο με το «ολιγαρχικός» νοηματοδοτεί ένα μέλλον πλήρους χρεοκοπίας του ανθρώπου ως ατόμου ή, πιο ωμά, όπως το έθεσε ο ίδιος ο Όργουελ, «ως ανθρώπου που μια μπότα τού πατάει όλο το πρόσωπο, εσαεί» μεταλλάσσοντάς τον σε ένα απρόσωπο ον.

Η Ωκεανία ως κοινωνία απολυταρχική είναι ιεραρχημένη στις ακόλουθες τρεις κοινωνικές τάξεις:
α) Το εσωτερικό κόμμα, που είναι η νομενκλατούρα, η άρχουσα και ευημερούσα τάξη (ποσοστό λίγο πιο πάνω από το 1%).
β) Το εξωτερικό κόμμα, οι μικρογραφειοκράτες χαμηλοϋπάλληλοι , οι μικροαστοί της κοινωνίας (ποσοστό 18%).
γ) Οι proles (υπερβαίνουν το 80%). Είναι οι υποπρολετάριοι, οι λούμπεν, οι παρίες που ζουν κάτω από συνθήκες απόλυτης αθλιότητας. Έχουν το “δικαίωμα” της πρόσβασης στη φτηνή λογοτεχνία και στην πορνογραφία και τους επιτρέπεται να πίνουν μόνο μπίρα.
Αν όλα αυτά σας φαίνονται τόσο οικεία είναι όχι λόγω σύμπτωσης αλλά επειδή ήδη συμβαίνουν. Μπορεί να μην μας κυβερνά τυραννικά κανενός είδους μονοκομματικό Ingsoc, αλλά ο δικομματισμός των ημερών μας (στις δημοκρατίες δυτικού τύπου) αποδεικνύει ότι οι διαφορές μεταξύ των δύο κομμάτων που εναλλάσσονται στην εξουσία αμβλύνονται, ελαχιστοποιούνται και βαθμιαία εξαφανίζονται όχι και τόσο απρόβλεπτα.
Δυστυχώς, στις προβλέψεις του για τη μοίρα των φτωχών ανθρώπων, των proles, ο Οργουελ δεν έπεσε έξω. Αυτό που συμβαίνει σήμερα με την ανθρωποκτόνα καπιταλιστική πολιτική δεν το συνέλαβε ούτε εκείνου ο νους. Σήμερα η ανθρωπότητα αριθμεί επτά δισεκατομμύρια ψυχές. Με πραγματικά στοιχεία, το ένα και κάτι της νομενκλατούρας του 1984 έχει φθάσει στο 2%. Το αντίστοιχο του εξωτερικού Ingsoc (το 18%) ζει πολύ καλύτερα από τους εξωτερικούς του Ingsoc του 1984 γιατί έχει αποκτήσει τις απαραίτητες για το σύστημα επιστημονικές γνώσεις που αμείβονται σχετικά ικανοποιητικά, ιδίως στις ιδιωτικές επιχειρήσεις.
Αλλά τι γίνεται το 80% των επτά δισεκατομμυρίων; Πολλοί άνθρωποι στερούνται, εκτός από την τροφή, και το πόσιμο νερό. Η θνησιμότητα των παιδιών έχει ανέλθει κατακόρυφα,¬ παιδικές ζωές θα μπορούσαν να σωθούν αν έπαιρναν τα (πάμφθηνα) κατάλληλα φάρμακα. Συμπερασματικά, με το βαθύπλουτο 2% και τους σημερινούς λιμοκτονούντες “proles”, ζούμε έναν οργουελικού τύπου ολιγαρχικό “κολεκτιβισμό.”

Λιγότερη γλώσσα περισσότερος φασισμός
“Πιότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, αυτό που φοβάται ο άνθρωπος είναι να κάνει ένα βήμα μπρος, να ξεστομίσει μια καινούργια λέξη.»
( Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι)Το 1984 θυμίζει έμμεσα μια άλλη «δυστοπία» με την ευρύτερη έννοια της λέξης, τοΦαρενάιτ 451 του Ρέι Μπράντμπερι (γραμμένο το 1953).
Εδώ, ομόλογοι της Αστυνομίας της Σκέψης είναι οι πυροσβέστες με μια πολύ πρακτική αποστολή: το κάψιμο όλων των βιβλίων. Συγκρινόμενοι, οι κεντρικοί ήρωες των δύο βιβλίων ακολουθούν διαφορετική μοίρα. Ο αντιφρονών Γουίνστον, (1984) καίτοι άνθρωπος με υψηλότερο του μέσου IQ, δεν έχει μάθει να μην εμπιστεύεται κανέναν. Στο τέλος «αναπρογραμματίζεται» και με δάκρυα που βρωμάνε τζιν κατανοεί πόσο απέραντη είναι η αγάπη του για τον Μεγάλο Αδελφό. Ο Μόνταγκ (Φαρενάϊτ 451) από βιβλιοεμπρηστής στην υπηρεσία του κράτους, στο τέλος στρέφει τη μάνικα με τη κηροζίνη στον ίδιο τον προϊστάμενό του και όταν ο λαός οργανώνει το αντάρτικό του, εκείνος τον ακολουθεί. Η γλώσσα δεν χάνεται γιατί οι πνευματικοί άνθρωποι φυλάνε στο θερμοκήπιο της μνήμης τους το πιο φίνο λουλούδι της, τη λογοτεχνία, απομνημονεύοντας ο καθένας από ένα βιβλίο που έχει διαβάσει.

Στη πραγματική σημερινή μας κατάσταση, αν θεωρήσουμε ότι η γλώσσα δεν διατρέχει σοβαρό κίνδυνο δεν σημαίνει ότι δεν περνάει κρίσεις. Στις θεωρίες του περί πειθαρχίας ο Φουκό υποστηρίζει ότι η ισχύς και η πειθαρχία είναι πανταχού παρούσες σε δημοκρατίες και σε δικτατορίες. Η γλώσσα ναρκοθετείται από τους εχθρούς της σκέψης και των ιδεών. Η Newspeak του 1984 τώρα μεταμφιέζεται σε λόγο της πολιτικής ορθότητας. Ο καπιταλισμός φέρει το “καλλιτεχνικό” όνομα “οικονομία της αγοράς”. Ο ιμπεριαλισμός λέγεται “παγκοσμιοποίηση”, οι χώρες θύματα του ιμπεριαλισμού αποκαλούνται “χώρες υπό ανάπτυξη”, η φτώχεια αποκαλείται “οικονομική στενότητα” και οι φτωχοί “άνθρωποι με ανεπαρκείς πόρους”. Το “δικαίωμα” του αφεντικού να απολύει όσους και όποτε γουστάρει χωρίς αποζημίωση ή όποια άλλη υποχρέωση, ονομάζεται “ευελιξία της αγοράς εργασίας”, οι εργαζόμενοι αποκαλούνται “απασχολήσιμοι” και η εργασία “απασχόληση”. Η λεηλασία των δημόσιων χρηματικών αποθεμάτων από τους πολιτικούς αντί για κλοπή, ονομάζεται “αθέμιτος πλουτισμός” – ο ίδιος ο θάνατος, όταν αναφερόμαστε στον ίδιο το θάνατο λέμε “το μοιραίο”. Όταν υποχωρεί το Χρηματιστήριο, λέγεται ότι σημειώθηκε “αρνητική άνοδος”. Οι νεκροί στρατιώτες στα πεδία των σύγχρονων πολέμων είναι απλά “απώλειες” και οι απλοί πολίτες που σκοτώνονται χωρίς να φταίνε σε τίποτα “παράπλευρες απώλειες”. Τα βασανιστήρια σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και αστυνομικά τμήματα αποκαλούνται “ψυχολογικές πιέσεις” – και το νέο αυτό επανανοηματικό λεξικό δεν έχει τελειωμό. Με αφορμή την παγκόσμια τρομοκρατία και την ασφάλεια, καταργούνται καθημερινά ατομικές ελευθερίες. Υπάρχουν κάμερες στους δρόμους, παρακολουθούνται οι επικοινωνίες, ο άνθρωπος όλο και λιγότερο νιώθει ελεύθερος, ενώ η οικονομική κρίση, με την αρωγή της ίδια της αυτοκρατορίας του χρήματος, έντεχνα προωθεί τους ανθρώπους στην εξύψωση φασιστικών και ναζιστικών μορφωμάτων (όπως η Χρυσή Αυγή στη χώρα μας), κάνοντάς τους ακόμη πιο φτωχούς στη σκέψη και στις επιλογές τους, ακριβώς για να διασωθεί το υπό κατάρρευση υπάρχον σύστημα.

Τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων σε ρόλο καθηγητών φιλολογίας
“Ο ορατός κόσμος δεν είναι πια πραγματικότητα, και ο αόρατος κόσμος δεν είναι πια όνειρο”
(Γ. Μπ. Γέιτς)Εγγενές στοιχείο του καπιταλιστικού λόγου είναι το πρότυπο της δημοσιογραφίας των τίτλων, που αποπλανεί και μπερδεύει μέσω μιας έντονης επίκλησης το συναίσθημα, με αποτέλεσμα “η πολιτική πραγματικότητα να αντικαθίσταται από την κραυγή και το σλόγκαν”. Η επιβεβλημένη συντομία συνεπάγεται απομόνωση από τα συμφραζόμενα, κάτι που καθιστά αδύνατη την κατανόηση των διαδικασιών, των νοηματικών αποχρώσεων και των διαφορετικών γωνιών των συμβάντων. Το αποτέλεσμα είναι ένα “πλήθος ειδήσεων που ξεχνιούνται μέσα σε ένα δίωρο και που ο δέκτης δεν μπορεί να αξιοποιήσει διότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει την προέλευσή τους, το βεληνεκές τους αλλά ούτε και το νόημά τους. Για το λόγο αυτό η εικόνα αντικαθιστά την πληροφορία, η μονόπλευρη σκέψη το συλλογισμό και ο μύθος που περιβάλλει την εξουσία την επιβαλλόμενη κριτική σκέψη. Μέσα από τη τηλεοπτική γλώσσα τα ‘κλειδιά’ του επικοινωνιακού συστήματος όπως είναι η πληροφόρηση, η προπαγάνδα, η οικονομία, η πολιτική, η εκπαίδευση και η τρομοκρατία, αναπτύσσουν ένα επικοινωνιακό πρότυπο που έχει σχεδιαστεί και προετοιμαστεί για να μπερδέψει και να χειραγωγήσει την κοινή γνώμη. Κάθε διαδικασία πληροφόρησης χειραγωγείται από τα κοινωνικο-πολιτιστικά, πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα των λίγων”.

Η αλήθεια στην ενημέρωση.
“Η Ελευθερία Λόγου δεν είναι μία γυναίκα με παράξενο επίθετο” (σύνθημα σε τοίχο)

Τίποτα από τα παραπάνω δεν γίνεται να ξεπεραστεί με εκκλήσεις στους νομοθέτες ή στην ευθύνη δημοσιογράφων και εκδοτών. Η διάδοση της αλήθειας και η αδιαμεσολάβητη ενημέρωση (όπως κάθε τι) βρίσκεται στα χέρια μας. Η τεχνολογία σήμερα και ειδικότερα με την έλευση του internet, μας παρέχει μία τεράστια δυνατότητα αρκεί να αντιληφθούμε τη δύναμή του (όσο αυτό βέβαια παραμένει μη ελεγχόμενο από τη κυριαρχία). Απέναντι στη συνωμοσία του ψέματος και της εξουσιαστικής προπαγάνδας έχουμε τον τρόπο να αποκαλύπτουμε την αλήθεια, να καταγγέλλουμε τη μονοκρατορία των ειδήσεων τους, να γνωστοποιούμε την αθλιότητα που μας επιβάλλουν. Κρίνεται πια επιβεβλημένη η στροφή, η στήριξη και η δημιουργία εναλλακτικών μέσων πληροφορίας που δεν θα λειτουργούν με εμπορικά κριτήρια. Μέσα και φωνές από τα κάτω, κατά των συμφερόντων της βιομηχανίας των εξουσιαστικών μέσων, σε συνδυασμό με μια εκπαιδευτική δουλειά στα σχολεία από ελεύθερους στη σκέψη δάσκαλους και όχι υπαλληλίσκους προπαγανδιστές της κυριαρχίας που θα ενθαρρύνουν τη κριτική ελεύθερη σκέψη, την αποκάλυψη και ανάλυση των αντιθέσεων. Όλων αυτών που πρέπει να λέγονται αβίαστα. Να μάθουμε ότι η αλήθεια είναι το ταξίδι και όχι τη λιμάνι και η μεγαλύτερη αλήθεια είναι η αναζήτηση της αλήθειας απέναντι στη κυριαρχία του ψέματος. Όπως λέει ο ποιητής να είμαστε η άμμος και όχι το λάδι στα γρανάζια της μηχανής τους.

*Στη συγγραφή του παραπάνω κειμένου χρησιμοποιήθηκαν αποσπάσματα από το βιβλίο του Βιθέντε Ρομάνο Η γλωσσική παραπλάνηση. Η διεστραμμένη χρήση της γλώσσας.

Merlin’s Music Box

Αλλάζοντας το νόημα. Οι λέξεις στην υπηρεσία της κυρίαρχης αφήγησης

Το Re:Think Δίκτυο Συνοικιακής Κομποστοποίησης, από την ομάδα RE:THINK είναι ένα πρωτότυπο σύστημα συλλογικής διαχείρισης των οργανικών απορριμάτων από τους ίδιους τους δημότες και για τους ίδιους τους δημότες, σε συνεργασία με Δήμους ή συλλογικούς φορείς.
Οι παραγωγοί οργανικών απορριμάτων μετατρέπονται σε παραγωγούς πλούσιου εδαφοβελτιωτικού χὠματος, για ιδία χρήση, μέσα στον αστικό ιστό.
Σε συνεργασία με τον Δήμο Καλαμάτας το 2014 δημιουργήθηκε Δίκτυο 60 Συνοικιακών Κομποστοποιητών στον ευρύτερο Δήμο Καλαμάτας , το οποίο βρίσκεται συνεχώς σε εξέλιξη.
Η ομάδα RE:THINK καλείται να παρουσιάσει το έργο της και να μεταφέρει την εμπειρία της οικιακής & συνοικιακής κομποστοποίησης και εκτός Καλαμάτας.


Και συγκεκριμένα στον Δήμο Δ.Μάνης και στην Σαμοθράκη.
Καλεσμένη του Δήμου Δ.Μανης μέσα στο 2017 τοποθέτησε πιλοτικά κομποστοποιητές σε σχολεία της περιοχής, υλοποιώντας παράλληλα ενημερωτικά εργαστήρια με καθολική συμμετοχή απο την σχολική κοινότητα. Στόχος είναι να γίνουν σημεία αναφοράς για τους κατοίκους της περιοχἠς τόσο για συλλογική χρήση, όσο και προτροπή εκπαίδευσης για οικιακή χρήση, αλλά και να λειτουργήσουν πιλοτικά, διερευνώντας ἐτσι την δυνατότητα δημιουργίας Δικτύου Συνοικιακής Κομποστοποίησης στην περιοχή.
Ενώ στις 24.01.2017 έγινε ενημερωτική εκδήλωση προς τους ξενοδόχους της περιοχής στην αίθουσα Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Δ. Μάνης για τα ωφέλη της κομποστοποίησης και της δημιουργίας ενός Δικτύου Κομποστοποίησης, που να στοχεύει στην κοινωνική διαχείριση των οργανικών απορριμάτων.

Από τις 29.01.2018 μέχρι και τις 02.03 2018 μέλη της ομάδας RE:THINK βρίσκονται στην Σαμοθράκη καλεσμένοι του Αυστριακού Ινστιντούτου Κοινωνικής Οικολογίας της Βιέννης ,ALPEN ADRIA UNIVERSITY και του συλλόγου “ Βιὠσιμη Σαμοθράκη”.
Οι δύο αυτοί φορείς σε συνεργασία δραστηριοποιούνται στο νησί και σε συνεργασία με τον Δήμο Σαμοθράκης έχουν ως στόχο έχουν να μεταμορφώσουν την Σαμοθράκη σε πρότυπο νησί βιώσιμης διαχείρισης και αειφόρου ανάπτυξης.

Στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας η RE:THINK έχει κληθεί να μεταφέρει το παράδειγμα της οικιακής και συνοικιακής κομποστοποίησης σε κατοίκους και επιχειρηματίες του νησιού εγκαθιστώντας κομποστοποιητἐς RE:THINK και υλοποιώντας εκπαιδευτικά εργαστήρια και ενημερώσεις.
Συγκεκριμένα εγκαθίστανται πιλοτικά 3 κομποστοποιητές στα Δημ. Σχολεία Καμαριώτισσας και Λακκὠματος καθώς και στο ΚΔΑΠ της Χώρας, με σκοπό την διερεύνηση δημιουργίας Δικτύου Συνοικιακής Κομποστοποίησης στην περιοχή.


Re:think το παράδειγμα της συνοικιακης κομποστοποίησης ταξιδεύει και σε άλλους δήμους

Το Re:Think Δίκτυο Συνοικιακής Κομποστοποίησης, από την ομάδα RE:THINK είναι ένα πρωτότυπο σύστημα συλλογικής διαχείρισης των οργανικών απορριμάτων από τους ίδιους τους δημότες και για τους ίδιους τους δημότες, σε συνεργασία με Δήμους ή συλλογικούς φορείς.
Οι παραγωγοί οργανικών απορριμάτων μετατρέπονται σε παραγωγούς πλούσιου εδαφοβελτιωτικού χὠματος, για ιδία χρήση, μέσα στον αστικό ιστό.
Σε συνεργασία με τον Δήμο Καλαμάτας το 2014 δημιουργήθηκε Δίκτυο 60 Συνοικιακών Κομποστοποιητών στον ευρύτερο Δήμο Καλαμάτας , το οποίο βρίσκεται συνεχώς σε εξέλιξη.
Η ομάδα RE:THINK καλείται να παρουσιάσει το έργο της και να μεταφέρει την εμπειρία της οικιακής & συνοικιακής κομποστοποίησης και εκτός Καλαμάτας.


Και συγκεκριμένα στον Δήμο Δ.Μάνης και στην Σαμοθράκη.
Καλεσμένη του Δήμου Δ.Μανης μέσα στο 2017 τοποθέτησε πιλοτικά κομποστοποιητές σε σχολεία της περιοχής, υλοποιώντας παράλληλα ενημερωτικά εργαστήρια με καθολική συμμετοχή απο την σχολική κοινότητα. Στόχος είναι να γίνουν σημεία αναφοράς για τους κατοίκους της περιοχἠς τόσο για συλλογική χρήση, όσο και προτροπή εκπαίδευσης για οικιακή χρήση, αλλά και να λειτουργήσουν πιλοτικά, διερευνώντας ἐτσι την δυνατότητα δημιουργίας Δικτύου Συνοικιακής Κομποστοποίησης στην περιοχή.
Ενώ στις 24.01.2017 έγινε ενημερωτική εκδήλωση προς τους ξενοδόχους της περιοχής στην αίθουσα Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Δ. Μάνης για τα ωφέλη της κομποστοποίησης και της δημιουργίας ενός Δικτύου Κομποστοποίησης, που να στοχεύει στην κοινωνική διαχείριση των οργανικών απορριμάτων.

Από τις 29.01.2018 μέχρι και τις 02.03 2018 μέλη της ομάδας RE:THINK βρίσκονται στην Σαμοθράκη καλεσμένοι του Αυστριακού Ινστιντούτου Κοινωνικής Οικολογίας της Βιέννης ,ALPEN ADRIA UNIVERSITY και του συλλόγου “ Βιὠσιμη Σαμοθράκη”.
Οι δύο αυτοί φορείς σε συνεργασία δραστηριοποιούνται στο νησί και σε συνεργασία με τον Δήμο Σαμοθράκης έχουν ως στόχο έχουν να μεταμορφώσουν την Σαμοθράκη σε πρότυπο νησί βιώσιμης διαχείρισης και αειφόρου ανάπτυξης.

Στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας η RE:THINK έχει κληθεί να μεταφέρει το παράδειγμα της οικιακής και συνοικιακής κομποστοποίησης σε κατοίκους και επιχειρηματίες του νησιού εγκαθιστώντας κομποστοποιητἐς RE:THINK και υλοποιώντας εκπαιδευτικά εργαστήρια και ενημερώσεις.
Συγκεκριμένα εγκαθίστανται πιλοτικά 3 κομποστοποιητές στα Δημ. Σχολεία Καμαριώτισσας και Λακκὠματος καθώς και στο ΚΔΑΠ της Χώρας, με σκοπό την διερεύνηση δημιουργίας Δικτύου Συνοικιακής Κομποστοποίησης στην περιοχή.


Re:think το παράδειγμα της συνοικιακης κομποστοποίησης ταξιδεύει και σε άλλους δήμους

Η εξέλιξη του κυβερνοχώρου είναι τόσο ποσοτική, όσο και ποιοτική άποψη που ακολούθησε σχεδόν πιστά την πορεία του Διαδικτύου και της τεχνολογίας των δικτύων και των υπολογιστών.
Το 1991 ανακοινώνεται η δημιουργία του Παγκόσμιου Ιστού World Wide Web και του World Wide Web Consortium. Ο Ιστός σύντομα σπάει τα δεσμά του CERN και δίνεται προς ευρεία χρήση. Την ίδια χρονιά αρχίζει η προσφορά των πρώτων on-line παιχνιδιών από την AOL και τη Sierra Networks με την εφαρμογή του facemaker, με τον οποίο κάποιος μπορεί να «κατασκευάσει» οπτικά την εικονική του προσωπικότητα.

Το 1992-93 η εταιρία id κυκλοφορεί τα πρώτα παιχνίδια για υπολογιστή των οποίων η δράση εκτυλίσσεται σε ένα σχετικά ρεαλιστικό τρισδιάστατο περιβάλλον. Το δεύτερο από αυτά, το Doom, κάνει ένα εκατομμύριο πωλήσεις λιανικής, η έκδοση shareware κατεβαίνει δέκα εκατομμύρια φορές από το Internet, ενώ απαγορεύεται η εγκατάστασή του στους υπολογιστές μεγάλων επιχειρήσεων καθώς θεωρείται ως αιτία πτώσης της παραγωγικότητας των υπαλλήλων και κατάρρευσης των δικτύων λόγω της χρήσης τους για on-line ματς. Οι μηχανές γραφικών που αναπτύχθηκαν για τα παιχνίδια αυτά αποτέλεσαν σημείο έναρξης για την καθιέρωση των τρισδιάστατων κόσμων στα ηλεκτρονικά παιχνίδια.

Η κυκλοφορία του browser Mosaic το 1993 δίνει αφενός τη δυνατότητα εύκολης περιήγησης στο Διαδίκτυο, μέσω ενός περιβάλλοντος χρήστη, αφετέρου έχει τη δυνατότητα απεικόνισης γραφικών εκτός από κείμενο. Πλέον η εμπειρία πλοήγησης εμπλουτίζεται με γραφικά, αλλά και αντίστροφα κάποιος μπορεί να δημιουργήσει δικές του εικόνες και να τις προβάλλει στο Διαδίκτυο. Ο αριθμός των ιστοσελίδων μέσα σε ένα μόνο χρόνο από 600 γίνεται 10.000, για να δεκαπλασιαστεί πάλι το 1994-1995 φτάνοντας τις 100.000.

Το 1995 το λειτουργικό σύστημα της Microsoft Windows 95 διαφημίζεται ως καθαρά καταναλωτικό αγαθό και όχι ως εργαλείο. Το ίδιο συμβαίνει και με τα συστήματα προσωπικών υπολογιστών, που γίνονται ως τεχνολογία προσιτά πλέον και σε μη ειδήμονες χρήστες καθώς οι τιμές τους πέφτουν και η λειτουργία τους γίνεται ευκολότερη με τη χρήση των γραφικών περιβαλλόντων χρήστη. Το ποντίκι και το πληκτρολόγιο πλέον αρκούν σχεδόν για όλες τις εργασίες που μπορεί κανείς να κάνει με έναν υπολογιστή, και ο συντονισμός χεριού-ματιού, παρά η γνώση μιας γλώσσας προγραμματισμού ή της εσωτερικής λειτουργίας του υπολογιστή, γίνεται ο τρόπος επικοινωνίας με το μηχάνημα αλλά και με το Διαδίκτυο.

Την επόμενη χρονιά τα διαδικτυακά παιχνίδια ρόλων, στα οποία μπορούν να συμμετέχουν έως και χιλιάδες χρήστες σε πραγματικό χρόνο, αρχίζουν και γίνονται εξαιρετικά δημοφιλή. Τα ίδια τα avatars έχουν αρχίσει να διαδίδονται δυο χρόνια πριν στις κοινότητες των διαδικτυακών φόρουμ. Την ίδια χρονιά, το 1994, έχει αρχίσει και η μαζική χρήση των καναλιών IRC, που επιτρέπουν δακτυλογραφημένη συνομιλία σε πραγματικό χρόνο, ενώ το 1996 κάνουν την εμφάνιση οι πρώτοι instant messagers για την ανταλλαγή μηνυμάτων, δακτυλογραφημένων καταρχήν και αργότερα εικόνας, ήχου ή βίντεο. Το 1995 κάνει την εμφάνισή του το Palace, ένας τόπος on-line επικοινωνίας όπου χρησιμοποιούνται avatars, ακολουθούμενο το 1997 από την παρόμοια εικονική κοινότητα Worlds Away, ανοίγοντας το δρόμο για πολλές παρόμοιες εφαρμογές που ακολούθησαν στο μέλλον.

Σε αυτό το σημείο ο κυβερνοχώρος «περιέχεται» πλέον σε ένα δίκτυο εκατομμυρίων υπολογιστών και ενός εκατομμυρίου ιστοσελίδων, και συντηρείται και εμπλουτίζεται σε περιεχόμενο από εκατό εκατομμύρια χρήστες του ίντερνετ και επενδύσεις δισεκατομμυρίων σε υποδομή και διαδικτυακές υπηρεσίες από τις μεγάλες εταιρίες του χώρου. Οι «διαστάσεις» του κυβερνοχώρου θα υπερδεκαπλασιαστούν μέσα στην επόμενη δεκαετία, φτάνοντας τους 1,2 δισεκατομμύρια τακτικούς χρήστες. Οι όλο και μεγαλύτερες ταχύτητες μεταφοράς δεδομένων, η ψηφιοποίηση των δικτύων τηλεπικοινωνιών αλλά και η μεγαλύτερη επεξεργαστική ισχύς των οικιακών συστημάτων θα φέρουν τον εμπλουτισμό με δυναμικές εφαρμογές γραφικών στις σελίδες, όπως βίντεο και ήχο. Τα εικονικά περιβάλλοντα γίνονται λεπτομερέστερα, μεγαλύτερα, διαδραστικότερα. Στο 2007, υπάρχουν διαδικτυακά παιχνίδια ρόλων με ένα εκατομμύριο γραμμένους χρήστες, ενώ ο εικονικός κόσμος Second Life, όπου οι χρήστες, εκτός από το προσωπικό τους Avatar, μπορούν να δημιουργήσουν όλο τον υπόλοιπο κόσμο γύρω τους ή και εικονικά αγαθά τα οποία μπορούν να τους φέρουν «μη-εικονικό» εισόδημα, αριθμεί περίπου δέκα εκατομμύρια εγγεγραμμένους χρήστες.

Αρκετά χρόνια χρόνια μετά την πρώτη έκδοση του “Νευρομάντη” το βασίλειο της εικονικής πραγματικότητας έχει καθιερωθεί ήδη ως πολύτιμο εργαλείο σε τομείς όπως η αρχιτεκτονική και η ιατρική. Εν τω μεταξύ το Διαδίκτυο γίνεται ταχύτατα ο πλέον προτιμώμενος τρόπος επικοινωνίας στον πλανήτη και η δράση στον κυβερνοχώρο είναι πλέον καθημερινότητα.

Αυτά γράφει μεταξύ άλλων η εγκυκλοπαίδεια του κυβερνοχώρου για τον κυβερνοχώρο. Επ’ ευκαιρία αξίζει να τονίσουμε δυο τρία στοιχεία αυτής της cyberεξομολόγησης.
Πρώτα οι “διαστάσεις” του κυβερνοχώρου. Αυτή η αφηρημένη μηχανή έχει, σαν μοναδική διάσταση, κάθε χρήστη της και το σύνολό τους. Αυτό σημαίνει την απόλυτη κοινωνικότητά της· και, ταυτόχρονα, την απόλυτη αντικοινωνικότητά της, εφόσον ο κυβερνοχώρος είναι ένας καθολικός γενικός μεσολαβητής ιδιωτικής ιδιοκτησίας.
Δεύτερο, η σημασία που είχαν και έχουν τα ηλεκτρονικά παιχνίδια στην ανάπτυξη αυτής της αφηρημένης μηχανής. Δεν έχει υπάρξει ιστορικό προηγούμενο κοινωνίας όπου τοπαίζειν να γίνει για καιρό η “ατμομηχανή” (ξεπερασμένη μεν αλλά χρήσιμη παρομοίωση) μιας τεχνικής διαδικασίας που αφορά το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων.
Τρίτο, η εικονική πραγματικότητα. Το αληθινό γίνεται όλο και πιο δυσδιάκριτο· μια στιγμή των αναπαραστάσεων, μια στιγμή του ψέματος…


Κυβερνοχωροϊστορία